Κυριακή Γ’ Ματθαίου – Η πρόνοια του Θεού

Ευαγγέλιο Κυριακής:

Ματθ. στ’ 22-33

Εἶπεν ὁ Κύριος· 22  Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινόν ἔσται· 23 ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; 24 Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ.

25 Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; 26 ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν; 27 τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; 28 καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρῖνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· 29 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. 30 Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;

31 μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἢ τί πίωμεν ἢ τί περιβαλώμεθα; 32 πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῃ£ζετε τούτων ἁπάντων. 33 ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.

 

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

 

Το λυχνάρι που δίνει φως στο σώμα, είπε o Κύριος, είναι το µάτι· και το λυχνάρι που φωτίζει την ψυχή είναι ο νους. Εάν λοιπόν το µάτι µας είναι υγιές, όλο το σώμα µας θα είναι γεμάτο φως. Εάν όμως το µάτι µας είναι τυφλό, όλο το σώμα µας θα είναι βυθισμένο στο σκοτάδι. Εάν επομένως ο νους µας σκοτισθεί από την προσκόλληση στον πλούτο, σε πόσο σκοτάδι θα βυθισθεί ή ψυχή µας;

Και συνέχισε ο Κύριος λέγοντας: Κανείς δεν μπορεί να είναι συγχρόνως δούλος σε δυο κυρίους. Ή θα μισήσει τον ένα και θα αγαπήσει τον άλλο· ή θα προσκολληθεί στον ένα και θα καταφρονήσει τον άλλο. Διότι δεν μπορείτε να είστε συγχρόνως δούλοι και του Θεού και του πλούτου. Ή θα μισήσετε τον πλούτο για να αγαπήσετε τον Θεό, ή θα προσκολληθείτε στον πλούτο και θα καταφρονήσετε τον Θεό.

Γιατί όμως ο Κύριος μας ζητεί να διαλέξουμε ένα από τα δύο: ή τον Θεό και το θέλημά του, ή τον πλούτο και τις συνέπειές του; Δεν μπορεί κανείς να αγαπά και τον πλούτο και τον Θεό; Όχι! Διότι όποιος έχει προσκόλληση στον πλούτο δεν μπορεί να αγαπήσει αληθινά τον Θεό και τον ουρανό. Διότι ο πλούτος, όταν κυριεύσει τον άνθρωπο, υποδουλώνει τις ψυχές και δεν τις αφήνει να στραφούν προς τα ουράνια αγαθά. Τα πλούτη, οι ανέσεις σκλαβώνουν τον άνθρωπο.

Στα λόγια του Κυρίου μάλιστα ο πλούτος προσωποποιείται ως ανταγωνιστής και ως εχθρός του Θεού. Διότι ο άνθρωπος με τα πολλά χρήματα έχει την αίσθηση της δυνάμεως. Και αγοράζει διαρκώς υλικά αγαθά και αποξενώνεται από τα πνευματικά. Όποιος σκλαβώθηκε στο χρήμα, δεν μπορεί να είναι γνήσιος δούλος Ιησού Χριστού, ο Οποίος ζητά από μας αποκλειστική αφοσίωση. Και η καθημερινή πραγματικότητα αυτό αποδεικνύει. Σε εποχές και σε περιοχές που οι άνθρωποι ζουν μέσα στις ανέσεις, στην πολυτέλεια και την καλοπέραση, πολύ εύκολα ξεχνούν τον Θεό και το θέλημά του. Αντίθετα όταν έλθουν καιροί δύσκολοι, καιροί στερήσεων και πείνας, οι άνθρωποι συνέρχονται, μετανοούν, συναισθάνονται τη μικρότητά τους και την ανάγκη του Θεού. Επιπλέον η προσκόλληση στο χρήμα καλλιεργεί μέσα μας την πλεονεξία, η οποία χαρακτηρίζεται από τον λόγο του Θεού ως ειδωλολατρία. Το βλέπει κανείς και στις μέρες μας ότι κι εμείς οι πιστοί επηρεαζόμαστε συχνά από το κλίμα αυτό της πλεονεξίας. Θέλουμε διαρκώς να αγοράζουμε, να αποκτούμε περισσότερα, έπιπλα, σκεύη, αυτοκίνητα, σπίτια. Και χωρίς να το καταλαβαίνουμε γινόμαστε ειδωλολάτρες. Δηλαδή κινδυνεύουμε να χάσουμε τον Θεό και την ψυχή μας.

Μη φροντίζετε, συνεχίζει ο Κύριος, με αγωνία και στενοχώρια για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε και τι θα φορέσετε. Δεν αξίζει η ζωή περισσότερο από την τροφή, και το σώμα πιο πολύ από το ένδυμα; Ο Θεός που σας έδωσε αυτά τα ανώτερα, θα σας δώσει και τα κατώτερα.

Κοιτάξτε τα πουλιά που πέφτουν στον αέρα. Ούτε σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε μαζεύουν τροφές σε αποθήκες. Κι όμως ο επουράνιος Πατέρας σας τα τρέφει. Εσείς δεν αξίζετε πολύ περισσότερο από αυτά; Άλλωστε, ποιος από σας μπορεί να προσθέσει στο ανάστημά του έναν πήχυ; Κανένας. Άλλα και για το ντύσιμό σας γιατί αγωνιάτε; Παρατηρήστε τα αγριολούλουδα, που φυτρώνουν μόνα τους στους αγρούς κι όμως ούτε ο σοφός Σολομών με όλη τη βασιλική του μεγαλοπρέπεια δεν ντύθηκε με ένδυμα τόσο ωραίο, όπως ένα από τα αγριολούλουδα αυτά. Κι αν ο Θεός ντύνει µε τόση μεγαλοπρέπεια τα αγριόχορτα, που σήμερα υπάρχουν και αύριο ρίχνονται στη φωτιά, δεν θα φροντίσει πολύ περισσότερο για σας, ολιγόπιστοι; Μην κυριευθείτε λοιπόν από αγωνιώδη φροντίδα λέγοντας, τι θα φάμε, τι θα πιούμε και τι θα ντυθούμε; Διότι για όλα αυτά αγωνιούν όσοι δεν εμπιστεύονται τη ζωή τους στον Θεό. Άλλωστε ο Πατέρας σας γνωρίζει τι έχετε ανάγκη και θα σας το δώσει. Γι’ αυτό πάνω από όλα να ζητάτε τα πνευματικά αγαθά της βασιλείας του Θεού. Και τότε θα σας δοθούν και όλα το επίγεια.

