Άγιος Γεδεών εν Τυρνάβω

Του Αρχιμανδρίτου Αχιλλίου Τσούτσουρα

Ιεροκήρυκος της Ι. Μ. Τρίκκης, Πύλης και Γαρδικίου

Ήταν το 1766 όταν γεννήθηκε ο Άγιος μας στο χωριό Κάπουρνα της Μακρυνίτσας του Βόλου και παρά το γεγονός της υποδούλωσης μας κάτω από τον Τουρκικό ζυγό,οι ενάρετοι και ευσεβείς πτωχοί γονείς του τον ανέθρεψαν εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου! 

Δυστυχώς όμως στα δώδεκά του χρόνια, ο Άγιος μας, εργαζόμενος για τα προς το ζην στην πόλη του Βελεστίνου, εξαπατήθηκε από τον Αγά του Βελεστίνου Αλή, ο οποίος τον παρέσυρε και σατανική επήρεια τον έφερε στο τραγικό σημείο να αρνηθεί τον Χριστό Του και να γίνει μουσουλμάνος, μετατρέποντας το όνομά του από Νικόλαος σε Ιμβραήμ. 

Για δύο μήνες ο μικρός Νικόλαος ζούσε σε άθλια ψυχολογική κατάσταση και αναρίθμητα δάκρυα, έρρεαν από τα πονεμένα μάτια του.

Αρνήθηκα τον Θεό μου; Διερωτιώταν καθημερινά.

Και το μαρτύριο της συνειδήσεως συνεχιζόταν…

Ώσπου μια μέρα, ο μικρός Νικόλαος έρχεται εις εαυτόν.

Αισθάνεται το μεγάλο του παράπτωμα και μετανοεί ειλικρινά για την αποτρόπαια πράξη του.

Και ο Θεός της αγάπης και της συγγνώμης τον ελεεί. Δραπετεύει από το σπίτι του Αγαρηνού και παίρνοντας την ευχή των γονέων του, καταφθάνει στην Μεγαλόνησο  Κρήτη.

Κι εκεί εργάζεται κοντά σε έναν πολύ καλό ιερέα, ο οποίος τον βοηθά να ξεπεράσει το μεγάλο του παράπτωμα και τον καθοδηγεί στην περαιτέρω πνευματική του πορεία.

Δυστυχώς όμως για τον μικρό Νικόλαο, χάνει τον πνευματικό του καθοδηγητή, αφού ο Κύριος τον καλεί στην αιώνιο ζωή και τότε μαζί με έναν άλλο Κρητικό ιερόπαιδα, παίρνουν την μεγάλη απόφαση.

Καταφθάνουν στο Άγιον Όρος, στο περιβόλι της Παναγίας μας, στο Όρος της σιωπής και της κατανύξεως, των δακρύων και των στεναγμών.

Και κει ο Νικόλαος μέσα στο κατανυκτικό Καθολικό των Αγίων και ενδόξων πανευφήμων Αποστόλων της Ιεράς Μονής Καρακάλλου ακούει την φωνή του Θεού και στην συνέχεια κείρεται μοναχός, λαμβάνοντας το παλίον του μεγάλου και αγγελικού σχήματος μετονομασθείς Γεδεών.

Για 35 ολόκληρα χρόνια αγωνίζεται μέσα στην Ιερά Μονή της μετανοίας του καλλιεργώντας τις μοναχικές αρετές και καταβάλλοντας μεγάλους ασκητικούς αγώνες για την δόξα του Αγίου Θεού ,για την εξιλέωση Του μπροστά στα μάτια του Δημιουργού Τουκαι εν τέλει για την σωτηρία και τον αγιασμό Του.

Θεία συγκατάβαση όμως εξέρχεται από το Μοναστήρι Του ως απεσταλμένος της Ι. Μονής Καρακάλλου στην μεγαλόνησο Κρήτη, όπου έζησε τις εφηβικές του στιγμές, για να διακονήσει ως Επιστάτης και Μετοχιάρης αυτή την φορά στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Σωτήρος στις Μαργαρίτες της επαρχίας Ρεθύμνης (σημερινού Δήμου Γεροποτάμου), που είναι Μετόχι της Ιεράς Μονής Καρακάλλου. Για 6 ολόκληρα χρόνια ο πύρινος μοναχός Γεδεών αγωνίζεται σκληρά, με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, με την μελέτη του λόγου του Θεού και με πλούσια την μυστηριακή ζωή να περάσει από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωσιν και παράλληλα γίνεται φως και οδηγός για τους Ρεθυμνιώτες αλλά και για όλους τους Κρητικούς που καταφθάνουν στο Μοναστήρι για να πάρουν την ευχή του Αγίου Ανδρός.

Επιστρέφοντας στο Άγιον Όρος, μετά από μία πνευματική εξόρμηση που είχε στο Βελεστίνο και ευρύτερα στην Θεσσαλική γη, αξιώνεται ενός μοναδικού και συγκλονιστικού θείου Οράματος:

Ένα βράδυ, ενώ ήταν προσευχόμενος μέσα στο καθολικό της Ιεράς Μονής Καρακάλλου ακούει από την Αγία Εικόνα του Παντοκράτορος Χριστού, από τον Τρούλλο δηλαδή της Εκκλησίας την φωνή του Κυρίου να του λέει: «Ος αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι καγώ, αυτόν έμπροσθεν του Πατρός μου του εν Ουρανοίς».

Αυτό ήταν! Ήταν η φωνή που περίμενε! Την είδε ως Θεία ευδοκία! Και την άκουσε με την πονεμένη του καρδιά που διψούσε για μαρτύριο και θυσία. Και με την ευχή των Γεροντάδων Του, αναχωρεί από το Αγιώνυμο Όρος και επανέρχεται στο Βελεστίνο και στην Αγιά Λαρίσης με μοναδικό σκοπό να κηρύξει Ιησούν Χριστόν και τούτον Εσταυρωμένον, να σκορπίσει το αληθινό Φως του Αγίου Τριαδικού Θεού στους ανθρώπους και να ξεπλύνει μ’ αυτό τον τρόπο το παιδικό του αμάρτημα, αυτό της αρνήσεώς του.

Ώσπου μια μέρα, εκεί όπου ιεραποστολικά εργαζόταν κηρύττοντας τον λόγο του Θεού, συλλαμβάνεται στην Λάρισα από τους Αγαρηνούς και κατευθείαν οδηγείται στον Τύρναβο, όπου βρισκόταν ο Βελή Πασάς, ενώπιον του οποίου με ιδιαίτερο θάρρος ομολογεί το παιδικό του αμάρτημα και με σθένος διακηρύσσει ότι Χριστιανός γεννήθηκε και Χριστιανός θα αποθάνει.

Μετά από αυτήν την δυνατή ομολογία Του οδηγείται στην φυλακή, απ’ όπου μετά από σύντομο χρονικό διάστημα αρχίζει το πραγματικά  φρικτό μαρτύριο:

Τον διαπομπεύουν στους δρόμους του Τυρνάβου.

Του ξυρίζουν το κεφάλι και του φορούν κεφαλήν προβάτου.

Τον ανεβάζουν ανάποδα πάνω σε ζώο και τον σύρουν για πολλή ώρα , περιγελώντας τον.

Του κόβουν με το τσεκούρι τα δυο του χέρια και τα δυο του πόδια.

Και ο Άγιος ευρισκόμενος πάνω ακριβώς στην γέφυρα του Τυρνάβου, την διπλοαιματοβαμμένη αίματι μαρτυρικώ (προ ολίγων μηνών στο ίδιο ακριβώς σημείο, επάνω στην Γέφυρα του Τιταρήσιου,  είχε μαρτυρήσει με γενναιότητα και καρτερία ο Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος, ο Διδάσκαλος της Ραψάνης) και μέσα σε κλίμα ψύχους, παραδίδει το πνεύμα Του στον Κύριο μας Ιησού Χριστό, στις 30 Δεκεμβρίου 1818.

Αμέσως έσπευσαν οι Χριστιανοί του Τυρνάβου, μαζί με το Ιερατείον της πόλεως και αφού συνέλεξαν το ακρωτηριασμένο σώμα του Μεγάλου και Γενναίου Μάρτυρος Γεδεών, τύλιξαν αυτό σε λευκή σινδόνη και ενταφίασαν το ιερό σκήνωμα Του στον Ιερό Ναό των Αγίων Δώδεκα Αποστόλων Τυρνάβου.

Έκτοτε ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Γεδεών αποτελεί τον ανεξάντλητο θησαυρό μας και την πνευματική μας αναφορά καθώς θαυματουργεί ασταμάτητα και  προστατεύει την Πόλη του Τυρνάβου ως Πολιούχος αυτής, αλλά και όλους όσους τον επικαλούνται στις προσευχές τους, τους εγγύς και τους μακράν.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*