Ιερός Ναός Αγίας Βαρβάρας

Άγιος Σπυρίδων , επίσκοπος Τριμυθούντας και θαυματουργός

Ο εν Αγίοις Πατήρ ημών Σπυρίδων, επίσκοπος Τριμυθούντος ο Θαυματουργός, έζησε τον 4ο αιώνα στην Κύπρο. Ήταν βοσκός στο επάγγελμα, έγγαμος και πατέρας μίας κόρης, της Ειρήνης. Ξεχώριζε για την πίστη του στο Θεό, την αγάπη του για τον άνθρωπο, την απλότητα, την ταπείνωση, την φιλοξενία και τις αγαθοεργίες του.

Όταν πέθανε η γυναίκα του, ο Σπυρίδων αφιέρωσε πλέον τη ζωή του ολοκληρωτικά στο Θεό. Χωρίς να το επιδιώξει απέκτησε φήμη στη μεγαλόνησο και όταν εκοιμήθη ο επίσκοπος της πόλης της Τριμυθούντος, κοντά στη Σαλαμίνα, ομόφωνα οι πιστοί εξέλεξαν τον Σπυρίδωνα ως διάδοχό του.

Παρά την τιμή και το αξίωμα ο ταπεινός βοσκός δεν άλλαξε καθόλου την βιοτή του: φορούσε πάντα τα ίδια φτωχά ρούχα, τον ίδιο σκούφο από πλεγμένα φοινικόφυλλα. Παντού πήγαινε με τα πόδια, βοηθούσε στις γεωργικές εργασίες και, όπως πριν, φυλούσε το κοπάδι του. Μια νύχτα μπήκαν στο μαντρί του ληστές για να κλέψουν πρόβατα. Όταν όμως επιχείρησαν να βγούνε με τη λεία τους ένιωσαν μια αόρατη δύναμη να τους ακινητοποιεί.

Το πρωί ο Άγιος τους βρήκε και εκείνοι, καταντροπιασμένοι, του διηγήθηκαν τι τους είχε συμβεί. Ο Σπυρίδων τους απάλλαξε από τα δεσμά, τους νουθέτησε και τους δώρησε δύο κριάρια, «για τον κόπο της αγρυπνίας», όπως χαρακτηριστικά τους είπε.

Αυστηρός με τον εαυτό του και γεμάτος αγάπη με τους συνανθρώπους του ο Σπυρίδων απέκτησε παρρησία ενώπιον του Θεού και έκανε πλήθος θαυμάτων. Όταν φοβερή ξηρασία έπληξε την Κύπρο, ο Άγιος με την προσευχή του έφερε βροχή, κάνοντας το χώμα γόνιμο. Κάποιοι πλούσιοι είχαν αποθηκεύσει μεγάλες ποσότητες σιταριού για να τις πουλήσουν ακριβά, εκμεταλλευόμενοι τον λιμό.

Οι προσευχές του Αγίου γκρέμισαν τις σιταποθήκες τους και το σιτάρι μοιράστηκε δίκαια στο λαό. Ως άλλος Μωυσής μεταμόρφωσε ένα φίδι σε χρυσάφι για να βοηθήσει έναν φτωχό. Κι όταν αντιμετωπίσθηκε η ανάγκη, επανέφερε το φίδι στην προτέρα του κατάσταση, δοξάζοντας το Θεό. Πάντα πρόθυμος να συνδράμει τους δεινοπαθούντες, πήγε να ελευθερώσει έναν άντρα που είχε καταδικασθεί σε θάνατο. Καθώς προχωρούσε, βρέθηκε μπροστά σε ένα ποτάμι που τα ορμητικά νερά του τού έκοβαν το δρόμο. Ο άγιος προσευχήθηκε και το νερό σταμάτησε για να περάσει ο Σπυρίδων χωρίς να βρέξει τα πόδια του.