Τι µας λέει λοιπόν ο Κύριος; Ότι το άγχος, που στις μέρες µας έχει καταντήσει αληθινή μάστιγα, θεραπεύεται όταν εμπιστευθούμε τη ζωή µας στο χέρια του Θεού. Δεν λέει βέβαια ο Κύριος να μην εργαζόμαστε ή να µη νοιαζόμαστε για τα καθημερινά µας προβλήματα. Αλλά λέει να μην αγωνιούμε αρρωστημένα γι’ αυτά. Θα εργαστούμε βέβαια, θα κουραστούμε, αλλά χωρίς υπερβολές. Όχι εξοντωτικές διπλές και τριπλές εργασίες µόνο και µόνο για να έχουμε πολλές ανέσεις και τελικά γινόμαστε νευρικοί και τρέχουμε στους γιατρούς να µας ηρεμήσουν και να µας θεραπεύσουν. Θα φροντίζουμε εμείς για τα απαραίτητα µε σύνεση, εργατικότητα και υπομονή. Και θα φροντίζει πολύ περισσότερο για µας ο ίδιος ο Θεός. Θα µας δώσει τα αγαθά που χρειαζόμαστε εκεί που δεν το περιμένουμε. Ιδιαιτέρως θα φροντίσει για τους αδικημένους, τους φτωχούς, τους πεινασμένους, αλλά και για εκείνες τις πολύτεκνες οικογένειες που κάποιες στιγμές βρίσκονται σε οικονομικά αδιέξοδα και μεγάλες στερήσεις και προβλήματα που φαίνονται άλυτα. Δεν µας εγκαταλείπει ο Θεός. Αυτός που τρέφει τα πουλιά και ντύνει τα λουλούδια, πολύ περισσότερο θα φροντίσει για µας. Με µία όμως προϋπόθεση. Να ζητούμε εμείς πάνω απ’ όλα τα πνευματικά αγαθά της Βασιλείας του.

Περισσότερα

Κυριακή Ε΄ Νηστειών – Το Ιερό Ευαγγέλιο

Εν ταῖς ημέραις ἐκεῖναις, ἦσαν οἱ μαθηταί ἐν τῇ ὁδῷ ἀναβαίνοντες εἰς Ἱεροσόλυμα· καὶ ἦν προάγων αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐθαμβοῦντο, καὶ ἀκολουθοῦντες ἐφοβοῦντο. Καὶ παραλαβὼν πάλιν τοὺς δώδεκα ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν, ὅτι ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι, καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.
Καὶ προσπορεύονται αὐτῷ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης υἱοὶ Ζεβεδαίου λέγοντες· διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὃ ἐὰν αἰτήσωμεν ποιήσῃς ἡμῖν. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. Δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δυνάμεθα. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· τὸ μὲν ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· Τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾿ οἷς ἡτοίμασται. Καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἤρξαντο ἀγανακτεῖν περὶ Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου. Ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς λέγει αὐτοῖς· οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν· οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος, καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος· καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.

Ἀπόδοση στη νεοελληνική:

Τις ημέρες ἐκείνες, ἀνέβαιναν οἱ μαθητές τὸν δρόμο πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ Ἰησοῦς ἐβάδιζε πρὶν ἀπ’ αὐτοὺς καὶ ἦσαν κατάπληκτοι, ἐκεῖνοι δὲ ποὺ ἀκολουθοῦσαν ἐφοβοῦντο. Καὶ ἐπῆρε πάλιν κατὰ μέρος τοὺς δώδεκα καὶ ἄρχισε νὰ τοὺς λέγῃ τὰ μέλλοντα νὰ τοῦ συμβοῦν, ὅτι, «Ἰδού, ἀναβαίνομεν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ παραδοθῇ εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς γραμματεῖς καὶ θὰ τὸν καταδικάσουν εἰς θάνατον καὶ θὰ τὸν παραδώσουν εἰς τοὺς ἐθνικούς. Θὰ τὸν ἐμπαίξουν καὶ θὰ τὸν μαστιγώσουν, θὰ τὸν φτύσουν καὶ θὰ τὸν θανατώσουν καὶ τὴν Τρίτη ἡμέραν θὰ ἀναστηθῇ».
Καὶ τὸν πλησιάζουν ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, οἱ υἱοὶ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τοῦ λέγουν, «Διδάσκαλε, θέλομεν ἐκεῖνο, ποὺ θὰ σοῦ ζητήσωμεν, νὰ μᾶς τὸ κάνῃς». Αὐτὸς δὲ τοὺς εἶπε, «Τί θέλετε νὰ σᾶς κάνω;». Ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν, «Δός μας νὰ καθήσωμεν ὁ ἕνας εἰς τὰ δεξιά σου καὶ ὁ ἄλλος εἰς τὰ ἀριστερά σου ὅταν ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς δόξης σου». Ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε, «Δὲν ξέρετε τί ζητᾶτε. Μπορεῖτε νὰ πιῆτε τὸ ποτῆρι, ποὺ ἐγὼ πίνω καὶ νὰ βαπτισθῆτε τὸ βάπτισμα, ποὺ ἐγὼ βαπτίζομαι;». Ἐκεῖνοι εἶπαν, «Μποροῦμε». Ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε, «Τὸ ποτῆρι, ποὺ ἐγὼ θὰ πιῶ, θὰ τὸ πιῆτε καὶ θὰ βαπτισθῆτε τὸ βάπτισμα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ βαπτίζομαι. Τὸ νὰ σᾶς βάλω ὅμως νὰ καθήσετε εἰς τὰ δεξιά μου ἢ εἰς τὰ ἀριστερά, δὲν εἶναι δικαίωμά μου νὰ τὸ δώσω ἀλλ’ εἶναι δι’ ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους ἔχει ἐτοιμασθῆ». Καὶ ὅταν οἱ δέκα τὸ ἄκουσαν, ἄρχισαν νὰ ἀγανακτοῦν ἐναντίον τοῦ Ἰακώβου καὶ τοῦ Ἰωάννου. Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς ἐκάλεσε καὶ τοὺς λέγει, «Ξέρετε ὄτι ἐκεῖνοι ποὺ θεωροῦνται ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν, τὰ καταδυναστεύουν, καὶ οἱ μεγάλοι ἄνδρες τους τὰ καταπιέζουν. Μεταξύ σας ὅμως δὲν θὰ συμβαίνῃ τὸ ἴδιο. Ἀλλ’ ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ γίνῃ μεγάλος μεταξύ σας, θὰ εἶναι ὑπηρέτης σας, καὶ ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ εἶναι μεταξύ σας πρῶτος, θὰ εἶναι δοῦλος ὅλων. Διότι καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἦλθε νὰ ὑπηρετηθῇ ἀλλὰ νὰ ὑπηρετήσῃ καὶ νὰ δώσῃ τὴν ζωήν του λύτρον διὰ πολλούς».

Περισσότερα

Κυριακή Δ´ Νηστειών

 

Ευαγγέλιο Κυριακής: Μάρκ. θ’ 17-31

17 καὶ ἀποκριθεὶς εἷς ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπε· διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρός σε, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον. 18 καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ρήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται· καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν. 19 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετε αὐτὸν πρός με. καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν. 20 καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων. 21 καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ· πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε· παιδιόθεν. 22 καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν· ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡμᾶς. 23 ὁ δὲ  Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ τὸ εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι. 24 καὶ εὐθέως κράξας ὁ πατὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔλεγε· πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ. 25 ἰδὼν δὲ ὁ  Ἰησοῦς ὅτι ἐπισυντρέχει ὄχλος, ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν. 26 καὶ κράξας καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτὸν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν. 27 ὁ δὲ  Ἰησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη. 28 Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό. 29 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ.

30 Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ· 31 ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρα ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.

Περισσότερα

Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως

Ευαγγέλιο Κυριακής: Μάρκ. η΄34 – θ΄1

34 Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ὄχλον σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. 35 ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου οὗτος σώσει αὐτήν. 36 τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; 37 ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; 38 ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων.
1 ΚΑΙ ἔλεγεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει.

Να σηκώνουμε τον Σταυρό μας

Καθώς βρισκόμαστε στο μέσο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία μας προβάλλει στους ιερούς Ναούς μας τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου και μας καλεί να τον προσκυνήσουμε με δέος και πίστη και να πάρουμε χάρη πολλή και δύναμη για τον πνευματικό αγώνα που διεξάγουμε την περίοδο αυτή.

Τι θα πει αυταπάρνηση

Λίγες εβδομάδες πριν από το πάθος του ο Κύριος κάλεσε τους μαθητές του και τα πλήθη του λαού για να τους πει λόγια βαρυσήμαντα για τη ζωή τους και τη ζωή όλων μας. Όποιος θέλει, είπε, να με ακολουθήσει και να γίνει μαθητής μου, ας απαρνηθεί τον εαυτό του κι ας πάρει τη σταθερή απόφαση να υποστεί για μένα όχι μόνο κάθε θλίψη και δοκιμασία αλλά και θάνατο σταυρικό, και τότε ας με ακολουθεί.

Τι σημαίνει όμως «απαρνούμαι τον εαυτό μου»; Σημαίνει δυο πράγματα. Πρώτα ότι νεκρώνω τον παλαιό εαυτό που κρύβω μέσα μου, τον διαγράφω από τη ζωή μου. Παύω να υπάρχω γι’ αυτόν. Αρνούμαι δηλαδή και νεκρώνω τα θελήματα, τις επιθυμίες και τις ροπές του παλαιού ανθρώπου. Ακόμη κι αν τον δω να επαναστατεί, να αντιδρά, να επιζητεί με μανία και επιμονή καθετί αμαρτωλό, εγώ δεν υποκύπτω, δεν του δίνω σημασία. Έχω αρνηθεί όχι μόνο κάτι από τον εαυτό μου αλλά όλο τον παλαιό εαυτό μου.

Αρνούμαι τον παλαιό εαυτό μου σημαίνει ταυτόχρονα ότι υποτάσσομαι στο άγιο θέλημα του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι ακολουθώ τον Κύριο όπου με οδηγεί. Και υπομένω όλες τις θλίψεις που επιτρέπει στη ζωή μου για τον εξαγιασμό μου. Μέχρι του σημείου να περιφρονώ ακόμη και το θάνατο. Διότι αυτό σημαίνει να σηκώνω διαρκώς τον σταυρό των θλίψεων και της θυσίας. Όπως κάθε κατάδικος σήκωνε ως μελλοθάνατος τον σταυρό του, έτσι κι εγώ πρέπει να σηκώνω τον δικό μου σταυρό περιμένοντας το μαρτύριο. Με την απόφαση να είμαι έτοιμος σε κάθε στιγμή, αργά ή γρήγορα, να πεθάνω, αν μου το ζητήσει ο Κύριος. Και να προχωρώ με τέτοια διάθεση όχι για λίγο αλλά σε όλη μου τη ζωή. Να σηκώνω τον σταυρό των θλίψεων όχι αναγκαστικά, επειδή δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, αλλά με χαρά κι ελπίδα, με τη συναίσθηση ότι ο δρόμος της υποταγής στο θέλημα του Θεού, τον οποίο βαδίζω σηκώνοντας τον σταυρό των θλίψεων, είναι ο μοναδικός δρόμος που οδηγεί στη σωτηρία μου, στον Παράδεισο.

Όλη η ζωή του Κυρίου άλλωστε ήταν μία διαρκής αυταπάρνηση, προσφορά και θυσία, που κορυφώθηκε και ολοκληρώθηκε στη σταυρική θυσία. Κι επειδή αυτός πρώτος εφάρμοσε την τέλεια αυταπάρνηση, ζητά κι από μας ν’ ακολουθήσουμε ολόψυχα το παράδειγμά του.

Πόσο αξίζει μια ψυχή

Ο Κύριος συνέχισε τη διδασκαλία του λέγοντας: όποιος θέλει να σώσει την επίγεια ζωή του, θα χάσει την αιώνια. Όποιος όμως θυσιάσει τη ζωή του για μένα και το Ευαγγέλιό μου, αυτός θα σώσει την ψυχή του. Διότι τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο εάν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο και χάσει την ψυχή του; Και τι μπορεί να δώσει ως αντάλλαγμα για να την εξαγοράσει; Όποιος ντραπεί εμένα και τους λόγους μου επειδή φοβάται τους χλευασμούς των ανθρώπων της αποστατημένης και αμαρτωλής αυτής γενιάς, αυτόν θα τον αποκηρύξω κι εγώ όταν θα έλθω μέσα στη θεϊκή δόξα μου μαζί με τους αγίους αγγέλους.

Και ο Κύριος επισφράγισε τους λόγους του λέγοντας: Πολλοί από σας, πριν πεθάνουν, θα δουν να θεμελιώνεται με δύναμη ακαταγώνιστη η Βασιλεία του Θεού στη γη, δηλαδή η Εκκλησία μου.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Σ’ όλη αυτή τη διδασκαλία του ο Κύριος τονίζει την αξία της ψυχής μας. Και τι λέει; Πόσο αξίζει η ψυχή μας; Ανυπολόγιστα. Δεν συγκρίνεται με όλα τα αγαθά του κόσμου αυτού. Έχει ασυγκρίτως ανώτερη αξία από όλα τα πλούτη, τις τιμές και τις απολαύσεις αυτής της ζωής. Γι’ αυτήν ο Θεός έγινε άνθρωπος, γι’ αυτήν έχυσε το αίμα του επάνω στο σταυρό και μας εξαγόρασε με το τίμιο Αίμα του. Κι αν εμείς περιφρονήσουμε το πολυτιμότατο αυτό λύτρο που έδωσε ο Χριστός για την ψυχή μας, η καταστροφή μας θα είναι ανεπανόρθωτη. Διότι, όταν εμείς αμαρτάνουμε συστηματικά και ασύστολα, κινδυνεύουμε να χάσουμε την ψυχή μας για πάντα στην αιώνια κόλαση. Εκεί η ψυχή θα χωρισθεί αιωνίως από τον Θεό, τη χάρη του και την αγάπη του και θα βυθισθεί στο αιώνιο σκοτάδι. Γι’ αυτό λέει ο Κύριος ότι το χειρότερο κακό που μπορούμε να πάθουμε οι άνθρωποι, είναι το να χάσουμε την ψυχή μας. Και αν χάσουμε την ψυχή μας, χάσαμε τον Θεό, χάσαμε τον εαυτό μας, χάσαμε τα πάντα. Κι αυτή η απώλεια είναι αμετάκλητη. Μήπως έχουμε και άλλη ψυχή, ώστε να δώσουμε μία στον σατανά και μία στον Θεό; Ή να δώσουμε τη μία αντάλλαγμα για την απώλεια της άλλης; Τα χρήματα και τα κτήματα και τα σπίτια μπορούμε να τα ανταλλάξουμε. Την ψυχή όμως ποτέ.

Και δεν είναι δύσκολο να τη χάσουμε. Σ’ αυτή τη ζωή φοβερός πόλεμος διεξάγεται. Με λύσσα οι δαίμονες ζητούν να αρπάξουν και να κατασπαράξουν την ψυχή μας. Ας αντισταθούμε λοιπόν κι ας αγωνισθούμε. Ώστε, όταν κλείσουμε τα μάτια μας, να παραλάβουν την ψυχή μας οι παμφώτεινοι άγγελοι στην αγκαλιά του Θεού.

Περισσότερα

Κυριακή της Απόκρεω

Μνεία τῆς δευτέρας καὶ ἐνδόξου παρουσίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

31 Ὃταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ᾿ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, 32 καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾿ ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, 33 καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. 34 τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. 35 ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, 36 γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με. 37 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; 38 πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; 39 πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθομεν πρός σε; 40 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. 41 τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. 42 ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, 43 ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. 44 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; 45 τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. 46 καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.

Περισσότερα

Κυριακή του Ασώτου

Ευαγγέλιο Κυριακής: Λουκ. ιε’ 11-32

11 Εἶπε δέ· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. 13 καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. 14 δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. 15 καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. 16 καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. 17 εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! 18 ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. 19 οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. 20 καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 21 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. 22 εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, 23 καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, 24 ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. 25  Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, 26 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. 27 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. 28 ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. 29 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· 30 ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. 31 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· 32 εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.

Το κήρυγμα της Κυριακής: Κυριακή του Ασώτου

 
«Εἰς ἑαυτόν δέ ἐλθών εἶπε… Ἀναστάς πορεύσομαι πρός τον πατέρα μου».
Η Κυριακή αυτή, δεύτερη του Τριωδίου, ονομάζεται Κυριακή του Ασώτου από την ομώνυμη παραβολή, όπως μας την διηγείται ο ευαγγελιστής Λουκάς. Η παραβολή αυτή ειπώθηκε από τον Κύριο για να δείξει το μέγεθος της ευσπλαχνίας και της αγάπης του Θεού Πατέρα προς κάθε αμαρτωλό που μετανοεί και επιστρέφει στην πατρική αγκαλιά. 
Ο Κύριος με την  παραβολή αυτή μας διδάσκει ότι η απελπισία είναι μεγάλη αμαρτία που οδηγεί τον άνθρωπο στον πνευματικό και σωματικό θάνατο. Μην απελπιζόμαστε, για όλους υπάρχει σωτηρία. Και ο μεγαλύτερος αμαρτωλός μπορεί να σωθεί, αρκεί να το θελήσει.
Ο νεότερος υιός της παραβολής «λιμῷ ἀπόλλυται», πεθαίνει. Μετά την διασκόρπιση της περιουσίας που του έδωσε ο πατέρας του στις ασωτίες και στις ποικίλες αμαρτίες, βρίσκεται να βόσκει χοίρους. Βρίσκεται σε δεινή κατάσταση. Όλοι οι φίλοι του τον ξέχασαν, δεν έχει φαγητό, ζει μια φρικτή κατάσταση.
Ποιος άλλος θα τον απαλλάξει και θα τον σώσει απ’ αυτή την οικτρά κατάσταση που βρίσκεται; Ποιος θα τον σώσει από τον βέβαιο θάνατο, που αργά και σταθερά πλησιάζει; Ποιος είναι εκείνος που θα τον φέρει πίσω στο πατρικό του σπίτι και στην αγκαλιά του πατέρα του;
Κανείς άλλος, εκτός από τον εαυτό του. Μόνο η θέληση του και ο προσωπικός του αγώνας μπορούν να πραγματοποιήσουν αυτό το μεγάλο άλμα. Κι άσωτος υιός βρίσκει τη δύναμη, το κουράγιο και το κάνει. Αφήνει την αμαρτία, αφήνει την άσωτη ζωή και επιστρέφει στο πατρικό του σπίτι.
Ο άσωτος υιός από την στιγμή που έφυγε από την ζεστή πατρική αγκαλιά δεν έχει άλλη συντροφιά, παρά μόνο την αμαρτία. Η αμαρτία τον έκανε δούλο της. Ο νους του δεν σκέπτεται τίποτε άλλο. Το παν γι’ αυτόν είναι η αμαρτία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να σκοτισθεί ο νους του, να σταματήσει να σκέπτεται ορθά, λογικά. Το πρώτο που πρέπει να κάνει είναι να επανακτήσει την κυριαρχία του νου του και της λογικής του. Και πραγματικά το κάνει. «Εἰς ἑαυτόν ἐλθών», βλέπει την τραγικότητα της καταστάσεως του, διαπιστώνει ότι η αμαρτία του είχε αφαιρέσει κάθε στοιχείο πνευματικότητας. Είχε κατορθώσει η αμαρτία ν’ αποκοιμίσει τον ακοίμητο φρουρό κάθε ανθρώπου, το νου του και τον είχε οδηγήσει στο μεγάλο κατρακύλισμα. Είπε φεύγοντας από το σπίτι του να χαρεί και να ζήσει τη ζωή του, όμως οδηγήθηκε στα πλοκάμια του θανάτου. Γιατί η αμαρτία οδηγεί κατ’ ευθείαν στο θάνατο.
Μακάρι να μπορούσαν όλα τα θύματα της αμαρτίας να κάνουν την διαπίστωση αυτή και να σωθούν. Να μπορούσαμε να δούμε σε τι φοβερό κατάντημα οδηγεί η αμαρτία. Να μπορούσαμε να ξυπνήσουμε από τον θανατηφόρο λήθαργο της αμαρτίας και να συνέλθουμε όπως ο άσωτος υιός της παραβολής.
Όμως ο άσωτος δεν έμεινε μόνο στην διαπίστωση της τραγικής καταστάσεως του. Έκανε και το δεύτερο μεγάλο βήμα. Πήρε την μεγάλη απόφαση. Σηκώθηκε και επέστρεψε στον πατέρα του. «Ἀναστάς πορεύσομαι πρός τον πατέρα μου», είπε. Και αυτό δεν έμεινε ένας απλός λόγος, μια απλή απόφαση. Έγινε πραγματικότητα. Έφυγε από τον τόπο στον οποίο ζούσε βόσκοντας χοίρους και πήρε το δρόμο για το σπίτι του στοργικού πατέρα. Με σταθερή απόφαση και συγκεκριμένο σκοπό πορεύεται προς τον πατέρα του.
Ο ίδιος πατέρας, ο Θεός του Ουρανού, παραμένει στοργικός για τον κάθε άνθρωπο, για τον κάθε αμαρτωλό, τον άσωτο κάθε εποχής και κάθε ηλικίας. Παραμένει πατέρας για όλους μας. Εκείνο που μένει για μας είναι να κάνουμε ότι έκανε ο άσωτος υιός της παραβολής. Αφού τον μιμηθήκαμε στην αμαρτία και στον πνευματικό θάνατο, να τον μιμηθούμε και στην πορεία προς τον Θεό και Πατέρα μας. Να σηκωθούμε κι εμείς από τον τόπο της αμαρτίας, από τη «χώρα καί τη σκιά θανάτου» μέσα στην οποία ζούμε και να ξεκινήσουμε. Να κάνουμε μια ανάσταση, μια ηρωική προσπάθεια να απαρνηθούμε ότι μας συνδέει με την αμαρτία.
Ο καθημερινός μας αγώνας να είναι πως η καρδιά μας θα ελευθερωθεί από τις σαρκικές επιθυμίες, από το μίσος, την αδικία, την φιλοχρηματία, από τον εγωισμό που είναι η μητέρα κάθε εφάμαρτου πάθους. Ο αγώνας αυτός δεν θα είναι εύκολος. Πολλές φορές θα αποκάμουμε στην προσπάθεια για απαλλαγή του παλαιού ανθρώπου, του ανθρώπου της αμαρτίας. Η αμαρτία και ο διάβολος δεν παραδίδονται εύκολα και αμαχητί. Τότε ακριβώς που θα νιώθουμε τον εαυτό μας να μην έχει δύναμη να συνεχίσει τον αγώνα του, τότε ακριβώς θα χρειαστεί να στρέψουμε τα μάτια και την καρδιά μας στον Εσταυρωμένο Ιησού Χριστό. Σ’ Εκείνον που ήλθε στη γη με μοναδικό σκοπό τη σωτηρία μας. Μόλις στρέψουμε το βλέμμα μας στον Χριστό θα δούμε στα μάτια του με πόση στοργή μας περιμένει. Δεν παύει ποτέ να μας περιμένει, όσες αμαρτίες κι αν έχομε διαπράξει.
Ο Χριστός μας δέχεται όλους, όπως και τον άσωτο. Αρκεί να τρέξουμε κοντά του. Να αφήσουμε τα βάρη των αμαρτιών που μας  καθηλώνουν και δεν μας αφήνουν να τρέξουμε για να γίνουμε ελαφροί στο σώμα και στο πνεύμα.
Ο Χριστός με το άγρυπνο πατρικό του βλέμμα μας παρακολουθεί με στοργική αγάπη και έχει την αγκαλιά του πάντοτε ανοικτή. Θέλει να μας αγκαλιάσει, να μας καταφιλήσει και να μας ντύσει με τη στολή της αφθαρσίας. Έχει έτοιμο το τραπέζι της ευφροσύνης, το Σώμα και το Αίμα Του και μας περιμένει.
Ας αφήσουμε κάθε γήινο και κοσμικό φρόνημα και ας τρέξουμε σαν τα μικρά παιδιά στην αγκαλιά του Θεού Πατέρα. Μας περιμένει με πολύ υπομονή. Ας του δώσουμε αυτή τη χαρά της επιστροφής μας από την άσωτη και αμαρτωλή ζωή, στη ζωή της θείας ευφροσύνης και μακαριότητας, χωρίς καθυστέρηση και αναβολή. Και τότε θα ακούσομε από το Πανάχραντο στόμα Του να λέει στους αγγέλους: «ἐξενέγκατε τήν στολήν τήν πρώτην καί ἐνδύσατε αὐτόν, καί δότε δακτύλιον εἰς τήν χεῖρα αὐτοῦ καί ὑποδήματα εἰς τούς πόδας, καί ἐνέγκαντες τόν μόσχον τόν σιτευτόν θύσατε, καί φαγῶντες εὐφρανθῶμεν, ὃτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρός ἦν καί ἀνέζησε, καί ἀπολωλώς ἦν καί εὑρέθη». ΑΜΗΝ.
Περισσότερα

To Eυαγγέλιο της Κυριακής (Μετά την Ύψωσιν) Μάρκ. η΄ 34 – θ΄ 1

Εἶπεν ὁ Κύριος· 34 ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. 35 ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου οὗτος σώσει αὐτήν. 36 τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; 37 ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; 38 ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων. 1 ΚΑΙ ἔλεγεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει.

