Ιερός Ναός Αγίας Βαρβάρας

Λίγα λόγια για τον Ακάθιστο Ύμνο

Ακάθιστος ύμνος επικράτησε να λέγεται ένας ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας του. Οι πιστοί έψαλλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο κατά την ακολουθία της γιορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.

Ψάλλεται ενταγμένος στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του Μικρού Αποδείπνου, σε όλους τους Ιερούς Ναούς, τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε οίκος ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα), και είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας.

Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Κατά το έτος 626 μ. Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος μαζί με το βυζαντινό στρατό είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνίδια από τους Αβάρους. Οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι  προξένησαν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.

Στις 8 Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη, ως τότε, απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο»,  ευχαριστήρια ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, την Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό, στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε χρόνου. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει»), με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο, στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.

Σύμφωνα, όμως, με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673), Λέοντος του Ισαύρου (717-718) και Μιχαήλ Γ΄ (860). Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα, κλπ.), δεν θεωρείται απίθανο, η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητας ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.

Σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση, ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 δεν αναφέρει ούτε το χρόνο της σύνθεσής του, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου, που συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της Θεοτόκου, το 431 από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄. Σε αυτήν συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξάνδρειας. Καταδίκασε τις διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό. Η Σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος». Επομένως, η χρονολογία σύγκλησής της, το 431, αποτελεί μία σταθερή ημερομηνία, καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν είχε συντεθεί νωρίτερα. Από την άλλοι, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού (527-565), πράγμα που, αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626.

Η παράδοση, όμως, αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στο μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα, Ρωμανό τον Μελωδό. Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές, οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα και δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στον Ρωμανό. Ακόμη, σε κώδικα του 13ου αιώνα υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα, η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου.

Όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές, που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά στοιχεία μετά την εποχή του Ρωμανού. Κατά μία άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε στο Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους εικονόφιλους μοναχούς του Στουδίου. Έτσι πλησίασε τη γιορτή του Ευαγγελισμού. Είναι, δε, ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς με την Εικονομαχία, να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728, που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ΄ Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626, στα χρόνια του Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό.

Επιπλέον υπάρχουν και άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού του Ακάθιστου Ύμνου. Η μία εκδοχή αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α΄ (715-730), ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της από τους Άραβες το 718, επί Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου. Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός, ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, η οποία έγινε γύρω στο 800 από τον επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου.

Η άλλη εκδοχή που υποστηρίζεται βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» (αρχή του α΄ οίκου του Ακάθιστου ύμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς». Πρόκειται για τον Κοσμά τον Μελωδό, ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718, καθώς απεβίωσε το 752 ή 754.

Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο, τον ιερό Φώτιο, τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη,  τον Γεώργιο Πισίδη, και άλλους, που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα.

Βέβαιο, είναι πάντως, ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού (676-749), ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου.

Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος πηγάζει από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους.

Ο πρώτοι δώδεκα οίκοι του (Α-Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος. Εκεί εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, ακολουθώντας τη διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α, Β, Γ, Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ, Ι, Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ), η οποία είναι η μόνη που έχει ως πηγή το απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου.

Οι τελευταίοι δώδεκα (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό ή δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης του Κυρίου και το σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών.

Ο μελωδός βάζει στο στόμα του αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά «Χαῖρε», τους Χαιρετισμούς προς τη Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ («Χαῖρε Κεχαριτωμένη»), που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. α΄ 28).

Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενορία και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, υπάρχουν και άλλα λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου. Η ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την πρεσβεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, σε ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακαθίστου.

Ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, προφανώς, εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου. Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη γιορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεορτίων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδας. Το βράδυ της Παρασκευής και το Σάββατο είναι μέρες που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες μέρες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο γιορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μετατίθενται οι γιορτές της εβδομάδας. Σύμφωνα με ορισμένα Τυπικά, ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν πέντε μέρες πριν τη γιορτή του Ευαγγελισμού και κατά άλλα τον όρθρο της μέρας της γιορτής.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ΄:

Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει, ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Ἰωσὴφ σπουδῇ ἐπέστη, ὁ ἀσώματος λέγων τῇ Ἀπειρογάμω ὁ κλίνας ἐν καταβάσει τοὺς οὐρανούς, χωρεῑται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν σοι. Ὃν καὶ βλέπων ἐν μήτρᾳ σου, λαβόντα δούλου μορφήν, ἐξίσταμαι κραυγάζων σοι. Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.

 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ΄:

Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια, ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε. Ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζω σοι Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε».

Πηγές: Φουντούλη, Ι., Λογική Λατρεία (Αποστολική Διακονία Εκκλησίας Ελλάδος, 1997)˙ Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού˙  Ιστότοπος Εκκλησίας Ελλάδος.

της Δρ Ελένης Ρωσσίδου-Κουτσού, Φιλολόγου-Βυζαντινολόγου

 

Ηλεκτρονική Πηγή: http://churchofcyprus.org.cy/31735

Περισσότερα

Το κήρυγμα της Κυριακής: Κυριακή Ε΄ Νηστειών

 

Του Αρχιμανδρίτου Παϊσίου Λαρεντζάκη

Ιεροκήρυκος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης

 

«Ὃς ἐάν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἒσται ὑμῶν διάκονος».
Η πορεία φθάνει στο τέλος. Ο Κύριος έχει στραμμένο το βλέμμα του προς το Πάθος, προς την υπέρτατη θυσία. Στο ύψιστο σημείο της προσφοράς του προς τον άνθρωπο. Είναι η ώρα που θα δοξαστεί. Στο πρόσωπο του Κυρίου η δόξα συμβαδίζει με τη θυσία. Όσο περισσότερο προσφέρει, τόσο δοξάζεται. Όσο ταπεινώνεται, τόσο υπερυψώνεται. Αυτό θέλει να εμπνεύσει και στους Μαθητές Του. να τους προετοιμάσει ψυχολογικά, ώστε να μη κλονισθεί η πίστη τους, όταν θα τον έβλεπαν κρεμάμενο πάνω στο Σταυρό. Τους προανήγγειλε με πολύ καθαρό τρόπο και με λεπτομέρεια όσα φοβερά θα του συνέβαιναν· τη σύλληψή του, τους εμπαιγμούς και εμπτυσμούς, τους εξευτελισμούς και τις μαστιγώσεις, τη σταύρωση, την ταφή αλλά και την ανάσταση. Εκείνοι δεν μπορούν να το καταλάβουν. Συνδυάζουν  στη σκέψη τους τη δόξα με τις τιμές και την εξουσία. Ζητούν να τους τιμήσει ο Χριστός τοποθετώντας τους δίπλα Του. κοντά στο θρόνο Του. Πραγματικά δεν καταλάβαιναν τι ζητούσαν. Που να φανταστούν πως ο θρόνος που θα γινόταν το θεμέλιο της δόξα Του, θα ήταν ένας Σταυρός. Που να υποψιαστούν ότι αριστερά και δεξιά Του θα στήνονταν σταυροί για δύο κακούργους ληστές. Ο Κύριος πριν δείξει το άφθαστο παράδειγμα, τους εμπνέει με τα λόγια· «Ὃς ἐάν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἒσται ὑμῶν διάκονος, καί ὃς ἐάν θέλῃ ἐν ὑμῖν γενέσθαι πρῶτος, ἒσται πάντων δοῦλος».
Ασφαλώς οι Μαθητές δεν περίμεναν να ακούσουν τα λόγια αυτά από το στόμα του Ιησού, με αποτέλεσμα να εκπλαγούν στο άκουσμά τους. Πιθανόν και να μη τα κατάλαβαν. Αυτοί γνώριζαν ότι για να αποκτήσει κανείς αξιώματα και δόξα, έπρεπε να κινηθεί, να δραστηριοποιηθεί, να αγωνιστεί με πείσμα, να παραμερίσει άλλους, να παρακαλέσει τους ισχυρούς της ημέρας, να διαθέσει μέσα. Έβλεπαν ότι όλοι όσοι κατόρθωσαν να αναρριχηθούν σε αξιώματα και θέσεις και να αποκτήσουν δόξα, με τον τρόπο αυτό ενήργησαν.
Ο Κύριος όμως τους είπε με πολύ καθαρά· «οὐχ οὓτως ἒσται ἐν ὑμῖν». δεν θα γίνετε έτσι με σας· δεν θα ακολουθείτε τον δρόμο που ακολουθούν οι φιλόδοξοι άνθρωποι του κόσμου. Ο δικός σας δρόμος είναι πολύ διαφορετικός· εντελώς αντίθετος. Είναι ο δρόμος της ταπείνωσης, της εξυπηρέτησης και όχι του παραμερισμού των άλλων, μάλλον της υποχώρησης για να προχωρήσουν οι άλλοι. Ο άνθρωπος του Θεού, ο αληθινός πνευματικός ηγέτης δεν τρέχει προς το αξίωμα και μάλιστα όταν αυτό είναι εκκλησιαστικό. Έχοντας συναίσθηση των μεγάλων ευθυνών, τις οποίες συνεπάγεται το αξίωμα, και όταν ακόμα του το προσφέρουν προσπαθεί να το αποφύγει.
Μετράει τις δυνάμεις του και με ταπεινοφροσύνη ομολογεί, ότι δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που αυτό επιβάλλει. Βλέπει το αξίωμα ως έργο και όχι ως θρόνο δόξης. Βλέπει κυρίως τους κόπους, τους μόχθους και τις θυσίες που απαιτεί το αξίωμα και όχι τα υλικά πλεονεκτήματα και τις ανέσεις που πιθανόν να προσφέρει. Το θεωρεί όχι ως έπαθλο θριάμβου αλλά ως στάδιο πολλών και μεγάλων αγώνων, των οποίων σκοπός είναι ο διαφωτισμός των ψυχών, η λύτρωση από την τυραννία των παθών και από την ενοχή της αμαρτίας, η καθαρότητα της καρδιάς, η συνεχής και συνετή καθοδήγηση προς το «καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ».
Και όλα αυτά όχι μόνο με τα ωφέλιμα λόγια και τις καλές συμβουλές, αλλά προ πάντων με το ανεπίληπτο ήθος, με τον ακέραιο χαρακτήρα, με το καλό παράδειγμα, με την ακτινοβόλο χριστιανική πίστη και ζωή. Εκείνος που έχει υψηλή θέση μέσα στην Εκκλησία πρέπει να είναι φως των ανθρώπων, «πόλις ἐπάνω ὂρους κειμένη».
Αν την ημέρα εκείνη τα είχαν υπόψη τους οι Μαθητές, ασφαλώς δεν θα έτρεχαν να ζητήσουν αξιώματα και τιμές. Ο ταπεινός άνθρωπος που συναισθάνεται βαθειά το βάρος τους αξιώματος και της ευθύνης του είναι πάντοτε πρόθυμος αθόρυβα να διακονήσει, όπου τον καλέσει το καθήκον. Έχει συνεχώς ανοικτά τα μάτια της ψυχής και του σώματος για να βλέπει και να αντιλαμβάνεται καθαρά, ποιο είναι το καθημερινό του καθήκον. Ποιες είναι οι υποχρεώσεις του και πως θα ανταποκριθεί σ’ αυτές. Πολλές είναι φορές που παραμερίζει υποχρεώσεις του απέναντι σε δικούς του ανθρώπους για να δοθεί απερίσπαστος στο έργο που ανέλαβε. 
Δεν διστάζει να υποβληθεί σε κόπους και θυσίες για τους άλλους, έστω κι αν μερικές φορές πληρώνεται με αχαριστία. Άλλωστε αυτός εξυπηρετεί εκείνους, όχι για να κερδίσει την ευγνωμοσύνη τους, αλλά για να εκπληρώσει με ευσυνειδησία το καθήκον όπως του το επιβάλλει το αξίωμα. Θεωρεί τον εαυτό του υπηρέτει των άλλων. Και όπως ο υπηρέτης που εκτελεί το έργο του, δεν έχει αξιώσεις για την ευγνωμοσύνη του κυρίου του, έτσι κι αυτός.
Έχει κατά νου το συγκινητικό και διδακτικό παράδειγμα του Κυρίου, ο οποίος για να διδάξει τους Μαθητές του να μην επιδιώκουν θέσεις και τιμές από τους ανθρώπους, τους είπε ότι «ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι καί δοῦναι τήν ψυχήν αὐτοῦ λύτρον ἀντί πολλῶν». Ο Κύριος είχε κάθε δικαίωμα να ζητήσει κάθε εξυπηρέτηση από τα δημιουργήματά του, τους δούλους του, και δεν είχε καμία υποχρέωση να γίνει υπηρέτης τους και μάλιστα μέχρι να θυσιάζει και τη ζωή του ακόμη. Κι όμως, αυτός ο ίδιος ο Θεός, ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, έγινε υπηρέτης των δούλων του, οι οποίοι ήταν τότε εχθροί του εξαιτίας των αμαρτιών τους.
Το γεγονός αυτό μιλάει ή μάλλον πρέπει να μιλάει στην ψυχή κάθε ανθρώπου και να του εμπνέει ανεξάντλητη προθυμία και δραστηριότητα για το έργο αυτό. Απερίγραπτη ικανοποίηση θα είναι να μιμηθεί τον Κύριο, να ακολουθήσει το παράδειγμά του και να έχει την πληροφορία της συνειδήσεως ότι έκανε εκείνο που έπρεπε να κάνει. Όποιος ακολουθεί τον δρόμο αυτό εκτιμάτε, τιμάτε και δοξάζεται από τους άλλους ανθρώπους, ιδιαίτερα όμως από τον ίδιο τον Θεό.
Ο πόθος της δόξας είναι έμφυτος στον κάθε άνθρωπο. Αλλά η αληθινή δόξα δεν αποκτάται με τον παραμερισμό των άλλων, με τη σπουδή για τα αξιώματα, με την περιαυτολογία και την επίδειξη. Αντίθετα αποκτάται με την εξυπηρέτηση των συνανθρώπων μας, με ταπεινοφροσύνη και αληθινή αγάπη. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγαλείο και η δόξα του χριστιανού. Έτσι θα γίνει μέγας. Το είπε πολύ καθαρά ο Κύριος μας· «Ὃς ἐάν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἒσται πάντων δοῦλος».