Ο Χριστός ενεργούσε μέσα του δια του Αγίου Πνεύματος και του έδωσε εξουσία και επάνω στον θάνατο. Μετά από παράκληση μιας γυναίκας βαρβαρικής καταγωγής, ο Άγιος ανέστησε το νεκρό βρέφος της που η ίδια είχε εναποθέσει στα πόδια της. Κι όταν εκείνη, από τη συγκίνηση, απέμεινε νεκρή, ο Άγιος ανέστησε και την ίδια. Όταν πέθανε η κόρη του Ειρήνη, πριν προλάβει να φανερώσει σε κάποια γυναίκα πού είχε κρύψει τον θησαυρό που της είχε εμπιστευθεί, ο Άγιος έσκυψε πάνω στον τάφο και ρώτησε την νεκρή κόρη του πού ήταν ο θησαυρός. Κι εκείνη, αφού του απάντησε, επέστρεψε στη σιωπή του θανάτου.

Η αρετή του φώτιζε τους ανθρώπους και τους έκανε να μετανοούν για τις αμαρτίες τους. Μία αμαρτωλή γυναίκα έπεσε στα πόδια του ανθρώπου του Θεού και τα έλουσε με τα δάκρυά της, όπως η πόρνη του Ευαγγελίου. Ο Άγιος την συμπόνεσε , την σήκωσε και της είπε τον λόγο του Κυρίου «αφέωνταί σου αι αμαρτίαι», βοηθώντας την να ξεκινήσει μία νέα ζωή.

Στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο που συγκάλεσε ο Μέγας Κωνσταντίνος στη Νίκαια, το 325 μ. Χ., ο Άγιος ανέλυσε ένα κεραμίδι στα στοιχεία του, τη φωτιά, το νερό και το χώμα, δείχνοντας ότι τα τρία στοιχεία είναι ταυτόχρονα ένα ενιαίο σώμα. Έτσι απέδειξε την Τριαδικότητα του Θεού, ότι είναι δηλαδή « Ένας Θεός εν τρισί Προσώποις», καταισχύνοντας τον αιρεσιάρχη Άρειο και έναν φιλόσοφο οπαδό του, ο οποίος επέστρεψε στην Ορθοδοξία.

Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου, ο γιος του Κωνστάντιος, ήταν φίλα προσκείμενος στον Αρειανισμό. Ενώ βρισκόταν στην Αντιόχεια αρρώστησε σοβαρά, χωρίς ελπίδα να γιατρευθεί. Μετά από όραμα του αυτοκράτορα, ο Άγιος εκλήθη στο ανάκτορο μαζί με τον μαθητή του Άγιο Τριφύλλιο. Μόλις έφθασε στο προσκέφαλο του βασιλιά, τον θεράπευσε από την σωματική ασθένεια, εφιστώντας του την προσοχή για την ψυχική του υγεία, η οποία κινδύνευε από την λοιμική των αιρέσεων. Ο αυτοκράτορας τον γέμισε δώρα και χρυσό, που ο Άγιος μοίρασε στο λαό του στην Κύπρο.

Ο Άγιος ζούσε με την προσδοκία της μελλούσης ζωής. Τελούσε συνεχώς τη Θεία Λειτουργία σα να βρισκόταν ήδη ενώπιον του θρόνου του Θεού, μαζί με τους χορούς των Αγγέλων και των Αγίων. Μία ημέρα, την ώρα που λειτουργούσε, χωρίς να υπάρχουν πιστοί, είπε το «Ειρήνη πάσι», και ο υποτακτικός του άκουσε την φωνή του χορού των Αγγέλων να απαντά «Και τω πνεύματί σου». Η προσευχή του ήταν συνεχής. Κάποτε, μάλιστα, το καντήλι στο ναό πήγαινε να σβήσει από έλλειψη ελαίου. Και τότε ο Άγιος ζήτησε από το Θεό να ευλογήσει και η καντήλα ξεχείλισε. Το λάδι που συγκεντρώθηκε φώτισε το ναό για πολλές μέρες.

Ο Άγιος παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή του στον Κύριο στις 12 Δεκεμβρίου 348, σε ηλικία 78 ετών. Αυτή την ημέρα η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη του..

