Ιερός Ναός Αγίας Βαρβάρας Θεσσαλονίκης

Η Τιμία Κάρα του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος Αρχιεπίσκοπος Κων/πολεως (13/11)

Ο άγιος καταγόταν από την πόλη της Αντιόχειας. Οι γονείς του ήταν Χριστιανοί και ονομάζονταν Σεκούνδος και Ανθούσα. Ετυχε δεξιάς φύσεως γι’ αυτό και σημείωσε μεγάλη πρόοδο στην εκμάθηση των κλασσικών γραμμάτων. Περισσότερο όμως επιδόθηκε στην μελέτη των Θείων λόγων, κυρίως της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.

Η λειψανοθήκη με την κάρα του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Σύντομα ασπάστηκε τον μοναχικό βίο. Εξαιτίας όμως της  αρετής του, η οποία γρήγορα έγινε γνωστή στον λαό, αφού κατά τον λόγο του Κυρίου «Ου δύναται πόλις επάνω όρους κρυβήναι» χειροτονείται ιερέας από τον τότε Αρχιεπίσκοπο Αντιοχείας. Όταν χήρευσε ο θρόνος της Βασιλευούσης των πόλεων, τότε κλήθηκε και ο άγιος να ανέβει σ’ αυτόν και να αρδεύσει τις ψυχές των πιστών με τα αείρροα νάματα της διδασκαλίας του.

Μεταξύ άλλων τόνισε πολύ την αξία της ελεημοσύνης, σαν το δείγμα της έμπρακτης αγάπης αλλά και το αναγκαίο του ταπεινού φρονήματος, του κεντρικού στοιχείου της μετανοίας. Ο άγιος Χρυσόστομος επειδή αγαπούσε τον Θεό, αψηφούσε και αποστρεφόταν την ανθρώπινη δόξα, γι αυτό και δεν έκανε καμμία διάκριση μεταξύ των ισχυρών και των αδυνάτων (κοινωνικά).

Αυτό όπως  ήταν φυσικό προκάλεσε την αντίδραση των κρατούντων, οι οποίοι και δεν δίστασαν να τον κατεβάσουν από τον θρόνο, και τέλος να τον εξορίσουν σε απομακρυσμένη περιοχή της Αρμενίας όπου μετά από πολλές θλίψεις και κακουχίες άφησε την τελευταία του πνοή γύρω στο έτος 407 μ.Χ.

Κάτι το οποίο είναι θαυμαστό και άξιο προσοχής στην κάρα του αγίου Χρυσοστόμου και που μπορεί ο καθένας «ιδίοις όμμασι» να ψηλαφήσει είναι η αφθαρσία του δεξιού ωτίου (αυτιού). Λέμε θαυμαστό γιατί είναι γνωστό ότι το μέρος αυτό του σώματος είναι από τα πρώτα που φθείρονται όταν αυτό υποστεί τον φυσικό θάνατο. Η αφθαρσία αυτή που  παρατηρείται ίσως έχει σχέση κάτι το οποίο αναφέρεται στον κατά πλάτος ??? βίο του αγίου. Αναφέρεται εκεί ότι ο μαθητής του αγίου και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Κων/πολεως άγιος Πρό…ς??? είδε οφθαλμοφανώς τον απόστολο Παύλο σκυμμένο στο αυτί του αγίου να τον καθοδηγεί στην ερμηνεία των επιστολών του.

Ένα θαυμαστό γεγονός το οποίο είναι ικανό να φανερώσει το ύψος της αγιότητας του μεγάλου πατρός είναι και το εξής: κάπου αναφέρεται, ότι κάποιος ο οποίος πολύ αγαπούσε τον άγιο και που όπως φαίνεται δεν ήταν άμοιρος της αρετής του, παρακαλούσε τον Θεό με επιμονή να του αποκαλύψει αν ο αγ. Χρυσόστομος βρήκε παρρησία κοντά του.

Ο Θεός άκουσε την ικεσία του και του έδειξε όλα τα τάγματα των δικαίων με τον τρόπο που αυτός γνωρίζει. Όμως επειδή δεν είδε τον αγαπημένο του άγιο άρχισε να λυπάται και ρώτησε τον άγιο Αγγελο που τον συνόδευε «Κύριε, αυτόν που επιθυμούσα να δώ δεν τον είδα» και ο Αγγελος του απαντά· «Για τον Ιωάννη της μετανοίας λές; Αυτόν κανείς από τους ανθρώπους δεν μπορεί να τον δεί γιατί βρίσκεται εκεί που είναι ο θρόνος του Θεού.»

 

Πηγή: https://www.vatopedi.gr/i-moni/monachikos-vios-i-m-vatopediou/iera-sevasmata/iera-lipsana/i-kara-tou-agiou-ioannou-tou-chrisostomou/

 

Σημείωσις:

Το άρθρο αναρτήθηκε λόγω της προσεγγιζούσης εορτής του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου όπου και πανηγυρίζει λαμπρώς ο φερώνυμος Ιερός Ναός του (περιοχ. Θεαγενείου) αλλά και της ελεύσεως της Τιμίας Κάρας του Αγίου εκ της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπεδίου Αγίου Όρους.

Περισσότερα

Ο Ακάθιστος Ύμνος

Στην επίσημη λειτουργική γλώσσα η ακολουθία αυτή ονομάζεται «Ακάθιστος Ύμνος» ή μονολεκτικά «Ακάθιστος» από την ορθία στάση, που τηρούσαν οι πιστοί καθ’ όλη τη διάρκεια της ψαλμωδίας της. Έτσι και με τα λόγια και με τη στάση του σώματος εκφράζεται η τιμή, η ιδιαίτερη ευλάβεια, η ευχαριστία προς εκείνη, προς την οποία απευθύνουμε τους χαιρετισμούς μας.

Είναι δε η ακολουθία αυτή στη σημερινή λειτουργική μας πράξη εντεταγμένη στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του μικρού αποδείπνου, όπως ακριβώς τελέσθηκε απόψε. Έτσι γίνεται κάθε Παρασκευή στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες των Νηστειών, ακόμα και την Παρασκευή της Ε’ Εβδομάδος, που μετά την τμηματική στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες ψαλμωδία του, ανακεφαλαιώνεται ολόκληρος ο ύμνος. Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενοριακή πράξη και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, έχουμε και αλλά λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου: την ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την ‘ «πρεσβεία». Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις σ’ ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακάθιστου.

Θα παρατρέξωμε το διαφιλονικούμενο, εξ’ άλλου, θέμα του χρόνου της συντάξεως και του ποιητού του Ακάθιστου. Πολλοί φέρονται ως ποιηταί του: ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο Γεώργιος Πισίδης, οι πατριάρχαι της Κωνσταντινουπόλεως Σέργιος, Γερμανός ο Α΄, ο Ιερός Φώτιος, ο Γεώργιος Νικομήδειας (Σικελιώτης), ποιηταί που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα. Η παράδοσις παρουσιάζει μεγάλη αστάθεια και οι νεώτεροι μελετηταί, στηριζόμενοι στις λίγες εσωτερικές ενδείξεις που υπάρχουν στο κείμενο, άλλοι προτιμούν τον ένα και άλλοι τον άλλο από τους φερομένους ως ποιητάς του. Ένα ιστορικό γεγονός, με το οποίο συνεδέθη από την παράδοσι η ψαλμωδία του Ακάθιστου, θα μπορούσε να μας προσανατολίση κάπως στην αναζήτησί μας: Η επί του αυτοκράτορος Ηρακλείου πολιορκία και η θαυμαστή σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως την 8η  Αυγούστου του έτους 626. Κατά το Συναξάριο μετά την λύσι της πολιορκίας εψάλη ο ύμνος αυτός στον ναό της Θεοτόκου των Βλαχερνών, ως δοξολογία και ευχαριστία για την σωτηρία, που απεδόθη στην θαυματουργική δύναμι της Θεοτόκου, της προστάτιδας της Πόλεως. Πατριάρχης τότε ήτο ο Σέργιος, που πρωτοστάτησε στους αγώνας για την άμυνα. Εύκολο ήταν να θεωρηθη και ποιητής του ύμνου, αν και ούτε ως υμνογράφος μας είναι γνωστός, ούτε και ορθόδοξος ήτο. Εξ’ άλλου ο ύμνος θα έπρεπε να ήταν παλαιότερος, γιατί αν ήταν γραμμένος για την σωτηρία της Πόλεως δεν θα ήταν δυνατόν παρά ρητώς να κάμνη λόγο γι’ αυτήν και όχι να αναφέρεται σε άλλα θέματα, όπως θα ιδούμε πιο κάτω. Η ψαλμωδία όμως του Ακάθιστου συνδέεται από τις ιστορικές πηγές και με άλλα παρόμοια γεγονότα: τις πολιορκίες και την σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως επί Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673), επί Λέοντος του Ισαύρου (717-718) και επί Μιχαήλ Γ΄ (860).

Όποιος όμως και αν ήταν ο ποιητής και με οποιοδήποτε ιστορικό γεγονός από τα ανωτέρω και αν συνεδέθη πρωταρχικά, ένα είναι το αναμφισβήτητο στοιχείο, που μας δίδουν οι σχετικές πηγές, ότι ο ύμνος εψάλλετο ως ευχαριστήριος ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους κατά τις ευχαριστήριες παννυχίδες που ετελούντο εις ανάμνησιν των ανωτέρω γεγονότων. Κατά την παρατήρησι του συναξαριστού ο ύμνος λέγεται «Ακάθιστος», γιατί τότε κατά την σωτηρία της Πόλεως και έκτοτε μέχρι σήμερα, όταν οι, οίκοι του ύμνου αυτού εψάλλοντο, «ορθοί πάντες» τους ήκουαν εις ένδειξιν ευχαριστίας προς την Θεοτόκο, ενώ στους οίκους των άλλων κοντακίων «εξ έθους» εκάθηντο.

Γιατί όμως ψάλλεται κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή; Οι λύσεις των ανωτέρω πολιορκιών δεν συνέπεσαν κατ’ αυτήν. Στις 8 Αυγούστου ελύθη η πολιορκία επί Ηρακλείου, τον Σεπτέμβριο η επί Πωγωνάτου, στις 16 Αυγούστου εωρτάζετο η ανάμνησις της σωτηρίας της Πόλεως επί Λέοντος Ισαύρου και στις 18 Ιουνίου ελύθη η πολιορκία επί Μιχαήλ του Γ΄. Με την Μεγάλη Τεσσαρακοστή συνεδέθη προφανώς εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου: Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη εορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρας της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεόρτων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να κάλυψη η ψαλμωδία του Ακάθιστου, τμηματικώς κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος. Το βράδυ της Παρασκευής ανήκει λειτουργικούς στο Σάββατο, ήμερα που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες ήμερες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο εορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις όποιες, καθώς είδαμε, μετατίθενται οι εορτές της εβδομάδος. Καθ’ ωρισμένα Τυπικά ο Ακάθιστος εψάλλετο πέντε ήμερες προ της εορτής του Ευαγγελισμού και κατ’ άλλα τον όρθρο της ημέρας της εορτής. Ο Ακάθιστος ύμνος είναι το κοντάκιο του Ευαγγελισμού, ο ύμνος της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού.

Όταν ο Ακάθιστος συνεδέθη με τα ιστορικά γεγονότα, που αναφέραμε, τότε συνετέθη νέο ειδικό προοίμιο, γεμάτο δοξολογία και ικεσία, το τόσο γνωστό «Τη ύπερμάχω». Στην υπέρμαχο στρατηγό, η πόλις της Θεοτόκου, που λυτρώθηκε χάρι σ’ αυτήν από τα δεινά, αναγράφει τα νικητήρια και παρακαλεί αυτήν που έχει την ακαταμάχητη δύναμι να την ελευθερώνη από τους ποικίλους κινδύνους για να την δοξολογή κράζοντας το: «Χαίρε, νύμφη ανύμφευτε». Ο ύμνος ψάλλεται και πάλι σε ήχο πλ. δ΄.

«Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια, 
ως λυτρωθείσα των δεινών, ευχαριστήρια 
αναγράφω σοι η Πόλις σου, Θεοτόκε· 
αλλ’ ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον, 
εκ παντοίων με κινδύνων ελευθέρωσον,
ίνα κράζω σοι·
Χαίρε, νύμφη ανύμφευτε».

Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ    
ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ 

Πηγή: http://www.apostoliki-diakonia.gr/gr_main/catehism/theologia_zoi/themata.asp?contents=selides_katixisis/contents_MegaliSarakosti.asp&main=kat007&file=2.8.3.htm

Περισσότερα

Το διά κολλύβων θαύμα του αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος

Κατά το Α’ Σάββατο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία μας εορτάζει ένα γεγονός που έλαβε χώρα γύρω στα μέσα του 4ου αιώνος, τον καιρό της βασιλείας του Ιουλιανού, ανιψιού του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Ο Ιουλιανός, ο επιλεγόμενος και παραβάτης ή αποστάτης, αν και ήταν χειροθετημένος αναγνώστης, μόλις ανέβηκε στο θρόνο των Ρωμαίων, αρνήθηκε το άγιο βάπτισμα. Άρχισε διωγμό κατά της Εκκλησίας, κρυφό αλλά και φανερό και προσπάθησε να επαναφέρει σε ισχύ την ειδωλολατρική θρησκεία. Γνωρίζοντας ότι οι χριστιανοί άρχιζαν τη νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, θέλησε να τους μολύνει. Διέταξε λοιπόν, κρυφά, όλες οι τροφές στην αγορά να ραντισθούν με αίματα ειδωλολατρικών θυσιών.
Όμως με Θεία ενέργεια, φάνηκε στον ύπνο του τότε Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Ευδόξίου, ο μάρτυρας Θεόδωρος και φανέρωσε το πράγμα. Παρήγγειλε να ενημερωθούν όλοι οι χριστιανοί, να μην αγοράσουν καθόλου τρόφιμα από την αγορά και για να αναπληρώσουν την τροφή να βράσουν σιτάρι και να φάνε τα λεγόμενα κόλλυβα, όπως τα έλεγαν στα Ευχάϊτα, την πατρίδα του αγίου. Έτσι και έγινε και ματαιώθηκε ο σκοπός του ειδωλολάτρη αυτοκράτορα να εμπαίξει τους χριστιανούς και τις λατρευτικές τους συνήθειες. Και το Σάββατο τότε, ο ευσεβής λαός που διαφυλάχθηκε αμόλυντος στην καθαρά εβδομάδα, απέδωσε ευχαριστίες στον μάρτυρα. Από τότε, η Εκκλησία τελεί κάθε έτος την ανάμνηση αυτού του γεγονότος εις δόξαν Θεού και τιμή του μεγαλομάρτυρα αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος.

Τα κόλλυβα λοιπόν ή το βρασμένο στάρι, σήμερα διακοσμημένο και με άλλα υλικά, αποδίδεται μεν στην νουθεσία του αγίου Θεοδώρου και γι’ αυτό τιμητικά προσφέρουμε κόλλυβα και στην μνήμη του , αλλά και στη μνήμη άλλων αγίων. Είναι κόλλυβα τιμής αυτά και διαφέρουν από τα κόλλυβα τα προσφερόμενα εις μνημόσυνο των ευσεβώς κεκοιμημένων. Γιατί, όντως τα κόλλυβα και το σιτάρι συνδέονται με την κοίμηση των χριστιανών και την πίστη στην ανάσταση των νεκρών, την ίδια εκείνη πίστη που ομολογούμε στο Σύμβολο λέγοντας: “προσδοκώ ανάστασιν νεκρών”. Ο βρασμένος σίτος πού είναι κατά κάποιον τρόπο “νεκρός” μας φέρνει στο νου τα λόγια του Χριστού πρό της θυσίας και του ζωοποιού του θανατου: “αμην αμην λεγω υμιν εαν μη ο κοκκος του σιτου πεσων εις την γην αποθανη αυτος μονος μενει εαν δε αποθανη πολυν καρπον φερει”. Έτσι , λοιπόν και οι κεκοιμημένοι αδελφοί μας “σπείρονται” στην γη εν φθορά, αλλά πρόκειται να αναστηθούν εν δόξη και αφθαρσία. Σύμβολο της ανάστασης μας είναι τα κόλλυβα, της εσχατολογικής μας αφύπνισης από τον ύπνο του θανάτου.

Το όφελος των κολλύβων λοιπόν είναι το εξής: Τα μεν προσφερόμενα εις τιμήν και μνήμην αγίων μας δίδονται για αγιασμό και ευλογία και ανάμνηση ότι εκείνοι νίκησαν τον θάνατο της αμαρτίας και πρόκειται να αναστηθούν και να σταθούν στα δεξιά του Θεού εν ημέρα Κρίσεως. Τα κόλλυβα υπέρ των κεκοιμημένων έχουν διδακτικό σκοπό και ομολογιακό ύφος: πιστεύουμε και ομολογούμε με τα κόλλυβα του σίτου, την τελική ανάσταση των κεκοιμημένων και ευχόμαστε να αναστηθούν εν αφθαρσία.

Άξιζει να σημειωθεί, ότι το λειτουργικό βιβλίο της περιόδου αυτής, το γνωστό Τριώδιο, περιλαμβάνει μια ωραία ακολουθία για την ευλογία των κολλύβων προς τιμήν του αγ. Θεοδώρου. Η αντίληψη λοιπόν ότι «το Σάββατο των αγ. Θεοδώρων είναι το τρίτο ψυχοσάββατο», όπως αδαώς επικρατεί στις μέρες μας, είναι εντελώς αστήρικτη και εσφαλμένη. Ας αναλογιστούμε ότι το Σάββατο είναι ημέρα για τους κεκοιμημένους καθ’ όλο τον χρόνο, εκτός από το Σάββατο του Λαζάρου, το Μέγα Σάββατο, το Σάββατο της Διακαινησίμου (του Πάσχα), αλλά κι όταν συμπέσει Δεσποτική (του Χριστού) ή Θεομητορική (της Παναγίας) εορτή το Σάββατο. Μπορούμε, επομένως, να προσφέρουμε κόλλυβα για τους κεκοιμημένους κάθε Σάββατο, με τις εξαιρέσεις που αναφέραμε, πέρα από τα δύο επίσημα Ψυχοσάββατα – της Απόκρεω και της Πεντηκοστής. Ας αφιερώσουμε αυτό το Σάββατο της Α’ εβδομάδος της Τεσσαρακοστής, τιμώντας τον Άγιο Θεόδωρο – κι όχι τους νεκρούς μας – για να έχουμε τις πρεσβείες του στον Θεό και να στοιχιζόμαστε στην αγιοπαράδοτη ευσέβεια της Εκκλησίας μας, που θέλει «πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω».

Περισσότερα

Επτά Λόγοι στους Χαιρετισμούς – Ορθοδοξία και Eλληνισμός

Αρχιμ. Δαμιανού Ζαφείρη, 
Επτά Λόγοι στους Χαιρετισμούς

εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα, 1998, σελ. 47-54.

 

Δυο δώρα προσφέρουμε κάθε Παρασκευή των Χαιρετισμών στην Παναγία. Δυό υπέροχα δώρα που είναι αντάξια της Μητέρας του Θεού, της Θεοτόκου, της τιμιωτέρας των Χερουβείμ και ενδοξοτέρας των Σεραφείμ. Τα θεσπέσια αυτά δώρα είναι ο Ακάθιστος Ύμνος με τους 24 Οίκους και ο Κανόνας με τις εννέα ωδές. Και τα δυό είναι αριστουργήματα της Βυζαντινής υμνολογίας που εξαίρουν το έργο και το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο υμνογράφος στον κανόνα χρησιμοποιεί για την Παναγία τις φράσεις: «ρόδον τό ἀμάραντον , μύρον πολύτιμον , στάχυνἡ βλαστήσασα τόν θεῖον, εἴσοδος τῶν σωζόμενων, κλίμαξ , γέφυρα, ἱερόν καταφύγιον ἰσχύς καί ὄχυρωμα τῶν ἀνθρώπων, λιμήν, ἄνθος τό ἀμάραντον, τεῖχος καί ὄχυρωμα, ἄστρον ἄδυτον, τῶν ἀθλητῶν στεφάνωμα».

Ό λα αυτά χαρακτηρίζουν την ξεχωριστή θέση που έχει η Παναγία στον κόσμο της αγιότητος της Εκκλησίας. Ως Μητέρα του Θεού είναι ο μοναδικός θησαυρός του πιστού, διότι προσφέρεται για την σωτηρία του κόσμου και γι’ αυτό αποκαλείται «κόσμου διάσωσμα ». Η Παναγία είναι το καταφύγιο και το λιμάνι των πιστών, διότι σ’ αυτήν βλέπουν ασφάλεια και προστασία. Και στον Ακάθιστο Ύμνο αποκαλείται « ἀστήρ , ὁδηγός σωφροσύνης, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων, γῆ τῆς ἐπαγγελίας , τό ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας , τό στέφος τῆς ἐγκράτειας , ὄχημα πανάγιον , οἴκημα πανάριστον , ἐλπίς ἀγαθῶν αἰωνίων, σκηνή τοῦ Θεοῦ καί λόγου, ἁγία ἅγιων με ῖζον , ἀσάλευτος πύργος, τό ἀπόρθητον τεῖχος». Όλα αυτά τονίζουν το μέγιστο έργο της Παναγίας για την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Η τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξότερα των Σεραφείμ συνεχίζει το θείο έργο με τα πολυάριθμα θαύματα προς όσους προστρέχουν με πίστη και αγάπη στον Θεό.

Ιδιαίτερα ο Ακάθιστος Ύμνος είναι ευχαριστήριος Ύμνος και εγκώμιο στο πρόσωπο της Παναγίας για το μεγάλο θαύμα που έκανε το έτος 626 στην Κωνσταντινούπολη, νικώντας δυο μεγάλες στρατιές αλλοθρήσκων, τους Πέρσες και τους Αβάρους. Ο Ακάθιστος Ύμνος παρουσιάζει την βαθιά πίστη των προγόνων μας στο Θεό και στην πατρίδα. Αυτά τα δυό ήταν ενωμένα στην ψυχή του λαού του Βυζαντίου και εκφράζονται έντονα στον Ακάθιστο Ύμνο με το « Χα ῖ ρε νύμφη ἀ νύμφευτε » και « τῇ ὑπερμάχω στρατηγῷ τά νικητήρια». Μέ τό « χα ῖ ρε νύμφη ἀ νύμφευτε » παρουσιάζεται το κοσμοσωτήριο έργο της Παναγίας και με το « τῇ ὑπερμάχω στρατηγῷ » τονίζονται τα θαυμαστά γεγονότα της ιστορίας του Βυζαντίου. Τα θρησκευτικά και τα εθνικά ιδεώδη συνυπάρχουν στο λαό του Βυζαντίου. Η έννοια της θρησκείας και της πατρίδος λαμβάνουν ιδιαίτερο χώρο στη συνείδηση του λαού αυτού.

Η εθνική και η θρησκευτική συνείδηση

Ὁ Ακάθιστος ύμνος μας καλεί να μαθητεύσουμε στην ιστορία των προγόνων μας, για να ωφεληθούμε από τα διδάγματά της για τους κοινούς θρησκευτικούς και εθνικούς αγώνες τους. Οι έννοιες της πίστεως και της πατρίδος συνυπήρχαν στην συνείδηση του λαού του Βυζαντίου. Η πίστη και η ελευθερία ήταν τα μοναδικά ιδανικά των και γι’ αυτά πολεμούσαν μέχρι θυσίας.