Κήρυγμα

«Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχήν αὐτοῦ;»

Σήμερα εἶναι Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας ἀκούσαμε ὅτι ὅποιος θέλει νὰ γίνει ἀληθινὸς μαθητὴς τοῦ Κυρίου, ὀφείλει νὰ Τὸν ἀκολουθήσει μὲ ἀπόφαση σταυρικοῦ θανάτου. Ἀκούγεται σκληρὸς ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Κυρίου, παρακάτω ὅμως ὁ Ἴδιος δίνει ἐξηγήσεις. Λέει δηλαδή: Τί θὰ ὠφελήσει τὸν ἄνθρωπο ἐὰν κερδίσει τὸν κόσμο ὅλο, ἀλλὰ στὸ τέλος χάσει τὴν ψυχή του; Ἂς δοῦμε λοιπὸν πολὺ σύντομα ποιὰ εἶναι ἡ ἀξία τῆς ψυχῆς καὶ τί σημασία ἔχει αὐτὸ γιὰ τὴ ζωή μας.

1. Ἡ ἀνεκτίμητη ἀξία τῆς ψυχῆς

Κατ᾿ ἀρχὰς νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι στὴ συγκεκριμένη περικοπὴ ὁ Κύριος ἀναφέρεται στὴν ἀξία τῆς ψυχῆς ὄχι γενικά, ἀλλὰ σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο, τί ἀξία ἔχει γιὰ τὸν καθένα μας ἡ ψυχή μας, ἡ σωτηρία της.

Γιὰ νὰ τονίσει λοιπὸν τὴν ἀξία της, διατυπώνει μία ἀπίθανη ὑπόθεση: Ἂς ὑποθέσουμε, λέει ὁ Κύριος, ὅτι ἕνας ἄνθρωπος κερδίζει ὅλο τὸν κόσμο, δηλαδὴ ὅλα τὰ ἀγαθὰ αὐτῆς τῆς ζωῆς. Ὅλος ὁ πλοῦτος τοῦ κόσμου εἶναι δικός του. Μπορεῖ νὰ ἀγοράσει ὅ,τι θέλει, μπορεῖ νὰ ἀπολαύσει ὅ,τι θέλει. Μπορεῖ νὰ ταξιδέψει ὅπου θέλει, νὰ πληρώσει ὅποιον γιατρὸ καὶ Νοσοκομεῖο θέλει. Καὶ ὅλη ἡ δόξα τοῦ κόσμου εἶναι δική του. Ἔχει μόνο ἐπιτυχίες καὶ δοξάζεται ἀπὸ ὅλους. Ἔχει ὅλη τὴν ἐξουσία τοῦ κόσμου. Εἶναι πανίσχυρος καὶ ἀνίκητος, ἐπιβάλλει παντοῦ τὴν κυριαρχία του. Τὰ πάντα εἶναι στὰ χέρια του… Μὰ εἶναι δυνατὸν κάτι τέτοιο; Ὄχι· ἀλλὰ ἂς ὑποθέσουμε, μᾶς λέει ὁ Κύριος, ὅτι κάποιος τὸ πέτυχε.

Κέρδισε ὅλο τὸν κόσμο ἀφενός, ἀφετέρου ὅμως ἔχασε τὴν ψυχή του. Ὅταν ἔφυγε ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή, δὲν πῆγε στὸν Παράδεισο ἀλλὰ στὸν Ἅδη· ἡ ψυχή του κατέληξε στὴν Κόλαση. Ποιὸ τὸ ὄφελος ὅλης τῆς ἐγκόσμιας εὐτυχίας του; Στὸ τέλος βγῆκε τραγικὰ ζημιωμένος. Ἡ ἀπώλεια τῆς ψυχῆς του δὲν ἰσοφαρίζεται μὲ ὅλες μαζὶ τὶς ἄλλες ἐπιτυχίες καὶ ἀπολαύσεις. Γιατί; Διότι ἡ ψυχὴ εἶναι ἀθάνατη, ἐνῶ ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι πρόσκαιρα.

Ἀλλὰ ἡ ἀξία τῆς ψυχῆς φανερώθηκε κατ᾿ ἐξοχὴν μὲ τὸ ὅτι γιὰ τὴ σωτηρία της ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ σταυρώθηκε, ἔχυσε τὸ αἷμα Του γι᾿ αὐτήν. «Τιμὴ ἀνθρώπου τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ», μᾶς διδάσκει ὁ Μέγας Βασίλειος (PG 29, 476A).

Ἑπομένως ἡ ἀξία τῆς ψυχῆς μας εἶναι ἀνεκτίμητη, καὶ ἡ σωτηρία της εἶναι τὸ ἀσύγκριτα πολυτιμότερο ἀγαθό, τὸ μόνο ὄντως ἀγαθό, γιὰ τὸ ὁποῖο ἀξίζει κάθε προσπάθεια καὶ θυσία. Τί λοιπὸν πρέπει νὰ κάνουμε;

2. Πάνω ἀπὸ ὅλα ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς

Στὴν καθημερινή μας ζωὴ φροντίζουμε νὰ κάνουμε οἰκονομία στὰ ἔξοδά μας, νὰ ἐπωφελούμαστε ἀπὸ τὶς ποικίλες προσ­φορές· καὶ ἀντίστροφα λυπούμαστε γιὰ τὶς περικοπὲς ποὺ μᾶς ἐπιβάλλουν, ὅπως καὶ ὅταν μᾶς συμβαίνει κάποια ζημιὰ στὸ σπίτι, στὸ αὐτοκίνητο, στὴν ἐπιχείρηση, κάτι ποὺ εἶναι λογικὸ καὶ ἑπόμενο… 

Γιὰ τὴν ψυχή μας ὅμως δείχνουμε τέτοιο ἐνδιαφέρον; γιὰ τὸ αἰώνιο κέρδος της; Καὶ λυπούμαστε γιὰ τὴ ζημία τῆς ψυχῆς μας, ποὺ ἔχει αἰώνιες συνέπειες; Καὶ ποιὰ εἶναι ἡ ζημία της; Οἱ ἁμαρτίες καὶ τὰ πάθη μας, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προσπαθοῦμε νὰ ἐξαλείψουμε μὲ τὴν ἀληθινὴ μετάνοια.