Το σκήνωμά του παρέμεινε άφθαρτο, πλην της δεξιάς χειρός του. Μέχρι τον 7ο αιώνα παρέμεινε στην Κύπρο. Κατόπιν, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.
Ο Ρώσος περιηγητής Αντώνιος Novgorod, ο οποίος έγραψε περί το 1200, αναφέρει ότι είδε το λείψανο στη μονή της Υ.Θ. Οδηγητρίας. Πρόκειται περί της γυναικείας μονής «τῆς Θεοτόκου τῆς Κεχαριτωμένης»..

Αργότερα μεταφέρθηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων. Πρώτη σχετική μαρτυρία έχουμε του Στεφάνου Novgorod περί το 1350. Τέλος, την ημέρα της μνήμης του Αγίου Σπυρίδωνος, στις 12 Δεκεμβρίου του έτους 1452, λίγους μήνες πριν την Άλωση, τελέσθηκε στο ναό της του Θεού Σοφίας πανηγυρική Θεία Λειτουργία, για την ένωση των Εκκλησιών, προεξάρχοντος του παπικού Λεγάτου, του λατινοφρονήσαντος στη Φλωρεντία, Αρχιεπισκόπου Κιέβου καρδιναλίου Ισιδώρου. Κατά την τελετή «το λείψανον του Αγίου Σπυρίδωνος, του οποίου εωρτάζετο η μνήμη, περιήγετο εν πομπή» (Α. Κύρου, Βησσαρίων ο Έλλην, τ. Β΄, Αθήναι 1947, σ. 13).

Το 1453 αμέσως μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως μεταφέρθηκε μαζί με το Ιερό λείψανο της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, από τον ιερέα Γεώργιο Καλοχαιρέτη, μέσω Θράκης, Μακεδονίας και Ηπείρου καταλήγοντας στην Κέρκυρα το έτος 1456..

Στην Κέρκυρα αρχικώς τα λείψανα τοποθετήθηκαν στο ναό του Αγίου Αθανασίου. Τα παιδιά του Γεωργίου Καλοχαιρέτη Μάρκος, Λουκάς και Φίλιππος κληρονόμησαν τα λείψανα. Ο Μάρκος δώρισε το μερίδιό του, δηλ. το λείψανο της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, το 1483 στη κερκυραϊκή κοινότητα. Το λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνος έλαβαν ο Λουκάς και ο Φίλιππος. Επιθυμία των δύο κληρονόμων ήταν να το μεταφέρουν από την Κέρκυρα, αλλά οι επίμονες αντιδράσεις των Κερκυραίων ανέκοψαν τα σχέδιά τους. Τούτοι μεταβίβασαν τα δικαιώματά τους στην θυγατέρα του Φιλίππου Ασημίνα. Αυτή, όταν το 1520 παντρεύτηκε τον Σταματέλλο Βούλγαρη, πρόσφερε σ’ αυτόν ως προίκα το ιερό λείψανο. Έκτοτε έως το 1925 ανήκε στην κυριότητα της οικογένειας Βούλγαρη

Το λείψανο μεταφέρθηκε για λίγο χρονικό διάστημα στον καθεδρικό ναό του Ταξιάρχου Μιχαήλ στο Καμπιέλο. Το έτος 1528 ο Σταματέλλος Βούλγαρης έκτισε ναό του Αγίου στο Προάστιο του Αγίου Ρόκου και το λείψανο μεταφέρθηκε εκεί. Κατά την πρώτη πολιορκία της Κέρκυρας από τους Τούρκους το 1537 μεταφέρθηκε προσωρινά στο ναό των Αγίων Αναργύρων στο Παλαιό Φρούριο. Μετά την πολιορκία επανήλθε στο ναό του. Το έτος 1577 λόγω οχυρωματικών έργων αποφασίστηκε η κατεδάφιση του ναού. Τότε το λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνος μεταφέρθηκε προσωρινά στο ναό του Αγίου Νικολάου των Ξένων στη Γαρίτσα. Το 1589 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του σημερινού ναού, ο οποίος ολοκληρώθηκε πιθανώς το 1594. Από τότε το λείψανο μεταφέρθηκε εκεί και παραμένει μέχρι σήμερα.