Η έννοια της πατρίδας ήταν συνυφασμένη με την έννοια της θρησκείας, διότι σ’ αυτήν υπήρχαν τα ιερά και όσια της πίστεώς των. Ακόμη και οι αρχαίοι πρόγονοί μας έδιναν μία ιερότητα στην έννοια της πατρίδος και αυτό το τονίζει ο σοφός Σωκράτης: «Μητρός τέ καί πατρός καί τῶν ἄλλων προγόνων ἁ πάντων τιμιώτερον ἐστιν ἡ πατρίς καί σεμνότερον καί ἁγιώτερον…» (=Και από την μητέρα και από τον πατέρα κι όλους γενικά τους άλλους προγόνους πιο πολύτιμο αγαθό είναι η πατρίδα και πιο σεβαστό και πιο ιερό…). Ο δε στρατηγός Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του έγραφε: « Γλυκύτερον πρᾶγμα δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τήν πατρίδα καί τήν θρησκεία». Και ο Κωστής Παλαμάς γράφει με τόλμη: « Δέν ζεῖ χωρίς πατρίδα ἡ ἀνθρώπινη ψυχή».

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι στην πατρίδα εμπιστευόμαστε τη ζωή μας, τη ζωή των παιδιών μας, την τιμή μας, τα ιερά και τα όσιά μας. Γι’ αυτό είναι ανάγκη να αγαπάμε την πατρίδα μας και να έχουμε εθνική συνείδηση. Διότι η εθνική συνείδηση δηλώνει κοινούς αγώνες, κοινή γλώσσα και θρησκεία και κοινές παραδόσεις.

Η εθνική και η θρησκευτική συνείδηση πρέπει να πορεύονται μαζί, όπως η ενότητα ενός έθνους και η πίστη στο Θεό, η αρετή και το θείο. Και οι δυο μαζί οδηγούν στην ομόνοια ενός έθνους. Το παρελθόν της Ελλάδος είναι λαμπρό με τις ηρωικές μορφές της που την διέκριναν από όλα τα έθνη του κόσμου. Οι ιερές παραδόσεις εξυψώνουν την εθνική συνείδηση για νέους αγώνες και θυσίες.

Η πίστη στα υψηλά ιδανικά εμπνέει το πνεύμα της άμιλλας, της ενότητας και συνεργασίας που ξυπνά τον Έλληνα από τον λήθαργο της αδιαφορίας και της ατομικής ευμάρειας. Ας ξεχάσουμε τους φανατισμούς μας, τις μισαλλοδοξίες, τις αδικίες και τα μίση που διασπούν την ενότητά μας, διότι η ελληνική ιστορία μας έχει διδάξει ότι τίποτε καλό δεν έχουμε επιτύχει με τις διχόνοιες. Όπως προέτρεπε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης τους Έλληνες, «να’ στε μονιασμένοι».

Ορθοδοξία και Ελληνισμός

Πάντοτε η Ορθοδοξία ήταν παράγοντας ενότητας, ειρήνης και συμφιλιώσεως των Ελλήνων, διότι κηρύττει την ελευθερία και την αγάπη μεταξύ των ανθρώπων. Βλέπει το ανθρώπινο πρόσωπο ως εικόνα του Θεού και το σέβεται προσφέροντάς του τα υψηλά ιδανικά και τις θεανθρώπινες αξίες του Χριστιανισμού. Η Ορθοδοξία στοχεύει να δημιουργήσει ώριμους και υπεύθυνους ανθρώπους με υψηλούς σκοπούς, ώστε να συμβάλλουν για μια καλύτερη κοινωνία, η οποία να εμφορείται από τις αξίες της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της αγάπης.

Ως ορθόδοξοι χριστιανοί έχουμε την προσωπική ευθύνη για ορθόδοξο και ελληνικό ήθος. Και τα δυο μαζί να συμπορεύονται και να κατευθύνουν την ψυχή του Έλληνα σε νέους αγώνες και θυσίες. Είναι αλήθεια ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν αναπτύξει σε μεγάλο βαθμό τη μεγάλη αξία της θρησκείας και της πατρίδος.

Μπορεί να αισθανόμαστε αδύναμοι μπροστά στις δυνάμεις των μεγάλων εθνών, στις υπεράριθμες στρατιές άλλων χωρών, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι 12.000 στρατιώτες που είχαν μείνει στα τείχη της Κωνσταντινούπολης με τον πατριάρχη Σέργιο και τον φρούραρχο Βώνο πολέμησαν τις μυριάδες των Περσών και των Αβάρων , που κτυπούσαν αλύπητα τα φρούρια της Κωνσταντινούπολης από ξηρά και θάλασσα. Η νίκη των βαρβάρων ήταν σίγουρη, αλλά δεν είχαν υπολογίσει την πίστη των ολιγάριθμων χριστιανών. Η Παναγία έκανε πάλι το θαύμα της και ως Στρατηγός διηύθυνε το στράτευμα, προσθέτοντας την δύναμη του Θεού και κατατροπώνοντας τις εχθρικές δυνάμεις των Περσών και των Αβάρων. Η δύναμή μας είναι η πίστη μας στο Θεό και την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία ως Υπέρμαχος Στρατηγός θα οδηγήσει την Ορθοδοξία και τη μικρή Ελλάδα και σε άλλα θαύματα, αρκεί εμείς να είμαστε σταθεροί στην πίστη και στα ιδανικά μας.

Η Ορθοδοξία και ο Ελληνισμός πορευόμενοι μαζί δίνουν μήνυμα και πρόσκληση στον σύγχρονο κόσμο, προσφέροντας τις παραδόσεις και την πνευματική κληρονομιά της. Πάντοτε η Ορθοδοξία και ο Ελληνισμός υπήρξαν ενωμένοι και αυτό δηλώνεται με την σφραγίδα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού. Είναι οι δυό όψεις του αυτού νομίσματος.

Η κρίση των αξιών

Σήμερα ζούμε σ’ έναν κόσμο που η ελληνική κοινωνία απειλείται από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς και συγχρόνως διέρχεται κρίσεις, από τις οποίες κινδυνεύει να χάσει την ταυτότητά της. Ξεκινά από τη κρίση των αξιών και των ιδεολογιών και φθάνει μέχρι την κρίση του ανθρωπισμού, της ηθικής, της οικογένειας και της παιδείας. Αυτό που κυριαρχεί περισσότερο είναι η κρίση των ηθικών αξιών, από την έλλειψη της αγάπης και της προσφοράς. Ακόμη ένας αφανής κίνδυνος είναι η κρίση των συνειδήσεων των ανθρώπων, που νεκρώνονται εξαιτίας του ατομισμού και της μοναξιάς.

Σήμερα η Ορθοδοξία και ο Ελληνισμός δίνουν την δική τους μαρτυρία σε όλο τον κόσμο, προβάλλοντας τις πνευματικές τους αξίες στο δυτικό τρόπο ζωής, ο οποίος αποχαυνώνει το ανθρώπινο πρόσωπο και προξενεί μία νέα απαξία, του μηδενισμού και της στείρας λογικής. Η μεν Ορθοδοξία εκτός από μία μυστηριακή εκκλησιολογική ενότητα, δημιουργεί ένα συγκροτημένο άνθρωπο με ορθόδοξο ήθος. Ο δε Ελληνισμός με τον πολιτισμό του προσφέρει ένα κοινωνικό γίγνεσθαι στο σημερινό άνθρωπο, για να ξεφύγει από το λαβύρινθο των αδιεξόδων που μαστίζουν την κοινωνία. Η Ορθοδοξία προβάλλει τον εσταυρωμένο Ιησού Χριστό, ο Ελληνισμός την ακρόπολη των αξιών, την Δημοκρατία με όλα τα υγιή στοιχεία της. Η Ορθοδοξία με την λατρεία της ενώνει τον πιστό με τον Θεό, για να νικήσει τις δυνάμεις της αμαρτίας και να τον οδηγήσει πλέον στη θεία ζωή του καινού κόσμου του Θεού. Ο Ελληνισμός προβάλλει την αρετή του Σωκράτη, την ηθική του Πλάτωνα, την ανδρεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τα υψηλά ιδανικά σοφών ανδρών. Και σήμερα υπάρχουν πολλοί που επιβουλεύονται την ακεραιότητα της Ελλάδος, προσβάλλοντας την εθνική συνείδησή μας με το να αλλοιώνουν την ελληνική Ιστορία (όπως με την ονομασία της Μακεδονίας των Σκοπίων). Επίσης εσωτερικοί εχθροί που προσβάλλουν το ορθόδοξο φρόνημα του Ελληνικού λαού, προβάλλοντας ξενόφερτα πρότυπα ζωής, ιδέες και δοξασίες άλλων χωρών. Προσπαθούν με όλα αυτά να μειώσουν την δύναμη της Ελλάδος και να δεσμεύσουν την ελευθερία της πίστεως του λαού. Στην Ελλάδα γεννήθηκαν ο λόγος και η ελευθερία και η Ελλάδα μεγαλούργησε γιατί πίστευε σε υψηλά ιδανικά και αξίες που την διέκριναν από τις άλλες χώρες του κόσμου. Και σήμερα, αν αγαπάμε την πατρίδα και την Ορθοδοξία μας, είναι ανάγκη να υψώσουμε την φωνή μας τόσο σε ξένους επιβουλείς όσο και σ’ εκείνους που ζητούν να σκλαβώσουν την θρησκευτική πίστη μας είτε σε μια ταυτότητα ή σε ξενόφερτες παραθρησκείες και αιρέσεις που αλλοιώνουν την ορθόδοξη ελληνική παράδοση. Και πάλι η Παναγία θα κάνει το θαύμα της για να μας προστατέψει από εχθρούς, όπως την εποχή εκείνη, αρκεί η πίστη στον Θεό να είναι δυνατή και σταθερή.

 

Πηγή: http://www.apostoliki-diakonia.gr/gr_main/catehism/theologia_zoi/themata.asp?cat=leit&main=katixisi&file=Dialogoi/page7.htm

Περισσότερα

Οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Λόγος εις την Κυριακήν της Τυρινής.

Οι θειότατοι και Αγιοι Πατέρες εθέσπισαν να κάνωμεν σήμερον, ήτοι πρό της Αγίας Τεσσαρακοστής, την ανάμνησιν της εξορίας των πρωτοπλάστων από την τρυφήν του Παραδείσου, δείχνοντες εμπράκτως πόσον καλόν και ωφέλιμον πράγμα είναι η νηστεία εις την ανθρωπίνην φύσιν, και πάλιν εκ του εναντίου, πόσον κακόν και αισχρόν είναι η αδηφαγία.

Παρατρέξαντες λοιπόν οι Πατέρες τα κατά μέρος πάντα, οπού εις όλον τον κόσμον γίνονται, άπειρα σχεδόν όντα, τον πρωτόπλαστον Αδάμ προβάλλουν εις όλους παράδειγμα, πόσον κακόν έπαθε, με το να μην ενήστευσε προς ολίγον, και εις την εδικήν μας φύσιν μετέδωκε, σαφώς δεικνύοντες, και ότι πρώτον παράγγελμα του Θεού προς τους ανθρώπους εδόθη το της νηστείας καλόν, το οποίον με το να μην εφύλαξεν εκείνος, αλλά εις την γαστέρα υπήκουσε, το δέ αληθέστερον εις τον πλάνον όφιν από την παρακύνησιν της Εύας, όχι μόνον Θεός δέν έγινεν, αλλά και εις τον θάνατον κατεκρίθη, και εις όλον το γένος μετέδωκε του κακού.

