Αγιορείτικη παρακαταθήκη,  Τελευταία άρθρα

Αρχιμ. Αιμιλιανός: Πότε μια ψυχή μπορεί να αρχίσει να σκέπτεται μια πνευματική ζωή;

«Η πορεία της Ψυχής»

Το θέμα αυτό είναι πολύ μεγάλο και δεν μπορεί να πεις κανείς ότι θα το αναλύσει. Τα θέματα περί πνευματικής ζωής δεν έχουν απλώς ως εναρκτήριο στοιχείο τη λογική, δεν αρχίζουν από τη λογική. Γι’ αυτό ακριβώς, ως επί το πλείστον, όταν γίνεται συζήτησις για ένα πνευματικό θέμα το οποίο αναλύεται, καταστρέφεται, διότι δεν μπορεί να το συλλάβει η λογική.

Το θέμα μας είναι η πορεία της ψυχής. Όχι από τότε που αποφασίζει να ζήσει χριστιανικά, αλλά από τότε που αρχίζει να αντιμετωπίζει το πρόβλημα της πνευματικής πορείας. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η ψυχή βιούσα.

Επομένως το θέμα μας δεν είναι ούτε θεολογικό ούτε επιστημονικό ούτε δογματικό κτλ. Είναι καθαρώς πρακτικό, όπως αντιλαμβάνεσθε, και το συναντάμε μέσα στην καθημερινή μας πράξη.

Όπως όταν ξέρεις ότι βαδίζοντας από εδώ για να πας στην Ομόνοια, θα περάσεις από εκεί, θα κάνεις τούτο, θα κάνεις το άλλο, έτσι ακριβώς και αυτό είναι απόρροια μιας πρακτικής ζωής και όχι μιας θεωρητικής ενατενίσεως των πραγμάτων. Γι’ αυτό μερικά πράγματα θα σας φανούν ίσως διαφορετικά, βεβαίως, σχετικά.

Λοιπόν, πότε μια ψυχή μπορεί να αρχίσει να σκέπτεται μια πνευματική ζωή;
Πότε αρχίζει να σκέπτεται, προκειμένου να κάνει κάτι άλλο, ο,τιδήποτε;
Τότε έχουμε την αφετηρία.

Προσέξτε όμως αυτό που λέμε ότι σκέπτεται η ψυχή. Δανειζόμεθα το ρήμα σκέπτομαι εκ των κοινώς λεγομένων, διότι δεν σκέπτεται η ψυχή για την πορεία της. Βιοί μόνον κάτι. Και επομένως όταν λέμε πότε η ψυχή σκέπεται να αρχίσει κάτι, σημαίνει πότε δονείται η ψυχή από μια διάθεση να εγκαταλείψει τον τόπο εις τον οποίο είναι και να βρεθεί κάπου αλλού ή να ζήσει κάπως διαφορετικά.

Βλέπετε, οι όροι που χρησιμοποιούμε είναι όλοι εμφανείς. Όταν ομιλούμε περί οράσεως ή περί σκέψεως, περί αποφάσεως ή περί γνώσεως, απλώς χρησιμοποιούμε παρεμφερείς εκφράσεις του εξωτερικού μας κόσμου, οι οποίες όμως δεν αντιστοιχούν όντως με την πραγματική μας ύπαρξη και τα πνευματικά νοήματα.

Πότε μία ψυχή λέγει “πρέπει να ζήσω μία χριστιανική ζωή, πρέπει να ζήσω κάτι το διαφορετικό”;

Όταν ήδη θα έχει αποκτήσει την αίσθηση ότι είναι μία εξωσμένη ψυχή, ότι είναι κάτι που εκτινάχθηκε και βρέθηκε έξω από τον τόπο της, έξω από τον παράδεισο, εις μίας υπερορίαν, εκτός των ορίων, τα οποία ήταν φτιαγμένα γι’ αυτήν την ίδια. Αυτό σημαίνει εξόριστος.

Και όταν συνειδητοποιήσει αυτό και θυμηθεί την πατρίδα, τότε μπορεί να πει: “Πρέπει να πάω στην πατρίδα”.