Το έτος 1967 δια Προεδρικού Διατάγματος ο ιερός ναός του Αγίου Σπυρίδωνος πόλεως Κερκύρας αναγνωρίστηκε επισήμως ως ίδιον Ν.Π.Δ.Δ., υπό την επωνυμία «Ιερόν Προσκύνημα Αγίου Σπυρίδωνος Κερκύρας».

Το νησί ξεπέρασε πολλές δοκιμασίες χάρις στον Άγιο. Τέσσερις φορές η βενετοκρατούμενη Κέρκυρα σώθηκε είτε από ασθένειες, είτε από την πείνα είτε από την επιδρομή των Τούρκων. Ειδικότερα, το 1553 ο Άγιος έσωσε το νησί από την πείνα (σιτοδεία). Για το λόγο αυτό καθιερώθηκε η λιτανεία του Μεγάλου Σαββάτου. Το 1630 απάλλαξε το νησί από την πανώλη. Για το λόγο αυτό καθιερώθηκε η λιτανεία της Κυριακής των Βαϊων. Το 1673 παρενέβη και πάλι και έσωσε για δεύτερη φορά την Κέρκυρα από την πανώλη. Για το λόγο αυτό καθιερώθηκε η λιτανεία κάθε πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου (Πρωτοκύριακο). Τέλος, το 1716 απάλλαξε το νησί από την πολιορκία των Τούρκων. Για τον λόγο αυτό καθιερώθηκε η λιτανεία της 11ης Αυγούστου.

Εξάλλου, το 1718 ο Άγιος με θαυμαστό τρόπο απέτρεψε τον Βενετό διοικητή Ανδρέα Πιζάνη από το να οικοδομήσει λατινικό αλτάριο στο ναό. Η ανάμνηση του θαύματος εορτάζεται κάθε χρόνο στις 12 Νοεμβρίου.

Ο Άγιος επιτέλεσε πολλά θαύματα και στους ανθρώπους. Χαρακτηριστική ήταν η θεραπεία του Θεοδώρου, εμπόρου από την Ανατολή, ο οποίος τυφλώθηκε ολοσχερώς. Ο Θεόδωρος προσέτρεξε με θερμή πίστη στο ναό του Αγίου, και εκείνος του χάρισε και πάλι το φως (η ανάμνηση του θαύματος αυτού πανηγυρίζεται στις 13 Ιουλίου). Αλλά και άλλοι γεύτηκαν και γεύονται την αγάπη και την αγαθοεργία του Αγίου. Αυτό μαρτυρούν και τα πολλά αφιερώματα στο ναό του.

Ο Άγιος Σπυρίδων φέρει επισήμως από την Εκκλησία μας το τίτλο Θαυματουργός. Τα πολυάριθμα αφιερώματα στο ναό του επιβεβαιώνουν αυτό το σημαντικό χάρισμα που έλαβε από το Θεό καθώς και το πλήθος των ναών που φέρουν το όνομά του σ’ όλη την Ορθοδοξία.

Είναι για όλους τους χριστιανούς ένας από τους πιο δημοφιλείς και αγαπητούς αγίους. Είναι της Τριμυθούντος η καλλονή και των Κερκυραίων ο σοφώτατος ιατρός, ο πνευματικός πατέρας και το στήριγμα.

Η παρουσία του ιερού Σπυρίδωνος στην Κέρκυρα επί 450 και πλέον έτη έχει διαμορφώσει ήθη και έθιμα, παρήγαγε και παράγει πνευματική κίνηση και μια διαχρονική πλούσια εκκλησιαστική και πολιτιστική παράδοση, σε σημείο που Κέρκυρα και Άγιος Σπυρίδων να αποτελούν ένα αδιάρρηκτο δεσμό, μία ενιαία ταυτότητα.