Λοιπόν, δια την τρυφήν του πρωτοπλάστου Αδάμ ο Κύριος ενήστευσεν ημέρας τεσσαράκοντα, και υπήκοος έγινεν. δια τούτο και η παρούσα Αγία Τεσσαρακοστή επαραδόθη από τους Αγίους Αποστόλους, δια να απολαύσωμεν ημείς δια της νηστείας την αφθαρσίαν, με το να φυλάξωμεν ημείς εκείνο, το οποίον με το να μην εφύλαξεν εκείνος, απώλεσε την αφθαρσίαν. και κατά άλλον τρόπον, ο σκοπός των Αγίων ούτος έστι, καθώς και προείπομεν, να περιλάβουν δια βραχέων, τα απ’ αρχής μέχρι τέλους γενόμενα έργα παρά του Θεού. και επειδή όλων των καθ’ ημάς αίτιον εστάθη η παράβασις και η έκπτωσις του Αδάμ από τον Παράδεισον, δια τούτο ταύτην ενταύθα πρωτίστην έταξαν, δια να φύγωμεν την παρακοήν, και να μή μιμηθώμεν κατ’ ουδέν την ακρασίαν αυτού.

Εις την έκτην ημέραν λοιπόν επλάσθη ο Αδάμ από την χείρα του Θεού, τον οποίον και με την ιδίαν του εικόνα ετίμησε, με το εμφύσημα οπού έκαμεν εις αυτόν, δίδοντας του εν ταυτώ και την εντολήν, ποίους καρπούς να τρωγη και ποίους να μή τρωγη. Εστάθη δέ μέσα εις τον Παράδεισον, κατά την γνώμην τινών διδασκάλων, έως εξ ώρας’ είτα εξώσθη εκείθεν, με το να παραβή την εντολήν. ο δέ Φίλων ο Εβραίος λέγει ότι εκατόν χρόνους έκαμεν εις τον Παράδεισον, άλλοι δέ λέγουν επτά ημέρας η χρόνους, και τούτο λέγουν δια την τιμήν του επταδικού αριθμού, οπού κοντά εις τους Εβραίους κατ’ εξαίρετον ήτον τίμιος. Οτι δέ εις την έκτην ώραν τας χείρας ήπλωσε και τον καρπόν ετρύγησεν, εφανέρωσε τούτο και ο νέος Αδάμ, ο Χριστός, όστις θεραπεύοντας του πρωτοπλάστου το τόλμημα, εις την έκτην ώραν και ημέραν τας παλάμας ήπλωσεν εν τω Σταυρώ.

Μέσον δέ φθοράς και αφθαρσίας επλάσθη ο Αδάμ, με σκοπόν εκείνο να αποκτήση, εις οποίον από τα δύο ήθελε κλίνει με την εδικήν του προαίρεσιν, ωσάν οπού εκατασκευάσθη αυτεξούσιος ότι δυνατόν ήτον εις τον Θεόν και αναμάρτητον να τον κάμη, αλλά δια να γένη και της εδικής του προαιρέσεως το κατόρθωμα, δια τούτο του έδωσε τον νόμον, όστις τον επρόσταζεν άπό όλα μέν τα φυτά να παίρνη καρπούς και να τρώγη, και άπό ένα μόνον να απέχη. Εκείνος δέ τη γυναικί πεισθείς, ή να ειπώ καλλίτερα τη ψυχοφθόρω συμβουλή του αρχεκάκου όφεως, αφίνοντας όλα τα άλλα, εις το θεόθεν εμποδισμένον ήπλωσε το παράνομον χέρι του. Τί δέ λογής φυτά ήσαν εκείνα τα συγχωρημένα, και τί λογής φυτόν ήτον εκείνο το εμποδισμένον, πολλοί πολλά λέγουν, τα οποία με το να είναι νοήματα υψηλά και θεωρίαι μεγάλαι, δεν καταλαμβάνονται από τους αγραμμάτους και απλουστέρους. το δε ξύλον, οπού εμπόδισεν ο Θεός, ξύλον του γινώσκειν καλόν και πονηρόν το ωνόμασαν από της εκβάσεως, ήγουν άπό το ιδίωμα οπού έχει η αμαρτία, ευθύς οπού εμβη εις πράξιν, δηλαδή ευθύς πού τελεσθή η αμαρτία, εγείρεται έξυπνα η συνείδησις, ο πικρός και αδυσώπητος κατήγορος, λέγουσα μέσα εις την ψυχήν προς τον αμαρτήσαντα’ κακά έπραξας, άξιος είσαι κολάσεως, και βλέπε ζωντανόν το παράδειγμα εις τους πρωτοπλάστους, οι οποίοι πρό της παρακοής ήσαν γυμνοί, και όμως ουκ ησχύνοντο’ έπειτα, όταν παρέβησαν την εντολήν, τότε εκατάλαβον ότι ήταν γυμνοί. Οθεν εκατάλαβαν πόσον καλόν είναι η υπακοή, και εκ του εναντίου πόσον κακόν η παρακοή. δια τούτο και ευθύς εφρόντισαν να σκεπάσουν την γύμνωσίν τους, και ακούσαντες τον προς αυτούς ερχομόν του Θεού εφοβήθησαν, και εκρύβησαν.

Μερικοί δέ είπον ότι το ξύλον εκείνο της παρακοής ήτον συκή, ότι με τα φύλλα εκείνης εσκεπάσθησαν, ευθύς οπού εκατάλαβαν την γύμνωσίν τους’ και τάχα δια τούτο και ο Χριστός, ώς αιτίαν γενομένην της παραβάσεως, την εκαταράσθη και εξηράνθη. Διότι και κάποιαν ομοιότητα έχει με την αμαρτίαν” πρώτον μέν το γλυκύ, έπειτα το άπό των φύλλων τραχύ και το κολλώδες του γάλακτος. Λοιπόν, αφού παρέβη την εντολήν και την θνητήν σάρκα εφόρεσε, και την κατάραν έλαβε της πολυωδύνου ζωής, εδιώχθη από τον Παράδεισον και φλογίνη ρομφαία εδιωρίσθη παρά Θεού να φυλάττη την πύλην του Παραδείσου, και αυτός εκάθισεν απ’ αντικρύ του Παραδείσου, κλαίων και ωδυρόμενος, δια τα τόσα αγαθά που εστερήθη, με το να μην ηθέλησε να φυλάττη την εντολήν του Δεσπότου, και να νηστεύση μικράν νηστείαν. και ούτως όλον το σύμπαν γένος, υπέκειτο είς την εκείνου αράν και αθλιότη¬τα, έως οπού πάλιν ο πλάσας ημάς Θεός ηλέησε την ημετέραν φύσιν, και εις το αρχαίον απεκατέστησεν αξίωμα, νικήσας τεχνηέντως τον ημάς απατήσαντα, τουτέστι δια νηστείας και ταπεινώσεως, τύπος γενόμενος εις ημάς τί λογής να νικώμεν και ημείς τον αντίπαλον.

Όλα λοιπόν αυτά θέλοντες να παραστήσουν οι θεοφόροι Πατέρες δι’ όλου του Τριωδίου, πρώτα βάνουν τα της Παλαιάς Διαθήκης, από τα οποία, πρώτη είναι η Δημιουργία και η του Αδάμ από τον Παράδεισον έξωσις, της οποίας την ανάμνησιν κάμνομεν σήμερον. Είτα και τα λοιπά προβάλλουν, τα της Γενέσεως του Μωϋσέως και των λοιπών, τα προφητικά, και περισσότερον τους δαβιτικούς λόγους” και τέλος επιφέρουν και τινά των της χάριτος, ήτοι της Νέας Διαθήκης. Από τα οποία πρώτος είναι ο Ευαγγελισμός, ο οποίος κατά άρρητον Θεού οικονομίαν, σχεδόν πάντοτε, μέσα εις την Αγίαν Τεσσαρακοστήν ευρίσκεται. Προχωρεί δέ το Τριώδιον, έτι δια του Λαζάρου και των Βαϊων και της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος και αυτών των Αγίων και σωτηριωδών Παθών του Χριστού, όπου τα Ιερά Ευαγγέλια αναγινώσκονται, και κατά λεπτόν τα Θεία Πάθη υμνολογούνται. Είτα και δια της Αναστάσεως και των λοιπών εορτών, μέχρι της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος, και τέλος δια των Ιερών Πράξεων των Αποστόλων, αι οποίαι τρανώς διηγοΰνται τί λογής το κήρυγμα έγινε, και ότι οι Θείοι Απόστολοι τους Αγίους πάντας συνήγαγον’ ότι αι Πράξεις των Αποστόλων βεβαιούν την Ανάστασιν δια των θαυμάτων, οπού έπραττον οι Απόστολοι εν τω ονόματι του σταυρωθέντος Ιησού. Επειδή λοιπόν, με το να μην ενήστευσε μίαν φοράν ο Αδάμ, επάθαμεν τα τόσα κακά, δια τούτο πρό της Αγίας Τεσσαρακοστής ετάχθη ύπό των Πατέρων η ανάμνησις αυτού, δια να συλλογιζώμεθα πόσον κακόν έφερεν εις τον κόσμον, με το να μην ενήστευσεν ο Αδάμ, και να σπουδάσωμεν μετά χαράς, να δεχθώμεν ημείς την νηστείαν, και καλώς να την φυλάττωμεν, δια να επιτύχωμεν ημείς εκείνο όπου έχασεν εκείνος, δηλαδή την θέωσιν, πενθούντες και νηστεύοντες και ταπεινούμενοι, έως να μας επισκεφθή ο Κύριος, διατί κατά άλλον τρόπον σχεδόν αδύνατον είναι να λάβωμεν εκείνο όπου εχάσαμεν.

Πρέπει δέ να ηξεύρωμεν ότι η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή του όλου χρόνου, είναι ωσάν ένας αποδεκατισμός’ διότι από την αμέλειάν μας δέν προαιρούμεθα, ούτε πάντοτε να νηστεύωμεν ούτε να απέχωμεν από κακάς πράξεις, δια τούτο οι θείοι Απόστολοι και ύστερα από αυτούς και οι Αγιοι Πατέρες παρέδωκαν εις ημάς αυτήν την Αγίαν Τεσσαρακοστήν ωσάν ένα θέρος ψυχών, δια να εξαλείψωμεν, δια μετανοίας και συντριβής, όσα κακά επράξαμεν όλον τον χρόνον, και δια τούτο, επειδή με τέτοιον σκοπόν και τέλος μας την επαράδωκαν οι θείοι Απόστολοι, πρέπει και να την φυλάττωμεν ακριβέστερον από κάθε άλλην νηστείαν. Επειδή και τας άλλας τρεις, ήγουν την των Αγίων Αποστόλων, την της Θεοτόκου, και του Σαρανταημέρου, η Εκκλησία μας τας παραδίδει, και χρέος έχομεν να τας φυλάττωμεν. Ομως αυτή είναι πολύ τιμιωτέρα και θειοτέρα, πρώτον, διατί ο Χριστός, ο αρχηγός της ημετέρας σωτηρίας, υπέρ ημών ενήστευσεν αυτήν, και τον πειράζοντα νικήσας εδοξάσθη’ δεύτερον, και δια τα Αγια Πάθη, τα οποία εις το τέλος λαμπρώς και θεοπρεπώς εορτάζομεν. Αλλά και ο Μωϋσής τεσσαράκοντα ημερονύκτια νηστεύσας, τον νόμον έλαβε” και ο προφήτης Ηλίας άλλας τόσας νηστεύσας, εν τω όρει τω Χωρήβ, ιδείν ηξιώθη τον Θεόν, ως ανθρώπω δυνατόν’ και ο Δανιήλ ωσαύτως και άλλοι πάμπολλοι, όσοι παρά τω Θεώ εφάνησαν δόκιμοι, δια νηστείας αυτώ ευηρέστησαν. δια ταύτην λοιπόν την αιτίαν, εβάλθη ενταύθα ύπό των Πατέρων, η Εξορία του Αδάμ, διδάσκουσα όλους ημάς να φυλάττωμεν τον όρον της νηστείας, όσον δυνάμεθα.