Αυτή είναι η σκέψις: η ψυχή να ζήσει ζωή χριστιανική. Από εδώ αρχίζει. Όταν, δηλαδή θα νοιώσει αυτό που λέγει το Ευαγγέλιο “το μεσότοιχον του φραγμού” (Εφ. 2, 14), το μεσότοιχον το οποίο υψώθηκε ανάμεσα σε μας και στον Θεό και μας τον εχώρισε.

Επομένως όταν η ψυχή θα νοιώσει, θα αντιληφθεί ότι δεν έχει Θεόν, διότι εξορίσθηκε, δεν έχει πατρίδα, δεν έχει πατέρα, είναι μακράν του Δημιουργού, κάτι το εκτετιναγμένον μακράν, όπως είπα προηγουμένως, οπότε δεν έχει ουσιαστική επαφή με τον Θεόν, τότε μπορεί να πει μέσα στην εξορία: “Τρέφομαι μαζί με τους χοίρους εγώ και τρώγω βελανίδια. Θα γυρίσω στον πατέρα μου”.

Αλλά, ενόσω δεν νοιώθουμε έναν μεσότοιχο ανάμεσάς μας και στον Θεό, δεν νοιώθουμε
ότι είμαστε εξόριστοι, δεν υπάρχει καν έναρξις σκέψεως για πνευματική ζωή.

Βλέπετε, από μια εποπτεία, όχι από μια ανάλυση, παράσταση αρχίζει η πνευματική ζωή.

Αισθάνομαι τούτο εδώ, το νοιώθω ότι είναι τοίχος και δεν ξέρω τι γίνεται από πίσω.

Όταν λοιπόν η ψυχή θα αντιληφθεί την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτήν και στον Θεό – μία απόσταση που όσο κι αν φωνάξει δεν πρόκειται να ακουσθεί από τον Θεό – τότε θα αναλογισθεί ότι είναι πολύ αφελές να μην μπορεί αυτή να μιλήσει στον Θεό. Και θα ζητήσει να τον πλησιάσει, να τον φέρει κοντά της ή να πάει εκείνη κοντά στον Θεό.

Όταν η ψυχή θα νοιώσει αυτό που λέμε “απερριμένη”, ότι είναι κάτι το πεταγμένο – όταν θα δεις κάτι το πεταγμένο, θέλεις να το βάλεις στη θέση του -, όταν θα αισθανθεί η ψυχή, αυτή η ψυχή που μπορεί να την κατακλύζουν οι έπαινοι, οι κολακείες, οι αρετές πιθανόν, η αγνότης, η καθαρότης, πνευματικά ιδιώματα, οραματισμοί μεγάλοι, εφέσεις θεϊκές , αυτή η ψυχή, παρ’ όλα ταύτα, αν καταλάβει τελικά ότι είναι κάτι το πεταγμένο και που θα πρέπει να βρει τη θέση του μέσα στην ιστορία και μέσα στο κοινό σώμα της εκκλησίας, στο οποίο ανήκει, τότε μπορεί να πει: “Θα αναζητήσω τον τόπο μου”.

Επομένως η πνευματική ζωή αρχίζει από την αίσθηση της εξώσεως, της υπερορίας, του υψώματος το οποίο έχει ενώπιόν της, και από την διάθεση να πάψει να είναι κάτι το πεταγμένο.

Εφ’ όσον δεν έχει αυτήν την αίσθηση, δεν αρχίζει ποτέ τίποτε. Μπορεί να ζει χριστιανική ζωή, αλλά κατά το λεγόμενον, κατά το δοκούν, κατά τον λόγον, κατά την αντίληψη του νοός μπορεί να ζει χριστιανική ζωή.

Εφ’ όσον όμως δεν υπάρχει αυτή η δυνατή αίσθησις, δεν βάλαμε ακόμη καμία αρχή. “Ευλογητός ο Θεός” δεν βάλαμε στη ζωή μας.

Είμεθα ακόμη πολύ μακριά, για να φθάσομε στο σημείο να βάλομε το “Ευλογητός” του Μεσονυκτικού -όχι του όρθρου-, για να πάμε εν συνεχεία στη θεία Λειτουργία, που θα μας ενώσει με τον Θεό κατ’ εικόνα.