Περισσότερα

O άγιος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος

 

Ἀνδρέας ὁ Ἀπόστολος,
ὁ καὶ ἱδρυτής τῆς Ἐκκλησίας
Κωνσταντινουπόλεως

 

 

Ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας κατήγετο ἐκ πόλεως Βηθσαϊδᾶ, καὶ ἦτο υἱὸς Ἰωνᾶ τινος Ἑβραίου, καὶ ἀδελφὸς τοῦ Πέτρου τοῦ Ἀποστόλου, καὶ κορυφαίου τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ. Οὗτος ἐχρημάτισεν πρῶτον μαθητὴς τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ. Ὁ Ἰωάννης ὅμως ὁ Πρόδρομος ὑπέδειξε τὸν Ἰησοῦν λέγοντας τὸ· Ἴδε ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ὁ Ἀνδρέας ἄφησε τὸν Ἰωάννη καὶ ἠκολούθησε τῷ Χριστῷ. Εἶπε δὲ καὶ τῷ Πέτρῳ το· Εὑρήκαμεν Ἰησοῦν τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ, καὶ οὕτως ἠκολούθησε καὶ ο Πέτρος τὸν Χριστό. Ὑπάρχουν καὶ ἕτερα πολλὰ κείμενα ἐν τῇ θεοπνεύστῳ Γραφῇ ποὺ ἀναφέρονται εἰς αὐτόν. Πάντως οὗτος ἔτσι τῷ Χριστῷ ἠκολούθησε, διὸ καὶ ἐκλήθη Πρωτόκλητος. Μετὰ δὲ τὴν Ἄναληψι τοῦ Χριστοῦ, σὲ κάθε Ἀπόστολο ἔλαχε ἄλλη χώρα· ὁ δὲ Πρωτόκλητος Ἀνδρέας ἐκύρηξε εἰς τὴν χώρα τῶν Βιθυνῶν, εἰς τὸν Εὔξεινο Πόντο, τὴν Προποντίδα, εἰς τὴν Χαλκηδόνα, τὸ Βυζάντιο, τὴν Θράκη, τὴν Μακεδονία καὶ τὰ μέρη μέχρι το Ἴστρο, εἰς τὴν Θεσσαλία καὶ τὴν Στερεὰ Ἑλλὰδα καὶ τὴν Πελοπόννησο· ἐπίσης εἰς τὴν Ἀμινσὸ καὶ τὴν Τραπεζοῦντα καὶ τὴν Ἡράκλεια καὶ τὴν Αμαστρίδα. Εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς χώρας δὲν ἐπέρασε ἀπλῶς, ὅπως περνᾷ ὁ λόγος, ἀλλὰ ἔμεινε καὶ ἐδίδαξε καὶ ὑπέστη πολλὰς θλίψεις καὶ δυσχερείας. Φθάνοντας εἰς τὴν πόλη τῶν Σινωπέων, τοὺς διδάσκει τὸν λόγον τοῦ εὐαγγελίου, καὶ καθυποβάλλεται πολλαῖς θλίψεσι· κατὰ γῆς γὰρ αὐτὸν ἐῤῥίπτουν, καὶ χειρῶν καὶ ποδῶν λαβόμενοι εἷλκον, καὶ τοῖς