Ιερός Ναός Αγίας Βαρβάρας Θεσσαλονίκης

Ομιλία του μακαρίου Γέροντα Ιωσήφ Βατοπαιδινού για την Ανάσταση του Λαζάρου

Θά σας ενθυμίσω ένα ώραίο ρητό του μεγάλου μας πατρός Επιφανίου Επισκόπου Κύπρου, το οποίον εξεφώνησε κάποτε στην αρχή ενός λόγου του. «Προ εξ ημερών του Πάσχα, διά των πέντε αισθήσεων, τον τετραήμερον ο τριήμερος, ταις δυσί τον έναν χαρίζεται».

Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο οποίος αποτε­λείωσε την αποστολή Του και θεράπευσε το πανανθρώ­πινο τραύμα και σε έξι ημέρες θα παρεδίδετο στα πανάχραντα Του πάθη, όπου θα εσφράγιζε την επιτυχία της σωτηρίας μας, έδειξε, σαν προοίμιο σε μας τους μαθητές Του και γενικά σε όλον τον κόσμο, ότι υπάρχει ανάσταση νεκρών και ότι Αυτός είναι όντως «η Ανάστασις και η Ζωή». Ακριβώς πριν από τα συνταρακτικά τούτα γεγονότα, της αναστάσεως δηλαδή του Κυρίου, προηγήθηκεν κατά έξι μέρες η ανάσταση του Λαζάρου, ο οποίος, όπως ξέρετε, ήταν φίλος του Χριστού. Και ο Σίμων ο λεπρός, ο Φαρισαίος, ο πατέρας του Λαζάρου, επειδή ήταν πιστός, αρεσκόταν ο Κύριος να συχνάζη στην οικία του και να έχη φιλικές σχέσεις με αυτήν την οικογένεια.

Ανέστησε φυσικά τον Λάζαρο, όχι τόσο για να δείξη την δύναμη της θεοπρεπούς Του μεγαλωσύνης, άλλωστε το είχε κάνει και ενωρίτερα αυτό σε άλλες περιπτώσεις, αλλά για να δείξη ότι πλησιάζει το προοίμιο της συντριβής του θανάτου και της γενικής αναστάσεως της ανθρωπινής φύσεως και της αποκαταστάσεως συμπάσης της κτίσεως «της υποταγείσης εις την φθοράν» εξ αιτίας της πτώσεως του ανθρώπου.

Το ιστορικό γεγονός της αναστάσεως του Λαζάρου το φέρομε στην αναγωγή, καθώς πολλές φορές κάνουν οι Πατέρες μας ερμηνεύοντας την Γραφή, για να ορθάσωμεν έτσι σ΄ ένα πόρισμα πνευματικό, το οποίο πολύ θα μας ώφελήση. Κάθε τί το οποίο περιέχεται στην Γραφή, έχει πολλαπλές ερμηνείες. Η ανάσταση του ιστορικού Λαζάρου έγινε τότε, αλλά αυτό, μεταφερό­μενο στην αλληγορία, ενεργείται κάθε μέρα στις ψυχές των ανθρώπων. Η αναγωγή λοιπόν είναι η εξής. Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο οποίος είναι πάντοτε μαζί μας, όπως ο Ίδιος ομολογεί, «ιδού εγώ μεθ΄ υμών είμι πάσας τάς ημέρας, εώς της συντέλειας του αιώνος», περιστρέφεται και ανασκοπεί του καθενός την κατά­σταση και μυστικώς εκφράζει στις ουράνιες Του δυνάμεις και στους σεσωσμένους· «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται». Κάθε ένας από μας είναι νεκρός Λάζαρος και φίλος του Ιησού μας, χάριν του ότι για μας εθυσιάσθη, για όλους ενδιαφέρεται. Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο παντογνώστης Θεός, ο πανάγαθος Δεσπότης και ο αληθινός μας πατέρας, βλέποντας την νέκρωσή μας, συνεχώς φωνάζει προς τις ουράνιες δυνάμεις Του. «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται». Τώρα ποιος από μας τους κεκοιμημένους θα είναι ικανός να προκαλέση την συμπάθειά Του, ούτως ώστε να επέμβη και να τον αναστήση; Γιατί αυτός μόνος Του ομολόγησε ότι, «εγώ είμι η ανάστασις και η ζωή». Όπως αναφέρεται, όταν η αδελφή του Λαζάρου η μεγαλύτερη, η Μάρθα, αν και πίστευε στον Ιησού Χριστό, εν τούτοις, από το βόγγο του πόνου πού έχασε τον μονάκριβο της αδελφό, ξεχνώντας την δύναμη της αναστάσεως πού βρισκόταν σ΄ Αυτόν, άρχισε να του λέη με παράπονο: «Κύριε, ει ης ώδε, ουκ αν απέθανε μου ο αδελφός». Και ο Ιησούς απαντά: «Αναστήσεται ο αδελφός σου». Πάλιν αυτή δεν καταλαβαίνει το νόημα και επιμένει: «Ναι, Κύριε, ξέρω ότι στην έσχατη ήμερα της παλιγγενεσίας και αυτός θα αναστηθή». Τότε ο Ιησούς διακηρύττει: «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή.

Λοιπόν αυτός είναι ο Ιησούς μας ο οποίος μένει μαζί μας σαν η αιωνία και μόνιμος ανάσταση και προσδοκά του καθενός μας την ανάσταση. Πότε θα στραφούμε προς Αυτόν να έκφράσωμε τον πόνο της νεκρώσεως μας, για να φωνάξη και σε ΄μάς: «Λάζαρε, δεύρο έξω». Για να γίνη αυτό χρειαζόμαστε συμπαρα­στάτες, όπως είχε και ο Λάζαρος τις δύο αδελφές, την Μάρθα και την Μαρία. Η μέν Μάρθα συμβολίζει κατά τους Πατέρες την πρακτική εργασία, την πρακτική μετάνοια και τα σωματικά έργα. Η δε Μαρία συμβολίζει την θεωρία, την πνευματική εσωστρέφεια μέσω της οποίας επικοινωνεί κάθε λογική ψυχή με τον Θεό. Η πρακτική μετάνοια συνίσταται στον πόνο, στο πένθος και στο κλάμα «υπέρ των προτέρων αμαρτημάτων» και στο πένθος υπέρ της ανακτήσεως των αρετών και των χαρισμάτων, τα όποια κληρονομικά μας παρέδωσε ο Ιησούς μας και ανήκουν στον καθένα από ‘μάς. Όύπω γάρ έφανερώθη -λέγει ο Άγιος Ιωάννης- τί έσόμεθα, οίδαμεν δε, όταν φανερωθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα». Δηλαδή θα δούμε τον Κύριο μας στην ήμερα εκείνη της παλιγγενεσίας και θα είμεθα όμοιοι με αυτόν. «Ο Θεός εν μέσω Θεών» εκμαγεία του αρχετύπου.

Για να φθάσωμε σ΄ αυτήν την αξία, πρέπει, όπως είπα, να αποκτήσωμε πρωτίστως την συνεχή ειλικρινή πρακτική μετάνοια, πού αυτή θα μας οδηγήση στην θεωρία. Επειδή πρακτικά αμαρτήσαμε, πρακτικά αρ­νηθήκαμε τον Ιησού μας, πρακτικά τον προσβάλαμε και τον προδώσαμε, πρακτικά τώρα να επιστρέψωμε πίσω και ν΄αποδείξωμεν ότι πλέον δεν θα ξανακάμψω­με τα γόνατα μας μπροστά σε κάθε είδωλο της αμαρτίας.

Είμεθα υπόχρεοι τώρα, ο καθ’ ένας από ‘μάς, ν’ αποκτήσωμε τις δύο αδελφές, την πραγματική πράξη της μετανοίας πού μας οδηγεί μακριά από κάθε παράβαση της εντολής. Άρνηση στον Θεό δεν υπάρχει από κανένα λογικό όν, και από αυτούς ακόμα τους άθεους, τους ύλιστές, τους αναρχικούς. Ας κομπάζουν με τα χείλη. Δεν μπορούν ν΄ αρνηθούν τον Θεό, διότι, για να μπορέσωμε να αρνηθούμε ένα πράγμα, πρέπει να είμαστε δυνατοί να το καταργήσωμε. Τότε θα καυχη­θούμε πάνω στην απιστία μας ότι όντως αυτό δεν υπάρχει, το καταστρέψαμε. Αν εμείς αρνηθούμε Αυτόν, λέει ο Παύλος, αυτός πιστός μένει. Ποία λοιπόν είναι η άρνηση αφού τα πράγματα είναι έτσι; Η άρνηση είναι στην παράβαση της εντολής. Αυτό μας διδάσκει η πα­γκόσμια ιστορία. Και τα δύο στοιχεία, το ανθρώπινο και το αγγελικό, τα όποια κατέβησαν και συνετρίβησαν, δεν άρνήθησαν τον Θεό, αλλά την εντολή. Και ακριβώς η παράβαση της εντολής, πού θεωρείται άρνηση, προκά­λεσε την πτώση, την συντριβή και τον θάνατο. Τώρα και σε μας ο τρόπος της επιστροφής είναι η πρακτική ομολογία. Από εκεί πού πλανηθήκαμε και παρασυρ­θήκαμε και αρχίσαμε να παραβαίνουμε τις εντολές του Χριστού μας και καταρρακώσαμε την προσωπικότητα μας, από την Ίδια θύρα θα επιστρέψωμε. Να παύσωμε να άμαρτάνωμε, να τον άρνούμεθα και να τον προδί­δουμε. Αφού φθάσωμε σ’ αυτήν την κατάσταση διά της Χάριτος Του, τότε βαθύτερα μέσα στο είναι μας θα ριζώση η αίσθηση αυτή της μετανοίας πού θα μας προκαλέση το πένθος και τον πόνο και το δάκρυ. Τότε ο νους ελεύθερος από την επίδραση και την αιχμαλωσία των εξωτερικών σφαλμάτων, της εξωτερικής χρεωκοπίας, γυρίζει προς τον Θεό και συνεχώς πενθών ζητεί το έλεος Του· και αυτή είναι η θέση της Μαρίας. Όταν οι δύο αδελφές αποκτηθούν, να είστε βέβαιοι ότι τότε ο Λάζαρος νους, το ψυχικό μας είναι, θα αναστηθή, όπως τότε στον ιστορικό Λάζαρο. Και τότε, όπως αναφέρει το ευαγγέλιο, επισκέφθηκε ο Ιησούς μας την οικία του Λαζάρου και του παρέθεσαν εκεί τράπεζα και ο Λάζαρος «ην εις των συνανακειμένων». Έτσι και ο Λάζαρος νους θα ευρίσκεται μαζί με τον Ιησού μας στην πνευματική ευφροσύνη, εκεί όπου μας διαβεβαιώνει ότι «ετοιμάσω ημίν τόπον». Εκεί στην ουράνια πανευφροσύνη, ως κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Ιησού μας, θα ευρισκόμαστε και ΄μείς, όπως τότε ο Λάζαρος, στην ιδία τράπεζα «συνευοχούμενοι» και όχι πενθούντες για τον θάνατο, αλλά χαίροντες για την δική μας ανάσταση.

Ο καθένας από μας λοιπόν ας επίσπευση να απόκτηση χωρίς χρόνοτροβή τις αρετές πού αντιπρο­σωπεύουν οι δύο αδελφές, Μάρθα και Μαρία, πού είναι ικανές να πείσουν τον Ιησού μας να παρουσίαση το πτώμα του νεκρού νου και να διάταξη ως Πανσθενουργός Λόγος το «Λάζαρε, δεύρο έξω» από τον τάφο της αναισθησίας και «είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου». Αμήν.

Περισσότερα

Η Ανάσταση του Λαζάρου

Η Ανάσταση του Λαζάρου

Η σημερινή ημέρα είναι αφιερωμένη στην τετραήμερη Ανάσταση του Αγίου και δικαίου φίλου του Χριστού Λαζάρου και πρώτου Επισκόπου Κιτίου.

Επίσης, η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του πρώην αρχιτελώνου της Ιεριχούς, του Αποστόλου Ζακχαίου, ο οποίος μετά τη δημόσια μεταμέλειά του εντάχθηκε στον κύκλο των εβδομήκοντα μαθητών. Επίσης, εορτάζουμε τη μνήμη του Ιερομάρτυρος Αναστασίου, επισκόπου Αντιοχείας, των Μαρτύρων Ακινδύνου, Αντωνίνου, Βίκτωρος, Καισαρίου και των συν αυτών. Ακόμη, εορτάζουμε τη μνήμη των Οσίων Αθανασίου, κτίτορος της Μονής των Μετεώρων (†1383), και Ιωάσαφ, καθώς και του Οσίου Θεοδώρου του Τριχινά.
Ο τετραήμερος Λάζαρος ήταν φίλος του Χριστού και οι αδελφές του Μάρθα και Μαρία φιλοξένησαν τον Κύριο πολλές φορές (Λουκ. ι΄, 38-40, Ιωαν. ιβ΄, 1-3) στο πατρικό τους στη Βηθανία. Λίγες μέρες προ του πάθους του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού ασθένησε ο Λάζαρος και οι αδελφές του ενημέρωσαν σχετικά το Διδάσκαλο, που τότε ήταν στη Γαλιλαία, να τον επισκεφθεί. Ο Ιησούς όμως, παιδαγωγικά προς τους μαθητές του και όλους τους μετέπειτα πιστούς, καθυστέρησε να μεταβεί στη Βηθανία και ο Λάζαρος αναχώρησε από τον επίγειο βίο.
Μόλις έφθασε στη Βηθανία παρηγόρησε τις αδελφές του φίλου του Λαζάρου, που ήταν ήδη ενταφιασμένος τέσσερις μέρες και ζήτησε να επισκεφθεί το τάφο του. Του εξήγησαν ότι μετά από τέσσερις ημέρες ίσως ήταν αργά. Ο Χριστός έδωσε την ευκαιρία να ομολογήσουν ότι πιστεύουν στην πρόνοια του Θεού, αποκαλύπτοντας κι ο ίδιος ότι είναι η πηγή της ανάστασης και της ζωής.
Αργότερα, ο Ιησούς πήγε στο μνημείο. Εκεί δάκρυσε και διέταξε να βγάλουν την ταφόπλακα. Όλοι οι παριστάμενοι σχολίασαν ότι «εφίλει αυτόν», δηλ. ήσαν καρδιακοί φίλοι ο Ιησούς και Λάζαρος. Τότε ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό, ευχαρίστησε το Θεό και Πατέρα και με μεγάλη φωνή είπε: «Λάζαρε, βγες έξω». Ο αρχηγός της ζωής και του θανάτου ανακάλεσε την ψυχή του Λαζάρου να επιστρέψει στο νεκρό σώμα του. Αμέσως, ο τετραήμερος νεκρός βγήκε έξω τυλιγμένος με τα σάβανα και ο Ιησούς ζήτησε να του λύσουν τα σάβανα και να πάει σπίτι του (Ιωαν. ια΄44).

Ο ΛΑΖΑΡΟΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ

Η ανάσταση του Λαζάρου και η συγκέντρωση του πλήθους θορύβησε τους αρχιερείς και τους Φαρισαίους, οι οποίοι αποφάσισαν να σκοτώσουν τον Ιησού (Ιω. 11,46-57), αλλά και το Λάζαρο (Ιω. 12,10). Δεν κατόρθωσαν όμως να το πράξουν για το Λάζαρο, τον Ιησού όμως λίγο αργότερα Τον σταύρωσαν.
Έξι ημέρες πριν από το Πάσχα, ο Ιησούς κάθισε σε δείπνο το οποίο δόθηκε γι Αυτόν. Μαζί Του ήταν και ο Λάζαρος (Ιω. 12,1-2), ενώ πλήθος κόσμου είχαν πάει για να δουν όχι μόνο τον Ιησού, αλλά και τον αναστημένο Λάζαρο (Ιω. 12,9).
Σύμφωνα με τον Άγιο Επιφάνιο επίσκοπο Κωνσταντίας της Κύπρου (367-403), ο δίκαιος Λάζαρος ήταν τότε 30 χρονών και έζησε άλλα 30 χρόνια μετά την ανάστασή του. Άλλη παράδοση επίσης αναφέρει ότι ο Λάζαρος μετά την ανάστασή του θέλοντας να αποφύγει το μίσος των αρχιερέων κατέφυγε στο Κίτιο της Κύπρου γύρω στο 33 μ.Χ..
Εδώ τον συνάντησαν οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας, όταν μετέβαιναν από τη Σαλαμίνα στην Πάφο, και τον χειροτόνησαν ως πρώτο επίσκοπο Κιτίου, της Εκκλησίας, που ίδρυσε ο ίδιος. Την εκκλησία του Κιτίου εποίμανε με στοργή κι αγάπη δεκαοκτώ περίπου χρόνια μέχρι το τέλος της ζωής του.
Η αρχαία παράδοση της Εκκλησίας λέγει ότι τότε ο Λάζαρος ήταν 30 χρονών και έζησε άλλα 30 χρόνια. Τελείωσε τον επίγειο βίο του στην Κύπρο το έτος 63 μ.Χ., και ο τάφος του στην πόλη των Κιτιέων έγραφε: «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος του Χριστού».

Η ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ
ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

Η μετάθεση του λειψάνου περιγράφεται λεπτομερώς σε δύο πανηγυρικούς λόγους που εκφώνησε μπροστά στο ιερό λείψανο παρουσία του αυτοκράτορος ο μαθητής του Μεγάλου Φωτίου, μητροπολίτης Καισαρείας Αρέθας (850-μετά το 932). Στον πρώτο Λόγο, ο λόγιος κληρικός εκθειάζει το γεγονός της αφίξεως του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη, ενώ στο δεύτερο περιγράφει διεξοδικά την πομπή που σχηματίσθηκε, με τη συμμετοχή του αυτοκράτορα, για τη μεταφορά του λειψάνου από τη Χρυσούπολη στην Αγία Σοφία. Ο Λέων Στ’, ως αντάλλαγμα της μεταφοράς του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη, απέστειλε χρήματα και τεχνίτες στην Κύπρο, όπου έκτισαν το μεγαλοπρεπή ναό του Αγίου, ο οποίος διατηρείται ως σήμερα στη Λάρνακα. Εκτός τούτου οικοδόμησε μονή στην Κωνσταντινούπολη επ’ ονόματι του δικαίου Λαζάρου, όπου εναπόθεσε το ιερό λείψανο. Στην ίδια μονή μεταφέρθηκε αργότερα από την Έφεσο και το λείψανο της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής. Κατά τη βυζαντινή εποχή διατηρήθηκε η συνήθεια να εκκλησιάζεται στη μονή κατά το Σάββατο του Λαζάρου, ο ίδιος ο αυτοκράτορας.
Πριν από λίγα χρόνια (συγκεκριμένα στις 23 Νοεμβρίου 1972) επιστάτης του Τμήματος Αρχαιοτήτων που εργαζόταν για αναπαλαίωση του ναού, βρήκε μία σαρκοφάγο με οστά κάτω από την κολόνα που στήριζε την πλάκα της Αγίας Τράπεζας. Τα οστά ήταν σε ένα κιβώτιο ξύλινο, τοποθετημένα στη σαρκοφάγο, που στην πλευρά της είχε χαραγμένη τη λέξη “ΦΙΛΙΟΥ”.
Το πολυτιμότατο τούτο εύρημα κατά τη γνώμη των πιστών επιβεβαιώνει την παράδοση, πως δηλαδή ο Λέων Στ’ ο Σοφός που ξόδεψε κι έκτισε τον μεγαλοπρεπή ναό του Αγίου στη Λάρνακα, γύρω στα 390 μ.Χ. όπως και στην Κωνσταντινούπολη δεν πήρε όλα τα λείψανα, αλλά μέρος αυτών κι ότι τούτα τα λείψανα που βρέθηκαν είναι του Αγίου Λαζάρου. Αυθεντική μαρτυρία κι απόδειξη τούτου του γεγονότος είναι η θέση στην οποία βρέθηκαν τα οστά: κάτω από την Αγία Τράπεζα όμως του Αγίου μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 890 από τον ευσεβή αυτοκράτορα Λέοντα Στ’ τον Σοφό.
Εξάλλου και ο Αρέθας στους Λόγους του δεν αναφέρεται σε άφθαρτο σκήνωμα αλλά σε «οστά » και «κόνιν». Εκτός αυτού ρωσική πηγή στη βιβλιοθήκη της Οξφόρδης αναφέρει ότι ένας Ρώσος μοναχός από το Μοναστήρι του Πσκώβ, που επισκέφθηκε κατά το 16ο αιώνα την πόλη της Λάρνακας, προσκύνησε τα οστά του αγίου Λαζάρου και πήρε μαζί του μικρό τεμάχιο από αυτά. Το τεμάχιο διαφυλάσσεται ως σήμερα στο παρεκκλήσιο του αγίου Λαζάρου, στη μονή Πσκώβ. Η δυνατότητα την οποία είχε ο Ρώσος μοναχός να προσκυνήσει τον Άγιο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η λάρνακα με τα εναπομείναντα λείψανα ήταν θεατή στους προσκυνητές τουλάχιστον ως το 16ο αιώνα. Αργότερα σε χρόνο που δεν προσδιορίζεται, οι Κιτιείς τα έκρυψαν κάτω από την αγία Τράπεζα όπου παρέμεινε μέχρι την ανεύρεσή της κατά το έτος 1972.
Ένα χαρακτηριστικό της μετέπειτα ζωής του Λαζάρου, σύμφωνα με την παράδοση, είναι ότι δεν γέλασε ποτέ παρά μία φορά μόνο, όταν είδε κάποιο να κλέβει μια πήλινη γλάστρα στο Κίτιον και είπε την εξής φράση: «Το ένα χώμα κλέβει το άλλο».
Η Ανάσταση του Λαζάρου επέτεινε το μίσος των Εβραίων που μόλις την πληροφορήθηκαν ζήτησαν να σκοτώσουν το Λάζαρο και το Χριστό. Η τετραήμερη ανάσταση του Λαζάρου επιβεβαίωσε την κοινή ανάσταση όλων των ανθρώπων και προμήνυσε την τριήμερη ανάσταση του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού.
Απόψε στον Εσπερινό, όπως και αύριο το πρωί στον Όρθρο ακούμε επανειλημμένως το τροπάριο: «Σήμερον ἡ χάρις τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἡμᾶς συνήγαγε, καὶ πάντες αἴροντες τὸν Σταυρόν σου λέγομεν, Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου· Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις».
Ανοίγει ενώπιόν μας ένα νέο κεφάλαιο. Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα. Χρειάζεται περισσότερη προσήλωση, περισσότερη αγάπη και περισσότερος αγώνας, για να αξιωθούμε όλων εκείνων των δωρεών που ο Θεός προσέφερε σε όλο το ανθρώπινο γένος από καταβολής κόσμου.
Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α’.
Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον Χριστὲ ὁ Θεός· ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ παῖδες, τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες, σοὶ τῷ νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν· Ὠσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Περισσότερα

Ο Ακάθιστος Ύμνος

Στην επίσημη λειτουργική γλώσσα η ακολουθία αυτή ονομάζεται «Ακάθιστος Ύμνος» ή μονολεκτικά «Ακάθιστος» από την ορθία στάση, που τηρούσαν οι πιστοί καθ’ όλη τη διάρκεια της ψαλμωδίας της. Έτσι και με τα λόγια και με τη στάση του σώματος εκφράζεται η τιμή, η ιδιαίτερη ευλάβεια, η ευχαριστία προς εκείνη, προς την οποία απευθύνουμε τους χαιρετισμούς μας.

Είναι δε η ακολουθία αυτή στη σημερινή λειτουργική μας πράξη εντεταγμένη στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του μικρού αποδείπνου, όπως ακριβώς τελέσθηκε απόψε. Έτσι γίνεται κάθε Παρασκευή στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες των Νηστειών, ακόμα και την Παρασκευή της Ε’ Εβδομάδος, που μετά την τμηματική στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες ψαλμωδία του, ανακεφαλαιώνεται ολόκληρος ο ύμνος. Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενοριακή πράξη και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, έχουμε και αλλά λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου: την ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την ‘ «πρεσβεία». Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις σ’ ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακάθιστου.

Θα παρατρέξωμε το διαφιλονικούμενο, εξ’ άλλου, θέμα του χρόνου της συντάξεως και του ποιητού του Ακάθιστου. Πολλοί φέρονται ως ποιηταί του: ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο Γεώργιος Πισίδης, οι πατριάρχαι της Κωνσταντινουπόλεως Σέργιος, Γερμανός ο Α΄, ο Ιερός Φώτιος, ο Γεώργιος Νικομήδειας (Σικελιώτης), ποιηταί που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα. Η παράδοσις παρουσιάζει μεγάλη αστάθεια και οι νεώτεροι μελετηταί, στηριζόμενοι στις λίγες εσωτερικές ενδείξεις που υπάρχουν στο κείμενο, άλλοι προτιμούν τον ένα και άλλοι τον άλλο από τους φερομένους ως ποιητάς του. Ένα ιστορικό γεγονός, με το οποίο συνεδέθη από την παράδοσι η ψαλμωδία του Ακάθιστου, θα μπορούσε να μας προσανατολίση κάπως στην αναζήτησί μας: Η επί του αυτοκράτορος Ηρακλείου πολιορκία και η θαυμαστή σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως την 8η  Αυγούστου του έτους 626. Κατά το Συναξάριο μετά την λύσι της πολιορκίας εψάλη ο ύμνος αυτός στον ναό της Θεοτόκου των Βλαχερνών, ως δοξολογία και ευχαριστία για την σωτηρία, που απεδόθη στην θαυματουργική δύναμι της Θεοτόκου, της προστάτιδας της Πόλεως. Πατριάρχης τότε ήτο ο Σέργιος, που πρωτοστάτησε στους αγώνας για την άμυνα. Εύκολο ήταν να θεωρηθη και ποιητής του ύμνου, αν και ούτε ως υμνογράφος μας είναι γνωστός, ούτε και ορθόδοξος ήτο. Εξ’ άλλου ο ύμνος θα έπρεπε να ήταν παλαιότερος, γιατί αν ήταν γραμμένος για την σωτηρία της Πόλεως δεν θα ήταν δυνατόν παρά ρητώς να κάμνη λόγο γι’ αυτήν και όχι να αναφέρεται σε άλλα θέματα, όπως θα ιδούμε πιο κάτω. Η ψαλμωδία όμως του Ακάθιστου συνδέεται από τις ιστορικές πηγές και με άλλα παρόμοια γεγονότα: τις πολιορκίες και την σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως επί Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673), επί Λέοντος του Ισαύρου (717-718) και επί Μιχαήλ Γ΄ (860).