Ἀγωνιοῦμε γιὰ τὰ παιδιά μας· φροντίζουμε γιὰ τὴν ὑγεία τους, τὴ διατροφή, τὴ μόρφωσή τους… Ἀγωνιοῦμε ὅμως καὶ γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς τους; Τὰ πηγαίνουμε στὸ Κατηχητικό, στὸν Πνευματικό; Τοὺς μαθαίνουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ;…

Τὰ παραπάνω δὲν σημαίνουν ὅτι ὡς Χριστιανοὶ δὲν μποροῦμε νὰ ἀπολαμβάνουμε τὰ ἐπίγεια ἀγαθά, ἀλλὰ ὅτι εἶναι ἀνόητο νὰ ἐπιδιώκουμε τὴν κατάκτησή τους βλάπτοντας τὴν ψυχή μας ἢ ἁπλῶς παραμελώντας τὴ σωτηρία της.

Ὁ ἀληθινὸς πιστὸς ἀγωνίζεται μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις γιὰ νὰ σωθεῖ, καὶ σιγά-σιγά, ὅσο ὡριμάζει πνευματικά, θέτει σὲ δεύτερη μοίρα τὶς νόμιμες ἐγκόσμιες ἀπολαύσεις καὶ ἐπιδιώξεις ἢ καὶ τὶς ἐγκαταλείπει τελείως, διότι τοῦ στέκον­ται ἐμπόδιο στὸ νὰ ἀγαπήσει ὁλοκληρωτικὰ τὸν Θεό. Ἔτσι ἔζησαν οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ἔδειξαν τέλειο ζῆλο γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς τους. Ἔζησαν τὴ σταυρικὴ ζωὴ στὴν τελειότητά της. Ἔτσι ὀφείλουμε νὰ ζήσουμε καὶ μεῖς.

Ὁ Κύριος διαβεβαιώνει πάνω ἀπὸ τὸν Σταυρό Του, τοῦ ὁποίου τὴν Ὕψωση ἑορτάσαμε, ὅτι ἡ ψυχή μας ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ ὅλο τὸν κόσμο. Ἂς Τὸν πιστέψουμε. Διότι Ἐκεῖνος γνωρίζει περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον τὴν ἀξία της. Ἐκεῖνος τὴν δημιούργησε καὶ Ἐκεῖνος σταυρώθηκε γιὰ τὴ σωτηρία της. Νὰ μᾶς φωτίζει ὁ Κύριος ὥστε νὰ συνειδητοποιήσουμε τὴν ἀνυπολόγιστη ἀξία της καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις γιὰ τὴ σωτηρία της. Τότε θὰ εἴμαστε οἱ ἀληθινὰ ἐπιτυχημένοι, οἱ αἰώνια λυτρωμένοι.

Περισσότερα

Εὐαγγέλιον Κυριακῆς 13 Αὐγούστου 2017

Ι΄ Ματθαίου (Ματθ. ιζ΄ 14-23)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ, γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων· Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ. καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ’ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε. καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐξῆλθεν ἀπ’ αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον καὶ ἐθεραπεύθη ὁ παῖς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης. Τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ κατ’ ἰδίαν εἶπον· διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται, καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν. τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. Ἀναστρεφομένων δὲ αὐτῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται.

Το Κήρυγμα.

Τὸ γεγονὸς ποὺ μᾶς περιγράφει τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τοποθετεῖται χρονολογικὰ ἀμέσως μετὰ τὴ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου στὸ Ὅρος Θαβώρ, τὴ μεγάλη αὐτὴ Δεσποτικὴ γιορτή, ποὺ γιορτάσαμε τὴν προηγούμενη Κυριακή. Κατεβαίνει ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὸ Ὅρος Θαβὼρ μαζὶ μὲ τοὺς προκρίτους τῶν μαθητῶν του. Τὸ πρόσωπό του ἀκτινοβολεῖ ἀκόμη τὸ φῶς τῆς θείας φύσεώς του. Συναντοῦν τοὺς ὑπόλοιπους μαθητὲς καὶ πλῆθος κόσμου νὰ συζητοῦν μεταξύ τους.

Ἕνας πονεμένος πατέρας γονατίζει στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν παρακαλεῖ ἱκετευτικά. Ἡ ἱκεσία του ἐκφράζεται μὲ τὴν πιὸ σύντομη ἀλλὰ καὶ τὴν πιὸ περιεκτικὴ προσευχή, τὸ «Κύριε ἐλέησον τὸν υἱόν μου». Μέσα σ’ αὐτὲς τὶς δύο λέξεις, «Κύριε ἐλέησον», τονίζεται πόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἀπόσταση ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲ γεφυρώνεται παρὰ μόνο μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ἀναγνωρίζει τὴν ἀδυναμία του μπροστὰ στὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἁμαρτωλότητά του μπροστὰ στὴν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ, καταφεύγει μὲ συντριβὴ στὸ ἔλεός του γνωρίζοντας ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι φιλεύσπλαχνος καὶ ἐλεήμων. Πόσες φορές, ἀλήθεια, δὲν ἀκούγεται στὶς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας ἡ μονολόγιστη αὐτὴ εὐχὴ τὸ «Κύριε ἐλέησον»; Αὐτὴ τὴν εὐχὴ λένε νοερὰ οἱ ἀσκητὲς καὶ φτάνουν σὲ ὕψη ἁγιότητας. Αὐτὴν ἂς ἐπαναλαμβάνουμε καὶ ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, διαρκῶς.