ὀδοῦσιν ἐσπάραττον, καὶ ξύλοις ἔπαιον καὶ λίθοις ἔβαλλον καὶ μακρὰν τῆς πόλεως ἀπερρίπτουν, ὅτε καὶ τὸν δάκτυλον ὀδοῦσιν ἔκοψαν. Ἀλλ᾽ αὐτὸς ἀμέσως ἀπεκατεστάθη ἀρτιος καὶ ὑγιὴς ἀπὸ τῶν πληγῶν του ὑπὸ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ. Φεύγοντας ἀπ᾽ ἐκεῖ περιώδευσε πλείστας πόλεις καὶ χώρας, τήν Νεοκαισάρεια, τὰ Σαμόσατα, τοὺς Ἀλανούς, Άβασγούς, Ζήκχους, Βοσπορίνους καὶ Χερσωνίτας. Εἶτα κατέπλευσε εἰς τὸ Βυζάντιον, ὅπου ἐχειρονόνησε τὸν Ἀπόστολο Στάχυν ὡς πρῶτον Ἐπίσκοπο Βυζαντίου. Ὕστερα συνέχισε τὴν περιοδεία του περνῶντας από διάφορας χώρας, καὶ ἔφθασε εἰς τὴν Πελοπόννησον. Ἐφιλοξενήθη ἀπὸ τὸν Σωσίο, ὁ ὁποῖος ἦτο πολὺ ἀῤῥωστος. Καθὼς ὄμως ὁ Ἀπόστολος τὸν ἰάτρευσε ἀπὸ τὴν ἀσθένειά του, πᾶσα ἡ πόλις ἐκείνη τῶν Πατρῶν προσῆλθε τῷ Χριστῷ· τότε μάλιστα καὶ ἡ Μαξιμίλλα ἡ γυνὴ τοῦ ἀνθυπάτου, ἐλευθερώθη ἀπὸ τῶν χαλεπῶν δεσμῶν τῆς νόσου της καὶ ἔτυχε ταχείας τυχοῦσα θεραπείας, καὶ ἐπίστευσε εἰς τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν. Καὶ ὁ Στρατοκλῆς ὁ σοφώτατος, ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀνθυπάτου Αἰγεάτου, καὶ ἕτεροι πολλοί, ἔχοντες ποικίλας νόσους, ὑγιώθησαν διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τοῦ Ἀποστόλου. Δι᾽ αὐτὸν τὸν λόγο, ὁ Αἰγεάτης περιέπεσε εἰς μανίαν καὶ σταυρῷ προσηλώσας τὸν Ἀπόστολον, τῆς παρούσης ζωῆς ἐξιστᾷ. Ὁ δὲ ἀνθύπατος ἔπεσε ἀπὸ τινος μετεώρου κρημνοῦ εἰς γῆν καὶ συνετρίβη. Τὸ λείψανο τοῦ Ἀποστόλου μετὰ πολὺν χρόνον, μετετέθη ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐπὶ τῆς βασιλείας Κωνσταντίου, τῇ τούτου κελεύσει, παρὰ Ἀρτεμίου τοῦ Μάρτυρος· καὶ κατετέθη μετὰ Λουκᾶ καὶ Τιμοθέου ἐν τῷ ναῷ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων.