Περισσότερα

Κυριακή Ε΄ Νηστειών

 

Επισκόπου Φαναρίου κ. Αγαθαγγέλου

Ἡ ἐξασφάλιση τῶν πρωτείων

Ὁ Κύριος, ὅπως ἀναφέρει ἡ εὐαγγελική περικοπή τῆς Ε´ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶνβαδίζει πρός τό μαρτύριο. Ἀπό τή ἄλλη πλευρά οἱ μαθητές του ὀνειρεύονται μεγαλεῖα. Τούς προλέγει τόν σταυρικό Του θάνατο καί ἐκεῖνοι, χωρίς νά πολυκαταλαβαίνουν τήν τραγικότητα τῆς προφητείας, διαποτισμένοι ἀπό τό κοσμικό πνεῦμα τῆς φιλοδοξίας, ποθοῦν τιμητικές διακρίσεις. Ὁ Ἰάκωβος καί ὁ Ἰωάννης σπεύδουν νά προλάβουν τούς ἄλλους στήν ἐξασφάλιση τῶν πρωτείων.

«Διδάσκαλε», τοῦ λέγουν, «θέλουμε νά μᾶς κάνεις κάτι πού θά σοῦ ζητήσουμε». » Τί θέλετε; » ἐρωτᾶ ὁ Χριστός. «Νά, τοῦ ἀπαντοῦν, τώρα πού θά δοξαστεῖς, πού θά καθίσεις σέ θρόνο βασιλικό, δῶσε μας τίς δύο πρῶτες θέσεις στό βασίλειό σου. Κάνε μας τή χάρη νά καθίσουμε ὁ ἕνας στά δεξιά σου καίὁ ἄλλος ἀριστερά σου». Ὁ Κύριος τούς κοιτάζει περίλυπα: » Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε«, τούς ἀπαντᾶ μέ πόνο. Δηλαδή, «δέν ξέρετε τί ζητᾶτε. Ἐγώ σᾶς μιλῶ γιά θυσίες καί ἐσεῖς λαχταρᾶτε πρωτοκαθεδρίες«.

Οἱ δύο μαθητές ζητοῦσαν ἀπό τό Χριστό δόξα μέ ἀνθρώπινα κριτήρια, ἔχοντας κατά νοῦ ὅτι ἡ βασιλεία Του εἶναι αἰσθητή καί κοσμική. Ὁ Χριστός ὅμως διορθώνει τήν ἐσφαλμένη τους πίστη, ὑποδεικνύοντας τήν πραγματική καί αἰώνια δόξα, πού διέρχεται μέσα ἀπό τό «ποτήριον», πού εἶναι τά πάθη καί ὁ Σταυρός.

Πόσες καί πόσες, ὅμως, φορές ὁ Χριστός δέν ἀναγκάζεται νά ἐπαναλάβει αὐτό πού εἶπε στόν Ἰάκωβο καί τόν Ἰωάννη σέ πολλούς καί σήμερα; Πόσο μικροπρεπεῖς εἶναι συχνά οἱ πόθοι καί τά αἰτήματά μας, Λαχταρᾶμε τιμές, διακρίσεις, πρωτεῖα, δύναμη, χρῆμα, δόξα, ἐπιβολή στόν κόσμο αὐτό. Καί τό τραγικό εἶναι ὅτι τά ζητᾶμε ἀπό Ἐκεῖνον πού περιφρόνησε ὅλα αὐτά καί ἀπεκάλυψε τήν μηδαμινότητά τους.

Παραπονιόμαστε πολλές φορές, ὅτι ὁ Κύριος δέν εἰσακούει τήν προσευχή μας. Ξεχνᾶμε ὅμως κάτι πολύ σημαντικό, δέν ἐπιθυμοῦμε Ἐκεῖνον ἀλλά κάτι ἀπό Ἐκεῖνον. Ἔτσι ὁ Χριστός δέν ἀνταποκρίνεται στά αἰτήματά μας διότι δέν ξέρουμε τί ζητᾶμε.

Ἡ ἀσθένεια της φιλοπρωτείας

Ἀλλά ἡ ἀσθένεια τῆς φιλοπρωτίας δέν εἶχε προσβάλλει μόνο τούς δύο μαθητές. Ἡ ἀγανάκτηση πού ἐκδήλωσαν οἱ ὑπόλοιποι ἐναντίον τοῦ Ἰακώβου καί τοῦ Ἰωάννου, φανέρωνε ὅτι τό ἴδιο πάθος τυραννοῦσε ὅλους. Τούς πείραζε ὅτι ἄλλοι τούς εἶχαν προλάβει.
Τότε ὁ Ἰησοῦς τούς κάλεσε κοντά του καί τούς λέγει: «Γνωριζετε ὅτι ἐκεῖνοι πού θεωροῦνται ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν τά καταδυναστεύουν, καί οἱ μεγάλοι τά καταπιέζουν. Μεταξύ σας ὅμως δέν θά συμβαίνει τό ἴδιο. Ἀλλά ὅποιος ἀνάμεσα σας θέλει νά γίνει μεγάλος θα εἶναι ὑπηρέτης σας, διάκονός σας, καί ὅποιος θέλει νά εἶναι μεταξύ σας πρῶτος θά εἶναι δοῦλος ὅλων».

Ἡ ριζική ἀνατροπή τῶν καθιερωμένων

Τό πραγματικό μεγαλεῖο δέν βρίσκεται στήν ἔπαρση, στήν ἀλαζονεία καί στήν καταπίεση τῶν ἄλλων. Δέν ἀποδεικνύεται μέ τούς τίτλους καί τόν θόρυβο. Ὑπάρχει μόνο στήν ταπεινόφρονα ἀγάπη, στή σεμνή διακονία τοῦ πλησίον. Αὐτός εἶναι ὁ ἀσφαλής δρόμος γιά τήν κατάκτησή του.

Πρόκειται γιά μιά ριζική ἀνατροπή τῶν καθιερωμένων. Προηγουμένως τό μεγαλεῖο μετριόταν μέ τό πόσους κανείς ἐξουσιάζει. Μετά τό Χριστό, μέ τό πόσους κανείς διακονεῖ. Κριτήριο τῆς μεγαλοσύνης δέν εἶναι ἡ δύναμη ἀλλά ἡ εἰλικρινής διακονία.

Οἱ στρατειές τῶν ἁγίων ἔκαναν πραγματικότητα αὐτή τήν ἐπανάσταση τῆς ἀγάπης, βάζοντας τήν διακονία στήν ἐξουσία καί ὀμορφαίνοντας ἀληθινά τήν ἀνθρώπινη ζωή.

Στήν ἐποχή μας, πού ἡ κοσμική ἐξουσία βρίσκεται σέ ἔξαρση, οἱ ἄνθρωποι εὔχονται καί προσπαθοῦν νά δίνουν ὅσο τό δυνατόν λιγότερα καί νά παίρνουν ὅσο τό δυνατόν περισσότερα. Σ’ αὐτή τήν τάση ἡ ὀρθόδοξη θέση εἶναι ριζικά ἀντίθετη. Τό ὀρθό αἴτημα δέν εἶναι «τί ἐξυπηρέτηση μπορῶ νά περιμένω ἀπό τούς ἄλλους, ἀλλά ἐάν δύναμαι νά ἀγαπῶ».

Τό μεγαλεῖο πού ζητᾶμε ἀναμένοντας ἔκτακτες εὐκαιρίες βρίσκεται στά χέρια μας, στήν καθημερινή ἁπλή πραγματικότητα, ὅταν εἴμαστε ἕτοιμοι νά διακονοῦμε τούς ἄλλους, χωρίς καμία ἀπαίτηση ἀνταποδόσεως καί ἀναγνωρίσεως. Ἄς θυμηθοῦμε τούς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας πού μέ τήν ἀγάπη τους ζωογονοῦν τίς ἀνθρώπινες κοινωνίες. Καί τότε θά νιώσουμε πιό βαθιά πόσο ὑπέροχος εἶναι ὁ δρόμος πού χαράζουν τά λόγια αὐτά τοῦ Κυρίου. «Ὅς ἐάν θέλη ἐγενέσθαι μέγας, ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος«.

Πρόκειται γιά ἕνα μεγαλεῖο ἐσωτερικό: διότι εἶναι κάτι πού μᾶς κάνει νά μοιάζουμε οὐσιαστικά μέ τό Χριστό, τό Μεγάλο Διάκονο τῶν ἀνθρώπων. Ἐκεῖνον πού δέν ἦρθε νά ὑπηρετηθεῖ ἀλλά νά ὑπηρετήσει καί νά δώσει τή ζωή του λύτρο ἀντί πολλῶν. Πρόκειται γιά τή μεταμόρφωση τῆς ζωῆς μας σύμφωνα μέ τήν δική Του, γιά τήν ἀνύψωσή της πρός τόν τελικό της σκοπό: τή θέωση.

 

Περισσότερα

Διδαχαί Ηλιού Μηνιάτη εις την Δ´ Κυριακή των Νηστειών

Αγαπητοί επισκέπτες. Μπορείτε να πατήσετε στον παρακάτω σύνδεσμο και να διαβάσετε σε ψηφιακή μορφή κείμενα για την Δ´ Κυριακή των Νηστειών από το βιβλίο του Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Κερνίκης καὶ Καλαβρύτων ἐν Πελλοπονήσου του Κεφαληνιέως Ηλία Μηνιάτη:

ΔΙΔΑΧΑΙ εἰς τὴν ἁγίαν καὶ Μεγάλην Τεσσαρακοστήν καὶ εἰς ἐπισήμους Ἑορτὰς, ΜΕΤΑ ΚΑΙ ΤΙΝΩΝ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΩΝ ΛΟΓΩΝ. 1716

Πατήστε στον παρακάτω σύνδεσμο:

SKM_C224e18031717590

 

Περισσότερα

Κήρυγμα Κυριακής Δ´ Νηστειών

Ἡ μεγάλη ἀγάπη καὶ ἀπέραντη  στοργὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ πρὸς τὰ παιδιὰ καὶ τοὺς νέους κατὰ τὴν ἐπίγεια ζωή Του, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, ὑπῆρξε ἰδιαίτερα ἔκδηλη καὶ διαφαίνεται σὲ πλεῖστα σημεῖα τῶν ἱερῶν Εὐαγγελίων.

Ὅταν κάποτε στὴν πόλη τῆς Καπερναοὺμ  ἐρωτήθηκε ἀπὸ τοὺς μαθητές του, ποιός θὰ εἶναι ὁ μεγαλύτερος στὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ὁ Κύριός μας προσκάλεσε ἕνα παιδάκι, τὸ ἔβαλε ἀνάμεσά τους, καὶ εἶπε: «Ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν». Μάλιστα, ὁ Εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος μᾶς διασώζει μιὰ χαρακτηριστικὴ λεπτομέρεια τῆς ἐκδήλωσης τῆς ἀγάπης τοῦ Κυρίου πρὸς τὸ ἀθῶο ἐκεῖνο παιδί: «καὶ ἐναγκαλισάμενος αὐτό»!

Ὅταν ἄλλοτε πάλιν κάποιες μητέρες τοῦ ἔφεραν τὰ μικρὰ παιδιά τους νὰ τὰ εὐλογήσει καὶ οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, θεωρῶντας πὼς ὁ Διδάσκαλος θὰ ἐνωχλεῖτο, τὶς ἐπέπληξαν  καὶ ἐμπόδισαν, ὁ Κύριος, παρεμβαίνοντας μὲ ἱερὴ ἀγανάκτηση γιὰ τὴν ἐνέργειά τους αὐτή, τοὺς εἶπε: «Ἄφετε τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρός με καὶ μὴ κωλύετε αὐτά• τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ».
Τὴν ἀγάπη ἀκόμη τοῦ Δεσπότου πρὸς τὰ παιδιὰ καὶ τοὺς νέους, φανερώνουν καὶ πολλὰ θαύματά Του: Ἀνέστησε τὴ νεκρὴ κόρη τοῦ Ἰαείρου• ἀπάλλαξε ἀπὸ ἀκάθαρτο δαιμόνιο τὴν κόρη τῆς Χαναναίας• θεράπευσε τὸν ἄρρωστο υἱὸ τοῦ βασιλικοῦ στὴν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας• ἀνέστησε τὸν μονάκριβο υἱὸ τῆς χήρας στὴ Ναΐν. Κι ἀκόμη, θεράπευσε τὸ δυστυχισμένο ἐκεῖνο σεληνιαζόμενο νέο ἀπὸ τὸ δαιμόνιο, ὅπως μᾶς ἐξιστορεῖ ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή.
Τὸ γεγονὸς τοῦτο τῆς θαυμαστῆς ἴασης τοῦ νέου ἐκείνου συνέβη ἀμέσως μετὰ τὴ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου. Κατεβαίνοντας δηλ. ὁ Κύριος μὲ τοὺς τρεῖς ἐκλεκτούς του μαθητὲς ἀπὸ τὸ Θαβώρειο ὄρος, βρῆκε ὄχλο πολὺ συναθροισμένο, νὰ συζητᾶ μὲ τοὺς ὑπόλοιπους ἀποστόλους. Τί εἶχε προηγηθεῖ; Ἕνας πονεμένος  πατέρας, ὁ πατέρας τοῦ σεληνιαζομένου, ψάχνοντας γιὰ τὸν θαυματουργὸ Ἰατρὸ ᾽Ιησοῦ, συνάντησε τοὺς ἐννέα μαθητές του, παρακαλῶντας τους νὰ θεραπεύσουν τὸ ταλαίπωρο παιδί του. Μὰ αὐτοί, παρόλο ποὺ εἶχαν λάβει ἐξουσία ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ ἐκβάλλουν δαιμόνια καὶ νὰ θεραπεύουν ἀσθενεῖς, δὲν μπόρεσαν τότε νὰ θεραπεύσουν τὸν νέο, μὲ πρόνοια ἀσφαλῶς τοῦ Θεοῦ, καὶ γιὰ δοκιμασία τῆς πίστης τοῦ πατέρα τοῦ νέου, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ταπεινωθοῦν καὶ διδαχθοῦν περαιτέρω οἱ ἀτελεῖς ἀκόμη τότε ἀπόστολοι. Τοῦτο ἐπιβεβαίωσε καὶ ὁ Κύριος, ὅταν ἀπάντησε στὸν δύστυχο ἐκεῖνο γονιό, ποὺ τοῦ διεκτραγώδησε τὰ φοβερὰ πάθη καὶ δοκιμασίες τοῦ παιδιοῦ του: «Ὤ γενεὰ ἄπιστη, μέχρι πότε θὰ βρίσκομαι μαζί σας; Μέχρι πότε θὰ σᾶς ἀνέχομαι;» Κι ὅταν ζήτησε νὰ ὁδηγήσουν τὸν ἀσθενὴ κοντά του, τὸ δαιμόνιο σπάραξε τὸν νέο, ποὺ ἔπεσε χάμω καὶ ἄρχισε νὰ κυλιέται στὴ γῆ, βγάζοντας ἀφροὺς ἀπὸ τὸ στόμα του.
Ἐδῶ νὰ κάνουμε μία ἀναγκαία παρένθεση, γιὰ νὰ θίξουμε ἕνα σπουδαιότατο θέμα: Αὐτὸ τῆς ὕπαρξης τῶν δαιμόνων καὶ τῆς πειρασμικῆς τους ἐπενέργειας στὸν ἄνθρωπο. Ὁλόκληρη ἡ Ἁγία Γραφή, καὶ μάλιστα ἡ Καινὴ Διαθήκη, εἶναι γεμάτη σαφεῖς ἀναφορὲς στὴν ὕπαρξη τῶν δαιμόνων ὡς προσωπικῶν ὄντων, ὡς δηλ. πεπτωκότων ἀγγέλων, καὶ τῆς δυνατότητας ποὺ ἔχουν, πάντοτε βεβαίως μέσα στὰ πλαίσια τῆς Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ καὶ στὸ βαθμό, ποὺ ὁ Κύριος ἐπιτρέπει, νὰ παρενοχλοῦν τοὺς ἀνθρώπους, εἴτε ὡς δοκιμασία, εἴτε γιὰ παιδαγωγικὴ τιμωρία, πάντως γιὰ τὴ σωτηρία μας, ἐὰν ἀντιμετωπίσουμε βεβαίως πνευματικὰ τὶς πειρασμικές τους ἐνέργειες. Καὶ οἱ ἐνέργειες αὐτὲς ξεκινοῦν ἀπὸ ἁπλοὺς ἁμαρτωλοὺς λογισμούς, ἐπεκτείνονται σὲ σωματικὲς ἢ καὶ ψυχικὲς παθήσεις, καὶ μπορεῖ νὰ φθάσουν, ἂν ὁ Θεὸς ἀσφαλῶς ἐπιτρέψει καὶ δώσει καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀφορμὴ μὲ μία ἰδιαίτερα ἁμαρτωλὴ ζωὴ καὶ μὲ μεγάλα ἁμαρτήματα, μέχρι καὶ τὸν πλήρη δαιμονισμὸ κάποιου, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ σεληνιαζομένου νέου τῆς σημερινῆς περικοπῆς. Ὅπως δὲ ἑρμηνεύουν κάποιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ διάβολος στὴν περίπτωση τούτη τοῦ νέου, καὶ σὲ ἄλλες παρόμοιες, παραμόνευε πότε θὰ ἦταν πανσέληνος, γιὰ νὰ ἐκδηλώσει τὶς φοβερὲς ἐκεῖνες ἐπενέργειές του στὸ πλᾶσμα, ποὺ κατοικοῦσε, ὥστε οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐξαπατηθοῦν καὶ νὰ ἀποδώσουν τὰ πάθη αὐτὰ στὴν ἐνέργεια τῆς σελήνης (ἐξ οὗ καὶ σεληνιασμός) καὶ κατ᾽ ἐπέκταση στὸν Θεό, κι ὄχι στὸν διάβολο. Καὶ κάτι ἀκόμη νὰ προσθέσουμε: Παρόμοια παθολογικὰ συμπτώματα μπορεῖ νὰ παρουσιάσει καὶ ἕνας ποὺ πάσχει καθαρὰ βιολογικά, δηλ. μὲ ἀσθένεια στὸν ἐγκέφαλο, χωρὶς νὰ σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει δαιμόνιο. Ὁ δαιμονιζόμενος ξεχωρίζει καὶ ἀπὸ τὴν ἀλλοίωση τῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ προσώπου του, καὶ ἀπὸ τὸ ὅτι βρίζει τὰ θεῖα, ἀντιδρᾶ σὲ ὅτι ἱερό, π.χ. μπροστὰ στὸν σταυρό, σὲ ἅγια λείψανα, κ.λπ.
Μά, ἂς ἐπιστρέψουμε στὴ φοβερὴ ἐκείνη σκηνὴ τοῦ πάσχοντος νέου. Ὁ Κύριος, προσέξτε, τί ρώτησε τὸν πατέρα του: ἀπὸ πότε τοῦ συμβαίνουν αὐτά; Μήπως δὲν γνώριζε ὁ παντογνώστης; Ἀσφαλῶς, ναί! Ἀλλὰ ρώτησε, γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσει νὰ ἐξομολογηθεῖ δημόσια τὸ πότε: «Παιδιόθεν», ἀπάντησε ὁ πατέρας. «Καὶ πολλὲς φορὲς τὸν ἔβαλε καὶ σὲ φωτιὰ καὶ τὸν ἔριξε σὲ ποταμοὺς καὶ λίμνες, γιὰ νὰ τὸν σκοτώσει! Ἀλλά, σπλαγχνίσου μας, καὶ βοήθησέ μας ὅπως μπορεῖς!» Ὁμολόγησε λοιπὸν ὁ πατέρας, πὼς ἀπὸ μικρὸ παιδὶ βασανιζόταν ὁ γυιός του, ἀλλά, ὅπως φαίνεται, δὲν εἶχε φροντίσει ἀπὸ τότε νὰ προσπέσει στὸν Θεό, νὰ ὁδηγήσει τὸ πολυβασανισμένο του παιδὶ στὸν Θεὸ ἔγκαιρα, γιὰ νὰ τὸ ἀπαλλάξει ἀπὸ τέτοια πανώδυνη μάστιγα. Καὶ ὅταν ὁ  Χριστός, δοκιμάζοντάς τον μιὰ τελευταῖα φορά, τοῦ εἶπε τὸ περίφημο, «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι», κι ἐκεῖνος κραύγασε μὲ δάκρυα, «πιστεύω, Κύριε• βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ», καμπτόμενος ὁ φιλάνθρωπος καὶ ἐπιβραβεύοντας τὴ βαθειά του πλέον πίστη, θεράπευσε τὸν νέο, ἀπαλλάσοντάς τον ἀπὸ τὸν ἀδυσώπητο ἐκεῖνο δαίμονα. Κι ὅταν κατόπιν ἐρώτησαν τὸν Διδάσκαλο οἱ μαθητές, γιατί δὲν μπόρεσαν ἐκεῖνοι νὰ ἐκβάλουν τὸ δαιμόνιο ἀπ᾽ τὸν πάσχοντα, ἀπαντῶντας, τοὺς μυσταγώγησε σὲ δύο βασικὲς ἀλήθειες τῆς Πίστης μας: Πρῶτον, ὅτι ὑπάρχουν γένη, ποικίλα δηλ. δαιμονικὰ τάγματα, ὅπως ὑπάρχουν καὶ ἀγγελικὰ τάγματα, καὶ πὼς τὸ δαιμόνιο ἐκεῖνο ἄφησε νὰ νοηθεῖ πὼς ἀνῆκε σὲ ἀρχικὸ τάγμα, ὅπως λέμε, δηλ. ἦταν μεγαλύτερο καὶ σκληρότερο. Κι ἀκόμη εἶπε ὁ Κύριος, πὼς χρειάζεται πολλὴ προσευχὴ καὶ νηστεία, γιὰ νὰ διωχθεῖ τέτοιο ἀρχικὸ δαιμόνιο. Τοῦτο τὸ τελευταῖο συνδέει τὴν περικοπὴ μὲ τὴν περίοδο τῶν Νηστειῶν τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, ποὺ Χάριτι Θεοῦ διανύουμε. Καὶ μᾶς διδάσκει ἔτσι ἡ Ἐκκλησία, ὅτι μὲ τὴ γνήσια νηστεία καὶ τὴν μὲ ταπείνωση προσευχὴ τῶν ἡμερῶν τούτων μποροῦμε νὰ καταπολεμήσουμε τὰ πάθη μας καὶ τὸν ὑποκινητή τους διάβολο, ποὺ δὲν παύει νὰ πολεμεῖ τοὺς πιστούς.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἡ στάση τοῦ πατέρα τοῦ ταλαίπωρου ἐκείνου νέου θέτει ἕνα σημαντικώτατο ἐρώτημα καὶ γιὰ τοὺς γονεῖς κάθε ἐποχῆς, ἀσφαλῶς καὶ τοὺς σημερινοὺς γονεῖς. Ποῦ ὁδηγοῦν καὶ πρὸς τὰ ποῦ κατευθύνουν τὰ παιδιά τους. Μὲ ποιές ἀρχὲς τὰ διαπαιδαγωγοῦν; Κι ἀκόμη, ἂν παρασυρθοῦν καὶ ἐμπλακοῦν στὰ γρανάζια τῆς ποικιλώνυμης διαφθορᾶς τῶν καιρῶν μας, πότε καὶ ποῦ προσφεύγουν γιὰ βοήθεια; Σὲ ποιόν ἀποτείνονται νὰ τὰ σώσει ἀπὸ τὴν κατρακύλα στὸ βάραθρο τῆς ἀπώλειας;
Ἐδῶ, μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τρεῖς κατηγορίες γονέων. Πρῶτον, τοὺς ἀδιάφορους γονεῖς. Ἡ μεγάλη αὐτὴ κατηγορία γονέων παραμένει ἀνυποψίαστη γιὰ τὶς μεγάλες εὐθύνες ποὺ ἔχει γιὰ τὴν ψυχικὴ καλλιέργεια τῶν παιδιῶν μας. Ὅλο τὸ ἐνδιαφέρον τους ἐξαντλεῖται συνήθως στὸ νὰ ἐξασφαλίσουν σ᾽ αὐτὰ ὑλικὰ μέσα καὶ ἀνέσεις. Νὰ μεγαλώσουν χωρὶς νὰ τοὺς λείψει τίποτε. Νὰ τὰ μορφώσουν, γιὰ νὰ καταλάβουν ἕνα καλὸ πόστο καὶ νὰ ἔχουν ἄφθονα χρήματα. Ἡ ἄλλη κατηγορία, εἶναι οἱ λεγόμενοι μοντέρνοι καὶ προοδευτικοὶ γονεῖς, ποὺ θεωροῦν ἀναχρονιστικὸ νὰ ὁδηγήσουν τὰ παιδιά τους στὸν Χριστὸ καὶ στὴν Ἐκκλησία. Ὄχι μόνο δὲν τοὺς δίνουν μιὰ χριστιανικὴ ἀγωγή, ἀλλὰ εἰρωνεύονται τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τὰ ἐμποδίζουν νὰ διαβάσουν κάτι πνευματικό, ἢ καὶ νὰ ἐξομολογηθοῦν. Καὶ οἱ δύο αὐτὲς κατηγορίες γονιῶν ὑποδηλώνουν, πὼς βλέπουν τὰ παιδιά τους μόνο ὡς σάρκες. Τοὺς διαφεύγει, πὼς ἔχουν μέσα τους μιὰ ἀθάνατη ψυχὴ μὲ τὶς δικές της ἀνάγκες, ἀνάγκες καθαρὰ πνευματικές. Κι ὅτι πρώτιστο καθῆκον τους εἶναι νὰ ἐμφυτεύσουν στὶς καθαρές τους καρδιὲς τὸν φόβο καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὴν Πίστη σ᾽ αὐτὸν καὶ τὴν ὑπακοὴ στὸ ἅγιό Του θέλημα. Καί, δυστυχῶς, τὴν ἀμέλεια τούτη τῶν γονιῶν αὐτῶν, σπεύδει ἀναπόφευκτα νὰ ἀναπληρώσει τὸ πεζοδρόμιο, ὁ σωματέμπορος, ὁ ἔμπορος ναρκωτικῶν, ὁ «ξεσκολισμένος» συμμαθητὴς ἢ συμμαθήτρια, ἡ ντισκοτὲκ καὶ τὰ ποικιλώνυμα μπαράκια. Τὰ ἀποτελέσματα εἶναι γνωστὰ καὶ ἐπιβεβαιώνονται ἀπὸ τὴν καθημερινότητα μὲ μαθηματικὴ ἀκρίβεια. Ὑπάρχουν ἀσφαλῶς, τέλος, καὶ οἱ εὐλογημένοι ἐκεῖνοι γονεῖς, πού, συναισθανόμενοι τὸ μέγιστο ἠθικό τους χρέος πρὸς τὰ νεαρά τους βλαστάρια, ἀγωνίζονται πρῶτα οἱ ἴδιοι νὰ ζοῦν μὲ συνέπεια τὴν ἐν Χριστῷ ζωή, καὶ μεταβάλλουν στὴ συνέχεια τὴν οἰκογένειά τους σὲ μία «κατ᾽ οἶκον ἐκκλησία». Παρακολουθοῦν, σὰν καλοὶ ἄγγελοι, νυχθημερὸν τὰ παιδιά τους καὶ ἐπαγρυπνοῦν  στὴν ἀνατροφή τους «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου». Σὲ μιὰ τέτοια οἰκογένεια βασιλεύει ὁ Χριστὸς καὶ δαψιλεύεται κάθε εὐλογία Του.
Ἀδελφοί μου, στὶς μέρες μας, ποὺ καταρρέει ὁ χάρτινος πύργος τοῦ νεοπλουτισμοῦ καὶ ὑλικοῦ εὐδαιμονισμοῦ, περισσότερο παρὰ ἄλλοτε πρέπει νὰ κρατηθοῦμε ἀπὸ τὴν ἀκράδαντη πέτρα τῆς Πίστης μας καὶ σ᾽ αὐτὴν νὰ στεριώσουμε, κι ἐμεῖς καὶ τὰ παιδιά μας, τὸ μέλλον τοῦ τόπου μας. Νὰ ἀντιληφθοῦμε, ὅτι ἡ σημερινὴ πολιτικοικονομικὴ καὶ ἐθνική μας κρίση εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς μακρόχρονης πνευματικῆς κρίσης ἐμᾶς τῶν νεοκυπρίων.  Καλούμαστε, λοιπόν, νὰ προσπέσουμε στὸν ἐλεήμονα Θεό μας μὲ πίστη, ἐλπίδα ἀλλὰ καὶ μετάνοια, γνήσια μετάνοια. Καί, κατὰ τὴν ἀψευδῆ τοῦ Κυρίου ἐπαγγελία, ποὺ εἶπε, «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ταῦτα πάντα (τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ἐπὶ γῆς εὐημερία μας) προστεθήσεται ὑμῖν», ἀφοῦ ταπεινωθοῦμε ὅλοι μας καὶ μετανοήσουμε εἰλικρινὰ γιὰ τὰ λάθη καὶ πάθη μας καὶ ἐκζητήσουμε ἀληθινὰ τὸν Θεό, δὲν θὰ μᾶς παραβλέψει ἡ ἀγαθότητά Του. Ἀλλά, καὶ τὴν παροῦσα πρόσκαιρη ζωή μας θὰ εὐλογήσει, νὰ τὴ διέλθουμε εἰρηνικά, καὶ ἐκείνης τῆς αἰώνιας καὶ ἀληθινῆς θὰ μᾶς ἀξιώσει, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου καὶ ὅλων τῶν ἀγίων. Ἀμήν!
Περισσότερα

Βίος Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος

Ο ταπεινός Ραϊθηνός μοναχός Δανιήλ στη σύντομη βιογραφία του αναφέρει για τον άγιο Ιωάννη ότι «πια είναι η πόλη που γέννησε και ανάθρεψε τον θείο αυτόν άνδρα πρίν από την αθλητική και ασκητική του ζωή δεν μπορώ ν’ αναφέρω με ακρίβεια και ασφάλεια». Ούτε την καταγωγή του γνωρίζουμε. Πιθανόν να γεννήθηκε το δεύτερο ήμισυ του 6ου αι. Έζησε επί αυτοκράτορος Ιουστίνου του νεώτερου ανηψιού του Ιουστιανιανού.

Σε ηλικία δεκαέξι περίπου χρόνων αφού απόκτησε «την εγκύκλιο κοσμική σοφία», πρόσφερε τον εαυτό του στον Χριστό, ως θυσία ευάρεστη, και εγκαταλείποντας τα εγκόσμια εισήλθε στο ζυγό της μοναχικής πολιτείας στο ονομαστό μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης του θεοβαδίστου όρους Σινά.

Εφαρμόζοντας τέλεια ξενιτεία υποτάχθηκε στο Γέροντα Μαρτύριο «και εμπιστεύθηκε τη ψυχή του στον πνευματικό του πατέρα σαν σε άριστο κυβερνήτη, και έτσι ακίνδυνα ταξίδευε το μεγάλο και επικίνδυνο και τρικυμιώδες ταξίδι της παρούσης ζωής». Έμεινε υποτακτικός για 19 χρόνια τρυγώντας τους καρπούς της μακαρίας υπακοής, ζώντας σε αμεριμνία και προσευχή. Μοναχός έγινε όταν συμπλήρωσε τα 20 του χρόνια. Ο Γέροντας του τον κράτησε για 4 χρόνια δόκιμο παρά την αδιάκριτη υπακοή του ασκώντας τον στη ταπείνωση.

Όταν κάποτε ο Γέροντας Μαρτύριος επισκέφθηκε μαζί με τον άγιο Ιωάννη τον μέγα Αναστάσιο αυτός του αποκάλυψε ότι ο υποτακτικός του ήταν ο μελλοντικός ηγούμενος της Μονής του Σινά.

«Πες μου, αββά Μαρτύριε, από που είναι αυτός ο νέος και ποιος τον έκειρε μοναχό;» είπε ο Γέροντας Αναστάσιος. «Δούλος σου είναι, πάτερ, και εγώ τον έκειρα». «Πωπώ! – αββά Μαρτύριε – του λέει με θαυμασμό – ποιος να το πεί ότι Ηγούμενο του Σινά εκειρες»! Ηγούμενος έγινε ο άγιος Ιωάννης μετά από 40 χρόνια. Παρόμοιο περιστατικό συνέβει με τον άγιο Ιωάννη το Σαββαΐτη που έμενε στη έρημο του Γουδά, δεκαπέντε μίλια από την Μονή Σινά. Κατά την επίσκεψή του αγίου Ιωάννου με τον Γέροντά του έπλυνε τα πόδια μόνο του υποτακτικού. Δίνοντας εξήγηση στον μαθητή του Στέφανο για την πράξη του είπε: « Πίστεψε με, παιδί μου, ότι εγώ δεν γνωρίζω ποιος είναι αυτός ο νέος. Εγώ τον Ηγούμενο του Σινά υποδέχθηκα και τα πόδια του Ηγουμένου ένιψα».

Όταν κοιμήθηκε ο αββάς Μαρτύριος τότε με τις ευχές του ο άγιος Ιωάννης εγκαταλείπει το κοινόβιο και «εξέρχεται στον αγώνα της ησυχαστικής ζωής» ποθώντας να ανέβει την κλίμακα της αρετής. Η ερημική ζωή αρμόζει για λίγους που έχουν πολύ μεγάλη αγάπη πρός τον Θεό. Αυτοί γεμάτοι από θείο έρωτα ποθούν την μακαρία ζωή, την θεία γλυκύτητα. Επειδή ο δρόμος αυτός είναι δύσκολος ο άγιος Ιωάννης λόγω της ταπεινώσεως του και επειδή δεν εμπιστευόταν την κρίση του κατέφυγε στο άγιο Γέροντα Γεώργιο τον Αρσιλαΐτη, που τον δίδαξε τους τρόπους της ησυχαστικής ζωής.

Ο τόπος των ασκητικών αγώνων του απείχε «πέντε σημεία» δηλ. οκτώ χιλιόμετρα από το Κυριακό της Μονής στην τοποθεσία που λεγόταν «Θολάς». Το σπήλαιο του αγίου, στην πλαγιά ενός βουνού, σε μια άγρια και απαράκλητη περιοχή, βρίσκεται δυτικά της Μονής και απέχει δύο ώρες απ’ αυτή. Σήμερα διαμορφώθηκε σε μικρή εκκλησία προς τιμήν του.

Στην περιοχή αυτή που ύπηρχαν και άλλοι ερημίτες σε κοντινή απόσταση ο ένας από τον άλλο έζησε 40 χρόνια «χωρίς οκνηρία και αμέλεια, πυρπολούμενος πάντοτε από τον διακαή έρωτα και τη φλόγα της θείας αγάπης» με σκοπό να «περιχωρήσει το ασώματον μέσα σε σωματικό οίκο».

«Έτρωγε απ’ όλα όσα επιτρέπονται στους μοναχούς, πολύ λίγο όμως». Με τον τρόπο αυτό συντηρούσε το σώμα του αποφεύγοντας την κενοδοξία. Με τη μνήμη του θανάτου νίκησε την ακηδία και την αμέλεια που κυρίως πλήττει τους ησυχαστές. Με τη μελέτη των μελλόντων αγαθών καταπολεμούσε τη λύπη, αποκτώντας το χαροποιόν πένθος. Πορευόμενος το δρόμο της μετάνοιας χρησιμοποιώντας συνεχώς την αυτομεμψία κέρδισε ως δώρο από τον Κύριο την αγία ταπείνωση και έφθασε στο ύψος της απάθειας.

Ο άγιος Ιωάννης απόκτησε το χάρισμα των δακρύων. « Των δακρύων αυτών το απόκρυφο εργαστήριο σώζεται ακόμη μέχρι σήμερα και είναι ένα μικρό σπήλαιο που βρίσκεται σε κάποια άκρη, στους πρόποδες του όρους, και σε τόση απόσταση από το δικό του και από κάθε άλλο κελλί». Ο ύπνος του ήταν τόσος όσος ήταν απαραίτητος για να μη βλαφτεί το μυαλό του από την αγρυπνία. Πριν από τον ύπνο προσευχόταν πολύ και έγραφε τα αποτελέσματα της μελέτης της Αγίας Γραφής.

Παρά το ότι ο ίδιος έκρυβε τις αρετές του ο Θεός αποφάσισε ότι έφτασε ο καιρός που έπρεπε να ωφεληθεί η Εκκλησία και να μη μείνει κρυφο το φως που είχε αποκτήσει. Οδήγησε λοιπόν κοντά του ένα νέο μοναχό, τον Μωυσή, που μετά από τις παρακλήσεις άλλων ασκητών τον έκανε μαθητή του. Τον έσωσε δε κάποια μέρα με την προσευχή του όταν κινδύνεψε από κάποιο ογκώδη βράχο που απειλούσε να τον συντρίψει.

Πως έγινε αυτό;

Αφηγείται ο βιογράφος του.

« Ο μέγας πατέρας μας Ιωάννης, ενώ καθόταν στο κελλί του…έπεσε σ’ ένα ελαφρό ύπνο, οπότε βλέπει κάποιον ιεροπρεπή άνδρα, που προσπαθούσε να τον ξυπνήσει και σαν να τον ειρωνευόταν για τον ύπνο, του έλεγε: «Ιωάννη, πως κοιμάσαι αμέριμνος, ενώ ο Μωυσής βρίσκεται σε κίνδυνο»; Πετάχθηκε τότε από τον ύπνο και αρχισε αμέσως να προσεύχεται, χρησιμοποιώντας την προσευχή σαν όπλο για τη σωτηρία του μαθητή του».

Όπως ο ίδιος ο μαθητής του ομολόγησε άκουσε στον ύπνο του τη φωνή του Γέροντά του και πετάχτηκε απότομα και απομακρύνθηκε από το σημείο που βρισκόταν και έτσι σώθηκε από το βράχο που τον απειλούσε.

Ο όσιος ήταν ιατρός των ασθενειών των άλλων μοναχών. Με τη προσευχή του απάλλαξε ένα μοναχό από το πόλεμο της πορνείας που του προκαλούσε θλίψη και απελπισία. Μια άλλη φορά με τη προσευχή του έφερε βροχή.

Ο άγιος δέχθηκε και τον πειρασμό του φθόνου των πονηρών ανθρώπων λόγω της πνευματικής διδασκαλίας του. Αυτοί τον χαρακτήρισαν «λάλον και φλύαρον» με σκοπό να σταματήσουν την τόση ωφέλεια που πρόσφερε. Ο άγιος για ένα περίπου χρόνο σταμάτησε «το μελιστάλακτο ρείθρο του διδασκαλικού του λόγου» και προτίμησε να διδάσκει με τη σιωπή του. Ο άγιος ξανάρχισε τη διδασκαλία του όταν οι ζηλόφθονοι κατήγοροι του «συναισθάνθηκαν ότι έφραξαν μια πηγή τόσης ωφέλειας και έγιναν αίτιοι μεγάλης βλάβης σε όλους, και άρχισαν να τον ικετεύουν και να τον παρακαλούν μαζί με τους άλλους να συνεχίσει το λόγο της διδαχής του, ώστε να μη ζημιώνωνται με τη σιωπή του, εκείνοι που επιζητούσαν τα σωτήρια λόγια».

Πλήρης αρετών, απαθής, κατέβη από το όρος όπως παλαιά ο Μωυσής και έγινε Ηγούμενος της Μονής Σινά. Κατά την ενθρόνιση του ήσαν παρόντες 600 προσκυνητές που καθισμένοι στην τράπεζα έβλεπαν τον προφήτη Μωυσή λευκοφορεμένο να διακονεί δίνοντας οδηγίες στους μαγείρους, στους οικονόμους και σ’ όσους άλλους διακονούσαν.

Ο Ηγούμενος της Ραϊθώ παρεκάλεσε με γράμμα του να του εκθέσει μεθοδικά και συντομα όσα αφορούν τη μοναχική πολιτεία και τους μοναχούς. Ανταποκρινόμενος ο άγιος Ιωάννης έγραψε το έργο « Πλάκαι του Πνευματικού Νόμου», αυτό που είναι σήμερα γνωστό ως «Κλίμαξ». Από αυτό πήρε και την ονομασία του Αγιος Ιωάννης της Κλίμακος.

Στο έργο αυτό παρουσιάζει μια σκάλα (Κλίμακα) με 30 σκαλοπάτια την οποίαν πρέπει να ανέβει ο μοναχός για να φθάσει στη ουράνια πύλη που τον περιμένει ο Χριστός. Μέσα στους 30 λόγους αυτής της «ορθόδοξης εγκυκλοπαίδειας της πνευματικής ζωής» εισάγει τη ψυχή στον πνευματικό αγώνα και στη διάκριση των λογισμών. Διδάσκει την πρακτική εφαρμογή των ευαγγελικών εντολών και οδηγεί όσους ακούσουν και εφαρμόσουν όσα γράφει στην αιώνια ζωή.

Στο τέλος της ζωής του άφησε το ηγουμενικό αξίωμα αφού όρισε ως διάδοχο του τον αδελφό του Γεώργιο. « Όταν δε επρόκειτο να πορευθεί στον Κύριον ο νέος μας Μωυσής, ο οσιώτατος Ηγούμενος Ιωάννης, βρισκόταν δίπλα του κλαίοντας ο αββάς Γεώργιος, ο αδελφός του, και του έλεγε: « Με αφήνεις λοιπόν και φεύγεις; Εγώ παρακαλούσα, εσύ να προπέμψεις εμένα. Διότι εγώ, κύριε μου, δεν μπορώ χωρίς εσένα να ποιμάνω τη συνοδία. Και τώρα προπέμπω εγώ εσένα»! Του απάντησε τότε ο αββάς Ιωάννης: « Να μή λυπάσαι και να μην ανησυχείς, διότι εάν βρω παρρησία ενώπιον του Κυρίου, δεν θα σε αφήσω πίσω μου να συμπληρώσεις χρόνο». Έτσι και έγινε. Μέσα σε δέκα μήνες απήλθε και αυτός πρός τον Κύριο.

Ο άγιος Ιωάννης κοιμήθηκε στις 30 Μαρτίου του σε ηλικία 75 ετών. Η Εκκλησία τον κατέταξε στους Οσίους της. Τον τιμά δύο φορές, στις 30 Μαρτίου και την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών.

Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμην.

 

Πηγή: http://www.diakonima.gr/2009/03/29/%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%83-%CE%B9%CF%89%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%83-%CE%BF-%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%B1%CF%8A%CF%84%CE%B7%CF%83-%CE%AE-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%BF/

Περισσότερα

Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος

«Κλίμαξ»

ΛΟΓΟΣ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟΣ

Περί αγάπης, ελπίδος και πίστεως

(Διά τόν σύνδεσμον τής εναρέτου τριάδος τών αρετών, τής αγάπης, τής ελπίδος καί τής πίστεως)

1.Νυνί δε λοιπόν – ύστερα από όλα τα προηγούμενα – μένει τα τρία ταύτα – τά οποία σφίγγουν και διατηρούν τον σύνδεσμο όλων – πίστις, ελπίς, αγάπη∙ μείζων δε πάντων η αγάπη» (πρβλ. Α΄ Κορ. ιγ΄ 13), διότι και ο Θεός αγάπη ονομάζεται (πρβλ. Α΄ Ιωάν. δ΄ 16). Εγώ όμως την μία την βλέπω σαν ακτίνα, την άλλη σαν φως και την Τρίτη σαν ηλιακό δίσκο, και όλες μαζί σαν ένα φωτεινό απαύγασμα και μία και την αυτήν λαμπρότητα. Η μία, η πίστις, δύναται να επιτελέση τα πάντα. Η άλλη, η ελπίς, περικυκλώνει με το έλεος του Θεού και δεν καταισχύνει τον ελπίζοντα. Και η Τρίτη, η αγάπη, δεν πέφτει ποτέ από το ύψος της ούτε σταματά από το τρέξιμό της ούτε επιτρέπει σ΄ αυτόν που επλήγωσε με τα βέλη της να ηρεμήση από την «μακαρίαν μανίαν» που του επροξένησε.

  1. Αυτός που θέλει να ομιλή για την αγάπη είναι σαν να επιχειρή να ομιλή για τον ίδιο τον Θεόν. Η ανάπτυξις όμως ομιλίας περί Θεού είναι πράγμα επισφαλές και επικίνδυνο σε όσους δεν προσέχουν. Για την αγάπη γνωρίζουν να ομιλούν οι Άγγελοι, αλλά και αυτοί ανάλογα με τον βαθμό της θείας ελλάμψεώς τους. Αγάπη είναι ο Θεός, και όποιος προσπαθεί να δώση ορισμό του Θεού ομοιάζει με τυφλό που μετρά στην άβυσσο τους κόκκους της άμμου.

 

  1. Η αγάπη, ως προς την ποιότητά της είναι ομοίωσις με τον Θεόν, όσο βέβαια είναι δυνατόν στους ανθρώπους. Ως προς την ενέργειά της, μέθη της ψυχής. Ως προς δε τις ιδιότητές της, πηγή πίστεως, άβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως.
  2. Η αγάπη κυρίως είναι η απόρριψις κάθε εχθρικής και αντιθέτου σκέψεως, εφ΄ όσον «η αγάπη ού λογίζεται το κακόν» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 5). Η αγάπη και η απάθεια και η υιοθεσία μόνο στην ονομασία διαφέρουν. Όπως ταυτίζεται η ενέργεια στο φως, στην φωτιά και στην φλόγα, έτσι να σκέπτεσαι ότι συμβαίνει και σ΄ αυτές. Όσο ποσόν αγάπης λείπει, τόσο ποσόν φόβου υπάρχει. Διότι όποιος δεν έχει φόβο ή είναι γεμάτος από αγάπη ή είναι νεκρωμένος ψυχικά.
  3. Δεν είναι απρεπές εάν από τα ανθρώπινα πράγματα χρησιμοποιήσωμε παραδείγματα για τον πόθο και τον φόβο και την επιμέλεια και τον ζήλο και την δουλεία και τον έρωτα του Θεού.

Μακάριος εκείνος πού απέκτησε τέτοιο πόθο προς τον Θεόν, ωσάν αυτόν πού έχει ο μανιώδης εραστής προς την ερωμένη του.

Μακάριος εκείνος πού εφοβήθηκε τον Κύριον, όσο οι υπόδικοι τον δικαστή.

Μακάριος εκείνος πού έδειξε τόση επιμέλεια και φροντίδα στα πνευματικά, όσο οι ευγνώμονες δούλοι στον κύριό τους.

Μακάριος εκείνος πού έδειξε τόση ζηλοτυπία για τις αρετές, όση οι σύζυγοι πού προσέχουν ζηλότυπα τις γυναίκες τους.

Μακάριος εκείνος πού την ώρα της προσευχής ίσταται εμπρός στον Κύριον όπως οι υπηρέτες εμπρός στον βασιλέα.

Μακάριος εκείνος που προσπαθεί συνεχώς να περιποιήται και να αναπαύη τον Κύριον όπως έτυχε να περιποιηθή και να αναπαύση (σεβαστούς) ανθρώπους.

Δεν προσκολλάται τόσο πολύ η μητέρα στο βρέφος που θηλάζει, όσο ο υιός της αγάπης στον Κύριον.

  1. Ο πραγματικός εραστής φέρνει πάντοτε στον νού του το πρόσωπο του αγαπημένου του και το εναγκαλίζεται μυστικά με ηδονή. Αυτός ποτέ, ούτε και στον ύπνο του δεν μπορεί να ησυχάση, αλλά και εκεί βλέπει το ποθητό πρόσωπο και συνομιλεί μαζί του. Έτσι συμβαίνει στον σωματικό έρωτα. Έτσι συμβαίνει και σ΄ αυτούς πού αν και έχουν σώμα είναι ασώματοι (και ασκούν τον πνευματικό έρωτα).
  2. Κάποιος που εκτυπήθηκε από αυτό το βέλος έλεγε για τον εαυτό του – πράγμα πού με κάνει να θαυμάζω – : «Εγώ καθεύδω» από την ανάγκη της φύσεως, «η δε καρδία μου αγρυπνεί» από το πλήθος του έρωτος (πρβλ. Άσμα ε΄ 2).
  3. Πρέπει να σημειώσης και τούτο, ως αφωσιωμένε φίλε, ότι αφού η ψυχή σαν άλλη έλαφος εξοντώση τα δηλητηριώδη ερπετά των παθών, τότε «επιποθεί και εκλείπει προς Κύριον» (πρβλ. Ψαλμ. πγ΄ 3), διότι πληγώνεται σαν με δηλητήριο από το πύρ της αγάπης [1].
  4. Εκείνο που προξενεί η πείνα είναι κάτι πού δεν φαίνεται και δεν εκδηλώνεται. Εκείνο όμως πού προξενεί η δίψα είναι κάτι το έντονο και φανερό πού κάνει έκδηλο σε όλους τον εσωτερικό φλογισμό. Γι΄αυτό και εκείνος πού επόθει τον Θεόν έλεγε: «Εδίψησεν η ψυχή μου προς τον Θεόν, τον ισχυρόν, τον ζώντα» (Ψαλμ. μα΄ 3).
  5. Εάν το πρόσωπο πού αγαπούμε γνήσια, μας μεταβάλλη εξ ολοκλήρου με την παρουσία του και μας κάνη φαιδρούς και χαρωπούς και χωρίς λύπη, τι δεν θα προξενή άραγε το πρόσωπο του Δεσπότου, όταν επισκέπτεται μυστικά την καθαρή ψυχή;
  6. Ο φόβος, όταν εισχωρήση πραγματικά σε μία ψυχή, λυώνει και κατατρώγει τα ρυπαρά πάθη της σαρκός. «Καθήλωσον έκ του φόβου σου τάς σάρκας μου», λέγει σχετικά ο Ψαλμωδός (Ψαλμ. ριη΄ 120). Ενώ η οσία αγάπη, άλλους συνηθίζει να τους κατατρώγη, όπως είπε ο σοφός: «Εκαρδίωσας ημάς, εκαρδίωσας»∙ δηλαδή «μας επλήγωσες στην καρδιά» (Άσμα δ΄ 9). Άλλους τους κάνει ωρισμένες φορές να αγάλλωνται και να λάμπουν από χαρά, όπως πάλι αναφέρεται στην Γραφή: «Επ΄ αυτώ ήλπισεν η καρδία μου και εβοηθήθην και ανέθαλεν η σάρξ μου» (Ψαλμ. κζ΄ 7). Και∙ «Καρδίας ευφραινομένης πρόσωπον θάλλει» (Παρμ. ιε΄ 13).

Όταν λοιπόν ολόκληρος ο άνθρωπος συγχωνευθή κάπως με την αγάπη του Θεού, τότε και εξωτερικά στο σώμα του σαν σε καθρέπτη δείχνει την εσωτερική λαμπρότητα της ψυχής. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο εδοξάσθη και εκείνος ο θεόπτης, ο Μωϋσής. Όσοι κατέκτησαν την ισάγγελη αυτή βαθμίδα, ξεχνούν πολλές φορές την σωματική τροφή. Και νομίζω ότι δεν την επιθυμούν και τόσο συχνά, πράγμα όχι απίστευτο, αφού συμβαίνει και ο μη κατά Θεόν πόθος να κόβη πολλές φορές την επιθυμία του φαγητού.

Αυτών πού έφθασαν πλέον σε τέτοια αφθαρσία νομίζω ότι και το σώμα τους δεν θα ασθενή τόσο εύκολα. Διότι κατά κάποιον τρόπο εξαγνίσθηκε πλέον και αφθαρτοποιήθηκε. Η φλόγα δηλαδή της αγνότητος έσβησε την φλόγα των σαρκικών παθών και ασθενειών. Νομίζω ακόμη ότι και το φαγητό πού τρώγουν δεν τους προξενεί καμμία ευχαρίστησι. Διότι όπως οι υπόγειες φλέβες του νερού ποτίζουν μυστικά τις ρίζες των φυτών, έτσι και τις ψυχές αυτών των ανθρώπων τις τρέφει μυστικά το ουράνιο πύρ.

  1. Η αύξησις του φόβου είναι αρχή της αγάπης. Και το τέλος της αγνείας είναι προϋπόθεσις της θεολογίας. Εκείνος που ένωσε τελείως τις αισθήσεις του με τον Θεόν, μυσταγωγείται στην θεολογία από τον ίδιο τον Θεόν. Εάν όμως οι αισθήσεις δεν έχουν ενωθή με τον Θεόν, είναι δύσκολο και επικίνδυνο να θεολογή κανείς [2].
  2. Ο ενυπόστατος Λόγος του Θεού Πατρός, σε εκείνον πού θα κατοικήση, θα χαρίση τελεία αγνότητα και καθαρότητα, νεκρώνοντας τον θάνατο, (δηλαδή τα πάθη πού νεκρώνουν την ψυχή). Μετά από την νέκρωσι αυτή, ο μαθητής του Χριστού φωτίζεται και γίνεται γνώστης της θεολογίας. (Ο αγνός γνωρίζει τον Αγνόν), εφ΄ όσον «ο Λόγος Κυρίου, δηλαδή ο Υιός του Κυρίου και Θεού, αγνός (εστί) διαμένων είς αιώνα αιώνος» (πρβλ. Ψαλμ. ια΄ 7, ιη΄ 10). Και όποιος δεν εγνώρισε κατ΄ αυτόν τον τρόπο τον Θεόν, ομιλεί περί Θεού «στοχαστικώς».
  3. Η αγνεία ανέδειξε θεολόγο τον μαθητή [3], ο οποίος με την αγνεία του αυτή αξιώθηκε να κηρύξη και να στερεώση τα δόγματα της Αγίας Τριάδος.
  4. Εκείνος που αγαπά τον Κύριον, έχει προηγουμένως αγαπήσει τον αδελφό του. Το δεύτερο οπωσδήποτε είναι απόδειξις του πρώτου. Εκείνος που αγαπά τον πλησίον του, ποτέ δεν θα ανεχθή ανθρώπους πού καταλαλούν. Θα φύγη δε μακρυά από αυτούς σαν από φωτιά. Εκείνος πού λέγει ότι αγαπά τον Κύριον και συγχρόνως οργίζεται κατά του αδελφού του, ομοιάζει με εκείνον πού τρέχει στον ύπνο του!
  5. Η δύναμις της αγάπης είναι η ελπίς, διότι με αυτήν περιμένομε τον μισθό της αγάπης. Η ελπίς είναι «αδήλου πλούτου πλούτος», (δηλαδή πλούτος ενός πλούτου πού δεν φαίνεται). Η ελπίς είναι ασφαλής απόκτησις θησαυρού πρίν από την απόκτησί του. Αυτή είναι ανάπαυσις και ανακούφισις από τους κόπους. Αυτή είναι η θύρα της αγάπης. Αυτή φονεύει την απόγνωσι. Αυτή εικονίζει εμπρός μας τα πράγματα που ευρίσκονται μακρυά. Έλλειψις της ελπίδος σημαίνει αφανισμός της αγάπης. Σ΄ αυτήν είναι δεμένοι οι πόνοι, σ΄ αυτήν είναι κρεμασμένοι οι κόποι, αυτήν περικυκλώνει το έλεος του Θεού.
  6. Ο εύελπις μοναχός είναι σφάκτης της ακηδίας, την οποία κατανικά με την μάχαιρα της ελπίδος. Η ελπίς γεννάται από την γεύσι και την εμπειρία των δώρων του Κυρίου. Διότι αυτός πού δεν τα εγεύθηκε, έχει δισταγμούς. Την ελπίδα την εξαφανίζει ο θυμός, διότι όπως λέγει η Γραφή, «η ελπίς ού καταισχύνει» (Ρωμ. ε΄ 5), ενώ «ανήρ θυμώδης ούκ ευσχήμων» (Παρμ. ια΄ 25).
  7. Η αγάπη χορηγεί την χάρι της προφητείας, η αγάπη παρέχει την δύναμι της θαυματουργίας, η αγάπη είναι η άβυσσος της θείας ελλάμψεως, η αγάπη είναι η πηγή του θεϊκού πυρός – όσο περισσότερο πύρ αναβλύζει, τόσο περισσότερο καταφλέγει εκείνον που διψά. Η αγάπη είναι η στάσις και η εδραίωσις των Αγγέλων, η πρόοδος εις τους αιώνες όλων των εκλεκτών του Θεού.

«Ανάγγειλέ μας, ώ σύ η ωραία ανάμεσα στις αρετές, πού βόσκεις τα πρόβατά σου; Πού κατασκηνώνεις το μεσημέρι;» (πρβλ. Άσμα α΄ 7). «Φώτισον ημάς, πότισον ημάς, οδήγησον ημάς, χειραγώγησον ημάς». Επιθυμούμε πια να ανεβούμε κοντά σου. Διότι εσύ κυριαρχείς σε όλα. Τώρα μου επλήγωσες την καρδία και δεν μπορώ να ανθέξω στην φλόγα σου. Γι΄αυτό θα σε υμνήσω και θα προχωρήσω: Εσύ κυριαρχείς επάνω στην δύναμι της θαλάσσης, εσύ καταπραΰνεις και νεκρώνεις την ταραχή των κυμάτων της. Εσύ ταπεινώνεις και καταρρίπτεις ως τραυματία τον υπερήφανο λογισμό. Με τον ισχυρό σου βραχίονα διασκορπίζεις τους εχθρούς σου (πρβλ. Ψαλμ. πη΄ 10-11) και αναδεικνύεις ανικήτους τους ιδικούς σου εραστάς.

» Και βιάζομαι να μάθω πώς σε είδε ο Ιακώβ επάνω στην κορυφή της κλίμακος. Ερωτώ να μάθω γι΄αυτήν την ανάβασι. Πές μου, πώς ήταν ο τρόπος και η σύνθεσις στην διάταξι των βαθμίδων; Των βαθμίδων της αναβάσεως εκείνης, την οποία έβαλε στον νου και στην καρδία του να επιχειρήση ο εραστής σου; (πρβλ. Ψαλμ. πγ΄ 6). Διψώ ακόμη να μάθω, ποιος ήταν ο αριθμός των βαθμίδων, και πόσος χρόνος εχρειαζόταν για την ανάβασι. Διότι τους μέν χειραγωγούς της αναβάσεως, (τους Αγγέλους δηλαδή), τους ανήγγειλε αυτός που σε είδε και επάλαιψε μαζί σου [4], αλλά για τίποτε άλλο δεν θέλησε ή μάλλον δεν κατώρθωσε να μας διαφωτίση».

Εκείνη δε -αν και θεωρώ καλύτερο να ειπώ Εκείνος [5]- η βασίλισσα, σαν να έσκυψε από τον ουρανό, έλεγε στα αυτιά της ψυχής μου:

«Εάν, ώ εραστά, δεν λυθής από την παχύτητα του σώματος, δεν θα μπορέσης να γνωρίσης το κάλλος του προσώπου μου. Η κλίμαξ ας σε διδάσκη την πνευματική σύνθεσι των επί μέρους αρετών. Στην κορυφή δε αυτής της κλίμακος είμαι στηριγμένη εγώ, καθώς το είπε ο μεγάλος μύστης μου, (ο Απόστολος Παύλος): «Νυνί δε μένει τά τρία ταύτα∙ πίστις, ελπίς, αγάπη∙ μείζων δε πάντων η αγάπη» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 13).

Ι.Μ.Παρακλήτου

[1] Για την κατανόησι της φράσεως αυτής πρέπει να σημειωθή, ότι σύμφωνα με μία λανθασμένη αντίληψι των αρχαίων (βλέπε σχόλιο 1, λόγου ΚΕ΄) η έλαφος κατατρώγει τους όφεις, το δε δηλητήριό τους μέσα στον οργανισμό της δημιουργεί φλόγωσι και αφόρητη δίψα, ώστε να επιποθή «επί τάς πηγάς των υδάτων». Εδώ χαρακτηρίζεται ως έλαφος η ψυχή που ανέβηκε στις βαθμίδες της ταπεινοφροσύνης και της απαθείας και προχωρεί τώρα γεμάτη δίψα και θείο πόθο προς την κορυφή της αγάπης.

[2] Εάν δηλαδή ο άνθρωπος δεν καταστή ηγιασμένο δοχείο της Χάριτος, δεν μπορεί να γίνη θεολόγος. «Πάσα προσπάθεια του ανθρώπου – παρατηρεί σύγχρονος θεολόγος – όπως γίνη μέτοχος της θεολογίας αυτοδυνάμως, έν τη αυταρκεία της εκπεσούσης αυτού φύσεως και των διεσπασμένων και φύσει άλλωστε περιωρισμένων αυτού δυνατοτήτων είναι ανέφικτος… [Και αντί θεολογίας έχομεν τότε] τον περί Θεού θνητόν ανθρώπινον λόγον, εντός του οποίου κυοφορείται εν πολλοίς το σκάνδαλον μιας αμαρτανούσης θεολογίας, η οποία αντί της ζωής είναι φορεύς του θανάτου» (Κ. Μουρατίδης, «Κοινωνία» ΙΖ΄ 2, σελ. 59).

[3] Εννοεί τον άγιο Ιωάννη τον ευαγγελιστή.

[4] Πρόκειται για τον πατριάρχη Ιακώβ. Το περιστατικό της πάλης του με τον Θεόν περιγράφεται στην Γένεσι, (λβ΄ 24-31).

[5] «Εκείνος», δηλαδή ο Θεός, εφ΄ όσον «Ο Θεός αγάπη εστίν» (Α΄ Ιωάν. δ΄ 16).

Περισσότερα

π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν – Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἑορτολόγιο- Ἐτήσιος Ἐκκλησιαστικὸς Κύκλος»

Ἀπὸ τὰ παμπάλαια χρόνια, τὸ βράδυ τοῦ Σαββάτου τῆς τρίτης ἑβδομάδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὁ σταυρὸς μεταφέρεται στὸ κέντρο τοῦ ναοῦ, καὶ ὁλόκληρη ἡ ἀκόλουθη ἑβδομάδα εἶναι γνωστὴ ὡς ἑβδομάδα τοῦ Σταυροῦ. Ξέρουμε πὼς ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ ἀποτελεῖ μία προετοιμασία γιὰ τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα, τότε ποὺ ἡ Ἐκκλησία θὰ ἀνακαλέσει στὴ μνήμη τῆς τὸν πόνο, τὴ σταύρωση καὶ τὸ θάνατο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πάνω στὸ σταυρό. Ἡ προβολὴ τοῦ σταυροῦ στὴ μέση της Σαρακοστῆς, μᾶς ὑπενθυμίζει τὸ σκοπὸ τῆς βαθύτερης καὶ ἐντατικότερης ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Σαρακοστῆς. Ἔτσι εἶναι ὁ κατάλληλος τόπος ἐδῶ, γιὰ νὰ σκεφτοῦμε τὸ ρόλο τοῦ σταυροῦ, αὐτοῦ του σημαντικότατου καὶ χαρακτηριστικότατου ὅλων τῶν Χριστιανικῶν συμβόλων.

Τὸ σύμβολο αὐτὸ ἔχει δύο στενὰ ἀλληλένδετες σημασίες. Ἀφενὸς εἶναι ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ, αὐτὸ τὸ ἀποφασιστικὸ ὄργανο μὲ τὸ ὁποῖο ὁλοκληρώθηκε ἡ ἐπίγεια ζωὴ καὶ διακονία τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ ἱστορία ἑνὸς φοβεροῦ καὶ τρομακτικοῦ μίσους ἐνάντια σ᾿ Αὐτὸν ποὺ ὁλόκληρη ἡ διδασκαλία Του ἐπικεντρώθηκε στὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης, καὶ ποὺ ὁλόκληρο τὸ κύρυγμά Του ἦταν μία κλήση σὲ αὐτοθυσία στὸ ὄνομα τῆς ἀγάπης. Ὁ Πιλάτος, ὁ Ρωμαῖος κυβερνήτης στὸν ὁποῖο μεταφέρθηκε ὁ Χριστός, ἀφοῦ Τὸν συνέλαβαν, Τὸν ἐκτύπησαν καὶ Τὸν ἔφτυσαν, λέει, «ἐν αὐτῷ οὐδεμίαν αἰτίαν εὑρίσκω» (Ἰωάν. 19, 4). Αὐτὸ ὅμως προκάλεσε ἕνα ἰσχυρότερο ξέσπασμα: «Σταύρωσον, σταύρωσον αὐτόν!» φωνάζει τὸ πλῆθος.

Ἔτσι ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ θέτει ἕνα αἰώνιο πρόβλημα, ποὺ σκοπεύει στὸ βάθος τῆς συνειδήσεως: γιατί ἡ καλωσύνη ξεσήκωσε ὄχι μόνο ἀντίθεση, ἀλλὰ καὶ μίσος; Γιατί ἡ καλωσύνη σταυρώνεται πάντοτε σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο;

Συνήθως ἀποφεύγουμε νὰ δώσουμε ἀπάντηση σ᾿ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα, ἐπιρρίπτοντας τὴν εὐθύνη σὲ κάποιον ἄλλο: ἂν ἤμασταν ἐκεῖ, ἂν ἤμουν ἐκεῖ ἐκείνη τὴν τρομερὴ νύχτα, δὲ θὰ εἶχα συμπεριφερθεῖ ὅπως οἱ ἄλλοι. Ἀλλοίμονο ὅμως, κάπου βαθιὰ στὴ συνείδησή μας γνωρίζουμε πὼς αὐτὸ δὲν εἶναι ἀλήθεια. Ξέρουμε πὼς οἱ ἄνθρωποι ποὺ βασάνισαν, σταύρωσαν καὶ μίσησαν τὸν Χριστὸ δὲν ἦταν κάποιου εἴδους τέρατα, κατεχόμενα ἀπὸ κάποιο ἰδιαίτερο καὶ μοναδικὸ κακό. Ὄχι, ἦταν «ὅπως ὅλοι μας». Ὁ Πιλάτος προσπάθησε ἀκόμη καὶ νὰ ὑπερασπιστεῖ τὸν Ἰησοῦ, νὰ μεταπείσει τὸ πλῆθος, προσφέρθηκε ἀκόμη καὶ νὰ ἀπελευθερώσει τὸ Χριστὸ ὡς κίνηση καλῆς θελήσεως, χάριν τῆς ἑορτῆς, ὅταν κι αὐτὸ ἀπέτυχε, στάθηκε μπροστὰ στὸ πλῆθος καὶ ἔνιψε τὰ χέρια του, δείχνοντας τὴ διαφωνία του σ᾿ αὐτὸ τὸ φόνο.

Μὲ λίγες πινελιὲς τὸ εὐαγγέλιο σχεδιάζει τὴν εἰκόνα αὐτοῦ του παθητικοῦ Πιλάτου, τοῦ τρόμου του, τῆς γραφειοκρατικῆς του συνειδήσεως, τῆς δειλῆς του ἀρνήσεως νὰ ἀκολουθήσει τὴ συνείδησή του. Δὲ συμβαίνει ὅμως ἀκριβῶς τὸ ἴδιο στὴ δική μας ζωὴ καὶ στὴ ζωὴ γύρω μας; Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ πιὸ κοινότυπη, ἡ πιὸ τυπικὴ ἱστορία; Δὲν εἶναι παρὼν συνεχῶς μέσα μᾶς κάποιος Πιλάτος;

Δὲν εἶναι ἀλήθεια πὼς ὅταν ἔρθει ἡ στιγμὴ νὰ ποῦμε ἕνα ἀποφασιστικό, ἀμετάκλητο ὄχι στὸ ψεῦδος, στὴν ἀδικία, στὸ κακὸ καὶ στὸ μίσος, ἐνδίδουμε στὸν πειρασμὸ νὰ «νίψουμε τὰς χεῖρας μας»; Πίσω ἀπὸ τὸν Πιλάτο ἦταν οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι ὅμως ὑπερασπιζόμενοι τὸν ἑαυτό τους θὰ μποροῦσαν νὰ ποῦν: ἐκτελέσαμε ἁπλῶς διαταγές, μᾶς εἶπαν νὰ «ἐξουδετερώσουμε» κάποιον ταραχοποιὸ ποὺ προκαλοῦσε ἀναστάτωση καὶ ἀταξία, γιὰ ποιὸ πράγμα μιλᾶτε λοιπόν; Πίσω ἀπὸ τὸν Πιλάτο, πίσω ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες ἦταν τὸ πλῆθος, οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι ποὺ ἕξι μέρες πρὶν φώναζαν «Ὡσαννά», καθὼς ὑποδέχονταν θριαμβευτικὰ τὸ Χριστό, κατὰ τὴν εἴσοδό του στὴν Ἱερουσαλήμ, μόνο ποὺ τώρα ἡ κραυγή τους ἦταν «Σταύρωσον αὐτόν!» Ἔχουν ὅμως καὶ γι᾿ αὐτὸ μία ἐξήγηση. Δὲν εἶναι οἱ ἡγέτες τους, οἱ διδάσκαλοί τους καὶ οἱ κυβερνῆτες τους αὐτοὶ ποὺ τοὺς ἔλεγαν πὼς ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἦταν ἕνας ἐγκληματίας, ποὺ κατέλυσε τοὺς νόμους καὶ τὶς συνήθειες, καὶ γι᾿ αὐτό, βάσει τοῦ νόμου, «πάντοτε βάσει τοῦ νόμου, πάντοτε σύμφωνα μὲ τὸ ὑπάρχον καταστατικό», πρέπει νὰ πεθάνει…; Ἔτσι κάθε συμπαίκτης σ᾿ αὐτὸ τὸ τρομακτικὸ γεγονὸς εἶχε δίκαιο «ἀπὸ τὴν πλευρά του», ὅλοι δικαιώθηκαν. Ὅλοι μαζὶ ὅμως δολοφόνησαν ἕναν ἄνθρωπο στὸν ὁποῖον «οὐδὲν εὑρέθη αἴτιον». Ἡ πρώτη σημασία τοῦ σταυροῦ συνεπῶς εἶναι ἡ κρίση τοῦ κακοῦ, ἢ μᾶλλον τῆς ψευδοκαλωσύνης αὐτοῦ του κόσμου, μέσα στὸν ὁποῖο πανηγυρίζει αἰώνια τὸ κακό, καὶ ὁ ὁποῖος προωθεῖ τὸν τρομακτικὸ θρίαμβο τοῦ κακοῦ πάνω στὴ γῆ.

Αὐτὸ μας μεταφέρει στὴ δεύτερη σημασία τοῦ σταυροῦ. Μετὰ τὸ σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ ἀκολουθεῖ ὁ δικός μας σταυρός, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Χριστὸς εἶπε, «εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἔρχεσθαι,… ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καθ᾿ ἡμέραν καὶ ἀκολουθείτω μοὶ» (Λουκ. 9, 23). Αὐτὸ σημαίνει πὼς ἡ ἐπιλογὴ ποὺ εἶχε νὰ κάνει ὁ καθένας ἐκείνη τὴ νύχτα –ὁ Πιλάτος, οἱ στρατιῶτες, οἱ ἀρχηγοί, τὸ πλῆθος κι ὁ καθένας μέσα στὸ πλῆθος – εἶναι μία ἐπιλογὴ ποὺ τίθεται συνεχῶς καὶ σὲ καθημερινὴ βάση μπροστά μας. Ἐξωτερικά, ἡ ἐπιλογὴ ἔχει νὰ κάνει μὲ κάτι φαινομενικὰ ἀσήμαντο γιὰ μᾶς, ἢ δευτερεῦον. Γιὰ τὴ συνείδηση ὅμως τίποτε δὲν εἶναι πρῶτο ἢ δεύτερο, ἀλλὰ τὸ καθετὶ μετρᾶται ἂν εἶναι ἀληθινὸ ἢ ψεύτικο, καλὸ ἢ κακό. Τὸ νὰ σηκώνεις λοιπὸν τὸ σταυρό σου καθημερινὰ δὲν εἶναι ἁπλῶς τὸ νὰ ἀντέχεις τὰ φορτία καὶ τὶς μέριμνες τῆς ζωῆς, ἀλλὰ πάνω ἀπ᾿ ὅλα τὸ νὰ ζεῖς ἁρμονικὰ μὲ τὴ συνείδησή σου, τὸ νὰ ζεῖς μέσα στὸ φῶς τῆς κρίσεως τῆς συνειδήσεως.

Ἀκόμη καὶ σήμερα, μὲ ὅλο τὸν κόσμο νὰ κοιτάζει, ἕνας ἄνθρωπος στὸν ὁποῖο «οὐδὲν εὑρέθη αἴτιον» μπορεῖ νὰ συλλαμβάνεται, νὰ βασανίζεται, νὰ κτυπιέται, νὰ φυλακίζεται ἢ νὰ ἐξορίζεται. Ὅλα αὐτὰ δὲ «ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου», χάριν τῆς ὑπακοῆς καὶ πειθαρχίας, ὅλα στὸ ὄνομα τῆς τάξεως, γιὰ τὸ καλὸ ὅλων. Πόσοι Πιλάτοι δὲ νίπτουν τὰ χέρια τους, πόσοι στρατιῶτες δὲ σπεύδουν νὰ ἐκτελέσουν τὶς διαταγὲς τῆς στρατιωτικῆς ἱεραρχίας, πόσοι ἄνθρωποι ὑπάκουα, δουλόπρεπα δὲν τοὺς χειροκροτοῦν, ἢ τουλάχιστον δὲν κοιτάζουν σιωπηλὰ τὸ κακὸ ποῦ θριαμβεύει; Καθὼς μεταφέρουμε τὸ σταυρό, καθὼς τὸν προσκυνοῦμε, καθὼς τὸν ἀσπαζόμαστε, ἂς σκεφτοῦμε τὴ σημασία του. Τί μᾶς λέει, σὲ τί μᾶς καλεῖ; Ἂς θυμηθοῦμε τὸ σταυρὸ ὡς ἐπιλογὴ ἀπὸ τὴν ὁποία κρέμονται τὰ πάντα στὸν κόσμο, καὶ ποὺ χωρὶς αὐτὸν ὅλα στὸν κόσμο γίνονται θρίαμβος τοῦ κακοῦ καὶ τοῦ σκότους. Ὁ Χριστὸς εἶπε, «εἰς κρίμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον» (Ἰωάν. 9, 39). Σ᾿ αὐτὴ τὴν κρίση, μπροστὰ στὸ δικαστήριο τῆς σταυρωμένης ἀγάπης, τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς καλωσύνης, δικάζεται ὁ καθένας μας.

Περισσότερα

Λόγος Αγίου Λουκά Συμφερουπόλεως: Λόγος στην Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως

«Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς. Άρατε τον ζυγόν Μου εφ’ υμάς και μάθετε απ’ Εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών. Ο γαρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστίν» (Ματθ. ΙΑ.28 – 30).

Μεγάλη είναι η αγκαλιά του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Τόσο μεγάλη που δεν μπορούμε να φανταστούμε. Ο Κύριος έχει στην αγκαλιά του όλους όσους υποφέρουν στη ζωή τους από τις θλίψεις και τις στενοχώριες. Τί βάθος έχει η καρδιά Του και πόσο δυνατή είναι η αγάπη Του, αφού μπορεί όλους αυτούς που κοπιάζουν και είναι φορτωμένοι να τους αναπαύσει, να τους παρηγορήσει και να τους δώσει δύναμη να υπομένουν τις θλίψεις και να μην απελπίζονται όταν αδικούνται στη ζωή τους!

Είναι όμως παράξενος ο τρόπος με τον οποίο επιχειρεί να το κάνει! Μας προτείνει να αφήσουμε τον ανυπόφορο για πολλούς ζυγό της ζωής και να σηκώσουμε επάνω μας έναν άλλο ζυγό: άγνωστο στον κόσμο, απαλό, αγαθό και ελαφρό, δικό του ζυγό. Όταν λέμε ζυγό, εννοούμε κατάσταση στην οποία βρίσκεται ένας δούλος. Την κατάσταση βέβαια αυτή δεν την θεωρούμε καθόλου ευχάριστη. Τον δικό του όμως ζυγό ο Κύριος τον ονομάζει απαλό και ελαφρό.

Πώς να το καταλάβουμε; Γιατί είναι απαλός και ελαφρός ο ζυγός του Χριστού; Μήπως επειδή ζυγό ονομάζει τον θείο νόμο της αγάπης του τον οποίο δίνει στον κόσμο, στον κόσμο ο οποίος σχεδόν καθόλου δεν σκέφτεται την αγάπη; Ή επειδή ο δικός του λόγος της αγάπης άνοιξε για την ανθρωπότητα, που ζούσε χωρίς αγάπη, έναν καινούριο κόσμο, έναν κόσμο στον οποίο λάμπει το θείο φως της αγάπης, που διαλύει το οποιοδήποτε σκοτάδι; Δεν είναι μεγάλη χαρά να βγούμε από το σκοτάδι στο φως; Δεν θα σκιρτήσει η καρδιά του ανθρώπου όταν θα βγει από το σκοτάδι και θα καταλάβει ότι ο ίδιος ο Κύριος τον κρατά στην αγκαλιά Του;

Αλλά τί επιτέλους σημαίνει ζυγός του Χριστού; Σημαίνει να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του. Να είμαστε ταπεινοί και πράοι, να διψάμε και να πεινάμε την υψίστη αλήθεια. Να είμαστε ελεήμονες και καθαροί τη καρδία. Να μας κακολογούν και να μας διώκουν για την πίστη στον Υιό του Θεού και για την αγάπη του. Ναι, αυτό και μόνο αυτό σημαίνει ο απαλός ζυγός του Χριστού και το ελαφρό φορτίο του. Τη δύναμη για να τα σηκώσουμε μας τη δίνει ο Σταυρός του Χριστού, που υψώνεται πάνω από τον κόσμο και τον φωτίζει, ο Σταυρός πάνω στον οποίο ο Υιός του Θεού υπέφερε τα πάθη και έδωσε την ζωή Του για να ζει ο άνθρωπος.

Ας προσκυνήσουμε το υποπόδιο του Σταυρού του Χριστού με όλη την ψυχή μας. Αυτός είναι ο απαλός ζυγός του Χριστού, να ακολουθήσουμε τον δρόμο του μαρτυρίου και των διωγμών ο οποίος οδηγεί εκεί όπου αιώνια λάμπει ο Σταυρός του Χριστού μας. Ας ακολουθήσουμε τον Σωτήρα μας και ας θυμόμαστε πάντοτε ότι Αυτός που είναι αληθινός Θεός λέει για τον εαυτό Του ότι είναι πράος και ταπεινός τη καρδία. Να είμαστε και εμείς πράοι και ταπεινοί για να τον ακολουθήσουμε στον δρόμο προς την Βασιλεία της αιώνιας Δικαιοσύνης και του ανεσπέρου Φωτός. Αμήν.

Περισσότερα