Πρῶτα, λοιπόν, ὁ πονεμένος πατέρας ζητάει νὰ τὸν λυπηθεῖ ὁ Θεός, γιατί μία ἀρρώστια τοῦ παιδιοῦ εἶναι πάντα μία μεγάλη δοκιμασία γιὰ τοὺς γονεῖς. Μετὰ τὴν ἐκζήτηση τοῦ θείου ἐλέους ὁ πατέρας περιγράφει τὴν ἀσθένεια τοῦ παιδιοῦ. Ὁ ἀσθενὴς νέος «κακῶς πάσχει» καὶ ὅταν καταλαμβάνεται ἀπὸ κρίση τότε ἄλλοτε πέφτει στὴ φωτιὰ καὶ ἄλλοτε στὸ νερό, καὶ ἔτσι κινδυνεύει νὰ καεῖ ἢ νὰ πνιγεῖ. Ἐπειδὴ ὅμως ἀναγνωρίζει στὸν Ἰησοῦ μεγαλύτερη θεραπευτικὴ δύναμη ἀπ’ αὐτὴ τῶν μαθητῶν, συμπληρώνει ὅτι πῆγε καὶ στοὺς μαθητές του ἀλλὰ «οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι». Τότε ὁ Ἰησοῦς διαμαρτύρεται γιὰ τὴν ἀπιστία τῶν ἀνθρώπων: «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη, ἕως πότε ἔσομαι μεθ’ ὑμῶν»; Ἐπειδὴ ὅμως θέλει νὰ πιστέψουν σ’ αὐτὸν οἱ ἄνθρωποι θεραπεύει μ’ ἕνα λόγο Του τὸν ἄρρωστο. «Ἐπετίμησεν αὐτῶ καὶ ἐξῆλθεν ἀπ’ αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον». Φαίνεται ἐδῶ καθαρὰ ἡ αὐθεντία καὶ ἡ ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ ἔναντι τῶν δαιμονίων, ποὺ κρατοῦν δέσμιους τούς ἀνθρώπους τῆς ἀποστασίας. Ὁ Σατανᾶς πειράζει τοὺς ἀνθρώπους ἀλλὰ δὲν ἔχει ἀπόλυτη κυριαρχία πάνω τους. Παραπάνω ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς πονηρίας καὶ τῆς πλάνης εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ καλοσύνη τοῦ Θεοῦ.

Μετὰ τὴ θεραπεία τοῦ ἐπιληπτικοῦ νέου οἱ μαθητὲς ρωτοῦν τὸν Ἰησοῦ γιατί δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν θεραπεύσουν. Μὲ σαφήνεια ὁ Χριστὸς ἀπαντᾶ «διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν» καὶ τονίζει στὴ συνέχεια τὴ δύναμη τῆς πίστεως. «Ἐὰν ἔχετε, λέει, πίστη ἔστω καὶ σὰν κόκκο σιναπιοῦ, ποὺ εἶναι ὁ μικρότερος ὅλων, θὰ λέτε σ’ αὐτὸ τὸ βουνὸ πήγαινε ἐκεῖ καὶ θὰ πηγαίνει καὶ τίποτα δὲ θὰ εἶναι ἀδύνατο σὲ σᾶς». Τὸ νὰ μετακινήσει βέβαια κάποιος ἕνα βουνὸ εἶναι ἀδύνατο γιὰ τὰ ἀνθρώπινα δεδομένα. Ὁ Χριστὸς ὅμως διαβεβαιώνει μὲ τὰ λόγια του αὐτά, ὅτι αὐτὸς ποὺ πιστεύει μπορεῖ νὰ ἐπιτελέσει, ὅσα οἱ ἄνθρωποι θεωροῦν ἀδύνατα. «Τὰ ἀδύνατα παρ’ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῶ ἐστίν». Σὲ μᾶς δὲ μένει παρὰ νὰ ζητοῦμε ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ μᾶς ἐνισχύει στὴν πίστη, «πρόσθες ἡμῖν πίστιν», ὄχι γιὰ νὰ κάνουμε θαύματα, ποὺ δὲν ἀποκλείεται καὶ αὐτό, ἀλλὰ νὰ εἴμαστε κοντά του, νὰ ἐφαρμόζουμε τὶς ἐντολές του καὶ νὰ ἀντικρούουμε τὶς ἐπιθέσεις τοῦ Σατανᾶ.

Βέβαια, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν πίστη εἶναι ἀπαραίτητα σ’ αὐτὸν τὸν ἀγώνα δύο ἀκόμα στοιχεῖα, ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία, καθὼς τὸ εἶπε ὁ Χριστός: «Τὸ δαιμονικὸ αὐτὸ γένος δὲ βγαίνει παρὰ μόνο μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία». Ὁ Χριστὸς βγάζει τὰ πονηρὰ πνεύματα μὲ ἕνα Του λόγο, μία προσταγή, καί οἱ Ἅγιοι μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία.

Οἱ Πατέρες λένε πὼς μὲ τὴν προσευχὴ παρακαλοῦμε τὸ Θεὸ καὶ παίρνουμε τὴ δύναμή του. Μὲ τὴ νηστεία αὐτὴ ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ ἐπιδρᾶ στοὺς ἀνθρώπους ποὺ πάσχουν ἀπὸ δαιμόνια καὶ ἄλλες ἀρρώστιες καὶ γίνεται ἡ θεραπεία. Ἐὰν ἐκτὸς Ἐκκλησίας κάποιος μπορεῖ νὰ κάνει σωματικὴ νηστεία γιὰ λόγους ἰατρικούς, αἰσθητικούς, ἀθλητικούς, στὴ χριστιανικὴ ζωὴ δὲ νοεῖται σωματικὴ νηστεία χωρὶς τὸν πνευματικὸ ἀγώνα κατὰ τῶν παθῶν. Ὁ ἀγώνας αὐτὸς χρειάζεται τὴν προσευχή, ἡ ὁποία μᾶς συνδέει μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἀνακαλύπτουμε τὴν «πείνα» καὶ τὴ «δίψα» μας γι’ Αὐτὸν ἀλλὰ καὶ τὴν ἐξάρτησή μας ἀπ’ Αὐτόν. Γιατί «οὐκ ἐπ’ ἄρτω μόνω ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἐπὶ παντὶ ρήματι ἐκπορευομένω διὰ στόματος Θεοῦ», δηλαδὴ «ὁ ἄνθρωπος δὲ ζεῖ μόνο μὲ ψωμί, ἀλλὰ μὲ κάθε λόγο ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θεοῦ», καθὼς τὸ εἶπε ὁ Χριστὸς στὸ διάβολο μετὰ τὴν τεσσαρακονθήμερη νηστεία του στὴν ἔρημο. Νηστεία, λοιπὸν, καὶ προσευχὴ χρειαζόμαστε, τὰ δύο αὐτὰ ἰσχυρὰ πνευματικὰ ὅπλα, στὸν ἀγώνα μας ὡς χριστιανοί.

Καθώς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, διανύουμε τὴ νηστεία τοῦ Δεκαπενταύγουστου καὶ πλησιάζουμε στὴ μεγάλη γιορτὴ τῆς Παναγίας μας, ἂς ἐντείνουμε τὸν ἀγώνα μας μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία γιὰ νὰ γιορτάσουμε καλύτερα τὴ Μητέρα τῆς Ζωῆς, ἡ ὁποία μετέστη πρὸς τὴν Ζωή. Ἀμήν.

Πηγή:  Ἰστοσελίς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σερβίων καὶ Κοζάνης.

Περισσότερα