Περισσότερα

Περί της νηστείας των Χριστουγέννων

Πότε, γιατί καί πῶς;
     (τοῦ Σεβ. Μητρ. Νέας Σμύρνης κ. Συμεών)

Δεύτερη μακρά περίοδος νηστείας μετά τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι ἡ νηστεία τῶν Χριστουγέννων, γνωστή στή γλώσσα τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ μας καί ὡς σαραντά(η)μερο. Περιλαμβάνει καί αὐτή σαράντα ἡμέρες, ὅμως δέν ἔχει τήν αὐστηρότητα τῆς νηστείας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἀρχίζει τήν 15η Νοεμβρίου καί λήγει τήν 24η Δεκεμβρίου.
Ἡ ἑορτή τῆς κατά σάρκα Γεννήσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τή δεύτερη μεγάλη Δεσποτική ἑορτή τοῦ χριστιανικοῦ ἑορτολογίου. Μέχρι τά μέσα τοῦ Δ΄ αἰώνα ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς συνεόρταζε τή γέννηση καί τή βάπτιση τοῦ Χριστοῦ ὑπό τό ὄνομα τά Ἐπιφάνεια τήν ἴδια ἡμέρα, στίς 6 Ἰανουαρίου. Τά Χριστούγεννα ὡς ξεχωριστή ἑορτή, ἑορταζομένη στίς 25 Δεκεμβρίου εἰσήχθη στήν Ἀνατολή ἀπό τή Δύση περί τά τέλη τοῦ Δ΄ αἰώνα.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, πού πρῶτος ὁμιλεῖ γιά τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων, τήν ὀνομάζει «μητρόπολιν πασῶν τῶν ἑορτῶν» (PG 48, 752) καί μᾶς πληροφορεῖ περί τό 386 ὅτι «οὔπω δέκατόν ἐστιν ἔτος, ἐξ οὗ δήλη καί γνώριμος ἡμῖν αὕτη ἡ ἡμέρα (τῆς ἑορτῆς) γεγένηται» (PG 49, 351).
Μέ τή διαίρεση τῆς ἄλλοτε ἑνιαίας ἑορτῆς καί τήν καθιέρωση τῶν τριῶν ξεχωριστῶν ἑορτῶν, τῆς Γεννήσεως τήν 25η Δεκεμβρίου, τῆς Περιτομῆς τήν 1η καί τῆς Βαπτίσεως τήν 6η Ἰανουαρίου, διαμορφώθηκε καί τό λεγόμενο Δωδεκαήμερον, δηλαδή τό ἑόρτιο χρονικό διάστημα ἀπό τίς 25 Δεκεμβρίου ὥς τίς 6 Ἰανουαρίου. Ἔτσι διασώθηκε κατά κάποιο τρόπο ἡ ἀρχαία ἑνότητα τῶν δύο μεγάλων ἑορτῶν τῆς Γεννήσεως καί τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου.
Ἡ μεγάλη σημασία πού ἀπέκτησε μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ἡ νέα ἑορτή τῶν Χριστουγέννων καί ἡ εὐλάβεια τῶν πιστῶν καί ἰδιαίτερα τῶν μοναχῶν, ἀποτέλεσαν τίς προϋποθέσεις γιά τήν καθιέρωση καί τῆς πρό τῶν Χριστουγέννων νηστείας. Σ’ αὐτό ἀσφαλῶς ἐπέδρασε καί ἡ διαμορφωμένη ἤδη τεσσαρακονθήμερη νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς πού προηγεῖτο τοῦ Πάσχα.
Ὅπως ἡ ἑορτή ἔτσι καί ἡ νηστεία, ὡς προετοιμασία γιά τήν ὑποδοχή τῶν γενεθλίων τοῦ Σωτῆρος, ἐμφανίστηκε ἀρχικά στή Δύση, ὅπου ἡ νηστεία αὐτή ὀνομαζόταν Τεσσαρακοστή τοῦ ἁγίου Μαρτίνου ἐπειδή ἄρχιζε ἀπό τήν ἑορτή τοῦ ἁγίου τούτου τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας. Τό ἴδιο ἐπανελήφθη καί σ΄ ἐμᾶς, ὅπου πολλοί τή νηστεία τῶν Χριστουγέννων ὀνομάζουν τοῦ ἁγίου Φιλίππου ἐπειδή προφανῶς ἀρχίζει τήν ἑπομένη τῆς μνήμης τοῦ Ἀποστόλου.
Οἱ πρῶτες ἱστορικές μαρτυρίες, πού ἔχουμε γιά τή νηστεία πρό τῶν Χριστουγέννων, ἀνάγονται γιά τή Δύση στόν Ε’ καί γιά τήν Ἀνατολή στόν ΣΤ΄ αἰώνα. Ἀπό τούς ἀνατολικούς συγγραφεῖς σ΄αὐτήν ἀναφέρονται ὁ Ἀναστάσιος Σιναΐτης, ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικηφόρος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, καθώς ἐπίσης καί ὁ πατριάρχης Ἀντιοχείας Θεόδωρος Βαλσαμών.
Ἡ νηστεία στήν ἀρχή, καθώς φαίνεται, ἦταν μικρῆς διάρκειας. Ὁ Θεόδωρος Βαλσαμών, πού γράφει περί τόν ΙΒ΄ αἰώνα –καί κατά συνέπεια μᾶς πληροφορεῖ γιά τά ὅσα ἴσχυαν στήν ἐποχή του–, σαφῶς τήν ὀνομάζει «ἑπταήμερον». Ὅμως ὑπό τήν ἐπίδραση τῆς νηστείας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἐπεξετάθη καί αὐτή σέ σαράντα ἡμέρες, χωρίς ἐν τούτοις νά προσλάβει τήν αὐστηρότητα τῆς πρώτης.
Πῶς θά πρέπει νά τή νηστεύουμε; Καθ’ ὅλη τή διάρκεια τοῦ σαρανταημέρου δέν καταλύουμε κρέας, γαλακτερά καί αὐγά. Ἀντίθετα, ἐπιτρέπεται νά καταλύουμε ψάρι ὅλες τίς ἥμερες –πλήν, φυσικά, τῆς Τετάρτης καί τῆς Παρασκευῆς– ἀπό τήν ἀρχή μέχρι καί τήν 17η Δεκεμβρίου. Ψάρι καταλύουμε ἐπίσης καί κατά τήν ἑορτή τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, ὁποιαδήποτε ἡμέρα κι ἄν πέσει.
Ἀπό τήν 18η μέχρι καί τήν 24η Δεκεμβρίου, παραμονή τῆς ἑορτῆς, ἐπιτρέπεται ἡ κατάλυση οἴνου καί ἐλαίου μόνο –ἐκτός, βέβαια, τῶν ἡμερῶν Τετάρτης καί Παρασκευῆς πού θά παρεμβληθοῦν καί κατά τίς ὁποῖες τηροῦμε ἀνέλαιη νηστεία. Ἐπίσης μέ ξηροφαγία θά πρέπει νά νηστεύουμε τήν πρώτη ἡμέρα τῆς νηστείας, 15η Νοεμβρίου, καθώς καί τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς, ἐκτός βέβαια κι ἄν πέσουν Σάββατο ἤ Κυριακή.
ΝΗΣΤΕΙΑ: ΑΠΟΧΗ ΑΠΟ ΠΑΣΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ
«Ἐπίσης ὀφείλουμε νά μήν τηροῦμε μόνο τήν τάξη τῆς νηστείας πού ἀφορᾶ τίς τροφές, ἀλλά νά ἀπέχουμε καί ἀπό κάθε ἁμαρτία, ἔτσι ὥστε, ὅπως νηστεύουμε ὡς πρός τήν κοιλιά, νά νηστεύουμε καί ὡς πρός τή γλώσσα, ἀποφεύγοντας τήν καταλαλιά, τό ψέμα, τήν ἀργολογία, τή λοιδορία, τήν ὀργή καί γενικά κάθε ἁμαρτία πού διαπράττουμε μέσῳ τῆς γλώσσας.
Ἐπίσης χρειάζεται νά νηστεύουμε ὡς πρός τά μάτια. Νά μή βλέπουμε μάταια πράγματα. Νά μήν ἀποκτοῦμε παρρησία διά μέσου τῶν ματιῶν. Νά μήν περιεργαζόμαστε κάποιον μέ ἀναίδεια. Ἀκόμη θά πρέπει νά ἐμποδίζουμε τά χέρια καί τά πόδια ἀπό κάθε πονηρό πράγμα.
Μέ αὐτό τόν τρόπο νηστεύοντας μιά νηστεία εὐπρόσδεκτη στόν Θεό καί ἀποφεύγοντας κάθε εἴδους κακία πού ἐνεργεῖται διά μέσου τῆς καθεμιᾶς ἀπό τίς αἰσθήσεις μας, θά πλησιάζουμε, ὅπως εἴπαμε, τήν ἁγία ἡμέρα τῆς Χριστουγέννων ἀναγεννημένοι, καθαροί καί ἄξιοι τῆς μεταλήψεως τῶν Ἁγίων Μυστηρίων».
                                                                                                                             ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ

Περισσότερα