 

ΜΕΡΟΣ Β΄

 

Το πρώτο λοιπόν, στοιχείο που χρειάζεται ως εναρκτήριο είναι αυτή η αίσθησις [«την αίσθηση της εξώσεως»].

Έχομε τώρα την τιναγμένη ψυχή, την πεταγμένη ψυχή που είναι εγκλωβισμένη μέσα σε τέσσερις τοίχους και δεν βλέπει τίποτε. Αυτή η ψυχή σκέπτεται να σπάσει τον φραγμό αυτό, να σπάσει τους τοίχους στους οποίους ζει και να ενωθεί με τον Θεό.

Πώς θα πρέπει να προχωρήσει;

Δεν υπάρχει πρέπει. Δεν υπάρχουν πρέπει στην χριστιανική ζωή. Το πρέπει είναι απόρροια του νοός. Το πρέπει το βγάζω ως λογικό συμπέρασμα εγώ, ότι εφ’ όσον το Ευαγγέλιο λέγει έτσι και αφού ο Χριστός είπε εκείνη την παραβολή και έκανε εκείνο το θαύμα και είπε «μακάριοι» οι τάδε, άρα πρέπει εγώ αυτό να κάνω ακριβώς.

Το πρέπει δεν συγκινεί. Το πρέπει σου δίνει την αίσθηση της σκλαβιάς, σε κάνει να μην θέλεις να προχωρήσεις. Το πρέπει δεν υποκινεί τον Θεόν ούτε την καρδιά ούτε τίποτε. Το πρέπει αναφέρεται μόνο στην ανθρώπινη βούληση, στην ανθρώπινη ένταση, η οποία πάντοτε ξέρομε ότι είναι κάτι το οποίο σπάει πάρα πολύ εύκολα.

Το πιο εύθραυστο πράγμα είναι η ανθρώπινη καρδιά με όλες της τις βουλήσεις και με όλες της τις εντάσεις. Εκεί που σε αγαπώ, μπορεί να σε μισήσω. Εκεί που σε μισώ, μπορεί να σε ερωτευτώ. Εκεί που σε κατηγορώ, μπορεί να καταλάβω ότι είσαι ο υπ’ αριθμόν άλφα άνθρωπος του κόσμου. Εκεί που σε ανυψώνω, σε στέλνω μέσα στην κόλαση . Εκεί που λέγω θα γίνω «άγιος», εκεί μπορεί αμέσως να γίνω ένας σατανάς.

Πρέπει δεν υπάρχει. Δεν μπορώ να πω: «Τι πρέπει να κάνω τώρα;». Θα πρέπει η ψυχή μόνη της να προχωρήσει στην εποπτεία της, στην αίσθησή της.

Προχωρούμε από την εικόνα την οποία έχομε μπροστά μας.
Ο άνθρωπος είναι πλέον διωγμένος από τον παράδεισο , η ψυχή είναι εξωσμένη. Αυτό που καταλαβαίνει, όταν είναι έξω, είναι ο πόνος τον οποίον έχει. Με πόνο θα γεννήσεις, με πόνο θα τρυγήσεις τους καρπούς της γης, με πόνο θα σπείρεις, ο,τιδήποτε θα κάνεις θα είναι με πόνο.

Ο πόνος όμως αυτός αρχίζει από πότε; Από την ώρα της ηδονής.
Η οδύνη αρχίζει από την ηδονή.
Η ηδονή αρχίζει από πότε; Από την στιγμή που βρέθηκε ο άνθρωπος γυμνός.

 

Θυμηθείτε τον Αδάμ μέσα στον παράδεισο. Έφαγε τον καρπό. Την ώρα που ήδη σκέφθηκε να δοκιμάσει τον καρπό, είχε γυμνωθεί. Η Εύα ήταν ήδη γυμνή, αλλά δεν είδε την γύμνωσή της και την γύμνωση του Αδάμ παρά μόνο όταν είχε φάει τον καρπό.

Αλλά ήδη η γύμνωση είχε γίνει. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να φάει τον καρπό. Η τροφή αυτή και η αίσθηση της ηδονής της απεκάλυψαν την γύμνωση την δική της και την γύμνωση του Αδάμ.