Τη αφάτω Σου ευσπλαγχνία, Χριστέ ο Θεός ημών, της τρυφής του Παραδείσου ημάς καταξίωσον, και ελέησόν ως μόνος φιλάνθρωπος. Αμήν.

Περισσότερα

Τί εἶναι τὰ Ψυχοσάββατα; Σὲ τί ὠφελοῦν;

Τὰ Ψυχοσάββατα

Ἀδελφοί μας.

Οἱ προσευχὲς γιὰ τοὺς κεκοιμημένους ἀδελφοὺς μας (εἴτε στὴ Θεία Λειτουργία, εἴτε στὰ μνημόσυνα, εἴτε στὰ τρισάγια, εἴτε στὰ ψυχοσάββατα) εἶναι ἡ ὑψίστη μορφή ἀγάπης πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ δὲν εἶναι πιὰ μαζί μας.

 

Μέσα στὴν ἰδιαίτερη μέριμνά της γιὰ τοὺς κεκοιμημένους ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ἔχει καθορίσει ξεχωριστὴ ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος γι’ αὐτούς.

Ὅπως ἡ Κυριακὴ εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἕνα ἑβδομαδιαῖο Πάσχα, ἔτσι τὸ Σάββατο εἶναι ἡ ἡμέρα τῶν κεκοιμημένων, γιὰ νὰ τοὺς μνημονεύουμε καὶ νὰ ἔχουμε κοινωνία μαζί τους. Σὲ κάθε προσευχὴ καὶ ἰδιαίτερα στὶς προσευχὲς τοῦ Σαββάτου ὁ πιστὸς μνημονεύει τοὺς οἰκείους, συγγενεῖς καὶ προσφιλεῖς, ἀκόμη καὶ τοὺς ἐχθρούς του ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό, ἀλλὰ ζητᾶ καὶ τὶς προσευχὲς τῆς Ἐκκλησίας γι’ αὐτούς.

Σὲ ἐτήσια βάση ἡ Ἐκκλησία ἔχει καθορίσει δύο Σάββατα, τὰ ὁποία ἀφιερώνει στοὺς κεκοιμημένους της. Εἶναι τά μεγάλα Ψυχοσάββατα• τὸ ἕνα πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακή της Ἀπόκρεω καὶ τὸ ἄλλο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς.

Τὸ Ψυχοσάββατο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακή τῆς Ἀπόκρεω ἔχει τὸ ἑξῆς νόημα: Ἡ ἑπόμενη ἡμέρα εἶναι ἀφιερωμένη στὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, ἐκείνη τὴ φοβερὴ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ὅλοι θὰ σταθοῦμε μπροστὰ στὸ θρόνο τοῦ μεγάλου Κριτῆ. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ μὲ τὸ Μνημόσυνο τῶν κεκοιμημένων ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ γίνει ἴλεως καὶ νὰ δείξει τὴ συμπάθεια καὶ τὴ μακροθυμία του, ὄχι μόνο σὲ μᾶς ἀλλὰ καὶ στοὺς προαπελθόντας ἀδελφούς, καὶ ὅλους μαζὶ νὰ μᾶς κατατάξει μεταξὺ τῶν υἱῶν τῆς Ἐπουράνιας Βασιλείας Του.  Μὲ τὸ δεύτερο Ψυχοσάββατο διατρανώνεται ἡ πίστη μας γιὰ τὴν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας τὴν ἵδρυση καὶ τὰ γενέθλια (ἐπὶ γὴς) γιορτάζουμε κατὰ τὴν Πεντηκοστή. Μέσα στὴ μία Ἐκκλησία περιλαμβάνεται ἡ στρατευομένη ἐδῶ στὴ γῆ καὶ ἡ θριαμβεύουσα στοὺς οὐρανούς. Κατὰ τὰ δύο μεγάλα Ψυχοσάββατα ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ σὲ μία παγκόσμια ἀνάμνηση «πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου». Μνημονεύει:

* Ὅλους ἐκείνους ποὺ ὑπέστησαν «ἄωρον θάνατον», σὲ ξένη γῆ καὶ χώρα, σὲ στεριὰ καὶ σὲ θάλασσα.

* Ἐκείνους ποὺ πέθαναν ἀπὸ λοιμικὴ ἀσθένεια, σὲ πολέμους, σὲ παγετούς, σὲ σεισμοὺς καὶ θεομηνίες.

* Ὅσους κάηκαν ἢ χάθηκαν.

* Ἐκείνους ποὺ ἦταν φτωχοὶ καὶ ἄποροι καὶ δὲν φρόντισε κανεὶς νὰ τοὺς τιμήσει μὲ τὶς ἀνάλογες Ἀκολουθίες καὶ τὰ Μνημόσυνα.

Ὁ Θεὸς δὲν περιορίζεται ἀπὸ τόπο καὶ χρόνο. Γι Αὐτὸν εἶναι γνωστὰ καὶ συνεχῶς παρόντα ὄχι μόνο ὅσα ἐμεῖς ἀντιλαμβανόμαστε στὸ παρόν, ἀλλὰ καὶ τὰ παρελθόντα καὶ τὰ μέλλοντα. Τὸ διατυπώνει λυρικότατα μία προσευχὴ τῆς Ἀκολουθίας τῆς θείας Μεταλήψεως, ποὺ ἀποδίδεται στὸν ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνὸ ἡ στὸν ἅγιο Συμεὼν τὸν νέο θεολόγο:

«Ἐπὶ τὸ βιβλίον δέ σου καὶ τὰ μήπω πεπραγμένα γεγραμμένα σοὶ τυγχάνει».

Ὡς αἰώνιος καὶ πανταχοῦ παρὼν ὁ πανάγαθος Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἀγκαλιάζει μὲ τὴ θεία του πρόνοια τὸ ἄπειρο σύμπαν καὶ τοὺς ἀτέρμονες αἰῶνες. Ὅλους τους ἀνθρώπους ποὺ ἔζησαν, ζοῦν καὶ θὰ ζήσουν τοὺς νοιάζεται ἡ ἀγάπη τοὺ• «ἡ γὰρ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ συνέχει ἠμᾶς» (Β’ Κὸ 5,14).

Μὲ αὐτὴν τὴν πίστη ἀναθέτουμε στὴν ἀγάπη καὶ στὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους», τοὺς ζωντανοὺς ἀλλὰ καὶ τοὺς κεκοιμημένους μας.

Ἂς δοῦμε τί ἔλεγε γιὰ τὰ μνημόσυνα ὁ μακαριστός π. Παΐσιος (ἀπὸ τὸν Δ’ τόμο, Οἰκογενειακὴ Ζωή,Λόγοι τοῦ π.Παισίου, Ἐκδόσεις Ἡσυχαστήριο Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, Σουρωτή, Θεσσαλονίκη).

– Γέροντα, οἱ ὑπόδικοι νεκροὶ (πλὴν τῶν Ἁγίων) μποροῦν νὰ προσεύχονται;

– Ἔρχονται σὲ συναίσθηση καὶ ζητοῦν βοήθεια, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ βοηθήσουν τόν εαυτό τους. Ὅσοι βρίσκονται στὸν Ἅδη μόνο ἕνα πράγμα θὰ ἤθελαν ἀπὸ τὸν Χριστό: νὰ ζήσουν πέντε λεπτὰ γιὰ νὰ μετανοήσουν. Ἐμεῖς ποὺ ζοῦμε, ἔχουμε περιθώρια μετανοίας, ἐνῶ οἱ καημένοι οἱ κεκοιμημένοι δὲν μποροῦν πιὰ μόνοι τους νὰ καλυτερεύσουν τὴν θέση τους, ἀλλὰ περιμένουν ἀπὸ ἐμᾶς βοήθεια. Γι’ αὐτὸ ἔχουμε χρέος νὰ τοὺς βοηθοῦμε μὲ τὴν προσευχή μας.


Γιατί, τί νὰ τοὺς κάνει ὁ Θεός; Σὰν ἕνα παιδὶ ποὺ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν πατέρα του, σπαταλάει ὅλη τὴν περιουσία του καὶ ἀπὸ πάνω βρίζει καὶ τὸν πατέρα του. Ε, τί νὰ τὸ κάνει αὐτὸ ὁ πατέρας του; Οἱ ἄλλοι ὅμως οἱ ὑπόδικοι, ποὺ ἔχουν λίγο φιλότιμο, αἰσθάνονται τὴν ἐνοχή τους, μετανοοῦν καὶ ὑποφέρουν γιὰ τὶς ἁμαρτίες. Ζητοῦν νὰ βοηθηθοῦν καὶ βοηθιοῦνται θετικά μέ τίς προσευχές τῶν πιστῶν. Τοὺς δίνει δηλαδὴ ὁ Θεὸς μία εὐκαιρία, τώρα ποὺ εἶναι ὑπόδικοι, νὰ βοηθηθοῦν μέχρι νὰ γίνει ἡ Δευτέρα Παρουσία. Καὶ ὅπως σὲ αὐτὴ τὴ ζωή, ἂν κάποιος εἶναι φίλος μὲ τὸν βασιλιά, μπορεῖ νὰ μεσοαλαβήσει καὶ νὰ βοηθήσει ἕναν ὑπόδικο, ἔτσι κι ἂν εἶναι κανεὶς φίλος μὲ τὸν Θεό, μπορεῖ νὰ μεσολαβήσει στὸ Θεὸ μὲ τὴν προσευχή του καὶ νὰ μεταφέρει τοὺς ὑπόδικους ἀπὸ τὴν μία φυλακὴ σὲ ἄλλη καλύτερη, ἀπὸ τὸ ἕνα κρατητήριο σὲ ἕνα ἄλλο καλύτερο. Ἢ ἀκόμα μπορεῖ νὰ τοὺς μεταφέρει καὶ σὲ ἕνα δωμάτιο ἢ σὲ διαμέρισμα.

Ὅπως ἀνακουφίζουμε τοὺς φυλακισμένους μὲ ἀναψυκτικὰ κλπ ποὺ τοὺς πηγαίνουμε, ἔτσι καὶ τοὺς νεκρούς τους ἀνακουφίζουμε μὲ τὶς προσευχές καί τίς ἐλεημοσύνες ποὺ κάνουμε γιὰ τὴ ψυχή τους.Οἱ προσευχὲς τῶν ζώντων γιὰ τοὺς κεκοιμημένους καὶ τὰ μνημόσυνα εἶναι ἡ τελευταία εὐκαιρία ποὺ δίνει ὁ Θεὸς στοὺς κεκοιμημένους νὰ βοηθηθοῦν,μέχρι νὰ γίνει ἡ τελικὴ Κρίση.Μετὰ τὴν δίκη δὲν θὰ ὑπάρχει δυνατότητα νὰ βοηθηθοῦν….