Όποιος όμως και αν ήταν ο ποιητής και με οποιοδήποτε ιστορικό γεγονός από τα ανωτέρω και αν συνεδέθη πρωταρχικά, ένα είναι το αναμφισβήτητο στοιχείο, που μας δίδουν οι σχετικές πηγές, ότι ο ύμνος εψάλλετο ως ευχαριστήριος ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους κατά τις ευχαριστήριες παννυχίδες που ετελούντο εις ανάμνησιν των ανωτέρω γεγονότων. Κατά την παρατήρησι του συναξαριστού ο ύμνος λέγεται «Ακάθιστος», γιατί τότε κατά την σωτηρία της Πόλεως και έκτοτε μέχρι σήμερα, όταν οι, οίκοι του ύμνου αυτού εψάλλοντο, «ορθοί πάντες» τους ήκουαν εις ένδειξιν ευχαριστίας προς την Θεοτόκο, ενώ στους οίκους των άλλων κοντακίων «εξ έθους» εκάθηντο.

Γιατί όμως ψάλλεται κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή; Οι λύσεις των ανωτέρω πολιορκιών δεν συνέπεσαν κατ’ αυτήν. Στις 8 Αυγούστου ελύθη η πολιορκία επί Ηρακλείου, τον Σεπτέμβριο η επί Πωγωνάτου, στις 16 Αυγούστου εωρτάζετο η ανάμνησις της σωτηρίας της Πόλεως επί Λέοντος Ισαύρου και στις 18 Ιουνίου ελύθη η πολιορκία επί Μιχαήλ του Γ΄. Με την Μεγάλη Τεσσαρακοστή συνεδέθη προφανώς εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου: Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη εορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρας της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεόρτων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να κάλυψη η ψαλμωδία του Ακάθιστου, τμηματικώς κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος. Το βράδυ της Παρασκευής ανήκει λειτουργικούς στο Σάββατο, ήμερα που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες ήμερες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο εορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις όποιες, καθώς είδαμε, μετατίθενται οι εορτές της εβδομάδος. Καθ’ ωρισμένα Τυπικά ο Ακάθιστος εψάλλετο πέντε ήμερες προ της εορτής του Ευαγγελισμού και κατ’ άλλα τον όρθρο της ημέρας της εορτής. Ο Ακάθιστος ύμνος είναι το κοντάκιο του Ευαγγελισμού, ο ύμνος της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού.

Όταν ο Ακάθιστος συνεδέθη με τα ιστορικά γεγονότα, που αναφέραμε, τότε συνετέθη νέο ειδικό προοίμιο, γεμάτο δοξολογία και ικεσία, το τόσο γνωστό «Τη ύπερμάχω». Στην υπέρμαχο στρατηγό, η πόλις της Θεοτόκου, που λυτρώθηκε χάρι σ’ αυτήν από τα δεινά, αναγράφει τα νικητήρια και παρακαλεί αυτήν που έχει την ακαταμάχητη δύναμι να την ελευθερώνη από τους ποικίλους κινδύνους για να την δοξολογή κράζοντας το: «Χαίρε, νύμφη ανύμφευτε». Ο ύμνος ψάλλεται και πάλι σε ήχο πλ. δ΄.

«Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια, 
ως λυτρωθείσα των δεινών, ευχαριστήρια 
αναγράφω σοι η Πόλις σου, Θεοτόκε· 
αλλ’ ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον, 
εκ παντοίων με κινδύνων ελευθέρωσον,
ίνα κράζω σοι·
Χαίρε, νύμφη ανύμφευτε».

Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ    
ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ 

Πηγή: http://www.apostoliki-diakonia.gr/gr_main/catehism/theologia_zoi/themata.asp?contents=selides_katixisis/contents_MegaliSarakosti.asp&main=kat007&file=2.8.3.htm

Περισσότερα

Ο Μέγας Κανών

Ο ΜΕΓΑΣ ΚΑΝΩΝ

Η πέμπτη εβδομάς των Νηστειών είναι το λειτουργικό αποκορύφωμα της Τεσσαρακοστής. Οι Ακολουθίες είναι μακρότερες και εκλεκτότερες. Στη συνήθη Ακολουθία των λοιπών εβδομάδων θα προστεθούν δύο νέες εκτενείς Ακολουθίες· την Πέμπτη ο Μέγας Κανών και το Σάββατο ο Ακάθιστος ύμνος. Κανονικά το αποκορύφωμα αυτό θα έπρεπε να αναζητηθή στην επομένη, στην έκτη εβδομάδα των Νηστειών, που είναι και η τελευταία της περιόδου αυτής. Αλλά όλα στη λατρεία μας έχουν τακτοποιηθή από τους Πατέρας με πολλή μελέτη και περίσκεψι. Με «διάκρισι», κατά την εκκλησιαστική έκφρασι. Μετά από την τελευταία εβδομάδα ακολουθεί η Μεγάλη Ἑβδομάς, με πυκνές και μακρές ακολουθίες, ανάλογες προς τα μεγάλα εορτολογικά της θέματα. Μεταξύ αυτής και του αποκορυφώματος της Τεσσαρακοστής έπρεπε να μεσολαβήση μία περίοδος σχετικής αναπαύσεως, μία μικρά ανάπαυλα. Το τόσο λοιπόν ανθρωπίνως αναγκαίο μεσοδιάστημα είναι η τελευταία εβδομάς και την έξαρσι του τέλους βαστάζει η προτελευταία. Τις δύο θαυμαστές ακολουθίες της πέμπτης εβδομάδος τον Νηστειών, τον Μέγα Κανόνα και τον Ακάθιστο ύμνο, θα σταθούμε και θα τις εξετάσουμε.

Ο Μέγας Κανών ψάλλεται τμηματικώς στα Απόδειπνα των τεσσάρων πρώτων ημερών της Α’ εβδομάδος των Νηστειών και ολόκληρος στην Ακολουθία του όρθρου της Πέμπτης της Ε’ εβδομάδος. Στις ενορίες συνήθως ψάλλεται ανεξαρτήτως από τον Όρθρο, εν είδει μικράς αγρυπνίας, το βράδυ της Τετάρτης μαζί με την Ακολουθία του αποδείπνου. Κατά τον τρόπο αυτό διευκολύνονται περισσότερο οι χριστιανοί στην παρακολούθησή του. Μπορεί να τον εύρει κανείς μέσα στο λειτουργικό βιβλίο που περιέχει τις ακολουθίες της Τεσσαρακοστής, στο Τριῴδιο, καθώς και σε μικρά αυτοτελή φυλλάδια. Η παρακολούθησις του Κανόνος αυτού κατά την ώρα της ψαλμῳδίας του είναι δύσκολη, γιατί τα νοήματα είναι πυκνά και ταχύς ο ρυθμός της ψαλμῳδίας του. Για τους λόγους αυτούς τα εγκόλπια αυτά είναι ιδιαιτέρως απαραίτητα για όσους θέλουν να γνωρίσουν καλλίτερα τον ύμνο αυτόν. Τα κατωτέρω ας αποτελέσουν μία σύντομο εισαγωγή και βοήθεια για την κατανόησή του και μια παρακίνησι για την παρακολούθησι της ψαλμῳδίας του εκλεκτού αυτού λειτουργικού κειμένου.

Και πρώτα δύο λόγια για τον ποιητή του. Τον Μέγα Κανόνα συνέθεσε ο άγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης. Μοναχός κατ᾿ αρχάς στην Μονή του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, ήλθε στην Κωνσταντινούπολη για εκκλησιαστική αποστολή. Εκεί παρέμεινε και ανέλαβε διάφορα εκκλησιαστικά υπουργήματα και τέλος ανεδείχθη αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Απέθανε γύρω στα 740 μ.Χ. στην Ερεσό της Λέσβου, είτε επιστρέφοντας στην Κρήτη, κατά ένα ταξείδι του στην Κωνσταντινούπολη, είτε και εξόριστος εκεί -ήταν υποστηρικτής των αγίων εικόνων. Στην παραλία της Ερεσού τιμάται μέχρι σήμερα ο τάφος του, μία μεγάλη σαρκοφάγος, που βρίσκεται πίσω από το άγιο Βήμα της ερειπωμένης Βασιλικής της αγίας Αναστασίας, όπου κατά τους βιογράφους του είχε ταφή. Ο Ανδρέας ήταν λόγιος κληρικός και υμνογράφος. Η φιλολογική και υμνολογική του παραγωγή είναι αξιόλογος. Το σπουδαιότερο όμως υμνογραφικό του έργο είναι ο Μέγας Κανών. Τον έγραψε, όπως φαίνεται από διάφορες ενδείξεις, περί το τέλος της ζωής του, κατά δε την μαρτυρία ενός Συναξαρίου, στην Ερεσό, λίγο πριν πεθάνῃ. Αν η πληροφορία αυτή είναι αληθινή, ο Μέγας Κανών είναι το κύκνειο άσμα του υμνογράφου μας.

Για να καταλάβουμε την ποιητική του δομή πρέπει να κάμωμε μία μικρή παρέκβαση. Το έργο αυτό ανήκει στο ποιητικό είδος των Κανόνων, που κατά πολλούς έχει την αρχή του σ᾿ αυτόν τον ίδιο τον Ανδρέα. Είναι δε οι Κανόνες ένα σύστημα τροπαρίων, που εγράφοντο για ένα ορισμένο λειτουργικό σκοπό: Να διακοσμήσουν την ψαλμῳδία των εννέα ωδών του Ψαλτηρίου, που εστιχολογούντο στον Ὀρθρο. Ἔψαλλαν τις εννέα ωδές και στους τελευταίους στίχους της κάθε μιάς παρενέβαλλαν τα τροπάρια, όπως γίνεται μέχρι σήμερα στους Ναούς μας κατά την ψαλμῳδία του «Κύριε εκέκραξα» στον εσπερινό και των ψαλμών των Αίνων στον όρθρο. Εννέα ήσαν οι ωδές του Ψαλτηρίου, εννέα και οι ομάδες τροπαρίων που αποτελούσαν τον κανόνα. Όλος ο κανών ψάλλεται σε ένα ήχο. Κάθε όμως ωδή παρουσιάζει μιά μικρή παραλλαγή στην ψαλμῳδία κατά τρόπο, που να διατηρείται μεν η μουσική ενότης στον όλο Κανόνα, αφού όλος ψάλλεται στόν ίδιο ήχο, αλλά και να θραύεται και η μονοτονία με τις παραλλαγές στην ψαλμῳδία που παρουσιάζει κάθε μιά ωδή. Τον Κανόνα αυτόν της συνθέσεως του εκκλησιαστικού αυτού ποιητικού είδους ακολουθεί και ο Μέγας Κανών. Έχει εννέα ωδές·όλες ψάλλονται σε ήχο πλ. β’, κάθε όμως ωδή έχει το δικό της «εἱρμό», βάσει του οποίου έχουν συνταχθή και ψάλλονται τα τροπάρια της.Ο Μέγας όμως Κανών στην μορφή του έχει μιά χαρακτηριστική ιδιορρυθμία. Η ιδιορρυθμία του συνίσταται στο ότι, συγκρινόμενος πρός τους άλλους ομοίους του Κανόνες, είναι «μέγας». Μέγας στην απόλυτό του έννοια. Μεγαλύτερος δεν μπορούσε να υπάρξῃ και τούτο γιατί ο ποιητής θέλησε να συνθέσῃ όχι τρία ή τέσσερα τροπάρια για την κάθε ωδή, όπως συνήθως έχουν οι άλλοι Κανόνες, αλλά πολύ περισσότερα: Τόσα, όσα είναι και οι άλλοι στίχοι των ωδών, ούτως ώστε στον καθένα στίχο να αντιστοιχεί και να παρεμβάλλεται κατά την ψαλμῳδία από ένα τροπάριο. 250 είναι οι στίχοι των ωδών, 250 και τα τροπάρια του Μεγάλου Κανόνος, ενώ οι συνήθεις Κανόνες έχουν γύρω στα 30. Σήμερα τα τροπάρια του Μεγάλου Κανόνος είναι κατά τριάντα περίπου περισσότερα από τα αρχικά. Μεταγενέστεροι υμνογράφοι προσέθεσαν τροπάρια για την οσία Μαρία την Αιγυπτία και για τον ίδιο τον άγιο Ανδρέα.

Και ερχόμεθα στο περιεχόμενο του μεγάλου Κανόνος. Δέν είναι τίποτε άλλο παρά ένα κύκνειο άσμα, ένας θρήνος προθανάτιος, ένας θρηνητικός μονόλογος. Ο ποιητής βρίσκεται στο τέλος της ζωής του. Αισθάνεται ότι οι ημέρες του είναι πια ολίγες, ο βίος του έχει περάσει. Αναλογίζεται τον θάνατο και την κρίσι του δικαίου Κριτού, που τον αναμένει. Και έρχεται να κάμῃ μία αναδρομή, μία ανασκόπησι του πνευματικού του κόσμου. Κάθεται να συζητήσῃ με την ψυχή του. Ο απολογισμός όμως δεν είναι ενθαρρυντικός. Ο βαρύς κλοιός της αμαρτίας τον συμπνίγει. Η συνείδησις τον ελέγχει. Και ο ποιητής θρηνεί διαρκώς για την άβυσσο των κακών του πράξεων. Στον θρήνο αυτό συμπλέκεται η αναδρομή στην Αγία Γραφή. Αυτό κυρίως δίδει την μεγάλη έκταση στο ποίημα. Ο σύνδεσμος όμως του θρήνου με την Αγία Γραφή είναι πολύ φυσικός. Σαν άνθρωπος του Θεού ο ποιητής ανοίγει το βιβλίο του Θεού για να αξιολογήσῃ τα πεπραγμένα του. Εξετάζει ένα προς ένα τα παραδείγματα του ιερού βιβλίου. Το αποτέλεσμα της συγκρίσεως είναι κάθε φορά τρομερό και αιτία νέων θρήνων. Έχει μιμηθεί όλες τις κακές πράξεις των ηρώων της ιεράς ιστορίας, όχι όμως και τις καλές πράξεις των Αγίων. Δεν του μένει παρά η μετάνοια, η συντριβή και η καταφυγή στο έλεος του Θεού. Και ανοίγει η αισιόδοξος προοπτική του ποιητού. Βρήκε την θύρα του Παραδείσου, την μετάνοια. Καρπούς μετανοίας δεν έχει να παρουσιάσῃ·προσφέρει όμως στον Θεό τη συντετριμένη του καρδιά και την πνευματική του πτωχεία. Τα βιβλικά παραδείγματα του Δαυίδ, του τελώνου, της πόρνης και του ληστού τον ενθαρρύνουν. Ο Κριτής θα ευσπλαγχνισθῇ και αυτόν, που αμάρτησε πιο πολύ από όλους τους ανθρώπους.

ᾨδή α’ «Πόθεν ἄρξομαι θρηνεῖν τάς τοῦ ἀθλίου μου βίου πράξεις;ποίαν ἀπαρχή ἐπιθήσω, Χριστέ, τῇ νῦν θρηνῳδίᾳ;ἀλλ᾿ ὡς εὔσπλαγχνος μοι δός παραπτωμάτων ἄφεσιν».

ᾨδή β’ «Πρόσεχε, οὐρανέ, καί λαλήσω·γῆ ἐνωτίζου φωνῆςμετανοούσης Θεῷ καί ἀνυμνούσης αὐτόν».. «Ἴδετε, ἴδετε, ὅτι ἐγώ εἰμι Θεός·ἐνωτίζου ψυχή μου, τοῦ Κυρίου βοῶντοςκαί ἀποσπάσθητι τῆς πρώτης ἁμαρτίαςκαί φοβοῦ ὡς δικαστήν καί ὡς κριτήν καί Θεόν».

ᾨδή γ’ «Πῦρ παρά Κυρίου, ψυχή, Κύριος ἐπιβρέξας,τήν γῆν Σοδόμων πρίν κατέφλεξεν». «Πηγήν ζωῆς κέκτημαι σέ τοῦ θανάτου τόν καθαιρέτηνκαί βοῶ σοι ἐκ καρδίας μου πρό τοῦ τέλους· Ἥμαρτον,ἱλάσθητι, σῶσον με».  

Μέσα στο πλαίσιο της κατανυκτικής περιόδου της Μεγάλης Τεσσαρακοστής «ο κατανύξεως μεστός» Μέγας Κανών προσφέρει ένα συγκλονιστικό βίωμα. Μπαίνει στο στόμα του πιστού σαν φωνή, σαν εγερτήριο, σαν αφυπνιστικός σεισμός. Σαν αποστροφή στην κοιμωμένη και ραθυμούσα ψυχή του. Τούτο ανακεφαλαιώνει το θαυμαστό προοίμιο του κοντακίου του Ρωμανού του Μελωδού, που συμψάλλεται με τον Μέγα Κανόνα:«Ψυχή μου, ψυχή μου,ἀνάστα, τί καθεύδειςτό τέλος ἐγγίζεικαί μέλλεις θορυβεῖσθαι·ἀνάνηψον οὖν,ἵνα φείσηταί σου Χριστός ὁ Θεός,ὁ πανταχοῦ παρώνκαί τά πάντα πληρῶν».

 

(Από το βιβλίο του I. Μ. Φουντούλη: ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ, εκδ. Α. Δ.).

Περισσότερα

Το διά κολλύβων θαύμα του αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος

Κατά το Α’ Σάββατο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία μας εορτάζει ένα γεγονός που έλαβε χώρα γύρω στα μέσα του 4ου αιώνος, τον καιρό της βασιλείας του Ιουλιανού, ανιψιού του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Ο Ιουλιανός, ο επιλεγόμενος και παραβάτης ή αποστάτης, αν και ήταν χειροθετημένος αναγνώστης, μόλις ανέβηκε στο θρόνο των Ρωμαίων, αρνήθηκε το άγιο βάπτισμα. Άρχισε διωγμό κατά της Εκκλησίας, κρυφό αλλά και φανερό και προσπάθησε να επαναφέρει σε ισχύ την ειδωλολατρική θρησκεία. Γνωρίζοντας ότι οι χριστιανοί άρχιζαν τη νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, θέλησε να τους μολύνει. Διέταξε λοιπόν, κρυφά, όλες οι τροφές στην αγορά να ραντισθούν με αίματα ειδωλολατρικών θυσιών.
Όμως με Θεία ενέργεια, φάνηκε στον ύπνο του τότε Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Ευδόξίου, ο μάρτυρας Θεόδωρος και φανέρωσε το πράγμα. Παρήγγειλε να ενημερωθούν όλοι οι χριστιανοί, να μην αγοράσουν καθόλου τρόφιμα από την αγορά και για να αναπληρώσουν την τροφή να βράσουν σιτάρι και να φάνε τα λεγόμενα κόλλυβα, όπως τα έλεγαν στα Ευχάϊτα, την πατρίδα του αγίου. Έτσι και έγινε και ματαιώθηκε ο σκοπός του ειδωλολάτρη αυτοκράτορα να εμπαίξει τους χριστιανούς και τις λατρευτικές τους συνήθειες. Και το Σάββατο τότε, ο ευσεβής λαός που διαφυλάχθηκε αμόλυντος στην καθαρά εβδομάδα, απέδωσε ευχαριστίες στον μάρτυρα. Από τότε, η Εκκλησία τελεί κάθε έτος την ανάμνηση αυτού του γεγονότος εις δόξαν Θεού και τιμή του μεγαλομάρτυρα αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος.

Τα κόλλυβα λοιπόν ή το βρασμένο στάρι, σήμερα διακοσμημένο και με άλλα υλικά, αποδίδεται μεν στην νουθεσία του αγίου Θεοδώρου και γι’ αυτό τιμητικά προσφέρουμε κόλλυβα και στην μνήμη του , αλλά και στη μνήμη άλλων αγίων. Είναι κόλλυβα τιμής αυτά και διαφέρουν από τα κόλλυβα τα προσφερόμενα εις μνημόσυνο των ευσεβώς κεκοιμημένων. Γιατί, όντως τα κόλλυβα και το σιτάρι συνδέονται με την κοίμηση των χριστιανών και την πίστη στην ανάσταση των νεκρών, την ίδια εκείνη πίστη που ομολογούμε στο Σύμβολο λέγοντας: “προσδοκώ ανάστασιν νεκρών”. Ο βρασμένος σίτος πού είναι κατά κάποιον τρόπο “νεκρός” μας φέρνει στο νου τα λόγια του Χριστού πρό της θυσίας και του ζωοποιού του θανατου: “αμην αμην λεγω υμιν εαν μη ο κοκκος του σιτου πεσων εις την γην αποθανη αυτος μονος μενει εαν δε αποθανη πολυν καρπον φερει”. Έτσι , λοιπόν και οι κεκοιμημένοι αδελφοί μας “σπείρονται” στην γη εν φθορά, αλλά πρόκειται να αναστηθούν εν δόξη και αφθαρσία. Σύμβολο της ανάστασης μας είναι τα κόλλυβα, της εσχατολογικής μας αφύπνισης από τον ύπνο του θανάτου.

Το όφελος των κολλύβων λοιπόν είναι το εξής: Τα μεν προσφερόμενα εις τιμήν και μνήμην αγίων μας δίδονται για αγιασμό και ευλογία και ανάμνηση ότι εκείνοι νίκησαν τον θάνατο της αμαρτίας και πρόκειται να αναστηθούν και να σταθούν στα δεξιά του Θεού εν ημέρα Κρίσεως. Τα κόλλυβα υπέρ των κεκοιμημένων έχουν διδακτικό σκοπό και ομολογιακό ύφος: πιστεύουμε και ομολογούμε με τα κόλλυβα του σίτου, την τελική ανάσταση των κεκοιμημένων και ευχόμαστε να αναστηθούν εν αφθαρσία.

Άξιζει να σημειωθεί, ότι το λειτουργικό βιβλίο της περιόδου αυτής, το γνωστό Τριώδιο, περιλαμβάνει μια ωραία ακολουθία για την ευλογία των κολλύβων προς τιμήν του αγ. Θεοδώρου. Η αντίληψη λοιπόν ότι «το Σάββατο των αγ. Θεοδώρων είναι το τρίτο ψυχοσάββατο», όπως αδαώς επικρατεί στις μέρες μας, είναι εντελώς αστήρικτη και εσφαλμένη. Ας αναλογιστούμε ότι το Σάββατο είναι ημέρα για τους κεκοιμημένους καθ’ όλο τον χρόνο, εκτός από το Σάββατο του Λαζάρου, το Μέγα Σάββατο, το Σάββατο της Διακαινησίμου (του Πάσχα), αλλά κι όταν συμπέσει Δεσποτική (του Χριστού) ή Θεομητορική (της Παναγίας) εορτή το Σάββατο. Μπορούμε, επομένως, να προσφέρουμε κόλλυβα για τους κεκοιμημένους κάθε Σάββατο, με τις εξαιρέσεις που αναφέραμε, πέρα από τα δύο επίσημα Ψυχοσάββατα – της Απόκρεω και της Πεντηκοστής. Ας αφιερώσουμε αυτό το Σάββατο της Α’ εβδομάδος της Τεσσαρακοστής, τιμώντας τον Άγιο Θεόδωρο – κι όχι τους νεκρούς μας – για να έχουμε τις πρεσβείες του στον Θεό και να στοιχιζόμαστε στην αγιοπαράδοτη ευσέβεια της Εκκλησίας μας, που θέλει «πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω».

Περισσότερα

Τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας

Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου, κ. Ἱεροθέου.

Τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἕνα κείμενο τό ὁποῖο περιλαμβάνεται στό Τριώδιο καί διαβάζεται τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, δηλαδή τῆν Α΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν.

Εἶναι γνωστόν ὅτι διά μέσου τῶν αἰώνων παρουσιάσθηκαν διάφορες αἱρέσεις, οἱ ὁποῖες ἀρνοῦνταν τήν ἀποκαλυπτική ἐμπειρία καί, στήν πραγματικότητα, χρησιμοποιώντας τήν φιλοσοφία καί τόν στοχασμό, ἀμφισβητοῦσαν τήν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας ἐπάνω σέ διάφορα δογματικά θέματα. Οἱ Πατέρες πού συγκρότησαν τίς Συνόδους ἀντιμετώπισαν αὐτές τίς πλάνες. Οἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων πάνω σέ δογματικά θέματα καλοῦνται ὅροι. Γενικότερα, κάθε ἀπόφαση τῶν Συνόδων καλεῖται Συνοδικόν. Ἔτσι, ἔχουμε τόν συνοδικό τόμο καί τόν συνοδικό ὅρο καί, ὁπωσδήποτε, κάθε Σύνοδος ἔχει τό δικό της Συνοδικό.

Τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι οἱ ἀποφάσεις τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού ἀναφέρονται στήν προσκύνηση τῶν ἱερῶν Εἰκόνων. Ἡ ἀνάγνωσή τους τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας ἔδωσε τόν τίτλο Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας. Βέβαια, πρέπει νά λεχθῆ ὅτι ἀργότερα στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας προστέθηκε καί ὁ ὅρος πίστεως τῶν ἡσυχαστικῶν Συνόδων τοῦ 14ου αἰῶνος. Ἔτσι, τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας περιλαμβάνει τίς ἀποφάσεις τόσο τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅσο καί τῶν Συνόδων τοῦ 14ου αἰῶνος, οἱ ὁποῖες, ὅπως θά λεχθῆ πιό κάτω, ἔχουν ὅλα τά στοιχεῖα γιά νά χαρακτηρίζωνται καί νά θεωροῦνται ὡς Θ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος.

Μερικά χαρακτηριστικά σημεῖα
Δέν εἶναι δυνατόν, βέβαια, νά ἀναλυθῆ καί νά ἑρμηνευθῆ ὅλο τό περίφημο καί μεγάλης σημασίας Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ ἀναγνώστης πρέπει νά τό διαβάση προσεκτικά καί θά διαπιστώση τήν σπουδαιότητά του. Θά δοῦμε ὃμως μερικά χαρακτηριστικά σημεῖα, τά ὁποῖα, νομίζω, εἶναι ἡ βάση ὅλων ὅσων λέγονται στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά καί ἡ βάση τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, καί εἶναι αὐτά πού δείχνουν κατά πόσον διακατεχόμαστε ἀπό τό γνήσιο ἐκκλησιαστικό φρόνημα.

α) Ἡ καταδίκη τῆς φιλοσοφίας

Σέ ὅλο τό κείμενο τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας φαίνεται καθαρά ὅτι καταδικάζεται ἡ φιλοσοφία. Καταδικάζεται τόσο ὁ τρόπος πού χρησιμοποιεῖ ἡ φιλοσοφία γιά νά μιλήση καί νά παρουσιάση τόν Θεό, ὅσο καί τά συμπεράσματα στά ὁποῖα καταλήγει. Καί, φυσικά, ὁμιλώντας γιά φιλοσοφία, ἐννοοῦμε τήν μεταφυσική, ὅπως ἀναπτύχθηκε ἀπό τόν Πλάτωνα καί τόν Ἀριστοτέλη καί ἀπό ἄλλους μεταγενεστέρους φιλοσόφους. Θά δοῦμε ποιές αἱρετικές διδασκαλίες ἀφορίζονται καί ἀποβάλλονται.

Ἀφορίζονται ὅσοι δέχονται τά δυσσεβῆ δόγματα τῶν Ἑλλήνων, δηλαδή τῶν εἰδωλολατρῶν, πού ἀναφέρονται στήν δημιουργία τοῦ κόσμου καί στίς ἀνθρώπινες ψυχές, καί τά ἀναμειγνύουν μέ τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Λέγεται χαρακτηριστικά: «Τοῖς εὐσεβεῖν μέν ἐπαγγελομένοις, τά τῶν Ἑλλήνων δέ δυσσεβῆ δόγματα τῇ Ὀρθοδόξῳ καί Καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ, περί τε ψυχῶν ἀνθρωπίνων, καί οὐρανοῦ, καί γῆς, καί τῶν ἄλλων κτισμάτων, ἀναιδῶς, ἤ μᾶλλον ἀσεβῶς ἐπεισάγουσιν, ἀνάθεμα».

Τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἕνα ὑπέροχο καί πολύ συνοπτικό κείμενο, πού εἶναι περίληψη ὅλης τῆς ὀρθόδοξης διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας μας. Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία τό ἐνέταξε μέσα στήν λατρεία της, τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, καί διαβάζεται σέ στάση προσοχῆς καί προσευχῆς. Εἶναι κείμενο ἱερό.

Πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ἀναθεματίζονται ὅσοι δέχονται μέν τά δόγματα τῶν Ἑλλήνων, ἀλλά παρουσιάζονται ὡς εὐσεβεῖς. Φαίνεται ὅτι καί τήν ἐποχή ἐκείνη ὑπῆρχαν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι κατά τά ἄλλα προσποιοῦνταν τόν εὐσεβῆ, εἶχαν καλούς τρόπους συμπεριφορᾶς, ὅμως δέν παραδέχονταν τήν δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.

Βέβαια, δέν ἀφορίζονται αὐτά καθ’ ἑαυτά τά ἔργα τῶν φιλοσόφων, ἀλλά ἡ προτίμηση τῶν φιλοσοφικῶν διδασκαλιῶν σέ βάρος τῆς πίστεως, καί ἡ χρησιμοποίηση τῆς φιλοσοφίας γιά τήν ἀλλοίωση τῆς ἀλήθειας τῆς Ἐκκλησίας. Δέν ἀπαγορεύεται ἡ μελέτη τῶν ἔργων τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, δηλαδή τῶν εἰδωλολατρῶν, ἀλλά κατηγοροῦνται οἱ Χριστιανοί πού ἀκολουθοῦν καί παραδέχονται τίς μάταιες θεωρίες τους. Λέγεται: ἀνάθεμα «τοῖς τά Ἑλληνικά δεξιοῦσι μαθήματα, καί μή διά παίδευσιν μόνον ταῦτα παιδευομένοις, ἀλλά καί ταῖς δόξαις αὐτῶν ταῖς ματαίαις ἑπομένοις». Κατηγοροῦνται καί ἀναθεματίζονται ὅσοι προτιμοῦν «τήν μωράν τῶν ἔξωθεν φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν» ἀπό τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία.

Τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας δέν παραμένει σέ θεωρητικό ἐπίπεδο, ἀλλά προχωρεῖ καί σέ συγκεκριμένα θέματα τά ὁποῖα καταδικάζει. Καί, ὅπως θά διαπιστωθῆ, ἀναφέρεται σέ βασικές διδασκαλίες τῆς φιλοσοφίας, τῆς λεγομένης μεταφυσικῆς. Μεταξύ αὐτῶν εἶναι καί ἡ διδασκαλία τοῦ Πλάτωνος περί ἰδεῶν. Σύμφωνα μέ αὐτήν τήν ἀντίληψη, ὑπάρχουν οἱ ἰδέες καί ὅλος ὁ κόσμος εἶναι ἤ ἀντιγραφή αὐτῶν τῶν ἰδεῶν ἤ πτώση ἀπό τίς ἰδέες αὐτές. Κατά τόν Πλάτωνα, ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἔγκειται στό νά ἐπιστρέψη ἡ ψυχή στόν κόσμο τῶν ἰδεῶν. Οἱ ἅγιοι Πατέρες στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας καταδικάζουν αὐτήν τήν ἄποψη καί τούς δεχομένους «τάς Πλατωνικάς ἰδέας, ὡς ἀληθεῖς».

Οἱ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι πίστευαν ὅτι ἡ ὕλη εἶναι ἄναρχη καί ὅλα τά κτίσματα εἶναι ἀΐδια καί ἄναρχα καί, βεβαίως, ἡ ὕλη εἶναι συνάναρχος μέ τόν Δημιουργό τοῦ κόσμου. Οἱ δεχόμενοι αὐτά καταδικάζονται: «Τοῖς τήν ὕλην ἄναρχον, καί τάς ἰδέας, ἤ συνάναρχον τῷ Δημιουργῷ πάντων καί Θεῷ δογματίζουσι, καί ὅτι περ οὐρανός καί γῆ, καί τά λοιπά τῶν κτισμάτων ἀΐδιά τέ εἰσι καί ἄναρχα, καί διαμένουσι ἀναλλοίωτα… ἀνάθεμα». Ἡ ὕλη καί ὁ κόσμος δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό καί δέν παραμένουν ἀναλλοίωτα.

Μέ ὅσα λέγονται στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας δέν προτρεπόμαστε νά σταματήσουμε νά μελετᾶμε τά συγγράμματα τῶν φιλοσόφων καί τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ἀλλά νά μή χρησιμοποιοῦμε τήν μέθοδό τους, πού συνίσταται στόν στοχασμό καί τήν λογικοκρατία καί νά μήν δεχόμαστε τίς δοξασίες τους, γιατί ἀλλοιώνουν τήν ὀρθόδοξη πίστη.

Ἀλλά καί στό θέμα τῆς δημιουργίας ὑπάρχει διαφοροποίηση τῆς φιλοσοφίας ἀπό τήν θεολογία. Βασική διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι ὁ κόσμος δημιουργήθηκε «ἐκ τοῦ μή ὄντος», ἐκ «μή ὑπαρχούσης ὕλης». Αὐτή ἡ διδασκαλία κλονίζει ὅλα τά θεμέλια τῆς φιλοσοφίας. Ἡ φιλοσοφία πίστευε, ὅπως ἀναφέραμε, ὅτι ἡ ὕλη εἶναι ἀΐδια. Ἔτσι, καταδικάζονται ἀπό τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας ὅσοι δέχονται ὅτι «οὐκ ἐκ τοῦ μή ὄντος τά πάντα ἐγένετο».

Καί στό θέμα τῆς ψυχῆς ὑπάρχει διαφοροποίηση τῆς φιλοσοφίας καί, ἑπομένως, καταδικάζονται ὅσοι δέχονται τίς ἀπόψεις της. Οἱ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι πίστευαν στήν προΰπαρξη τῆς ψυχῆς, στίς μετεμψυχώσεις καί στό ὅτι ὑπάρχει τέλος τῆς ψυχῆς, ὅτι, δηλαδή, κάποτε θά πεθάνη ἡ ψυχή. Τέτοιες διδασκαλίες εἰσχώρησαν καί σέ μερικούς θεολόγους τῆς Ἐκκλησίας, γι’ αὐτό καί καταδικάζονται. Ἀναθεματίζονται ὅσοι δέχονται «ὅτι προΰπαρξίς ἐστι τῶν ψυχῶν» καί ὅσοι δέχονται ἀκόμη «τάς μετεμψυχώσεις τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν, ἤ καί ὁμοίως τοῖς ἀλόγοις ζῴοις ταύτας ἀπόλλυσθαι, καί εἰς τό μηδέν χωρεῖν δεχομένοις», καί γι’ αὐτόν τόν λόγο ἀθετοῦν «ἀνάστασιν, κρίσιν, καί τήν τελευταίαν τῶν βεβιωμένων ἀνταπόδοσιν». Ἐπίσης, καταδικάζονται καί ὅσοι ὑποστηρίζουν ὅτι οἱ ἄνθρωποι μέ ἄλλα σώματα θά ἀναστηθοῦν καί θά κριθοῦν «καί οὐχί μεθ᾽ ὧν κατά τόν παρόντα βίον ἐπολιτεύσαντο».

Παράλληλα μέ αὐτά καταδικάζονται καί ὅσοι δέχονται τήν δοξασία τῶν φιλοσόφων ὅτι θά ὑπάρξη ἀποκατάσταση τῶν πάντων, δηλαδή, «ὅτι τέλος ἐστί τῆς κολάσεως ἤ ἀποκατάστασις αὖθις τῆς κτίσεως, καί τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων». Ὅπως ὑπάρχουν καί σήμερα ἔτσι ὑπῆρχαν καί τήν ἐποχή ἐκείνη ἄνθρωποι πού ὑπερτιμοῦσαν τούς φιλοσόφους ἔναντι τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τούς θεωροῦσαν ἀνώτερους καί γι’ αὐτό δέχονταν τίς διδασκαλίες τους. Ὅσοι, λοιπόν, διδάσκουν ὅτι οἱ φιλόσοφοι οἱ ὁποῖοι καταδικάστηκαν ἀπό ὅλες τίς Οἰκουμενικές Συνόδους «κρείττονες εἰσί κατά πολύ, καί ἐνταῦθα, καί ἐν τῇ μελλούσῃ κρίσει» τῶν ἁγίων Πατέρων, καί ὅσοι ἀποβάλλουν τίς διδασκαλίες τῶν ἁγίων Πατέρων καί τά Πρακτικά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καθώς ἐπίσης καί ὅσοι δέν ἐκλαμβάνουν ὀρθά τίς διδασκαλίες τῶν ἁγίων Πατέρων καί προσπαθοῦν «παρερμηνεύειν τε καί περιστρέφειν» αὐτές, ἀναθεματίζονται. Γιατί οἱ ἅγιοι Πατέρες εἶναι φορεῖς τῆς Παραδόσεως, ἐμπνέονται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Ἀναφέραμε προηγουμένως ὅτι ὅλοι οἱ φιλόσοφοι εἶχαν μιά ἰδιαίτερη μέθοδο πού διακρινόταν ἀπό τήν μεθοδολογία τῶν ἁγίων Πατέρων. Οἱ φιλόσοφοι χρησιμοποιοῦσαν τήν λογική καί τήν φαντασία γιά νά ἑρμηνεύσουν αὐτά τά θέματα, ἐνῶ οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔφθασαν στόν φωτισμό τοῦ νοῦ καί τήν θέωση καί μέ αὐτόν τόν τρόπο παρέλαβαν τήν ἀποκάλυψη. Ἡ ἐσφαλμένη μέθοδος τῶν φιλοσόφων, καθώς ἐπίσης καί ἐκεῖνοι πού τήν χρησιμοποιοῦν, καταδικάζονται ἀπό τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀντίθετα, ἐπαινεῖται ἡ καθαρή πίστη καί ἡ ἁπλή καί ὁλόψυχος καρδία. Γράφεται: «Τοῖς μή πίστει καθαρᾷ, καί ἁπλῇ καί ὁλοψύχῳ καρδίᾳ τά τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν καί Θεοῦ, καί τῆς ἀχράντως αὐτόν τεκούσης Δεσποίνης, ἡμῶν Θεοτόκου, καί τῶν λοιπῶν Ἁγίων ἐξαίσια θαύματα δεχομένοις, ἀλλά πειρωμένοις, ἀποδείξεσι καί λόγοις σοφιστικοῖς, ὡς ἀδύνατα διαβάλλειν, ἤ κατά τό δοκοῦν αὐτοῖς παρερμηνεύειν, καί κατά τήν ἰδίαν γνώμην συνιστᾶν, ἀνάθεμα». Ὅταν στηρίζεται κανείς μόνον στήν λογική καί στήν φαντασία, τότε βρίσκεται σέ λανθασμένη πορεία. Καί, ἄν παρατηρήσουμε προσεκτικά, θά διαπιστώσουμε ὅτι ὅλοι οἱ αἱρετικοί ἀκολούθησαν αὐτόν τόν δρόμο. Προσπάθησαν μέ τήν λογική καί τήν φαντασία καί μέ τήν χρησιμοποίηση τῆς φιλοσοφίας νά ἀναλύσουν καί νά κατανοήσουν ὅλα τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀντίθετα, οἱ ἅγιοι Πατέρες χρησιμοποίησαν ἄλλη μέθοδο, πού εἶναι ὁ λεγόμενος ἡσυχασμός, ὁ ὁποῖος συνίσταται στήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, στόν φωτισμό τοῦ νοῦ καί τήν θέωση.

Μέ τήν ἐπίδραση τῆς σχολαστικῆς θεολογίας, ἡ πράξη, πού στήν πατερική θεολογία εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ἑρμηνεύεται ὡς ἱεραποστολή, καί ἡ θεωρία, ἡ ὁποία στήν θεολογία τῶν ἁγίων Πατέρων εἶναι ἡ νοερά προσευχή καί ἡ θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ἑρμηνεύεται ὡς στοχασμός διανοητικός περί τοῦ Θεοῦ.

Λέγοντας ὅλα αὐτά πάλι πρέπει νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι οἱ φιλόσοφοι στήν ἐποχή τους ἔκαναν μεγάλη προσπάθεια γιά νά ἑρμηνεύσουν μερικά θέματα πού ζητοῦσαν λύση. Ὅμως παρατηροῦμε ὅτι χρησιμοποίησαν ἄλλη μέθοδο καί γι’ αὐτό ἀστόχησαν. Μέ ὅσα λέγονται στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας δέν προτρεπόμαστε νά σταματήσουμε νά μελετᾶμε τά συγγράμματα τῶν φιλοσόφων καί τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ἀλλά νά μή χρησιμοποιοῦμε τήν μέθοδό τους, πού συνίσταται στόν στοχασμό καί τήν λογικοκρατία καί νά μήν δεχόμαστε τίς δοξασίες τους, γιατί ἀλλοιώνουν τήν ὀρθόδοξη πίστη. Οἱ θεωρίες περί ἰδεῶν, περί ἀνάρχου καί ἀϊδίου ὕλης, περί αἰωνιότητος τοῦ κόσμου, περί προϋπάρξεως τῶν ψυχῶν, περί μετεμψυχώσεως ἤ μετενσαρκώσεως, περί δημιουργίας τοῦ κόσμου ἐξ ὑπαρχούσης ὕλης, περί ἀποκαταστάσεως τῶν πάντων κλπ. ὑπονομεύουν τίς διδασκαλίες τῆς Ἐκκλησίας καί ἀναιροῦν τήν ἀποκάλυψη.

β) Ἡ θεολογία τοῦ ἀκτίστου Φωτός

Προηγουμένως ἀναφέραμε ὅτι οἱ Πατέρες πού συνέγραψαν τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας καταδίκασαν τήν φιλοσοφία καί τήν μέθοδό της, καθώς καί ἐκείνους πού ἀκολουθοῦν τούς ἀρχαίους φιλοσόφους καί δέχονται τά δόγματά τους. Ὅμως, παράλληλα ἐπευφημοῦν τούς ἁγίους Πατέρες, πού δέχθηκαν τήν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἐξέφρασαν στήν ἐποχή τους μέ τήν διδασκαλία καί τήν ὁμολογία τους μέσα στήν Σύνοδο. Δέν θά ἀναφερθῶ σέ ὅλα αὐτά τά θέματα, ἀλλά κυρίως, θά ὑπογραμμίσω τά σχετικά μέ τήν θεολογία τοῦ ἀκτίστου Φωτός καί τήν διάκριση μεταξύ οὐσίας καί ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, γιατί ἦταν ἕνα ἀπό τά πιό κεντρικά καί βασικά σημεῖα τῶν Συνόδων τοῦ 14ου αἰῶνος (1341, 1347, 1351) μ.Χ.

Ὁ Βαρλαάμ, ἕνας στήν πραγματικότητα σχολαστικός θεολόγος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, πού χρησιμοποιοῦσε τήν φιλοσοφία σέ βάρος τῆς θεοπτίας, καί ὡς κέντρο εἶχε τήν λογική του καί τόν στοχασμό, ὅπως φαίνεται ἀπό τόν τόμο τοῦ ἔτους 1341, ὑποστήριζε ὅτι ἡ φιλοσοφία εἶναι ἀνώτερη τῆς θεολογίας καί τῆς θεοπτίας. Ἔλεγε ὅτι τό Φῶς στό ὄρος Θαβώρ δέν ἦταν ἀπρόσιτο, οὔτε τό ἀληθινό φῶς τῆς θεότητος, οὔτε τῶν ἀγγέλων ἱερώτερον καί θειότερον, «ἀλλά καί χεῖρον καί κατώτερον καί αὐτῆς τῆς ἡμετέρας νοήσεως». Ἔλεγε ὅτι, ἐπειδή τό Φῶς ἐκεῖνο προσπίπτει διά τοῦ ἀέρος καί ὑποπίπτει στήν αἰσθητική δύναμη κλπ., ὅλα τά νοήματα καί τά νοούμενα «σεμνότερα ἐστί τοῦ φωτός ἐκείνου». Τό φῶς αὐτό γίνεται καί ἀπογίνεται, ἐπειδή εἶναι φανταστό, μεριστό καί πεπερασμένο. Κατά τόν Βαρλαάμ, «ἀναγόμεθα δέ ἀπό τοῦ τοιούτου φωτός (τήν λογική) ἐπί νοήματα καί θεωρήματα, ἅ κρείττω ἐστίν ἀσυγκρίτως τοῦ φωτός ἐκείνου». Γι’ αὐτό ἔλεγε ὅτι ὅσοι ὑποστηρίζουν ὅτι τό Φῶς τῆς Μεταμορφώσεως εἶναι ὑπέρ νοῦν καί ἀληθινό καί ἀπρόσιτο «πεπλανημένοι εἰσί καθάπαξ. .. ἀσεβεῖς τε διά τοῦτο καί ὀλεθριώτατα δόγματα εἰς τήν Ἐκκλησίαν» εἰσάγουν. Τά ἔλεγε αὐτά ὁ Βαρλαάμ γιατί εἶχε διαποτισθῆ ἀπό τήν σχολαστική θεολογία τῆς Δύσεως, ἀφοῦ μάλιστα ἀγνοοῦσε καί τήν θεολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Συγχρόνως ὁ Βαρλαάμ πολεμοῦσε τήν διάκριση οὐσίας καί ἐνεργείας στόν Θεό καί, κυρίως, πολεμοῦσε τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστη.

Στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας ἐκτίθεται ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία πάνω στό θέμα αὐτό. Γράφεται ὅτι στόν Θεό ὑπάρχει οὐσία καί ἐνέργεια καί αὐτή ἡ διάκριση δέν λυμαίνεται τήν θεία ἁπλότητα. Ὁμολογοῦμε καί πιστεύουμε «ἄκτιστον καί φυσικήν χάριν καί ἔλλαμψιν καί ἐνέργειαν, ἐξ αὐτῆς τῆς θείας οὐσίας ἀχωρίστως ἀεί προϊοῦσαν». Καί ἐπειδή, κατά τούς ἁγίους, κτιστή ἐνέργεια «κτιστήν δηλώσει καί φύσιν • ἄκτιστος δέ, ἄκτιστον χαρακτηρίσει οὐσίαν», γι’ αὐτό καί ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστη. Μάλιστα, τό τῆς θεότητος ὄνομα ὄχι μόνον στήν θεία οὐσία, ἀλλά «καί ἐπί τῆς θείας ἐνεργείας οὐχ ἧττον αὐτό» τίθεται. Αὐτό σημαίνει ὅτι, κατά τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, «ἄληπτον μέν εἶναι παντελῶς αὐτήν (τήν οὐσίαν) καί ἀμέθεκτον, μεθεκτήν δέ τήν θείαν χάριν τε καί ἐνέργειαν».

Ὁ ἀφορισμός ἔχει τήν ἔννοια τῆς ἐπισημοποιήσεως τοῦ ἀποχωρισμοῦ τοῦ αἱρετικοῦ ἀπό τήν Ἐκκλησία. Οἱ ἅγιοι Πατέρες μέ τήν πράξη τους αὐτή ἐπιβεβαιώνουν τήν ἤδη ὑπάρχουσα κατάσταση, καί ἐκτός αὐτοῦ, βοηθοῦν τούς Χριστιανούς νά προφυλάσσωνται ἀπό τήν αἵρεση – ἀσθένεια.

Ἐπίσης, στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας παρουσιάζεται ἡ ἀλήθεια ὅτι τό Φῶς τῆς Μεταμορφώσεως δέν εἶναι φάσμα καί κτίσμα, δέν εἶναι κάτι πού ἐμφανίζεται καί στήν συνέχεια ἐξαφανίζεται, ἀλλά εἶναι ἄκτιστο καί φυσική χάρη καί ἔλλαμψη καί ἐνέργεια. Εἶναι, δηλαδή, ἡ φυσική δόξα τῆς θεότητος. Καί αὐτό τό Φῶς, πού εἶναι ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία προΐεται ἀδιαιρέτως ἀπό τήν θεία οὐσία, ἐπιφαίνεται «διά φιλανθρωπίαν Θεοῦ τοῖς κεκαθαρμένοις τόν νοῦν». Αὐτό, λοιπόν, τό ἄκτιστο Φῶς εἶναι «φῶς ἀπρόσιτον…καί φῶς ἄπλετον, καί φύσιν ἀπερινόητον θείας αἴγλης, καί δόξαν ἀπόρρητον, καί Θεότητος, δόξαν ὑπερτελῆ, καί προτέλειον, καί ἄχρονον τοῦ Υἱοῦ δόξαν, καί βασιλείαν Θεοῦ, καί κάλλος ἀληθινόν, καί ἐράσμιον περί τήν θείαν καί μακαρίαν φύσιν, καί φυσικήν δόξαν Θεοῦ, Πατρός καί Πνεύματος ἐν Υἱῷ Μονογενεῖ ἀπαστράπτουσαν, καί Θεότητα. ..».

Ἐπευφημοῦνται οἱ ἅγιοι Πατέρες πού ὁμολογοῦν τό «προϊέναι μέν τήν θείαν ἐνέργειαν ἐκ τῆς θείας οὐσίας, προϊέναι δέ ἀδιαιρέτως, διά μέν τοῦ προΐέναι, τήν ἀπόρρητον διάκρισιν παριστώντων, διά δέ τοῦ ἀδιαιρέτως, ὑπερφυᾶ δεικνύντων τήν ἕνωσιν».

Τελικά, οἱ αἱρετικοί πού δέχονται τέτοιες πεπλανημένες ἀπόψεις, ἀντίθετες ἀπό τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων καί θεοφόρων Πατέρων, ἀναθεματίζονται. Ἀντίθετα, οἱ ἅγιοι Πατέρες πού ἐκφράζουν ἀλάνθαστα τήν διδασκαλία τῆς Καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπευφημοῦνται καί μακαρίζονται. Εἰδικά ἐπαινεῖται ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Ἐπαινεῖται γιά δύο λόγους. Ὁ ἕνας γιατί ἀντιμετώπισε ἐπιτυχῶς καί κατατρόπωσε τούς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι δίδασκαν πεπλανημένες ἰδέες γύρω ἀπό τά κρίσιμα αὐτά θεολογικά θέματα καί οἱ ὁποῖοι προσπάθησαν νά εἰσαγάγουν στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ «τάς Πλατωνικάς ἰδέας καί τούς Ἑλληνικούς μύθους ἐκείνους». Ὁ ἄλλος λόγος, γιατί ἐξέθεσε τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία πάνω στά θέματα αὐτά, ἔχοντας ἐξηγητές ὅλους τούς ἁγίους Πατέρες ἀπό τόν Μέγα Ἀθανάσιο μέχρι τήν ἐποχή του. Ἔτσι, ἐδῶ παρουσιάζεται ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς διάδοχος τῶν ἁγίων Πατέρων καί ὑπέρμαχος τῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, γιά αὐτό καί γίνεται εἰδική καί ἰδιαίτερη μνεία τοῦ ὀνόματός του στό Συνοδικόν.

Τό βασικό εἶναι νά μπορέση κανείς μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τόν δικό του ἀγώνα νά συγκεντρώση τόν νοῦ στήν καρδιά. Αὐτός εἶναι ὁ λεγόμενος ἡσυχασμός καί ἡ λεγομένη ἡσυχαστική κίνηση. Εἶναι ἡ λεγομένη νοερά ἡσυχία, γιά τήν ὁποία ἔγραψαν τόσα πολλά οἱ ἅγιοι Πατέρες.

Ὁ τόμος δέ τῆς Συνόδου τοῦ ἔτους 1347 μ.Χ. γράφει κάτι πολύ σημαντικό γιά τήν ἀξία καί τό κύρος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί ὅλων ἐκείνων τῶν μοναχῶν πού ἀκολουθοῦν τήν διδασκαλία του. Τόν χαρακτηρίζει “τιμιώτατον”. Καί ἀφοῦ ἀναθεματίζει ὅσους δέν δέχονται τήν διδασκαλία του καί τόν πολεμοῦν, συγχρόνως λέγει ὅτι, ἄν κάποιος ἄλλος «τά αὐτά ποτε φωραθείη ἤ φρονῶν ἤ λέγων ἤ συγγραφόμενος κατά τοῦ εἰρημένου τιμιωτάτου ἱερομονάχου κυροῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τῶν σύν αὐτῷ μοναχῶν, μᾶλλον δέ κατά τῶν ἱερῶν θεολόγων καί τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς, τά αὐτά καί κατ’ αὐτοῦ ψηφιζόμεθα καί τῇ αὐτῇ καταδίκῃ καθυποβάλλομεν, εἴτε τῶν ἱερωμένων εἴη τις, εἴτε τῶν λαϊκῶν». Ὅποιος, δηλαδή, λέγει ἐναντίον τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τῆς διδασκαλίας του, δέχεται τόν ἀφορισμό τῆς Συνόδου. Καί, μάλιστα, γράφει γιά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ καί τούς αὐτῷ συνάδοντες μοναχούς: «οὐκ ἀνωτέρους μόνον παντάπασι τῶν κατ’ αὐτῶν, μᾶλλον δέ τῶν κατά τῆς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας ἐρεσχελιῶν. .. ἔχομεν, ἀλλά καί ἀσφαλεστάτους τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς εὐσεβείας προμάχους καί προαγωνιστάς καί βοηθούς ταύτης ἀποφαινόμεθα».

Ἐπειδή ὑπάρχουν καί σήμερα μερικοί «θεολόγοι» πού ἀμφισβητοῦν τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τήν θεωροῦν ὡς νεοπλατωνική, ἄς ἀκούσουν τόν ἀφορισμό καί τόν ἀναθεματισμό τῆς Συνόδου πού μνημονεύσαμε, καί γενικά τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας.

γ) Ὁ ἡσυχασμός

Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας πού ἐκφράσθηκε τόν 14ο αἰώνα διά τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, καί διατυπώθηκε ἀπό Μεγάλες Συνόδους, περί τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀκτίστου Φωτός συνδέεται στενώτατα μέ τήν λεγόμενη ἡσυχαστική κίνηση. Ἄλλωστε, τό νά φθάση ὁ ἄνθρωπος στήν ἐμπειρία αὐτή, στήν θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ἡ ὁποία ταυτίζεται μέ τήν θέωση, δέν εἶναι ὑπόθεση ἀναπτύξεως τῆς λογικῆς καί φορτίσεως τοῦ μυαλοῦ ἀπό γνώσεις, ἀλλά καρπός τῆς καθάρσεως τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ νοῦ μέσα στήν καρδιά, καί τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοῦ.