Προσέξτε, διότι έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία η πορεία της ψυχής.
Επομένως αρχίζομε από τον πόνο, ο πόνος έχει άμεση σχέση, όπως είπαμε, με την γύμνωση. Θα πρέπει να καταλάβει η ψυχή ότι είναι μία γυμνή ψυχή, ότι δεν είναι απλώς κάτι το πεταγμένο αλλά είναι κάτι το γυμνό.

Να καταλάβει πλέον ότι δεν είναι τίποτε. Τι ήταν ο Αδάμ και η Εύα; Ήταν ας το πούμε έτσι, οι συμπεριπατούντες με τον Θεόν, ήταν ομόσκηνοι του Θεού, ήσαν σύντροφοι του Θεού, συνοδοιπόροι, συνέκδημοι του Θεού.

Και μέσα σε μια στιγμή ο Αδάμ και η Εύα γίνονται ένα τίποτε, ένα εξουθένωμα, τέτοιοι που ένα φίδι να μπορεί να τους περιγελά και η φύσις η φθαρτή, στην οποία είχε δώσει ονόματα και την εξουσίαζε ο Αδάμ και η Εύα, να μπορεί να επανίσταται εναντίον τους. Και το πιο τρεμουλιάρικο πλάσμα μέσα στην ιστορία γίνεται ο άνθρωπος.

Είναι, λοιπόν, ο άνθρωπος ο γυμνός κάτι το ανύπαρκτο. Είναι ένας ουδείς και έχει την αίσθηση της γυμνότητας. Θα λέγαμε την αίσθηση της αμαρτίας του, του ότι είναι αμαρτωλός. Όχι να πει ότι είμαι αμαρτωλός, όχι ότι πρέπει να εξομολογηθώ, πρέπει να ομολογήσω την αμαρτία μου, αλλά η ψυχή να ζήσει την αμαρτία της.

Είδατε, ο Αδάμ και η Εύα ήσαν γυμνοί προηγουμένως. Δεν είχαν αισθανθεί όμως ποτέ την γύμνωσή τους. Όταν αμάρτησαν, είδαν ότι είναι γυμνοί και ντύθηκαν. Το ένιωσαν ότι ήσαν γυμνοί. Έτσι και η ψυχή να νοιώσει ότι είναι γυμνή από αρετή, από αγιότητα, από θεότητα. Ότι είναι μέσα στην αμαρτία ριγμένη, είναι ντυμένη με τα φύλλα τα δικά της, με τα φύλα της αμαρτίας.

Λοιπόν; Θα μπορέσει η ψυχή να νοιώσει αυτή την αμαρτία; Δεν μπορώ να σου πω: «Νοιώσε την αμαρτία!». Δεν μπορώ να σου το επιτάξω. Είναι μία ενέργεια, ένα διάβημα της ίδιας της ψυχής.

Αν η ψυχή δεν καταλάβει, αν η ψυχή δεν το χωρέσει, αν η ψυχή δεν θελήσει να το καταλάβει, ουδεμία δύναμις υπάρχει, ούτε και ο Θεός ακόμη, που να μπορεί να την κάνει να το νοιώσει. Μπορεί να εξομολογείται, μπορεί να διαβάζει, μπορεί να προσεύχεται, μπορεί να χύνει δάκρυα, είναι δυνατόν όμως όλα αυτά να γίνονται χωρίς καμία αίσθηση της αμαρτίας.

Όταν θα αποκτήσει η ψυχή την αίσθηση αυτήν της γυμνότητος και θα πει: «Γυμνός είμαι, πρέπει να ντυθώ», τότε έρχεται μέσα η ανάγκη της μετάνοιας, δηλαδή του ντυσίματος. Αλλά, για να φθάσομε στην μετάνοια, είναι ένα πρόβλημα άλλο. Άλλο είμαι γυμνός και άλλο ετοιμάζω φόρεμα να φορέσω. Πόρρω απέχουν το ένα από το άλλο.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτη Αιμιλιανού, Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας, «Κατηχήσεις και λόγοι 2 – Ζωή εν πνεύματι», εκδόσεις Ορμύλια 2003.

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

 

ΠΗΓΗ: ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

 

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *