ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ ΕΠΙ Τῼ ΑΓΙΩι ΠΑΣΧΑ 2018

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ

ΕΠΙ Τῼ ΑΓΙΩι ΠΑΣΧΑ

 

 

ριθμ. Πρωτ. 312

 

† Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ

ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ

ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ EΛΕΟΣ

ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

* * *

 

Ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

 

Ἡ ἐμπειρία τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, τῆς πανσωστικῆς νίκης τῆς Ζωῆς ἐπί τοῦ Θανάτου, εἶναι ὁ πυρήν τῆς πίστεως, τῆς θείας λατρείας, τοῦ ἤθους καί τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ χριστεπωνύμου ὀρθοδόξου λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἡ ζωή τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν, εἰς ὅλας τάς ἐκφάνσεις καί τάς διαστάσεις αὐτῆς, διαποτίζεται καί τρέφεται ἀπό τήν πίστιν εἰς τήν Ἀνάστασιν, ἀποτελεῖ καθημερινόν Πάσχα. Τό πασχάλιον αὐτό βίωμα δέν εἶναι ἁπλῶς ἀνάμνησις τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἀλλά βίωσις καί τῆς ἰδικῆς μας ἀνακαινίσεως καί ἀκλόνητος βεβαιότης περί τῆς ἐσχατολογικῆς τελειώσεως τῶν πάντων.

Κατ᾿ ἐξοχήν εἰς τήν εὐχαριστιακήν Λειτουργίαν, ἡ ὁποία συνδέεται ἀρρήκτως μέ τήν «κλητήν καί ἁγίαν ἡμέραν» τῆς Κυριακῆς, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἑορτάζει αὐτήν τήν ὑπαρξιακήν μετοχήν εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἐμπειρικήν πρόγευσιν τῶν εὐλογιῶν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἐντυπωσιάζει ὁ ἀναστάσιμος καί εὐφρόσυνος χαρακτήρ τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἡ ὁποία τελεῖται πάντοτε ἐν ἀτμοσφαίρᾳ χαρᾶς καί ἀγαλλιάσεως καί εἰκονίζει τήν τελικήν καινοποίησιν τῶν ὄντων, τήν πεπληρωμένην χαράν, τήν πληρότητα τῆς ζωῆς, τήν μέλλουσαν ὑπέρχυσιν τῆς ἀγάπης καί τῆς γνώσεως.

Πρόκειται περί τῆς λυτρωτικῆς θεάσεως τοῦ παρόντος ὑπό τό φῶς τῶν Ἐσχάτων καί τῆς δυναμικῆς πορείας πρός τήν Βασιλείαν, περί τῆς ἀκαταλύτου σχέσεως καί συνυφάνσεως τῆς παρουσίας καί τοῦ ἐσχατολογικοῦ χαρακτῆρος τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία δίδει εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν ζωήν μοναδικόν δυναμισμόν καί λειτουργεῖ διά τούς πιστούς ὡς ἔναυσμα καλῆς μαρτυρίας ἐν τῷ κόσμῳ. Ὁ Ὀρθόδοξος πιστός ἔχει ἰδιαίτερον λόγον καί ἰσχυρόν κίνητρον διά νά ἀγωνίζεται κατά τοῦ κοινωνικοῦ κακοῦ, διότι ζῇ ἐντόνως τήν ἀντίθεσιν μεταξύ τῶν Ἐσχάτων καί τῶν ἑκάστοτε ἱστορικῶν δεδομένων. Ἐξ ἐπόψεως Ὀρθοδόξου, ἡ φιλάνθρωπος διακονία, ἡ βοήθεια πρός τόν ἐμπερίστατον ἀδελφόν, κατά τό Κυριακόν «ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε» (Ματθ. κε’, 40), καί ἡ ἔμπρακτος ἀγάπη τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου (βλ. Λουκ. ι’, 30-37), συμφώνως καί πρός τό Πατερικόν «Ἐκεῖνον μάλιστα ἡγοῦ εἶναι πλησίον, τόν δεόμενον, καί αὐτεπάγγελτος ἐπί τήν βοήθειαν βάδιζε» (Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης), ἀποτελοῦν προέκτασιν καί ἔκφρασιν τοῦ εὐχαριστιακοῦ ἤθους τῆς Ἐκκλησίας, ἀποκάλυψιν ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ βιωματική πεμπτουσία τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἔν τε τῷ παρόντι καί ἐν τῇ Βασιλείᾳ τῶν Ἐσχάτων.

Ἐν τῇ συναφείᾳ ταύτῃ κατανοεῖται καί τό γεγονός ὅτι ἡ λειτουργική ζωή εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν δονεῖται ἀπό τήν βίωσιν τῆς «κοινῆς σωτηρίας», τῆς δωρεᾶς τῆς «κοινῆς ἐλευθερίας» καί τῆς «κοινῆς βασιλείας», καί ἀπό τήν προσδοκίαν τῆς «κοινῆς ἀναστάσεως». Κυριαρχοῦν τό «ἡμεῖς», ἡ κοινότης τῆς ζωῆς, ἡ συμ-μετοχή καί τό σύν-εἶναι, ἡ ἁγιαστική ταύτισις τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας μέ τήν θυσιαστικήν καί δοξολογικήν ἀγάπην. Αὐτό εἶναι καί τό συγκλονιστικόν μήνυμα τῆς ὁλολάμπρου εἰκόνος τῆς Ἀναστάσεως, τῆς Καθόδου τοῦ Χριστοῦ εἰς τόν Ἅδην. Ὁ Κύριος τῆς δόξης, κατελθών ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς καί συντρίψας τάς πύλας τοῦ Ἅδου, ἀναδύεται νικηφόρος καί ὁλόφωτος ἐκ τοῦ τάφου, ὄχι μόνος καί φέρων τό λάβαρον τῆς νίκης, ἀλλά ὁμοῦ μετά τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας, συνανιστῶν, συγκρατῶν καί κρατύνων αὐτούς καί, ἐν τῷ προσώπῳ αὐτῶν, ἅπαν τό ἀνθρώπινον γένος καί ὁλόκληρον τήν κτίσιν.

Τό εὐαγγέλιον τῆς Ἀναστάσεως, τῆς «κοινῆς τῶν ὅλων πανηγύρεως», τῆς καταργησάσης τό κράτος τοῦ θανάτου πανσθενοῦς Ἀγάπης, ἠχεῖ σήμερον εἰς ἕνα κόσμον σοβούσης κοινωνικῆς ἀδικίας, φαλκιδεύσεως τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, εἰς μίαν οἰκουμένην – Γολγοθᾶν προσφύγων καί μυριάδων ἀθώων παιδίων. Ἀναγγέλλει ἐκ βαθέων ὅτι, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἡ ζωή τῶν ἀνθρώπων ἔχει ἀπόλυτον ἀξίαν. Διακηρύττει ὅτι τά παθήματα καί τά δεινά, ὁ σταυρός καί ὁ Γολγοθᾶς, δέν ἔχουν τόν τελευταῖον λόγον. Δέν εἶναι δυνατόν νά θριαμβεύσουν οἱ σταυρωταί ἐπί τῶν τραγικῶν θυμάτων των. Εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ὁ Σταυρός εὑρίσκεται εἰς τό κέντρον τῆς εὐσεβείας, δέν εἶναι ὅμως ἡ ἐσχάτη πραγματικότης, αὐτός πού ὁρίζει καί τό τελικόν σημεῖον προσανατολισμοῦ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Τό οὐσιῶδες νόημα τοῦ Σταυροῦ εἶναι ὅτι ἀποτελεῖ ὁδόν πρός τήν Ἀνάστασιν, πρός τό πλήρωμα τῆς πίστεως ἡμῶν. Ἐπί τῆς βάσεως αὐτῆς, οἱ Ὀρθόδοξοι ἀναφωνοῦμεν: «Ἰδού γάρ ἦλθε διά τοῦ Σταυροῦ χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ». Εἶναι χαρακτηριστικόν, ὅτι εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν, ἡ Ἀκολουθία τῶν Παθῶν δέν εἶναι καταθλιπτική, ἀλλά σταυροαναστάσιμος, ἀφοῦ τό Πάθος προσεγγίζεται καί βιοῦται διά μέσου τῆς Ἀναστάσεως, ἡ ὁποία εἶναι «λύτρον λύπης». Διά τό Ὀρθόδοξον αἰσθητήριον, ἡ ἀμετάθετος σύνδεσις Σταυροῦ καί Ἀναστάσεως εἶναι ἀσυβίβαστος μέ κάθε μορφῆς ἐσωτερικήν φυγήν εἰς μυστικισμούς ἤ εἰς ἕνα αὐτάρεσκον εὐσεβισμόν, οἱ ὁποῖοι συνήθως εἶναι ἀδιάφοροι διά τά παθήματα καί τάς περιπετείας τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ ἱστορίᾳ.

            Τό κήρυγμα τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως εὑρίσκεται, εἰς τήν ἐποχήν μας, ἐπίσης ἀντιμέτωπον τόσον μέ τήν ἀλαζονικήν αὐτοαποθέωσιν τοῦ συγχρόνου ἐκκοσμικευμένου, λογοκρατουμένου, πεπεισμένου διά τήν παντοδυναμίαν τῆς ἐπιστήμης, ἑαυτοκεντρικοῦ καί προσκεκολλημένου εἰς τά γεώδη καί πρόσκαιρα ἀνθρώπου, τοῦ ἀνθρώπου χωρίς πόθον τῆς αἰωνιότητος, ὅσον καί μέ τήν ἀπώθησιν συνόλου τῆς Ἐνσάρκου Θείας Οἰκονομίας καί τοῦ «σκανδάλου» τοῦ Σταυροῦ, ἐν ὀνόματι τῆς ἀπολύτου ὑπερβατικότητος τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀγεφυρώτου χάσματος οὐρανοῦ καί γῆς.

            Ἐπί πᾶσι τούτοις, ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοί, τιμιώτατοι ἀδελφοί καί πεφιλημένα τέκνα ἐν Κυρίῳ, ἔμπλεοι τῆς πείρας τῆς λαμπροφόρου Ἀναστάσεως, λαβόντες φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός, ἐν παντί εὐχαριστοῦντες, τά ἄνω φρονοῦντες, ἔχοντες δέ ἐντεῦθεν ἤδη τόν ἀρραβῶνα καί τά ἐνέχυρα τῆς ἐσχατολογικῆς πληρώσεως τῆς Θείας Οἰκονομίας, ἀναβοῶμεν, ἐν Ἐκκλησίᾳ, τό «Χριστός Ἀνέστη!», δεόμενοι ὅπως ὁ παθών, ταφείς καί ἀναστάς Κύριος καταυγάζῃ τάς διανοίας, τάς καρδίας καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν, κατευθύνῃ δέ τά διαβήματα ἡμῶν πρός πᾶν ἔργον ἀγαθόν καί ἐνισχύῃ τόν λαόν Αὐτοῦ πρός μαρτυρίαν τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Ἀγάπης «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πράξ. α’, 8), εἰς δόξαν τοῦ «ὑπέρ πᾶν ὄνομα» ὀνόματος Αὐτοῦ.

                                                                                          Φανάριον, Ἅγιον Πάσχα ,βιη´

                                                                                                            † Ὁ Κωνσταντινουπόλεως

                                                                                                   διάπυρος πρός Χριστόν Ἀναστάντα

                                                                                                               εὐχέτης πάντων ὑμῶν.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

———————————————-

Ἀναγνωσθήτω ἐπ᾿ ἐκκλησίας κατά τήν Θείαν Λειτουργίαν τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Πάσχα, μετά τό Ἱερόν Εὐαγγέλιον.

Περισσότερα

Λίγα λόγια για τον Ακάθιστο Ύμνο

Ακάθιστος ύμνος επικράτησε να λέγεται ένας ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας του. Οι πιστοί έψαλλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο κατά την ακολουθία της γιορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.

Ψάλλεται ενταγμένος στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του Μικρού Αποδείπνου, σε όλους τους Ιερούς Ναούς, τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε οίκος ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα), και είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας.

Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Κατά το έτος 626 μ. Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος μαζί με το βυζαντινό στρατό είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνίδια από τους Αβάρους. Οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι  προξένησαν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.

Στις 8 Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη, ως τότε, απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο»,  ευχαριστήρια ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, την Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό, στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε χρόνου. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει»), με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο, στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.

Σύμφωνα, όμως, με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673), Λέοντος του Ισαύρου (717-718) και Μιχαήλ Γ΄ (860). Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα, κλπ.), δεν θεωρείται απίθανο, η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητας ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.

Σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση, ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 δεν αναφέρει ούτε το χρόνο της σύνθεσής του, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου, που συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της Θεοτόκου, το 431 από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄. Σε αυτήν συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξάνδρειας. Καταδίκασε τις διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό. Η Σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος». Επομένως, η χρονολογία σύγκλησής της, το 431, αποτελεί μία σταθερή ημερομηνία, καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν είχε συντεθεί νωρίτερα. Από την άλλοι, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού (527-565), πράγμα που, αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626.

Η παράδοση, όμως, αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στο μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα, Ρωμανό τον Μελωδό. Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές, οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα και δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στον Ρωμανό. Ακόμη, σε κώδικα του 13ου αιώνα υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα, η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου.

Όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές, που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά στοιχεία μετά την εποχή του Ρωμανού. Κατά μία άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε στο Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους εικονόφιλους μοναχούς του Στουδίου. Έτσι πλησίασε τη γιορτή του Ευαγγελισμού. Είναι, δε, ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς με την Εικονομαχία, να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728, που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ΄ Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626, στα χρόνια του Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό.

Επιπλέον υπάρχουν και άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού του Ακάθιστου Ύμνου. Η μία εκδοχή αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α΄ (715-730), ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της από τους Άραβες το 718, επί Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου. Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός, ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, η οποία έγινε γύρω στο 800 από τον επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου.

Η άλλη εκδοχή που υποστηρίζεται βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» (αρχή του α΄ οίκου του Ακάθιστου ύμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς». Πρόκειται για τον Κοσμά τον Μελωδό, ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718, καθώς απεβίωσε το 752 ή 754.

Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο, τον ιερό Φώτιο, τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη,  τον Γεώργιο Πισίδη, και άλλους, που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα.

Βέβαιο, είναι πάντως, ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού (676-749), ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου.

Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος πηγάζει από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους.

Ο πρώτοι δώδεκα οίκοι του (Α-Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος. Εκεί εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, ακολουθώντας τη διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α, Β, Γ, Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ, Ι, Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ), η οποία είναι η μόνη που έχει ως πηγή το απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου.

Οι τελευταίοι δώδεκα (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό ή δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης του Κυρίου και το σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών.

Ο μελωδός βάζει στο στόμα του αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά «Χαῖρε», τους Χαιρετισμούς προς τη Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ («Χαῖρε Κεχαριτωμένη»), που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. α΄ 28).

Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενορία και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, υπάρχουν και άλλα λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου. Η ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την πρεσβεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, σε ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακαθίστου.

Ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, προφανώς, εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου. Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη γιορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεορτίων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδας. Το βράδυ της Παρασκευής και το Σάββατο είναι μέρες που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες μέρες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο γιορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μετατίθενται οι γιορτές της εβδομάδας. Σύμφωνα με ορισμένα Τυπικά, ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν πέντε μέρες πριν τη γιορτή του Ευαγγελισμού και κατά άλλα τον όρθρο της μέρας της γιορτής.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ΄:

Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει, ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Ἰωσὴφ σπουδῇ ἐπέστη, ὁ ἀσώματος λέγων τῇ Ἀπειρογάμω ὁ κλίνας ἐν καταβάσει τοὺς οὐρανούς, χωρεῑται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν σοι. Ὃν καὶ βλέπων ἐν μήτρᾳ σου, λαβόντα δούλου μορφήν, ἐξίσταμαι κραυγάζων σοι. Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ΄:

Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια, ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε. Ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζω σοι Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε».

Πηγές: Φουντούλη, Ι., Λογική Λατρεία (Αποστολική Διακονία Εκκλησίας Ελλάδος, 1997)˙ Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού˙  Ιστότοπος Εκκλησίας Ελλάδος.

της Δρ Ελένης Ρωσσίδου-Κουτσού, Φιλολόγου-Βυζαντινολόγου

 

Ηλεκτρονική Πηγή: http://churchofcyprus.org.cy/31735

Περισσότερα

Το κήρυγμα της Κυριακής: Κυριακή Ε΄ Νηστειών

 

Του Αρχιμανδρίτου Παϊσίου Λαρεντζάκη

Ιεροκήρυκος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης

 

«Ὃς ἐάν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἒσται ὑμῶν διάκονος».
Η πορεία φθάνει στο τέλος. Ο Κύριος έχει στραμμένο το βλέμμα του προς το Πάθος, προς την υπέρτατη θυσία. Στο ύψιστο σημείο της προσφοράς του προς τον άνθρωπο. Είναι η ώρα που θα δοξαστεί. Στο πρόσωπο του Κυρίου η δόξα συμβαδίζει με τη θυσία. Όσο περισσότερο προσφέρει, τόσο δοξάζεται. Όσο ταπεινώνεται, τόσο υπερυψώνεται. Αυτό θέλει να εμπνεύσει και στους Μαθητές Του. να τους προετοιμάσει ψυχολογικά, ώστε να μη κλονισθεί η πίστη τους, όταν θα τον έβλεπαν κρεμάμενο πάνω στο Σταυρό. Τους προανήγγειλε με πολύ καθαρό τρόπο και με λεπτομέρεια όσα φοβερά θα του συνέβαιναν· τη σύλληψή του, τους εμπαιγμούς και εμπτυσμούς, τους εξευτελισμούς και τις μαστιγώσεις, τη σταύρωση, την ταφή αλλά και την ανάσταση. Εκείνοι δεν μπορούν να το καταλάβουν. Συνδυάζουν  στη σκέψη τους τη δόξα με τις τιμές και την εξουσία. Ζητούν να τους τιμήσει ο Χριστός τοποθετώντας τους δίπλα Του. κοντά στο θρόνο Του. Πραγματικά δεν καταλάβαιναν τι ζητούσαν. Που να φανταστούν πως ο θρόνος που θα γινόταν το θεμέλιο της δόξα Του, θα ήταν ένας Σταυρός. Που να υποψιαστούν ότι αριστερά και δεξιά Του θα στήνονταν σταυροί για δύο κακούργους ληστές. Ο Κύριος πριν δείξει το άφθαστο παράδειγμα, τους εμπνέει με τα λόγια· «Ὃς ἐάν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἒσται ὑμῶν διάκονος, καί ὃς ἐάν θέλῃ ἐν ὑμῖν γενέσθαι πρῶτος, ἒσται πάντων δοῦλος».
Ασφαλώς οι Μαθητές δεν περίμεναν να ακούσουν τα λόγια αυτά από το στόμα του Ιησού, με αποτέλεσμα να εκπλαγούν στο άκουσμά τους. Πιθανόν και να μη τα κατάλαβαν. Αυτοί γνώριζαν ότι για να αποκτήσει κανείς αξιώματα και δόξα, έπρεπε να κινηθεί, να δραστηριοποιηθεί, να αγωνιστεί με πείσμα, να παραμερίσει άλλους, να παρακαλέσει τους ισχυρούς της ημέρας, να διαθέσει μέσα. Έβλεπαν ότι όλοι όσοι κατόρθωσαν να αναρριχηθούν σε αξιώματα και θέσεις και να αποκτήσουν δόξα, με τον τρόπο αυτό ενήργησαν.
Ο Κύριος όμως τους είπε με πολύ καθαρά· «οὐχ οὓτως ἒσται ἐν ὑμῖν». δεν θα γίνετε έτσι με σας· δεν θα ακολουθείτε τον δρόμο που ακολουθούν οι φιλόδοξοι άνθρωποι του κόσμου. Ο δικός σας δρόμος είναι πολύ διαφορετικός· εντελώς αντίθετος. Είναι ο δρόμος της ταπείνωσης, της εξυπηρέτησης και όχι του παραμερισμού των άλλων, μάλλον της υποχώρησης για να προχωρήσουν οι άλλοι. Ο άνθρωπος του Θεού, ο αληθινός πνευματικός ηγέτης δεν τρέχει προς το αξίωμα και μάλιστα όταν αυτό είναι εκκλησιαστικό. Έχοντας συναίσθηση των μεγάλων ευθυνών, τις οποίες συνεπάγεται το αξίωμα, και όταν ακόμα του το προσφέρουν προσπαθεί να το αποφύγει.
Μετράει τις δυνάμεις του και με ταπεινοφροσύνη ομολογεί, ότι δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που αυτό επιβάλλει. Βλέπει το αξίωμα ως έργο και όχι ως θρόνο δόξης. Βλέπει κυρίως τους κόπους, τους μόχθους και τις θυσίες που απαιτεί το αξίωμα και όχι τα υλικά πλεονεκτήματα και τις ανέσεις που πιθανόν να προσφέρει. Το θεωρεί όχι ως έπαθλο θριάμβου αλλά ως στάδιο πολλών και μεγάλων αγώνων, των οποίων σκοπός είναι ο διαφωτισμός των ψυχών, η λύτρωση από την τυραννία των παθών και από την ενοχή της αμαρτίας, η καθαρότητα της καρδιάς, η συνεχής και συνετή καθοδήγηση προς το «καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ».
Και όλα αυτά όχι μόνο με τα ωφέλιμα λόγια και τις καλές συμβουλές, αλλά προ πάντων με το ανεπίληπτο ήθος, με τον ακέραιο χαρακτήρα, με το καλό παράδειγμα, με την ακτινοβόλο χριστιανική πίστη και ζωή. Εκείνος που έχει υψηλή θέση μέσα στην Εκκλησία πρέπει να είναι φως των ανθρώπων, «πόλις ἐπάνω ὂρους κειμένη».
Αν την ημέρα εκείνη τα είχαν υπόψη τους οι Μαθητές, ασφαλώς δεν θα έτρεχαν να ζητήσουν αξιώματα και τιμές. Ο ταπεινός άνθρωπος που συναισθάνεται βαθειά το βάρος τους αξιώματος και της ευθύνης του είναι πάντοτε πρόθυμος αθόρυβα να διακονήσει, όπου τον καλέσει το καθήκον. Έχει συνεχώς ανοικτά τα μάτια της ψυχής και του σώματος για να βλέπει και να αντιλαμβάνεται καθαρά, ποιο είναι το καθημερινό του καθήκον. Ποιες είναι οι υποχρεώσεις του και πως θα ανταποκριθεί σ’ αυτές. Πολλές είναι φορές που παραμερίζει υποχρεώσεις του απέναντι σε δικούς του ανθρώπους για να δοθεί απερίσπαστος στο έργο που ανέλαβε. 
Δεν διστάζει να υποβληθεί σε κόπους και θυσίες για τους άλλους, έστω κι αν μερικές φορές πληρώνεται με αχαριστία. Άλλωστε αυτός εξυπηρετεί εκείνους, όχι για να κερδίσει την ευγνωμοσύνη τους, αλλά για να εκπληρώσει με ευσυνειδησία το καθήκον όπως του το επιβάλλει το αξίωμα. Θεωρεί τον εαυτό του υπηρέτει των άλλων. Και όπως ο υπηρέτης που εκτελεί το έργο του, δεν έχει αξιώσεις για την ευγνωμοσύνη του κυρίου του, έτσι κι αυτός.
Έχει κατά νου το συγκινητικό και διδακτικό παράδειγμα του Κυρίου, ο οποίος για να διδάξει τους Μαθητές του να μην επιδιώκουν θέσεις και τιμές από τους ανθρώπους, τους είπε ότι «ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι καί δοῦναι τήν ψυχήν αὐτοῦ λύτρον ἀντί πολλῶν». Ο Κύριος είχε κάθε δικαίωμα να ζητήσει κάθε εξυπηρέτηση από τα δημιουργήματά του, τους δούλους του, και δεν είχε καμία υποχρέωση να γίνει υπηρέτης τους και μάλιστα μέχρι να θυσιάζει και τη ζωή του ακόμη. Κι όμως, αυτός ο ίδιος ο Θεός, ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, έγινε υπηρέτης των δούλων του, οι οποίοι ήταν τότε εχθροί του εξαιτίας των αμαρτιών τους.
Το γεγονός αυτό μιλάει ή μάλλον πρέπει να μιλάει στην ψυχή κάθε ανθρώπου και να του εμπνέει ανεξάντλητη προθυμία και δραστηριότητα για το έργο αυτό. Απερίγραπτη ικανοποίηση θα είναι να μιμηθεί τον Κύριο, να ακολουθήσει το παράδειγμά του και να έχει την πληροφορία της συνειδήσεως ότι έκανε εκείνο που έπρεπε να κάνει. Όποιος ακολουθεί τον δρόμο αυτό εκτιμάτε, τιμάτε και δοξάζεται από τους άλλους ανθρώπους, ιδιαίτερα όμως από τον ίδιο τον Θεό.
Ο πόθος της δόξας είναι έμφυτος στον κάθε άνθρωπο. Αλλά η αληθινή δόξα δεν αποκτάται με τον παραμερισμό των άλλων, με τη σπουδή για τα αξιώματα, με την περιαυτολογία και την επίδειξη. Αντίθετα αποκτάται με την εξυπηρέτηση των συνανθρώπων μας, με ταπεινοφροσύνη και αληθινή αγάπη. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγαλείο και η δόξα του χριστιανού. Έτσι θα γίνει μέγας. Το είπε πολύ καθαρά ο Κύριος μας· «Ὃς ἐάν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἒσται πάντων δοῦλος».

Περισσότερα

Κυριακή Ε΄ Νηστειών

 

Επισκόπου Φαναρίου κ. Αγαθαγγέλου

Ἡ ἐξασφάλιση τῶν πρωτείων

Ὁ Κύριος, ὅπως ἀναφέρει ἡ εὐαγγελική περικοπή τῆς Ε´ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶνβαδίζει πρός τό μαρτύριο. Ἀπό τή ἄλλη πλευρά οἱ μαθητές του ὀνειρεύονται μεγαλεῖα. Τούς προλέγει τόν σταυρικό Του θάνατο καί ἐκεῖνοι, χωρίς νά πολυκαταλαβαίνουν τήν τραγικότητα τῆς προφητείας, διαποτισμένοι ἀπό τό κοσμικό πνεῦμα τῆς φιλοδοξίας, ποθοῦν τιμητικές διακρίσεις. Ὁ Ἰάκωβος καί ὁ Ἰωάννης σπεύδουν νά προλάβουν τούς ἄλλους στήν ἐξασφάλιση τῶν πρωτείων.

«Διδάσκαλε», τοῦ λέγουν, «θέλουμε νά μᾶς κάνεις κάτι πού θά σοῦ ζητήσουμε». » Τί θέλετε; » ἐρωτᾶ ὁ Χριστός. «Νά, τοῦ ἀπαντοῦν, τώρα πού θά δοξαστεῖς, πού θά καθίσεις σέ θρόνο βασιλικό, δῶσε μας τίς δύο πρῶτες θέσεις στό βασίλειό σου. Κάνε μας τή χάρη νά καθίσουμε ὁ ἕνας στά δεξιά σου καίὁ ἄλλος ἀριστερά σου». Ὁ Κύριος τούς κοιτάζει περίλυπα: » Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε«, τούς ἀπαντᾶ μέ πόνο. Δηλαδή, «δέν ξέρετε τί ζητᾶτε. Ἐγώ σᾶς μιλῶ γιά θυσίες καί ἐσεῖς λαχταρᾶτε πρωτοκαθεδρίες«.

Οἱ δύο μαθητές ζητοῦσαν ἀπό τό Χριστό δόξα μέ ἀνθρώπινα κριτήρια, ἔχοντας κατά νοῦ ὅτι ἡ βασιλεία Του εἶναι αἰσθητή καί κοσμική. Ὁ Χριστός ὅμως διορθώνει τήν ἐσφαλμένη τους πίστη, ὑποδεικνύοντας τήν πραγματική καί αἰώνια δόξα, πού διέρχεται μέσα ἀπό τό «ποτήριον», πού εἶναι τά πάθη καί ὁ Σταυρός.

Πόσες καί πόσες, ὅμως, φορές ὁ Χριστός δέν ἀναγκάζεται νά ἐπαναλάβει αὐτό πού εἶπε στόν Ἰάκωβο καί τόν Ἰωάννη σέ πολλούς καί σήμερα; Πόσο μικροπρεπεῖς εἶναι συχνά οἱ πόθοι καί τά αἰτήματά μας, Λαχταρᾶμε τιμές, διακρίσεις, πρωτεῖα, δύναμη, χρῆμα, δόξα, ἐπιβολή στόν κόσμο αὐτό. Καί τό τραγικό εἶναι ὅτι τά ζητᾶμε ἀπό Ἐκεῖνον πού περιφρόνησε ὅλα αὐτά καί ἀπεκάλυψε τήν μηδαμινότητά τους.

Παραπονιόμαστε πολλές φορές, ὅτι ὁ Κύριος δέν εἰσακούει τήν προσευχή μας. Ξεχνᾶμε ὅμως κάτι πολύ σημαντικό, δέν ἐπιθυμοῦμε Ἐκεῖνον ἀλλά κάτι ἀπό Ἐκεῖνον. Ἔτσι ὁ Χριστός δέν ἀνταποκρίνεται στά αἰτήματά μας διότι δέν ξέρουμε τί ζητᾶμε.

Ἡ ἀσθένεια της φιλοπρωτείας

Ἀλλά ἡ ἀσθένεια τῆς φιλοπρωτίας δέν εἶχε προσβάλλει μόνο τούς δύο μαθητές. Ἡ ἀγανάκτηση πού ἐκδήλωσαν οἱ ὑπόλοιποι ἐναντίον τοῦ Ἰακώβου καί τοῦ Ἰωάννου, φανέρωνε ὅτι τό ἴδιο πάθος τυραννοῦσε ὅλους. Τούς πείραζε ὅτι ἄλλοι τούς εἶχαν προλάβει.
Τότε ὁ Ἰησοῦς τούς κάλεσε κοντά του καί τούς λέγει: «Γνωριζετε ὅτι ἐκεῖνοι πού θεωροῦνται ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν τά καταδυναστεύουν, καί οἱ μεγάλοι τά καταπιέζουν. Μεταξύ σας ὅμως δέν θά συμβαίνει τό ἴδιο. Ἀλλά ὅποιος ἀνάμεσα σας θέλει νά γίνει μεγάλος θα εἶναι ὑπηρέτης σας, διάκονός σας, καί ὅποιος θέλει νά εἶναι μεταξύ σας πρῶτος θά εἶναι δοῦλος ὅλων».

Ἡ ριζική ἀνατροπή τῶν καθιερωμένων

Τό πραγματικό μεγαλεῖο δέν βρίσκεται στήν ἔπαρση, στήν ἀλαζονεία καί στήν καταπίεση τῶν ἄλλων. Δέν ἀποδεικνύεται μέ τούς τίτλους καί τόν θόρυβο. Ὑπάρχει μόνο στήν ταπεινόφρονα ἀγάπη, στή σεμνή διακονία τοῦ πλησίον. Αὐτός εἶναι ὁ ἀσφαλής δρόμος γιά τήν κατάκτησή του.

Πρόκειται γιά μιά ριζική ἀνατροπή τῶν καθιερωμένων. Προηγουμένως τό μεγαλεῖο μετριόταν μέ τό πόσους κανείς ἐξουσιάζει. Μετά τό Χριστό, μέ τό πόσους κανείς διακονεῖ. Κριτήριο τῆς μεγαλοσύνης δέν εἶναι ἡ δύναμη ἀλλά ἡ εἰλικρινής διακονία.

Οἱ στρατειές τῶν ἁγίων ἔκαναν πραγματικότητα αὐτή τήν ἐπανάσταση τῆς ἀγάπης, βάζοντας τήν διακονία στήν ἐξουσία καί ὀμορφαίνοντας ἀληθινά τήν ἀνθρώπινη ζωή.

Στήν ἐποχή μας, πού ἡ κοσμική ἐξουσία βρίσκεται σέ ἔξαρση, οἱ ἄνθρωποι εὔχονται καί προσπαθοῦν νά δίνουν ὅσο τό δυνατόν λιγότερα καί νά παίρνουν ὅσο τό δυνατόν περισσότερα. Σ’ αὐτή τήν τάση ἡ ὀρθόδοξη θέση εἶναι ριζικά ἀντίθετη. Τό ὀρθό αἴτημα δέν εἶναι «τί ἐξυπηρέτηση μπορῶ νά περιμένω ἀπό τούς ἄλλους, ἀλλά ἐάν δύναμαι νά ἀγαπῶ».

Τό μεγαλεῖο πού ζητᾶμε ἀναμένοντας ἔκτακτες εὐκαιρίες βρίσκεται στά χέρια μας, στήν καθημερινή ἁπλή πραγματικότητα, ὅταν εἴμαστε ἕτοιμοι νά διακονοῦμε τούς ἄλλους, χωρίς καμία ἀπαίτηση ἀνταποδόσεως καί ἀναγνωρίσεως. Ἄς θυμηθοῦμε τούς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας πού μέ τήν ἀγάπη τους ζωογονοῦν τίς ἀνθρώπινες κοινωνίες. Καί τότε θά νιώσουμε πιό βαθιά πόσο ὑπέροχος εἶναι ὁ δρόμος πού χαράζουν τά λόγια αὐτά τοῦ Κυρίου. «Ὅς ἐάν θέλη ἐγενέσθαι μέγας, ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος«.

Πρόκειται γιά ἕνα μεγαλεῖο ἐσωτερικό: διότι εἶναι κάτι πού μᾶς κάνει νά μοιάζουμε οὐσιαστικά μέ τό Χριστό, τό Μεγάλο Διάκονο τῶν ἀνθρώπων. Ἐκεῖνον πού δέν ἦρθε νά ὑπηρετηθεῖ ἀλλά νά ὑπηρετήσει καί νά δώσει τή ζωή του λύτρο ἀντί πολλῶν. Πρόκειται γιά τή μεταμόρφωση τῆς ζωῆς μας σύμφωνα μέ τήν δική Του, γιά τήν ἀνύψωσή της πρός τόν τελικό της σκοπό: τή θέωση.

 

Περισσότερα

Κυριακή Ε΄ Νηστειών – Το Ιερό Ευαγγέλιο

Εν ταῖς ημέραις ἐκεῖναις, ἦσαν οἱ μαθηταί ἐν τῇ ὁδῷ ἀναβαίνοντες εἰς Ἱεροσόλυμα· καὶ ἦν προάγων αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐθαμβοῦντο, καὶ ἀκολουθοῦντες ἐφοβοῦντο. Καὶ παραλαβὼν πάλιν τοὺς δώδεκα ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν, ὅτι ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι, καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.
Καὶ προσπορεύονται αὐτῷ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης υἱοὶ Ζεβεδαίου λέγοντες· διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὃ ἐὰν αἰτήσωμεν ποιήσῃς ἡμῖν. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. Δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δυνάμεθα. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· τὸ μὲν ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· Τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾿ οἷς ἡτοίμασται. Καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἤρξαντο ἀγανακτεῖν περὶ Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου. Ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς λέγει αὐτοῖς· οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν· οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος, καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος· καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.

Ἀπόδοση στη νεοελληνική:

Τις ημέρες ἐκείνες, ἀνέβαιναν οἱ μαθητές τὸν δρόμο πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ Ἰησοῦς ἐβάδιζε πρὶν ἀπ’ αὐτοὺς καὶ ἦσαν κατάπληκτοι, ἐκεῖνοι δὲ ποὺ ἀκολουθοῦσαν ἐφοβοῦντο. Καὶ ἐπῆρε πάλιν κατὰ μέρος τοὺς δώδεκα καὶ ἄρχισε νὰ τοὺς λέγῃ τὰ μέλλοντα νὰ τοῦ συμβοῦν, ὅτι, «Ἰδού, ἀναβαίνομεν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ παραδοθῇ εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς γραμματεῖς καὶ θὰ τὸν καταδικάσουν εἰς θάνατον καὶ θὰ τὸν παραδώσουν εἰς τοὺς ἐθνικούς. Θὰ τὸν ἐμπαίξουν καὶ θὰ τὸν μαστιγώσουν, θὰ τὸν φτύσουν καὶ θὰ τὸν θανατώσουν καὶ τὴν Τρίτη ἡμέραν θὰ ἀναστηθῇ».
Καὶ τὸν πλησιάζουν ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, οἱ υἱοὶ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τοῦ λέγουν, «Διδάσκαλε, θέλομεν ἐκεῖνο, ποὺ θὰ σοῦ ζητήσωμεν, νὰ μᾶς τὸ κάνῃς». Αὐτὸς δὲ τοὺς εἶπε, «Τί θέλετε νὰ σᾶς κάνω;». Ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν, «Δός μας νὰ καθήσωμεν ὁ ἕνας εἰς τὰ δεξιά σου καὶ ὁ ἄλλος εἰς τὰ ἀριστερά σου ὅταν ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς δόξης σου». Ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε, «Δὲν ξέρετε τί ζητᾶτε. Μπορεῖτε νὰ πιῆτε τὸ ποτῆρι, ποὺ ἐγὼ πίνω καὶ νὰ βαπτισθῆτε τὸ βάπτισμα, ποὺ ἐγὼ βαπτίζομαι;». Ἐκεῖνοι εἶπαν, «Μποροῦμε». Ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε, «Τὸ ποτῆρι, ποὺ ἐγὼ θὰ πιῶ, θὰ τὸ πιῆτε καὶ θὰ βαπτισθῆτε τὸ βάπτισμα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ βαπτίζομαι. Τὸ νὰ σᾶς βάλω ὅμως νὰ καθήσετε εἰς τὰ δεξιά μου ἢ εἰς τὰ ἀριστερά, δὲν εἶναι δικαίωμά μου νὰ τὸ δώσω ἀλλ’ εἶναι δι’ ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους ἔχει ἐτοιμασθῆ». Καὶ ὅταν οἱ δέκα τὸ ἄκουσαν, ἄρχισαν νὰ ἀγανακτοῦν ἐναντίον τοῦ Ἰακώβου καὶ τοῦ Ἰωάννου. Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς ἐκάλεσε καὶ τοὺς λέγει, «Ξέρετε ὄτι ἐκεῖνοι ποὺ θεωροῦνται ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν, τὰ καταδυναστεύουν, καὶ οἱ μεγάλοι ἄνδρες τους τὰ καταπιέζουν. Μεταξύ σας ὅμως δὲν θὰ συμβαίνῃ τὸ ἴδιο. Ἀλλ’ ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ γίνῃ μεγάλος μεταξύ σας, θὰ εἶναι ὑπηρέτης σας, καὶ ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ εἶναι μεταξύ σας πρῶτος, θὰ εἶναι δοῦλος ὅλων. Διότι καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἦλθε νὰ ὑπηρετηθῇ ἀλλὰ νὰ ὑπηρετήσῃ καὶ νὰ δώσῃ τὴν ζωήν του λύτρον διὰ πολλούς».

Περισσότερα

Διδαχαί Ηλιού Μηνιάτη εις την Δ´ Κυριακή των Νηστειών

Αγαπητοί επισκέπτες. Μπορείτε να πατήσετε στον παρακάτω σύνδεσμο και να διαβάσετε σε ψηφιακή μορφή κείμενα για την Δ´ Κυριακή των Νηστειών από το βιβλίο του Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Κερνίκης καὶ Καλαβρύτων ἐν Πελλοπονήσου του Κεφαληνιέως Ηλία Μηνιάτη:

ΔΙΔΑΧΑΙ εἰς τὴν ἁγίαν καὶ Μεγάλην Τεσσαρακοστήν καὶ εἰς ἐπισήμους Ἑορτὰς, ΜΕΤΑ ΚΑΙ ΤΙΝΩΝ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΩΝ ΛΟΓΩΝ. 1716

Πατήστε στον παρακάτω σύνδεσμο:

SKM_C224e18031717590

 

Περισσότερα

Κήρυγμα Κυριακής Δ´ Νηστειών

Ἡ μεγάλη ἀγάπη καὶ ἀπέραντη  στοργὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ πρὸς τὰ παιδιὰ καὶ τοὺς νέους κατὰ τὴν ἐπίγεια ζωή Του, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, ὑπῆρξε ἰδιαίτερα ἔκδηλη καὶ διαφαίνεται σὲ πλεῖστα σημεῖα τῶν ἱερῶν Εὐαγγελίων.

Ὅταν κάποτε στὴν πόλη τῆς Καπερναοὺμ  ἐρωτήθηκε ἀπὸ τοὺς μαθητές του, ποιός θὰ εἶναι ὁ μεγαλύτερος στὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ὁ Κύριός μας προσκάλεσε ἕνα παιδάκι, τὸ ἔβαλε ἀνάμεσά τους, καὶ εἶπε: «Ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν». Μάλιστα, ὁ Εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος μᾶς διασώζει μιὰ χαρακτηριστικὴ λεπτομέρεια τῆς ἐκδήλωσης τῆς ἀγάπης τοῦ Κυρίου πρὸς τὸ ἀθῶο ἐκεῖνο παιδί: «καὶ ἐναγκαλισάμενος αὐτό»!

Ὅταν ἄλλοτε πάλιν κάποιες μητέρες τοῦ ἔφεραν τὰ μικρὰ παιδιά τους νὰ τὰ εὐλογήσει καὶ οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, θεωρῶντας πὼς ὁ Διδάσκαλος θὰ ἐνωχλεῖτο, τὶς ἐπέπληξαν  καὶ ἐμπόδισαν, ὁ Κύριος, παρεμβαίνοντας μὲ ἱερὴ ἀγανάκτηση γιὰ τὴν ἐνέργειά τους αὐτή, τοὺς εἶπε: «Ἄφετε τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρός με καὶ μὴ κωλύετε αὐτά• τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ».
Τὴν ἀγάπη ἀκόμη τοῦ Δεσπότου πρὸς τὰ παιδιὰ καὶ τοὺς νέους, φανερώνουν καὶ πολλὰ θαύματά Του: Ἀνέστησε τὴ νεκρὴ κόρη τοῦ Ἰαείρου• ἀπάλλαξε ἀπὸ ἀκάθαρτο δαιμόνιο τὴν κόρη τῆς Χαναναίας• θεράπευσε τὸν ἄρρωστο υἱὸ τοῦ βασιλικοῦ στὴν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας• ἀνέστησε τὸν μονάκριβο υἱὸ τῆς χήρας στὴ Ναΐν. Κι ἀκόμη, θεράπευσε τὸ δυστυχισμένο ἐκεῖνο σεληνιαζόμενο νέο ἀπὸ τὸ δαιμόνιο, ὅπως μᾶς ἐξιστορεῖ ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή.
Τὸ γεγονὸς τοῦτο τῆς θαυμαστῆς ἴασης τοῦ νέου ἐκείνου συνέβη ἀμέσως μετὰ τὴ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου. Κατεβαίνοντας δηλ. ὁ Κύριος μὲ τοὺς τρεῖς ἐκλεκτούς του μαθητὲς ἀπὸ τὸ Θαβώρειο ὄρος, βρῆκε ὄχλο πολὺ συναθροισμένο, νὰ συζητᾶ μὲ τοὺς ὑπόλοιπους ἀποστόλους. Τί εἶχε προηγηθεῖ; Ἕνας πονεμένος  πατέρας, ὁ πατέρας τοῦ σεληνιαζομένου, ψάχνοντας γιὰ τὸν θαυματουργὸ Ἰατρὸ ᾽Ιησοῦ, συνάντησε τοὺς ἐννέα μαθητές του, παρακαλῶντας τους νὰ θεραπεύσουν τὸ ταλαίπωρο παιδί του. Μὰ αὐτοί, παρόλο ποὺ εἶχαν λάβει ἐξουσία ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ ἐκβάλλουν δαιμόνια καὶ νὰ θεραπεύουν ἀσθενεῖς, δὲν μπόρεσαν τότε νὰ θεραπεύσουν τὸν νέο, μὲ πρόνοια ἀσφαλῶς τοῦ Θεοῦ, καὶ γιὰ δοκιμασία τῆς πίστης τοῦ πατέρα τοῦ νέου, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ταπεινωθοῦν καὶ διδαχθοῦν περαιτέρω οἱ ἀτελεῖς ἀκόμη τότε ἀπόστολοι. Τοῦτο ἐπιβεβαίωσε καὶ ὁ Κύριος, ὅταν ἀπάντησε στὸν δύστυχο ἐκεῖνο γονιό, ποὺ τοῦ διεκτραγώδησε τὰ φοβερὰ πάθη καὶ δοκιμασίες τοῦ παιδιοῦ του: «Ὤ γενεὰ ἄπιστη, μέχρι πότε θὰ βρίσκομαι μαζί σας; Μέχρι πότε θὰ σᾶς ἀνέχομαι;» Κι ὅταν ζήτησε νὰ ὁδηγήσουν τὸν ἀσθενὴ κοντά του, τὸ δαιμόνιο σπάραξε τὸν νέο, ποὺ ἔπεσε χάμω καὶ ἄρχισε νὰ κυλιέται στὴ γῆ, βγάζοντας ἀφροὺς ἀπὸ τὸ στόμα του.
Ἐδῶ νὰ κάνουμε μία ἀναγκαία παρένθεση, γιὰ νὰ θίξουμε ἕνα σπουδαιότατο θέμα: Αὐτὸ τῆς ὕπαρξης τῶν δαιμόνων καὶ τῆς πειρασμικῆς τους ἐπενέργειας στὸν ἄνθρωπο. Ὁλόκληρη ἡ Ἁγία Γραφή, καὶ μάλιστα ἡ Καινὴ Διαθήκη, εἶναι γεμάτη σαφεῖς ἀναφορὲς στὴν ὕπαρξη τῶν δαιμόνων ὡς προσωπικῶν ὄντων, ὡς δηλ. πεπτωκότων ἀγγέλων, καὶ τῆς δυνατότητας ποὺ ἔχουν, πάντοτε βεβαίως μέσα στὰ πλαίσια τῆς Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ καὶ στὸ βαθμό, ποὺ ὁ Κύριος ἐπιτρέπει, νὰ παρενοχλοῦν τοὺς ἀνθρώπους, εἴτε ὡς δοκιμασία, εἴτε γιὰ παιδαγωγικὴ τιμωρία, πάντως γιὰ τὴ σωτηρία μας, ἐὰν ἀντιμετωπίσουμε βεβαίως πνευματικὰ τὶς πειρασμικές τους ἐνέργειες. Καὶ οἱ ἐνέργειες αὐτὲς ξεκινοῦν ἀπὸ ἁπλοὺς ἁμαρτωλοὺς λογισμούς, ἐπεκτείνονται σὲ σωματικὲς ἢ καὶ ψυχικὲς παθήσεις, καὶ μπορεῖ νὰ φθάσουν, ἂν ὁ Θεὸς ἀσφαλῶς ἐπιτρέψει καὶ δώσει καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀφορμὴ μὲ μία ἰδιαίτερα ἁμαρτωλὴ ζωὴ καὶ μὲ μεγάλα ἁμαρτήματα, μέχρι καὶ τὸν πλήρη δαιμονισμὸ κάποιου, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ σεληνιαζομένου νέου τῆς σημερινῆς περικοπῆς. Ὅπως δὲ ἑρμηνεύουν κάποιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ διάβολος στὴν περίπτωση τούτη τοῦ νέου, καὶ σὲ ἄλλες παρόμοιες, παραμόνευε πότε θὰ ἦταν πανσέληνος, γιὰ νὰ ἐκδηλώσει τὶς φοβερὲς ἐκεῖνες ἐπενέργειές του στὸ πλᾶσμα, ποὺ κατοικοῦσε, ὥστε οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐξαπατηθοῦν καὶ νὰ ἀποδώσουν τὰ πάθη αὐτὰ στὴν ἐνέργεια τῆς σελήνης (ἐξ οὗ καὶ σεληνιασμός) καὶ κατ᾽ ἐπέκταση στὸν Θεό, κι ὄχι στὸν διάβολο. Καὶ κάτι ἀκόμη νὰ προσθέσουμε: Παρόμοια παθολογικὰ συμπτώματα μπορεῖ νὰ παρουσιάσει καὶ ἕνας ποὺ πάσχει καθαρὰ βιολογικά, δηλ. μὲ ἀσθένεια στὸν ἐγκέφαλο, χωρὶς νὰ σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει δαιμόνιο. Ὁ δαιμονιζόμενος ξεχωρίζει καὶ ἀπὸ τὴν ἀλλοίωση τῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ προσώπου του, καὶ ἀπὸ τὸ ὅτι βρίζει τὰ θεῖα, ἀντιδρᾶ σὲ ὅτι ἱερό, π.χ. μπροστὰ στὸν σταυρό, σὲ ἅγια λείψανα, κ.λπ.
Μά, ἂς ἐπιστρέψουμε στὴ φοβερὴ ἐκείνη σκηνὴ τοῦ πάσχοντος νέου. Ὁ Κύριος, προσέξτε, τί ρώτησε τὸν πατέρα του: ἀπὸ πότε τοῦ συμβαίνουν αὐτά; Μήπως δὲν γνώριζε ὁ παντογνώστης; Ἀσφαλῶς, ναί! Ἀλλὰ ρώτησε, γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσει νὰ ἐξομολογηθεῖ δημόσια τὸ πότε: «Παιδιόθεν», ἀπάντησε ὁ πατέρας. «Καὶ πολλὲς φορὲς τὸν ἔβαλε καὶ σὲ φωτιὰ καὶ τὸν ἔριξε σὲ ποταμοὺς καὶ λίμνες, γιὰ νὰ τὸν σκοτώσει! Ἀλλά, σπλαγχνίσου μας, καὶ βοήθησέ μας ὅπως μπορεῖς!» Ὁμολόγησε λοιπὸν ὁ πατέρας, πὼς ἀπὸ μικρὸ παιδὶ βασανιζόταν ὁ γυιός του, ἀλλά, ὅπως φαίνεται, δὲν εἶχε φροντίσει ἀπὸ τότε νὰ προσπέσει στὸν Θεό, νὰ ὁδηγήσει τὸ πολυβασανισμένο του παιδὶ στὸν Θεὸ ἔγκαιρα, γιὰ νὰ τὸ ἀπαλλάξει ἀπὸ τέτοια πανώδυνη μάστιγα. Καὶ ὅταν ὁ  Χριστός, δοκιμάζοντάς τον μιὰ τελευταῖα φορά, τοῦ εἶπε τὸ περίφημο, «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι», κι ἐκεῖνος κραύγασε μὲ δάκρυα, «πιστεύω, Κύριε• βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ», καμπτόμενος ὁ φιλάνθρωπος καὶ ἐπιβραβεύοντας τὴ βαθειά του πλέον πίστη, θεράπευσε τὸν νέο, ἀπαλλάσοντάς τον ἀπὸ τὸν ἀδυσώπητο ἐκεῖνο δαίμονα. Κι ὅταν κατόπιν ἐρώτησαν τὸν Διδάσκαλο οἱ μαθητές, γιατί δὲν μπόρεσαν ἐκεῖνοι νὰ ἐκβάλουν τὸ δαιμόνιο ἀπ᾽ τὸν πάσχοντα, ἀπαντῶντας, τοὺς μυσταγώγησε σὲ δύο βασικὲς ἀλήθειες τῆς Πίστης μας: Πρῶτον, ὅτι ὑπάρχουν γένη, ποικίλα δηλ. δαιμονικὰ τάγματα, ὅπως ὑπάρχουν καὶ ἀγγελικὰ τάγματα, καὶ πὼς τὸ δαιμόνιο ἐκεῖνο ἄφησε νὰ νοηθεῖ πὼς ἀνῆκε σὲ ἀρχικὸ τάγμα, ὅπως λέμε, δηλ. ἦταν μεγαλύτερο καὶ σκληρότερο. Κι ἀκόμη εἶπε ὁ Κύριος, πὼς χρειάζεται πολλὴ προσευχὴ καὶ νηστεία, γιὰ νὰ διωχθεῖ τέτοιο ἀρχικὸ δαιμόνιο. Τοῦτο τὸ τελευταῖο συνδέει τὴν περικοπὴ μὲ τὴν περίοδο τῶν Νηστειῶν τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, ποὺ Χάριτι Θεοῦ διανύουμε. Καὶ μᾶς διδάσκει ἔτσι ἡ Ἐκκλησία, ὅτι μὲ τὴ γνήσια νηστεία καὶ τὴν μὲ ταπείνωση προσευχὴ τῶν ἡμερῶν τούτων μποροῦμε νὰ καταπολεμήσουμε τὰ πάθη μας καὶ τὸν ὑποκινητή τους διάβολο, ποὺ δὲν παύει νὰ πολεμεῖ τοὺς πιστούς.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἡ στάση τοῦ πατέρα τοῦ ταλαίπωρου ἐκείνου νέου θέτει ἕνα σημαντικώτατο ἐρώτημα καὶ γιὰ τοὺς γονεῖς κάθε ἐποχῆς, ἀσφαλῶς καὶ τοὺς σημερινοὺς γονεῖς. Ποῦ ὁδηγοῦν καὶ πρὸς τὰ ποῦ κατευθύνουν τὰ παιδιά τους. Μὲ ποιές ἀρχὲς τὰ διαπαιδαγωγοῦν; Κι ἀκόμη, ἂν παρασυρθοῦν καὶ ἐμπλακοῦν στὰ γρανάζια τῆς ποικιλώνυμης διαφθορᾶς τῶν καιρῶν μας, πότε καὶ ποῦ προσφεύγουν γιὰ βοήθεια; Σὲ ποιόν ἀποτείνονται νὰ τὰ σώσει ἀπὸ τὴν κατρακύλα στὸ βάραθρο τῆς ἀπώλειας;
Ἐδῶ, μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τρεῖς κατηγορίες γονέων. Πρῶτον, τοὺς ἀδιάφορους γονεῖς. Ἡ μεγάλη αὐτὴ κατηγορία γονέων παραμένει ἀνυποψίαστη γιὰ τὶς μεγάλες εὐθύνες ποὺ ἔχει γιὰ τὴν ψυχικὴ καλλιέργεια τῶν παιδιῶν μας. Ὅλο τὸ ἐνδιαφέρον τους ἐξαντλεῖται συνήθως στὸ νὰ ἐξασφαλίσουν σ᾽ αὐτὰ ὑλικὰ μέσα καὶ ἀνέσεις. Νὰ μεγαλώσουν χωρὶς νὰ τοὺς λείψει τίποτε. Νὰ τὰ μορφώσουν, γιὰ νὰ καταλάβουν ἕνα καλὸ πόστο καὶ νὰ ἔχουν ἄφθονα χρήματα. Ἡ ἄλλη κατηγορία, εἶναι οἱ λεγόμενοι μοντέρνοι καὶ προοδευτικοὶ γονεῖς, ποὺ θεωροῦν ἀναχρονιστικὸ νὰ ὁδηγήσουν τὰ παιδιά τους στὸν Χριστὸ καὶ στὴν Ἐκκλησία. Ὄχι μόνο δὲν τοὺς δίνουν μιὰ χριστιανικὴ ἀγωγή, ἀλλὰ εἰρωνεύονται τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τὰ ἐμποδίζουν νὰ διαβάσουν κάτι πνευματικό, ἢ καὶ νὰ ἐξομολογηθοῦν. Καὶ οἱ δύο αὐτὲς κατηγορίες γονιῶν ὑποδηλώνουν, πὼς βλέπουν τὰ παιδιά τους μόνο ὡς σάρκες. Τοὺς διαφεύγει, πὼς ἔχουν μέσα τους μιὰ ἀθάνατη ψυχὴ μὲ τὶς δικές της ἀνάγκες, ἀνάγκες καθαρὰ πνευματικές. Κι ὅτι πρώτιστο καθῆκον τους εἶναι νὰ ἐμφυτεύσουν στὶς καθαρές τους καρδιὲς τὸν φόβο καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὴν Πίστη σ᾽ αὐτὸν καὶ τὴν ὑπακοὴ στὸ ἅγιό Του θέλημα. Καί, δυστυχῶς, τὴν ἀμέλεια τούτη τῶν γονιῶν αὐτῶν, σπεύδει ἀναπόφευκτα νὰ ἀναπληρώσει τὸ πεζοδρόμιο, ὁ σωματέμπορος, ὁ ἔμπορος ναρκωτικῶν, ὁ «ξεσκολισμένος» συμμαθητὴς ἢ συμμαθήτρια, ἡ ντισκοτὲκ καὶ τὰ ποικιλώνυμα μπαράκια. Τὰ ἀποτελέσματα εἶναι γνωστὰ καὶ ἐπιβεβαιώνονται ἀπὸ τὴν καθημερινότητα μὲ μαθηματικὴ ἀκρίβεια. Ὑπάρχουν ἀσφαλῶς, τέλος, καὶ οἱ εὐλογημένοι ἐκεῖνοι γονεῖς, πού, συναισθανόμενοι τὸ μέγιστο ἠθικό τους χρέος πρὸς τὰ νεαρά τους βλαστάρια, ἀγωνίζονται πρῶτα οἱ ἴδιοι νὰ ζοῦν μὲ συνέπεια τὴν ἐν Χριστῷ ζωή, καὶ μεταβάλλουν στὴ συνέχεια τὴν οἰκογένειά τους σὲ μία «κατ᾽ οἶκον ἐκκλησία». Παρακολουθοῦν, σὰν καλοὶ ἄγγελοι, νυχθημερὸν τὰ παιδιά τους καὶ ἐπαγρυπνοῦν  στὴν ἀνατροφή τους «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου». Σὲ μιὰ τέτοια οἰκογένεια βασιλεύει ὁ Χριστὸς καὶ δαψιλεύεται κάθε εὐλογία Του.
Ἀδελφοί μου, στὶς μέρες μας, ποὺ καταρρέει ὁ χάρτινος πύργος τοῦ νεοπλουτισμοῦ καὶ ὑλικοῦ εὐδαιμονισμοῦ, περισσότερο παρὰ ἄλλοτε πρέπει νὰ κρατηθοῦμε ἀπὸ τὴν ἀκράδαντη πέτρα τῆς Πίστης μας καὶ σ᾽ αὐτὴν νὰ στεριώσουμε, κι ἐμεῖς καὶ τὰ παιδιά μας, τὸ μέλλον τοῦ τόπου μας. Νὰ ἀντιληφθοῦμε, ὅτι ἡ σημερινὴ πολιτικοικονομικὴ καὶ ἐθνική μας κρίση εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς μακρόχρονης πνευματικῆς κρίσης ἐμᾶς τῶν νεοκυπρίων.  Καλούμαστε, λοιπόν, νὰ προσπέσουμε στὸν ἐλεήμονα Θεό μας μὲ πίστη, ἐλπίδα ἀλλὰ καὶ μετάνοια, γνήσια μετάνοια. Καί, κατὰ τὴν ἀψευδῆ τοῦ Κυρίου ἐπαγγελία, ποὺ εἶπε, «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ταῦτα πάντα (τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ἐπὶ γῆς εὐημερία μας) προστεθήσεται ὑμῖν», ἀφοῦ ταπεινωθοῦμε ὅλοι μας καὶ μετανοήσουμε εἰλικρινὰ γιὰ τὰ λάθη καὶ πάθη μας καὶ ἐκζητήσουμε ἀληθινὰ τὸν Θεό, δὲν θὰ μᾶς παραβλέψει ἡ ἀγαθότητά Του. Ἀλλά, καὶ τὴν παροῦσα πρόσκαιρη ζωή μας θὰ εὐλογήσει, νὰ τὴ διέλθουμε εἰρηνικά, καὶ ἐκείνης τῆς αἰώνιας καὶ ἀληθινῆς θὰ μᾶς ἀξιώσει, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου καὶ ὅλων τῶν ἀγίων. Ἀμήν!
Περισσότερα