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἔχει τὰ κόλλυβα, τὰ μνημόσυνα. Τὰ μνημόσυνα εἶναι ὁ καλύτερος δικηγόρος γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων. Έχουν τὴ δυνατότητα καὶ ἀπὸ τὴν κόλαση νὰ βγάλουν τὴ ψυχή. Κι ἐσεῖς σὲ κάθε Θεία Λειτουργία νὰ διαβάζετε κόλλυβα γιὰ τοὺς κεκοιμημένους. Έχει νόημα τὸ σιτάρι: Σπείρετε ἐν φθορά, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσία (Ἃ’ Κορινθ, κὲφ 15, ἒδ 42) (δηλαδὴ συμβολίζει τὸ θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου), λέει ἡ Γραφή…

Περισσότερα

Κυριακή του Ασώτου

 

Η δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου είναι αφιερωμένη στην επίσης καταπληκτική και διδακτική παραβολή του ασώτου υιού (Λουκ.15,13-32). Οι Πατέρες όρισαν να είναι αφιερωμένη η Κυριακή αυτή στην συγκεκριμένη παραβολή του Κυρίου, για να τονισθεί στους πιστούς η απύθμενη αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο και το πλούσιο έλεος της συγχώρεσης, που δίνει στους μετανοούντες ανθρώπους.
Αν η προηγούμενη Κυριακή είναι αφιερωμένη στη στηλίτευση της παθολογικής εγωιστικής αυτάρκειας και η κατάδειξη των δεινών συνεπειών της, η δεύτερη Κυριακή είναι αφιερωμένη στη μετάνοια και στα ευλογημένα παρεπόμενά της.
Ο ευαγγελιστής Λουκάς μας διέσωσε την παραβολή αυτή ως εξής: Υπήρχε κάποιος πατέρας που είχε δυο γιους. Ο δεύτερος, κάποια στιγμή, ζήτησε το μερίδιο της κληρονομιάς του και έφυγε σε μακρινές χώρες, όπου σπατάλησε την περιουσία του σε ασωτίες. Τα χρήματα κάποτε τελείωσαν και στην περιοχή έπεσε μέγας λιμός. Αναγκάστηκε να γίνει χοιροβοσκός και να προσπαθεί να χορτάσει από τις βρωμερές και ευτελείς τροφές των χοίρων. Μέσα στη δίνη του θυμήθηκε την αρχοντική ζωή στο πατρικό σπίτι. Θυμήθηκε πως ακόμα και οι δούλοι του πατέρα του ζούσαν ασύγκριτα καλλίτερη ζωή από τη δική του. Τότε πήρε τη μεγάλη απόφαση να γυρίσει στο σπίτι του και να ζητήσει από τον πατέρα του να τον συγχωρήσει και να τον προσλάβει ως δούλο του. Όμως ο στοργικός πατέρας του τον δέχτηκε ως γιο του και τον περιποιήθηκε δεόντως, παρά τις διαμαρτυρίες του μεγάλου γιου του, διότι «νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ήν και ευρέθη» (Λουκ.15,32).
Κάποιοι υποστηρίζουν δικαιολογημένα πως και αν ακόμη είχε χαθεί ολόκληρο το Ευαγγέλιο και είχε σωθεί μόνο αυτή παραβολή, θα μπορούσε αυτή να αποτελέσει κείμενο ελπίδας και σωτηρίας για το ανθρώπινο γένος. Σε καμιά άλλη θρησκεία δε παρουσιάζεται ο Θεός τόσο συμπονετικός, ως στοργικός άνθρωπος πατέρας. Σέβεται απόλυτα την ανθρώπινη ελευθερία και τις επιλογές του κάθε ανθρώπου, ως πρωταρχικό στοιχείο της ανθρώπινης προσωπικότητας. Πνίγει μέσα στα φιλάνθρωπα σπλάχνα Του τον πόνο Του για την αποστασία του καθενός και περιμένει καρτερικά την επιστροφή του. Μόλις αυτή υπάρξει σβήνει με μια μονοκονδυλιά όλες τις άνομες πράξεις του και τον αποκαθιστά στην πρότερη θέση του.
Μετάνοια σημαίνει κατά γράμμα αλλαγή νου. Στην ουσία σημαίνει την οντολογική μετάλλαξη του ανθρώπου από την κατάσταση της εγωπαθούς αυτάρκειας στην κατάσταση της συναίσθησης της αμαρτωλότητας. Είναι η μετάβαση στο πνεύμα της ταπείνωσης και της συντριβής μπροστά στον απόλυτα αγαθό Θεό, του Οποίου το φως φανερώνει άπλετα το σκοτεινό μας εαυτό. Η συνειδητοποίηση της πτωτικής μας καταστάσεως, της επώδυνης τραυματικής εμπειρίας μας και της απουσίας διαύλων της χάριτος του Θεού στον εαυτό μας είναι το πρώτο βήμα για την οντολογική μας αποκατάσταση. Έπεται η υλοποίηση της μεγάλης μας απόφασης για την έμπρακτη αλλαγή της νοοτροπίας μας και τη διόρθωση της πορείας μας προς το Θεό.
Είναι περιττό να τονίσουμε πως η μετάνοια χρειάζεται ιδιαίτερο ηρωισμό και αγωνιστική διάθεση, όπως αποτυπώνεται θαυμάσια στην ευαγγελική περικοπή του ασώτου υιού. Όπως όλα τα αγαθά, έτσι και η σωτηρία μας, είναι αποτέλεσμα ηρωισμού, ασυμβίβαστης αυταπάρνησης και σκληρού αγώνα.
Ένα θαυμάσιο τροπάριο της ημέρας εκφράζει απόλυτα τα υψηλά νοήματα της παραβολής, ως εξής: «Της πατρικής δωρεάς διασκορπήσας τον πλούτον, αλόγοις συνεβοσκόμην ο τάλας κτήνεσι, και τοις αυτών ορεγόμενος τροφής, ελίμωττον μη χορταζόμενος΄ άλλ’ υποστρέψας προς τον εύσπλαχνον Πατέρα, κραυγάζω συν δάκρυσι΄ Δέξαι με ως μισθίον, προσπίπτοντα τη φιλανθρωπία Σου, και σώσον με».
Οι πιστοί καλούνται την περίοδο του Τριωδίου να συνειδητοποιήσουν την άμετρη αγάπη του Θεού και να επιστρέψουν, όπως ο άσωτος της παραβολής, σε Αυτόν και να ζητήσουν το έλεός Του. Η κατανυκτική αυτή περίοδος είναι μοναδική για μετάνοια και συντριβή
.

Περισσότερα

Ἁγίου Φωτίου του Μεγάλου:Ἡ καθαρότης τῆς Ὀρθοδοξίας

   

Αὐτὴ εἶναι ἡ καθαρὴ καὶ γνήσια ὁμολογία τῆς πίστεως ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν· αὐτὴ εἶναι ἡ θεόσοφη μυσταγωγία τῆς ἄχραντης καὶ ἀληθινῆς θρησκείας μας καὶ τῶν σεπτῶν μυστηρίων της· ἔχοντας φρόνημα, πίστι καὶ διαγωγὴ σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν ὁμολογία ἕως τὴν δύσι τοῦ βίου, βαδίζομε γρήγορα πρὸς τὴν ἀνατολὴ τοῦ νοητοῦ ἡλίου, γιὰ ν’ ἀπολαύσωμε δυνατώτερα καὶ τελειότερα τὴν ἀπὸ ἐκεῖ ἐρχόμενη ἀνέσπερη αὐγὴ καὶ λαμπρότητα.

 Αὐτὴν ταιριάζει ν’ ἀποδέχεται καὶ νὰ τιμᾶ καὶ ἡ θεοφρούρητη σύνεσίς σας, ποὺ ἤδη ἀτενίζει πρὸς τὴν ἰδική μας θρησκευτικὴ κληρονομιά, μὲ εἰλικρινῆ διάθεσι, εὐθύτητα γνώσεως καὶ ἀδίστακτη πίστι, καὶ νὰ μὴ ἀποκλίνη ἀπ’ αὐτὴν οὔτε στὸ ἐλάχιστο οὔτε πρὸς τὰ δεξιὰ οὔτε πρὸς τ’ ἀριστερά· διότι τοῦτο εἶναι τῶν ἀποστόλων τὸ κήρυγμα, τοῦτο εἶναι τὸ δίδαγμα τῶν πατέρων, τοῦτο εἶναι τὸ φρόνημα, τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων.

Γι’ αὐτὸ ὄχι μόνο ἐσὺ ὁ ἴδιος πρέπει νὰ φρονῆς καὶ νὰ πιστεύης κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀλλὰ νὰ καθοδηγῆς στὸ ἲδιο φρόνημα τῆς ἀληθείας καὶ τοὺς ὑπηκόους σου καὶ νὰ τοὺς καταρτίζης στὴν ἴδια πίστι, καὶ τίποτε ἄλλο νὰ μὴ θεωρῆς πολυτιμότερο ἀπὸ τέτοια σπουδὴ καὶ ἐπιμέλεια. Διότι τοῦ ἀληθινοῦ ἄρχοντος καθῆκον εἶναι νὰ μὴ φροντίζη μόνο γιὰ τὴ δική του σωτηρία, ἀλλὰ ν’ ἀξιώνη παρόμοιας προνοίας καὶ τὸν λαὸ ποὺ τοῦ ἔχει ἀνατεθῆ, νὰ τὸν χειραγωγῆ καὶ νὰ τὸν προσκαλῆ στὴν ἴδια τελειότητα τῆς θεογνωσίας.

Μὴ λοιπὸν κάμης νὰ διαψευσθοῦν οἱ ἐλπίδες μας, τὶς ὁποῖες ἐπέτρεψε νὰ σχηματίσωμε ἡ πρὸς τὰ καλὰ ροπὴ καὶ προσοχή σου, μήτε νὰ καταστήσης ματαίους τοὺς κόπους καὶ ἀγῶνες, ποὺ μὲ χαρὰ ἀναλάβαμε χάριν τῆς σωτηρίας σας, μήτε νὰ δεχθῆς ὅτι ἄρχισες μὲν μὲ προθυμία νὰ δέχεσαι τοῦ θείου κηρύγματος τοὺς λόγους, μετέβαλες δὲ τὴν προθυμία σὲ ραθυμία· ἀλλὰ διατήρει ἀνεξάλειπτη τὴν χαρὰ κι εὐφροσύνη μου γιὰ σένα, παρέχοντας ὅμοιο μὲ τὴν ἀρχὴ τὸ τέλος, σύμφωνο τὸν βίο μὲ τὴν πίστι, καὶ τὴν ἐξουσία σου νὰ φαίνεται καὶ νὰ ὀνομάζεται κοινὸ ἀγαθό τοῦ γένους καὶ τῆς πατρίδος.

Ἀλλὰ τώρα πρόσεξε, σὲ παρακαλῶ, φιλόχριστε καὶ πνευματικὲ υἱέ μας, καὶ ὅ,τι ἄλλο ἔνδοξο καὶ καλὸ καὶ ἄξιο στοργῆς ὄνομα ὑπάρχει γιὰ σένα· πρόσεξε, πόσες ἐπιθέσεις ὠργάνωσε ὁ Πονηρὸς ἐναντίον τῆς εὐσεβοῦς καὶ μόνης ἀληθινῆς θρησκείας τῶν Χριστιανῶν, ἐπινοώντας διάφορες αἱρέσεις καὶ στάσεις, μάχες καὶ πολέμους. Πρόσεξε ἐπίσης καὶ τοῦτο, πῶς αὐτὴ τὶς ἀντέκρουσε ὅλες καὶ ἔστησε λαμπρὰ τρόπαια ἐναντίον ὅλων τῶν ἀντιπάλων.

Καὶ μὴ ἀπορήσης, καθὼς θ’ ἀναλογίζεσαι τὶς ἐναντίον της ἐπινοήσεις καὶ ἐπιβουλές. Διότι, πρῶτα, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ γίνη τόσο περίοπτη καὶ δυνατὴ καὶ ἐπίσημη διὰ τῆς νίκης, ἂν δὲν συγκρουόταν μαζί της κανένας ἐχθρός· κι’ ἔπειτα εἶναι εὔκολο νὰ ἀντιληφθοῦμε κι ἐκεῖνο, ὅτι ὅπου ὁ Πονηρὸς πολεμεῖται σφοδρότερα, ἐκεῖ στέλλει κι αὐτὸς μεθοδικώτερα τὰ βέλη τῆς κακίας του καὶ στήνει τὰ πολεμικὰ μηχανήματά του.

Πράγματι στὰ ἄλλα γένη, ἐπειδὴ δὲν ὑφίσταται ἐναντίον του κανένας δυνατὸς πόλεμος, γι’ αὐτὸ δὲν ἐξοπλίζεται οὔτε αὐτὸς ἐναντίον ἐκείνων στὸ Χριστώνυμο ὅμως λαὸ τοῦ Θεοῦ, τὸ ἅγιο ἔθνος, τὸ βασίλειο ἱεράτευμα, ἐπειδὴ ξεσηκώνονται ἀνδρείως καθημερινὰ δυναμωμένοι μὲ τὴν πίστι κατὰ τῶν πονηρῶν πράξεων καὶ μηχανευμάτων του, γι’ αὐτὸ κι ἐκεῖνος καταφέρνει μὲ μύριες ἐπιβουλὲς καὶ μὲ ὅλες τὶς μεθόδους νὰ ὑποτάξη μερικοὺς ἀπ’ αὐτοὺς καὶ ἀγωνίζεται νὰ θλίψη τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἂν καὶ οἱ ἀγῶνες καὶ τὰ πονηρεύματά του καταλήγουν σὲ καταισχύνη.

Ἄλλωστε τὰ ἄλλα ἔθνη ἔχουν ἀδιάκριτα καὶ συγκεχυμένα τὰ δογματικὰ φρονήματα, δὲν ἔχουν τίποτε καθαρὸ καὶ δοκιμασμένο σὲ ἀκρίβεια· γι’ αὐτὸ δὲν φαίνεται σ’ ἐκεῖνα οὔτε ἡ ὀρθοδοξία οὔτε ἡ διαστροφή. Στὴν καθαρώτατη ὅμως καὶ ἁγιώτατη πίστι τῶν Χριστιανῶν ποὺ ἔχει μεγάλη ἀκρίβεια, λόγω τῆς εἰλικρίνειας καὶ τῆς εὐθύτητος, τῆς ἐξάρσεως καὶ τῆς ἀκεραιότητος, ὅταν ἐπιχειρήση κανεὶς νὰ εἰσφέρη καὶ μικρὸ δεῖγμα διαστροφῆς ἢ καινοτομίας, ἀμέσως καταφαίνεται καὶ διακρίνεται ἡ διαστροφὴ καὶ νοθεία μὲ τὴν παράθεσι τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ ὀρθοῦ λόγου, καὶ ἡ εὐγένεια τῶν εὐσεβῶν δογμάτων δὲν ἀνέχεται καθόλου οὔτε γιὰ λίγο τὸ νόθο γέννημα, οὔτε κάτω ἀπὸ τὴν ἴδια ὀνομασία μάλιστα.

Πράγματι, ὅπως στὴν περίπτωσι τῶν διακρινομένων γιὰ τὴν ὠμορφιά τους σωμάτων καὶ μία μικρὴ κηλίδα ποὺ θὰ σχηματισθῆ διακρίνεται καὶ παρατηρεῖται γρήγορα κατόπιν τῆς συγκρίσεως μὲ τὴν ἄλλη ὠμορφιά τοῦ σώματος, ἐνῶ στὴν περίπτωσι τῶν ἀσχημοπροσώπων ἀνθρώπων δὲν μποροῦν νὰ διακριθοῦν εὔκολα τὰ ἐπισυναπτόμενα σημεῖα τῆς ἀσχημοσύνης (διότι κρύβονται στὰ συγγενῆ καὶ ὅμοια στοιχεῖα τῆς ἀμορφίας), ἔτσι καὶ στὴν περίπτωσι τῆς πραγματικὰ ὡραιοτάτης καὶ ὑπέρλαμπρης θρησκείας καὶ πίστεως τῶν Χριστιανῶν, ἀκόμα καὶ τὸ μικρότερο στοιχεῖο της ἂν ἐκτρέψη κανείς, προκαλεῖ μεγάλη ἀσχημοσύνη κι’ αὐτὸ δέχεται ἀμέσως τὸν ἔλεγχο·τὰ ἄλλα δὲ δόγματα τῶν ἐθνῶν, ἐπειδὴ εἶναι γεμάτα ἀκοσμία καὶ ἀσχήμια, δὲν ἐπιτρέπουν στοὺς ὀπαδοὺς των νὰ λάβουν καμμιὰ συναίσθησι τῆς πρόσθετης ἄσχημοσυνης.

Ὄχι δὲ σ’ αὐτὰ μόνο, ἀλλὰ καὶ στὴν περίπτωσι ὅλων τῶν ἄλλων τεχνῶν καὶ ἐπιστημῶν εἶναι δυνατὸ νὰ παρατηρήσωμε τὸ ἲδιο. Στὶς ἀκριβέστατες, εὔκολα γίνεται φανερὸ καὶ τὸ μικρότερο ψεγάδι· στὶς προστυχότερες ὅμως, πολλὰ παραβλέπονται καὶ δὲν θεωροῦνται κἂν ἐλάττωμα. Κι’ ἂν θέλης, στοὺς ἄρχοντες καὶ γενικὰ τοὺς εὑρισκομένους σὲ κάποια ἐξουσία, καὶ μάλιστα σ’ ἐκείνους ποὺ ἀσκοῦν σὲ περισσοτέρους τὴν ἐξουσία τους, καὶ τὸ παραμικρότερο ἐλάττωμα ἐξογκώνεται, διαδίδεται παντοῦ καὶ γίνεται περιβόητο σὲ ὅλους· ἐνῶ στοὺς ἀρχομένους καὶ ταπεινοτέρους πολλὰ παρόμοια πταίσματα δὲν γίνεται γνωστὸ οὔτε ὅτι ἐπράχθηκαν, κρύβονται καὶ διαφεύγουν, ἀφοῦ σβήνονται ἀπὸ τὴν μικρότητα καὶ εὐτέλεια τοῦ ἁμαρτήσαντος.

Ὅσο λοιπὸν ἡ πίστις καὶ λατρεία τῶν Χριστιανῶν, κατὰ τὸ μέγεθος καὶ τὴ δύναμι, τὸ κάλλος καὶ τὴν ἀκρίβειά της, τὴν καθαρότητα καὶ κάθε ἄλλη τελειότητα εἶναι ὑψηλότερα ἀπὸ τὰ θρησκεύματα τῶν ἐθνῶν, τόσο ἐρεθίζεται ὁ Πονηρὸς στὸν ἐναντίον της πόλεμο καὶ τόσο ἐπίσης καταφαίνονται ἀμέσως τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἀφρόνων καὶ κακοβούλων ἀνθρώπων καὶ οὔτε μποροῦν ν’ ἀποκρυβοῦν ἔστω καὶ γιὰ λίγον καιρὸ οὔτε νὰ εὕρουν ὑπεκφυγή. Ἀλλ’ ὅμως ἡ καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἴπαμε πρὸ ὀλίγου, καθιστᾶ σαθρὰ καὶ ἄπρακτα ὅλα τὰ μηχανήματα τοῦ Πονηροῦ, ἢ μᾶλλον τὰ ἐπαναφέρει ἐναντίον ἐκείνου ποὺ τὰ κατασκευάζει καὶ εὔκολα καταρρίπτει τὴν βλασφημία καὶ καταισχύνει τὴν ἀναισχυντία τῶν αἱρεσιαρχῶν· διατηρεῖ ἀκαταμάχητη καὶ ἀήττητη τὴν δύναμί της καὶ στολίζεται διαπαντὸς μὲ θριάμβους καλοὺς καὶ σωστικοὺς γιὰ τὸν κόσμο.

 ————

“Ἐπιστολὴ πρὸς Βούλγαρον Ἡγεμόνα”

Μετάφραση : Παν. Κ. Χρήστου.

Περιοδικό “Ἐποπτεία”, Φεβρουάριος 1992, Ἀθήνα

Πηγή: www.imaik.gr

 

Περισσότερα

O άγιος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος

 

Ἀνδρέας ὁ Ἀπόστολος,
ὁ καὶ ἱδρυτής τῆς Ἐκκλησίας
Κωνσταντινουπόλεως

 

 

Ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας κατήγετο ἐκ πόλεως Βηθσαϊδᾶ, καὶ ἦτο υἱὸς Ἰωνᾶ τινος Ἑβραίου, καὶ ἀδελφὸς τοῦ Πέτρου τοῦ Ἀποστόλου, καὶ κορυφαίου τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ. Οὗτος ἐχρημάτισεν πρῶτον μαθητὴς τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ. Ὁ Ἰωάννης ὅμως ὁ Πρόδρομος ὑπέδειξε τὸν Ἰησοῦν λέγοντας τὸ· Ἴδε ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ὁ Ἀνδρέας ἄφησε τὸν Ἰωάννη καὶ ἠκολούθησε τῷ Χριστῷ. Εἶπε δὲ καὶ τῷ Πέτρῳ το· Εὑρήκαμεν Ἰησοῦν τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ, καὶ οὕτως ἠκολούθησε καὶ ο Πέτρος τὸν Χριστό. Ὑπάρχουν καὶ ἕτερα πολλὰ κείμενα ἐν τῇ θεοπνεύστῳ Γραφῇ ποὺ ἀναφέρονται εἰς αὐτόν. Πάντως οὗτος ἔτσι τῷ Χριστῷ ἠκολούθησε, διὸ καὶ ἐκλήθη Πρωτόκλητος. Μετὰ δὲ τὴν Ἄναληψι τοῦ Χριστοῦ, σὲ κάθε Ἀπόστολο ἔλαχε ἄλλη χώρα· ὁ δὲ Πρωτόκλητος Ἀνδρέας ἐκύρηξε εἰς τὴν χώρα τῶν Βιθυνῶν, εἰς τὸν Εὔξεινο Πόντο, τὴν Προποντίδα, εἰς τὴν Χαλκηδόνα, τὸ Βυζάντιο, τὴν Θράκη, τὴν Μακεδονία καὶ τὰ μέρη μέχρι το Ἴστρο, εἰς τὴν Θεσσαλία καὶ τὴν Στερεὰ Ἑλλὰδα καὶ τὴν Πελοπόννησο· ἐπίσης εἰς τὴν Ἀμινσὸ καὶ τὴν Τραπεζοῦντα καὶ τὴν Ἡράκλεια καὶ τὴν Αμαστρίδα. Εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς χώρας δὲν ἐπέρασε ἀπλῶς, ὅπως περνᾷ ὁ λόγος, ἀλλὰ ἔμεινε καὶ ἐδίδαξε καὶ ὑπέστη πολλὰς θλίψεις καὶ δυσχερείας. Φθάνοντας εἰς τὴν πόλη τῶν Σινωπέων, τοὺς διδάσκει τὸν λόγον τοῦ εὐαγγελίου, καὶ καθυποβάλλεται πολλαῖς θλίψεσι· κατὰ γῆς γὰρ αὐτὸν ἐῤῥίπτουν, καὶ χειρῶν καὶ ποδῶν λαβόμενοι εἷλκον, καὶ τοῖς ὀδοῦσιν ἐσπάραττον, καὶ ξύλοις ἔπαιον καὶ λίθοις ἔβαλλον καὶ μακρὰν τῆς πόλεως ἀπερρίπτουν, ὅτε καὶ τὸν δάκτυλον ὀδοῦσιν ἔκοψαν. Ἀλλ᾽ αὐτὸς ἀμέσως ἀπεκατεστάθη ἀρτιος καὶ ὑγιὴς ἀπὸ τῶν πληγῶν του ὑπὸ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ. Φεύγοντας ἀπ᾽ ἐκεῖ περιώδευσε πλείστας πόλεις καὶ χώρας, τήν Νεοκαισάρεια, τὰ Σαμόσατα, τοὺς Ἀλανούς, Άβασγούς, Ζήκχους, Βοσπορίνους καὶ Χερσωνίτας. Εἶτα κατέπλευσε εἰς τὸ Βυζάντιον, ὅπου ἐχειρονόνησε τὸν Ἀπόστολο Στάχυν ὡς πρῶτον Ἐπίσκοπο Βυζαντίου. Ὕστερα συνέχισε τὴν περιοδεία του περνῶντας από διάφορας χώρας, καὶ ἔφθασε εἰς τὴν Πελοπόννησον. Ἐφιλοξενήθη ἀπὸ τὸν Σωσίο, ὁ ὁποῖος ἦτο πολὺ ἀῤῥωστος. Καθὼς ὄμως ὁ Ἀπόστολος τὸν ἰάτρευσε ἀπὸ τὴν ἀσθένειά του, πᾶσα ἡ πόλις ἐκείνη τῶν Πατρῶν προσῆλθε τῷ Χριστῷ· τότε μάλιστα καὶ ἡ Μαξιμίλλα ἡ γυνὴ τοῦ ἀνθυπάτου, ἐλευθερώθη ἀπὸ τῶν χαλεπῶν δεσμῶν τῆς νόσου της καὶ ἔτυχε ταχείας τυχοῦσα θεραπείας, καὶ ἐπίστευσε εἰς τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν. Καὶ ὁ Στρατοκλῆς ὁ σοφώτατος, ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀνθυπάτου Αἰγεάτου, καὶ ἕτεροι πολλοί, ἔχοντες ποικίλας νόσους, ὑγιώθησαν διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τοῦ Ἀποστόλου. Δι᾽ αὐτὸν τὸν λόγο, ὁ Αἰγεάτης περιέπεσε εἰς μανίαν καὶ σταυρῷ προσηλώσας τὸν Ἀπόστολον, τῆς παρούσης ζωῆς ἐξιστᾷ. Ὁ δὲ ἀνθύπατος ἔπεσε ἀπὸ τινος μετεώρου κρημνοῦ εἰς γῆν καὶ συνετρίβη. Τὸ λείψανο τοῦ Ἀποστόλου μετὰ πολὺν χρόνον, μετετέθη ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐπὶ τῆς βασιλείας Κωνσταντίου, τῇ τούτου κελεύσει, παρὰ Ἀρτεμίου τοῦ Μάρτυρος· καὶ κατετέθη μετὰ Λουκᾶ καὶ Τιμοθέου ἐν τῷ ναῷ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων.

Περισσότερα

Περί της νηστείας των Χριστουγέννων

Πότε, γιατί καί πῶς;
     (τοῦ Σεβ. Μητρ. Νέας Σμύρνης κ. Συμεών)

Δεύτερη μακρά περίοδος νηστείας μετά τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι ἡ νηστεία τῶν Χριστουγέννων, γνωστή στή γλώσσα τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ μας καί ὡς σαραντά(η)μερο. Περιλαμβάνει καί αὐτή σαράντα ἡμέρες, ὅμως δέν ἔχει τήν αὐστηρότητα τῆς νηστείας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἀρχίζει τήν 15η Νοεμβρίου καί λήγει τήν 24η Δεκεμβρίου.
Ἡ ἑορτή τῆς κατά σάρκα Γεννήσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τή δεύτερη μεγάλη Δεσποτική ἑορτή τοῦ χριστιανικοῦ ἑορτολογίου. Μέχρι τά μέσα τοῦ Δ΄ αἰώνα ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς συνεόρταζε τή γέννηση καί τή βάπτιση τοῦ Χριστοῦ ὑπό τό ὄνομα τά Ἐπιφάνεια τήν ἴδια ἡμέρα, στίς 6 Ἰανουαρίου. Τά Χριστούγεννα ὡς ξεχωριστή ἑορτή, ἑορταζομένη στίς 25 Δεκεμβρίου εἰσήχθη στήν Ἀνατολή ἀπό τή Δύση περί τά τέλη τοῦ Δ΄ αἰώνα.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, πού πρῶτος ὁμιλεῖ γιά τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων, τήν ὀνομάζει «μητρόπολιν πασῶν τῶν ἑορτῶν» (PG 48, 752) καί μᾶς πληροφορεῖ περί τό 386 ὅτι «οὔπω δέκατόν ἐστιν ἔτος, ἐξ οὗ δήλη καί γνώριμος ἡμῖν αὕτη ἡ ἡμέρα (τῆς ἑορτῆς) γεγένηται» (PG 49, 351).
Μέ τή διαίρεση τῆς ἄλλοτε ἑνιαίας ἑορτῆς καί τήν καθιέρωση τῶν τριῶν ξεχωριστῶν ἑορτῶν, τῆς Γεννήσεως τήν 25η Δεκεμβρίου, τῆς Περιτομῆς τήν 1η καί τῆς Βαπτίσεως τήν 6η Ἰανουαρίου, διαμορφώθηκε καί τό λεγόμενο Δωδεκαήμερον, δηλαδή τό ἑόρτιο χρονικό διάστημα ἀπό τίς 25 Δεκεμβρίου ὥς τίς 6 Ἰανουαρίου. Ἔτσι διασώθηκε κατά κάποιο τρόπο ἡ ἀρχαία ἑνότητα τῶν δύο μεγάλων ἑορτῶν τῆς Γεννήσεως καί τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου.
Ἡ μεγάλη σημασία πού ἀπέκτησε μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ἡ νέα ἑορτή τῶν Χριστουγέννων καί ἡ εὐλάβεια τῶν πιστῶν καί ἰδιαίτερα τῶν μοναχῶν, ἀποτέλεσαν τίς προϋποθέσεις γιά τήν καθιέρωση καί τῆς πρό τῶν Χριστουγέννων νηστείας. Σ’ αὐτό ἀσφαλῶς ἐπέδρασε καί ἡ διαμορφωμένη ἤδη τεσσαρακονθήμερη νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς πού προηγεῖτο τοῦ Πάσχα.
Ὅπως ἡ ἑορτή ἔτσι καί ἡ νηστεία, ὡς προετοιμασία γιά τήν ὑποδοχή τῶν γενεθλίων τοῦ Σωτῆρος, ἐμφανίστηκε ἀρχικά στή Δύση, ὅπου ἡ νηστεία αὐτή ὀνομαζόταν Τεσσαρακοστή τοῦ ἁγίου Μαρτίνου ἐπειδή ἄρχιζε ἀπό τήν ἑορτή τοῦ ἁγίου τούτου τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας. Τό ἴδιο ἐπανελήφθη καί σ΄ ἐμᾶς, ὅπου πολλοί τή νηστεία τῶν Χριστουγέννων ὀνομάζουν τοῦ ἁγίου Φιλίππου ἐπειδή προφανῶς ἀρχίζει τήν ἑπομένη τῆς μνήμης τοῦ Ἀποστόλου.
Οἱ πρῶτες ἱστορικές μαρτυρίες, πού ἔχουμε γιά τή νηστεία πρό τῶν Χριστουγέννων, ἀνάγονται γιά τή Δύση στόν Ε’ καί γιά τήν Ἀνατολή στόν ΣΤ΄ αἰώνα. Ἀπό τούς ἀνατολικούς συγγραφεῖς σ΄αὐτήν ἀναφέρονται ὁ Ἀναστάσιος Σιναΐτης, ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικηφόρος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, καθώς ἐπίσης καί ὁ πατριάρχης Ἀντιοχείας Θεόδωρος Βαλσαμών.
Ἡ νηστεία στήν ἀρχή, καθώς φαίνεται, ἦταν μικρῆς διάρκειας. Ὁ Θεόδωρος Βαλσαμών, πού γράφει περί τόν ΙΒ΄ αἰώνα –καί κατά συνέπεια μᾶς πληροφορεῖ γιά τά ὅσα ἴσχυαν στήν ἐποχή του–, σαφῶς τήν ὀνομάζει «ἑπταήμερον». Ὅμως ὑπό τήν ἐπίδραση τῆς νηστείας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἐπεξετάθη καί αὐτή σέ σαράντα ἡμέρες, χωρίς ἐν τούτοις νά προσλάβει τήν αὐστηρότητα τῆς πρώτης.
Πῶς θά πρέπει νά τή νηστεύουμε; Καθ’ ὅλη τή διάρκεια τοῦ σαρανταημέρου δέν καταλύουμε κρέας, γαλακτερά καί αὐγά. Ἀντίθετα, ἐπιτρέπεται νά καταλύουμε ψάρι ὅλες τίς ἥμερες –πλήν, φυσικά, τῆς Τετάρτης καί τῆς Παρασκευῆς– ἀπό τήν ἀρχή μέχρι καί τήν 17η Δεκεμβρίου. Ψάρι καταλύουμε ἐπίσης καί κατά τήν ἑορτή τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, ὁποιαδήποτε ἡμέρα κι ἄν πέσει.
Ἀπό τήν 18η μέχρι καί τήν 24η Δεκεμβρίου, παραμονή τῆς ἑορτῆς, ἐπιτρέπεται ἡ κατάλυση οἴνου καί ἐλαίου μόνο –ἐκτός, βέβαια, τῶν ἡμερῶν Τετάρτης καί Παρασκευῆς πού θά παρεμβληθοῦν καί κατά τίς ὁποῖες τηροῦμε ἀνέλαιη νηστεία. Ἐπίσης μέ ξηροφαγία θά πρέπει νά νηστεύουμε τήν πρώτη ἡμέρα τῆς νηστείας, 15η Νοεμβρίου, καθώς καί τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς, ἐκτός βέβαια κι ἄν πέσουν Σάββατο ἤ Κυριακή.
ΝΗΣΤΕΙΑ: ΑΠΟΧΗ ΑΠΟ ΠΑΣΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ
«Ἐπίσης ὀφείλουμε νά μήν τηροῦμε μόνο τήν τάξη τῆς νηστείας πού ἀφορᾶ τίς τροφές, ἀλλά νά ἀπέχουμε καί ἀπό κάθε ἁμαρτία, ἔτσι ὥστε, ὅπως νηστεύουμε ὡς πρός τήν κοιλιά, νά νηστεύουμε καί ὡς πρός τή γλώσσα, ἀποφεύγοντας τήν καταλαλιά, τό ψέμα, τήν ἀργολογία, τή λοιδορία, τήν ὀργή καί γενικά κάθε ἁμαρτία πού διαπράττουμε μέσῳ τῆς γλώσσας.
Ἐπίσης χρειάζεται νά νηστεύουμε ὡς πρός τά μάτια. Νά μή βλέπουμε μάταια πράγματα. Νά μήν ἀποκτοῦμε παρρησία διά μέσου τῶν ματιῶν. Νά μήν περιεργαζόμαστε κάποιον μέ ἀναίδεια. Ἀκόμη θά πρέπει νά ἐμποδίζουμε τά χέρια καί τά πόδια ἀπό κάθε πονηρό πράγμα.
Μέ αὐτό τόν τρόπο νηστεύοντας μιά νηστεία εὐπρόσδεκτη στόν Θεό καί ἀποφεύγοντας κάθε εἴδους κακία πού ἐνεργεῖται διά μέσου τῆς καθεμιᾶς ἀπό τίς αἰσθήσεις μας, θά πλησιάζουμε, ὅπως εἴπαμε, τήν ἁγία ἡμέρα τῆς Χριστουγέννων ἀναγεννημένοι, καθαροί καί ἄξιοι τῆς μεταλήψεως τῶν Ἁγίων Μυστηρίων».
                                                                                                                             ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ

Περισσότερα