Ἀπό τά Πρακτικά τοῦ Συνοδικοῦ τόμου τοῦ ἔτους 1341 μ.Χ. φαίνεται πώς ὁ Βαρλαάμ ἀμφισβητοῦσε τόν τρόπο βιώσεως τοῦ ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ, τόν λεγόμενο ἡσυχαστικό τρόπο ζωῆς. Βέβαια, αὐτό φαίνεται καί ἀπό ὅλη τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, κυρίως ἀπό τήν ἀντίκρουση τῶν ἀπόψεων τοῦ Βαρλαάμ, τήν ὁποία ἔκανε ὁ ἅγιος Γρηγόριος στό γνωστό ἔργο του Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων. Ὅμως, θά μνημονεύσω ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τά Πρακτικά τῆς Συνόδου τοῦ ἔτους 1341. Ἔλεγε μεταξύ τῶν ἄλλων ὁ Βαρλαάμ: «Ἐγώ πολλῶν ὄντων, ἅ τις ἄν ἔχοι δικαίως ἐγκαλεῖν τῷ τῆς τοιαύτης διδασκαλίας ὑφηγητῇ, οὐδενός ἔλαττον ἡγοῦμαι καί τοῦτο, ὅτι τά χριστιανῶν ἐπιχειρῶν διά τῶν εἰσπνοῶν ἀνατρέπειν μυστήρια, συκοφαντεῖ καί τούς Πατέρας ὡς ἅπερ νῦν αὐτός ἐκδιδάσκει, ταῦτα κἀκείνους φρονήσαντας πρότερον».

Οἱ θεωρίες περί ἰδεῶν, περί ἀνάρχου καί ἀϊδίου ὕλης, περί αἰωνιότητος τοῦ κόσμου, περί προϋπάρξεως τῶν ψυχῶν, περί μετεμψυχώσεως ἤ μετενσαρκώσεως, περί δημιουργίας τοῦ κόσμου ἐξ ὑπαρχούσης ὕλης, περί ἀποκαταστάσεως τῶν πάντων κλπ. ὑπονομεύουν τίς διδασκαλίες τῆς Ἐκκλησίας καί ἀναιροῦν τήν ἀποκάλυψη.

Στά συγγράμματα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ βλέπουμε μιά συνεχῆ ἀναίρεση τῆς κακοδόξου αὐτῆς διδασκαλίας τοῦ Βαρλαάμ, πού προσπαθοῦσε νά κλονίση τά θεμέλια τοῦ παραδοσιακοῦ μοναχισμοῦ. Ὁ Βαρλαάμ εἶχε ὑπ’ ὄψη του τόν μοναχισμό τῆς Δύσεως, πού εἶχε ἐγκαταλείψει τήν ἡσυχαστική παράδοση καί καταγινόταν μέ μιά κοινωνική ἐργασία. Στόν Μεσαίωνα, μέ τήν ἐπίδραση τῆς σχολαστικῆς θεολογίας, ἡ πράξη, πού στήν πατερική θεολογία εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ἑρμηνεύεται ὡς ἱεραποστολή, καί ἡ θεωρία, ἡ ὁποία στήν θεολογία τῶν ἁγίων Πατέρων εἶναι ἡ νοερά προσευχή καί ἡ θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ἑρμηνεύεται ὡς στοχασμός διανοητικός περί τοῦ Θεοῦ.

Βέβαια, ἡ εἰσπνοή καί ἐκπνοή, ὅπως καί ἄλλοι τρόποι, εἶναι ψυχοτεχνικές μέθοδοι διά τῶν ὁποίων ἐπιχειρεῖται νά ἀποδεσμευθῆ ὁ νοῦς ἀπό τήν ὑποδούλωσή του στό περιβάλλον καί στήν λογική καί νά εἰσέλθη στήν καρδιά, ὅπου εἶναι ὁ πραγματικός τόπος, ἡ φυσική του κατάσταση, καί ἀπό ἐκεῖ νά ἀνέλθη στήν θεωρία τοῦ Θεοῦ. Τό βασικό εἶναι νά μπορέση κανείς μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τόν δικό του ἀγώνα νά συγκεντρώση τόν νοῦ στήν καρδιά. Αὐτός εἶναι ὁ λεγόμενος ἡσυχασμός καί ἡ λεγομένη ἡσυχαστική κίνηση. Εἶναι ἡ λεγομένη νοερά ἡσυχία, γιά τήν ὁποία ἔγραψαν τόσα πολλά οἱ ἅγιοι Πατέρες. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ὁ νοῦς ἀποδεσμεύεται ἀπό τήν λογική καί ἀποκτᾶ τήν κατά φύση καί ὑπέρ φύση πορεία του. Τότε βρίσκεται στήν φυσική του κατάσταση.

Ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀκολούθησαν τήν ἴδια μέθοδο, γι’ αὐτό καί κατέληξαν στά ἴδια συμπεράσματα. Ὁ ἡσυχασμός εἶναι ἡ μόνη μέθοδος θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου. Ὁπότε, ἀπό τήν μιά πλευρά ὑπάρχουν οἱ διά μέσου τῶν αἰώνων ἡσυχαστές, πού εἶναι οἱ ἀκραιφνεῖς θεολόγοι, καί ἀπό τήν ἄλλη οἱ ἀντιησυχαστές, πού θεολογοῦν μέ τήν φαντασία, γι’ αὐτό καί καταλήγουν σέ αἱρέσεις.

Στόν Συνοδικό τόμο τοῦ 1341 μ.Χ. ὑπάρχει μιά πολύ σημαντική και χαρακτηριστική παράγραφος. Ὁ Βαρλαάμ καταδικάζεται, γιατί κατηγοροῦσε τούς μοναχούς «περί τῆς μελετωμένης αὐτοῖς καί προφερομένης συχνῶς ἱερᾶς εὐχῆς». Οἱ μοναχοί ἀσκοῦνταν στήν εὐχή καί τήν νοερά ἡσυχία γιατί, ὅπως καί ὅλη ἡ παράδοση βεβαιώνει, εἶναι ἡ κατάλληλη μέθοδος γιά τήν συγκέντρωση τοῦ νοῦ στήν καρδιά. Ἡ Σύνοδος δέχεται αὐτήν τήν μέθοδο πού φαίνεται ὅτι εἶναι ἀποδεκτή ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

Στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας παρουσιάζεται ἡ ἀλήθεια ὅτι τό Φῶς τῆς Μεταμορφώσεως δέν εἶναι φάσμα καί κτίσμα, δέν εἶναι κάτι πού ἐμφανίζεται καί στήν συνέχεια ἐξαφανίζεται, ἀλλά εἶναι ἄκτιστο καί φυσική χάρη καί ἔλλαμψη καί ἐνέργεια. Εἶναι, δηλαδή, ἡ φυσική δόξα τῆς θεότητος.

Συγχρόνως ὅμως, ἡ Σύνοδος καταδικάζει καί ὅλους ἐκείνους πού δέχονται τίς ἴδιες μέ τόν Βαρλαάμ ἀπόψεις καί κατηγοροῦν τούς μοναχούς οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νά διάγουν ἡσυχαστικά, γιατί οἱ μοναχοί δέν κάνουν τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά ἐφαρμόζουν τήν μέθοδο τήν ὁποία ἔχει ἡ Ἐκκλησία. Γράφεται: 
«Ἀλλά καί εἴ τις ἕτερός τι τῶν ὑπ’ ἐκείνου βλασφήμως καί κακοδόξως κατά τῶν μοναχῶν, μᾶλλον δέ τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς, λαληθέντων ἤ συγγραφέντων φανείη πάλιν τῶν μοναχῶν κατηγορῶν ἤ ὅλως τούτων ἐν τοῖς τοιούτοις καθαπτόμενος, τῇ αὐτῇ καταδίκῃ παρά τῆς ἡμῶν μετριότητος καθυποβαλλόμενος, ἀποκήρυκτος ἔσται καί αὐτός καί ἀποτετμημένος τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ ὀρθοδόξου τῶν χριστιανῶν συστήματος».

Θεωρῶ πολύ σημαντικό αὐτό τό κείμενο καί ἀπάντηση σέ ἐκείνους πού ὄχι μόνον κατηγοροῦν τόν σύγχρονο ἡσυχαστικό μοναχισμό, ἀλλά τόν θεωροῦν αἱρετικό καί ἐπιδιώκουν μέ κάθε τρόπο νά τόν ἀποδεσμεύσουν ἀπό ὅλη τήν ἡσυχαστική παράδοση καί νά τόν ἐντάξουν μέσα στίς ἀνθρωποκεντρικές κοινωνίες ἤ καί γενικές θρησκευτικές συνθῆκες ζωῆς. Ὁ λόγος ὅτι εἶναι ἀποτετμημένοι ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι φοβερός.

δ) Οἱ θεόπνευστες θεολογίες τῶν ἁγίων καί τό εὐσεβές φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας

Ὅποιος μελετήσει τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅταν φθάση στά κεφάλαια πού ἀναφέρονται στήν αἵρεση τοῦ Βαρλαάμ καί τοῦ Ἀκινδύνου θά παρατηρήση ἀσφαλῶς ὅτι ἕξι φορές ὑπάρχει ἡ φράση: «κατά τάς τῶν Ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα». Καί μάλιστα θά παρατηρήση ὅτι, ἀντικρούοντας ἡ Σύνοδος ὅλες τίς αἱρετικές θέσεις τοῦ Βαρλαάμ καί τοῦ Ἀκινδύνου καί ἀναφέροντας τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας πάνω στό συγκεκριμένο αὐτό θέμα, χρησιμοποιεῖ τήν ἴδια φράση. Καταδικάζονται οἱ αἱρετικοί, ἐπειδή δέν πιστεύουν καί δέν ὁμολογοῦν «κατά τάς τῶν Ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα».

Πρέπει νά παρατηρήσουμε ὅτι οἱ ὁμολογίες τῶν ἁγίων χαρακτηρίζονται θεόπνευστες. Καί, βέβαια, ἡ θεοπνευστία συνδέεται μέ τήν ἀποκάλυψη. Οἱ ἅγιοι βίωσαν τόν Θεό, ἀπέκτησαν ἐμπειρία τῆς θείας Χάριτος, γνώρισαν προσωπικά τόν Θεό, ἔφθασαν στήν Πεντηκοστή, παρέλαβαν τήν ἀποκάλυψη καί γι’ αὐτό χαρακτηρίζονται θεόπνευστοι καί ἀπλανεῖς διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας.

Ἰδιαιτέρως, πρέπει νά ὑπογραμμίσουμε τήν μέθοδο τήν ὁποία χρησιμοποίησαν καί τόν τρόπο τόν ὁποῖο βίωσαν γιά νά γίνουν κατά Χάρη θεόπνευστοι. Αὐτός ὁ τρόπος εἶναι ὁ ἡσυχασμός, ὁ ὁποῖος συγκεκριμενοποιεῖται στά τρία στάδια τῆς πνευματικῆς τελειώσεως, πού εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ καί ἡ θέωση. Αὐτοί οἱ θεούμενοι καί θεόπνευστοι ἅγιοι εἶναι οἱ Προφῆτες στήν Παλαιά Διαθήκη, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ ἅγιοι Πατέρες. Γι᾽ αὐτό τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας γράφει: «Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφρόνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλλαμψεν». Ὑπάρχει, ἑπομένως, ταυτότητα ἐμπειριῶν μέ ὅλους τούς ἁγίους, ἀκριβῶς γιατί ἀκολούθησαν τόν ἴδιο τρόπο, βίωσαν τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ φυγή μας ἀπό τήν ἁμαρτία, ἡ φυγή τῆς ἁμαρτίας ἀπό μέσα μας καί ἡ ἄνοδος στήν θεωρία τοῦ Θεοῦ.

Ἀκόμη, ἡ θεόπνευστη διδασκαλία τῶν ἁγίων συνδέεται στενά μέ τό εὐσεβές φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία γεννᾶ τούς ἁγίους καί οἱ ἅγιοι ἐκφράζουν τό εὐσεβές φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας. Δέν νοοῦνται ἅγιοι ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία καί δέν νοοῦνται ἅγιοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν αἱρετικές καί λανθασμένες ἀπόψεις πάνω σέ σοβαρά θεολογικά ζητήματα.

Μέσα στήν Ἐκκλησία, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὑπάρχουν «οἱ πείρᾳ μεμυημένοι» καί αὐτοί πού ἀκολουθοῦν καί σέβονται αὐτούς τούς πεπειραμένους. Ἔτσι, ἄν δέν ἔχουμε δική μας πείρα στά θέματα αὐτά, πρέπει, ὁπωσδήποτε, νά ἀκολουθοῦμε τήν διδασκαλία τῶν θεοπτῶν, θεουμένων καί πεπειραμένων ἁγίων. Μόνον ἔτσι ἔχουμε ἐκκλησιαστικό φρόνημα καί ἐκκλησιαστική συνείδηση. Διαφορετικά ἀνοίγουμε τόν δρόμο γιά τήν αὐτοκαταστροφή. Πρέπει συνεχῶς νά πιστεύουμε καί νά ὁμολογοῦμε «κατά τάς τῶν Ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα».

Ὑπάρχει, ἑπομένως, ταυτότητα ἐμπειριῶν μέ ὅλους τούς ἁγίους, ἀκριβῶς γιατί ἀκολούθησαν τόν ἴδιο τρόπο, βίωσαν τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ φυγή μας ἀπό τήν ἁμαρτία, ἡ φυγή τῆς ἁμαρτίας ἀπό μέσα μας καί ἡ ἄνοδος στήν θεωρία τοῦ Θεοῦ.

Τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἕνα ὑπέροχο καί πολύ συνοπτικό κείμενο, πού εἶναι περίληψη ὅλης τῆς ὀρθόδοξης διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας μας. Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία τό ἐνέταξε μέσα στήν λατρεία της, τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας καί διαβάζεται σέ στάση προσοχῆς καί προσευχῆς. Εἶναι κείμενο ἱερό. Καί πρέπει νά προσαρμόζουμε ὅλη μας τήν σκέψη καί πρό παντός τήν ζωή μας σέ αὐτό.

Χρειάζεται νά τό μελετᾶμε ἐπισταμένως γιά νά γνωρίζουμε σέ τί συνίσταται ἡ ὀρθόδοξη πίστη καί ἡ ὀρθόδοξη ζωή. Καί πραγματικά ἡ ὀρθόδοξη βιοτή εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπό σχολαστικισμούς καί ἠθικισμούς. Εἶναι ἡσυχαστική καί θεολογική.

Ἡ θετική ἤ ἀρνητική στάση στό κείμενο αὐτό δείχνει κατά πόσο διαπνεόμαστε ἀπό τό ὀρθόδοξο-ἐκκλησιαστικό φρόνημα ἤ κατά πόσο διακατεχόμαστε ἀπό τόν σχολαστικισμό. Εἴμαστε ἐκκλησιαστικοί ὅσο εἴμαστε ἁγιοπατερικοί.

Θεωρῶ εὐλογία ἀπό τόν Θεό πού τό βιβλίο αὐτό τελείωσε μέ τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας καί μέ τήν ἐξαιρετική φράση “κατά τάς τῶν Ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα”. Σέ αὐτό φαίνεται καθαρά τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία καί ποιά εἶναι τά μέλη της, τί εἶναι Σύνοδοι καί πῶς διακρίνονται ἀπό τίς ψευδοσυνόδους, τί εἶναι οἱ ἃγιοι καί πῶς γίνονται ἃγιοι, τί εἶναι ἐκκλησιαστικό φρόνημα καί πῶς σώζεται κανείς. Ἡ γνώση αὐτῶν τῶν θεμάτων εἶναι ζητήματα ζωῆς ἤ θανάτου.

Ἀναθεματισμοί – Ἐπευφημίες

Ὅποιος διαβάσει τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας, θά διαπιστώση ἀμέσως ὅτι ἀφ’ ἑνός μέν ἀναθεματίζονται οἱ αἱρετικοί, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἐπευφημοῦνται οἱ ἅγιοι Πατέρες καί οἱ Ὁμολογητές. Γιά τούς πρώτους ἀπό τόν παριστάμενο λαό ἀναφωνεῖται τό «ἀνάθεμα» τρεῖς φορές, γιά τούς δεύτερους ἀναφωνεῖται τό «αἰωνία ἡ μνήμη» τρεῖς φορές σέ κάθε πρόταση.

Μερικοί σκανδαλίζονται ὅταν βλέπουν καί ἀκοῦν μιά τέτοια ἐνέργεια, κυρίως, ὅταν ἀκοῦν τό «ἀνάθεμα». Τό θεωροῦν πολύ σκληρό καί λέγουν ὅτι ἐκφράζεται μέ αὐτόν τόν τρόπο τό μισαλλόδοξο πνεῦμα πού ἔχει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Ὅμως, τά πράγματα δέν ἑρμηνεύονται κατ’ αὐτόν τόν τρόπο. Οἱ ἀναθεματισμοί δέν μποροῦν νά θεωρηθοῦν ὡς φιλοσοφικές ἔννοιες καί ὡς μισαλλόδοξες καταστάσεις, ἀλλά ὡς ἰατρικές ἐνέργειες. Πρῶτα- πρῶτα οἱ αἱρετικοί μέ τήν ἐπιλογή πού ἔκαναν κατέληξαν στήν αἵρεση καί στήν διαφοροποίηση ἀπό τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Χρησιμοποιώντας τήν φιλοσοφία ἀντιτάχθηκαν στήν θεολογία καί τήν ἀποκάλυψη. Μέ αὐτόν τόν τρόπο δείχνουν ὅτι ἀρρώστησαν καί στήν πραγματικότητα ἀποκόπηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ἔπειτα, ὁ ἀφορισμός ἔχει τήν ἔννοια τῆς ἐπισημοποιήσεως τοῦ ἀποχωρισμοῦ τοῦ αἱρετικοῦ ἀπό τήν Ἐκκλησία. Οἱ ἅγιοι Πατέρες μέ τήν πράξη τους αὐτή ἐπιβεβαιώνουν τήν ἤδη ὑπάρχουσα κατάσταση, καί ἐκτός αὐτοῦ, βοηθοῦν τούς Χριστιανούς νά προφυλάσσωνται ἀπό τήν αἵρεση – ἀσθένεια.

Εἶναι χαρακτηριστικό ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τά Πρακτικά τῆς δ΄ Συνεδρίας τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἐκεῖ λέγεται ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες ἐκπληρώνουν τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ, νά θέτουν, δηλαδή, τόν λύχνο τῆς θείας γνώσεως «ἐπί τήν λυχνίαν» γιά νά λάμπη σέ ὅλους πού βρίσκονται στήν οἰκία καί νά μήν τόν κρύπτουν «ὑπό τόν μόδιον». Μέ αὐτόν τόν τρόπο βοηθοῦνται ὅσοι ὁμολογοῦν εὐσεβῶς τόν Κύριο, νά βαδίζουν ἀπροσκόπτως τόν δρόμο τῆς σωτηρίας. Οἱ ἅγιοι Πατέρες «πᾶσαν πλάνην αἱρετικῶν ἐξωθοῦσι, καί τό σεσηπός μέλος, εἴπως ἀνίατα νοσεῖ, ἐκκόπτουσι • καί τό πτύον κατέχοντες, τήν ἅλωνα καθαίρουσι • καί τόν σῖτον, ἤτοι τόν τρόφιμον λόγον, τόν στηρίζοντα καρδίαν ἀνθρώπου, ἀποκλείουσιν ἐν τῇ ἀποθήκῃ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τό δέ ἄχυρον τῆς αἱρετικῆς κακοδοξίας ἔξω ῥίψαντες κατακαίουσι πυρί ἀσβέστῳ».

Στόν Θεό ὑπάρχει οὐσία καί ἐνέργεια καί αὐτή ἡ διάκριση δέν λυμαίνεται τήν θεία ἁπλότητα. Ὁμολογοῦμε καί πιστεύουμε «ἄκτιστον καί φυσικήν χάριν καί ἔλλαμψιν καί ἐνέργειαν, ἐξ αὐτῆς τῆς θείας οὐσίας ἀχωρίστως ἀεί προϊοῦσαν».

Ἔτσι, οἱ αἱρετικοί εἶναι σεσηπότα μέλη τῆς Ἐκκλησίας, τά ὁποῖα εἶναι ἀνίατα καί γι’ αὐτό ἐκκόπτονται ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Μέ αὐτό τό πρίσμα πρέπει νά ἐξετάζωνται οἱ αἱρετικοί. Ὁπότε, μπορεῖ κανείς νά δῆ τήν φιλανθρωπία τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί, ὅπως ἔχουμε τονίσει καί ἀλλοῦ, ὅταν κανείς διαθέτη λανθασμένη ἰατρική διδασκαλία, τότε δέν ὑπάρχουν θεραπευτικά ἀποτελέσματα, ὁπότε δέν θεραπεύεται, δέν μπορεῖ ποτέ νά φθάση στήν θεραπεία. Τό ἴδιο γίνεται μέ τά δόγματα ἤ τήν πλανεμένη διδασκαλία. Μιά λανθασμένη διδασκαλία, ἡ ὁποία στηρίζεται σέ σφαλερή μεθοδολογία, δέν μπορεῖ ποτέ νά ὁδηγήση τόν ἄνθρωπο στήν θέωση.

Μέσα σέ αὐτά τά πλαίσια πρέπει νά ἐξετάζεται τό γεγονός ὅτι τόσο οἱ ἀναθεματισμοί ὅσο καί οἱ ἐπευφημίες ἀναφέρονται σέ συγκεκριμένους ἀνθρώπους, γιατί αὐτοί πλάθουν αὐτές τίς διδασκαλίες καί στήν συνέχεια ἀποκτοῦν ὀπαδούς. Καί, μάλιστα, εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι γιά τούς αἱρετικούς χρησιμοποιοῦνται φοβερά ἐπίθετα. Πρέπει νά ὑπογραμμισθῆ ὅτι τά φρικτά ἐπίθετα πού χρησιμοποιοῦνται δέν πρέπει νά ἐξετάζωνται ἀπό ἠθική ἔννοια, ἄλλωστε πολλοί αἱρεσιάρχες ἦταν «ἠθικοί» ἄνθρωποι, ἀλλά ἀπό θεολογική. Θά καταγράψω μερικά τέτοια ἐπίθετα καί μερικούς χαρακτηρισμούς πολύ ἐνδεικτικούς.

Τούς εἰκονομάχους πού καταφέρονταν ἐναντίον τῶν ἱερῶν εἰκόνων τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας τούς ὀνομάζει «φαυλιστάς» τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, «τολμητάς κατά τῆς εἰκόνος καί θρασεῖς, δειλούς καί πεφευγότας». Αὐτούς πού ἄρχισαν τήν αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας, στήν ἐποχή τῶν Ἰσαύρων τούς ὀνομάζει «ἀνιέρους καί ὁδηγούς ἀπωλείας». Ὁ Γερόντιος ἀναθεματίζεται γιά «τόν ἰόν τῆς μυσαρᾶς αὐτοῦ αἱρέσεως. .. σύν τοῖς διεστραμμένοις αὐτοῦ δόγμασι». Ἡ αἵρεση εἶναι ἀσθένεια καί ἡ αἱρετική δογματική δοξασία εἶναι διεστραμμένη, γιατί διαστρέφει τήν ἀποκαλυπτική ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας. Δίδεται ἀναθεματισμός «τῷ φρυαξαμένῳ συνεδρίῳ κατά τῶν σεπτῶν Εἰκόνων».

Ὅπως ἐλέχθη, στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας μνημονεύονται ὅλοι οἱ αἱρετικοί. Μέ αὐτό φαίνεται ἀφ’ ἑνός μέν ὅτι ὅλοι οἱ αἱρετικοί χρησιμοποίησαν τήν ἴδια μέθοδο καί στήν οὐσία συμπίπτουν μεταξύ τους, ἀφ’ ἑτέρου δέ ὅτι τόσο ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ὅσο καί ἡ Θ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος θεωροῦν τόν ἑαυτό τους ὡς ἐκφραστές τῆς Ἐκκλησίας καί ὡς συνέχεια τῶν προγενεστέρων Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ὁ Ἄρειος ἀποκαλεῖται «θεομάχος» καί ἀρχηγός τῶν αἱρέσεων, ὁ Πέτρος ὁ Κναφεύς «παράφρων». Ὁ ἴδιος χαρακτηρισμός «παράφρων» χρησιμοποιεῖται γιά πολλούς αἱρετικούς. Φυσικά, λέγονται παράφρονες ὄχι μέ βιολογική ἔννοια, ἀλλά κυρίως καί πρό παντός μέ θεολογική. Τόν Βαρλαάμ καί τόν Ἀκίνδυνο, ἀρχηγούς τῶν ἀντιησυχαστικῶν διδασκαλιῶν καί ὅλους τούς ὀπαδούς τους τούς ὀνομάζει «πονηρά συμμορία». Ἀντίθετα, διά τούς ὑπερμάχους τῶν ὀρθοδόξων διδασκαλιῶν χρησιμοποιοῦνται ἐπίθετα, ὅπως «εὐσεβής», «ἁγιώτατος», καί «ἀοίδιμος».

Καί πάλι πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ἡ αἵρεση ἀνατρέπει τόν ἀληθινό τρόπο θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου γιά νά φθάση στήν θέωση. Ἄν σκεφθοῦμε ὅτι θεραπεία εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά πορευθῆ στήν θέωση, τότε καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ αἵρεση ἀνατρέπει αὐτόν τόν τρόπο καί ἀφήνει τόν ἄνθρωπο αἰωνίως ἀθεράπευτο, χωρίς ἐλπίδα θεραπείας καί σωτηρίας.

Περισσότερα

Ὁμιλία εἰς τὴν Κυριακὴν τῆς Ὀρθοδοξίας. (Ἁγίου Λουκᾶ Συμφερουπόλεως)


Τὴν πρώτη Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία πανηγυρίζει τὸ θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς ὀρθῆς πίστεως, ἡ ὁποία καταπάτησε ὅλες της αἱρέσεις καὶ στερεώθηκε γιὰ πάντα. Γι’ αὐτὸ ἡ Κυριακὴ αὐτὴ καλεῖται Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Οἱ αἱρέσεις φάνηκαν ἤδη ἀπαρχῆς τοῦ χριστιανισμοῦ. Οἱ ἴδιοι οἲ Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ προειδοποιοῦσαν τοὺς συγχρόνους τους, καὶ μαζί τους καὶ ἐμᾶς, γιὰ τὸν κίνδυνο ἀπὸ τοὺς ψευδοδιδασκάλους.
Ο Ἅγιος Ἀπόστολος Πέτρος στὴ Β’ Καθολικὴ ἐπιστολὴ γράφει τὸ ἑξῆς: «Ἐγένοντο δὲ καὶ ψευδοπροφῆται ἐν τῷ λαῷ, ὡς καὶ ἐν ὑμὶν ἔσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οἵτινες παρεισάξουσιν αἱρέσεις ἀπωλείας, καὶ τὸν ἀγοράσαντα αὐτοὺς δεσπότην ἀρνούμενοι, ἐπάγοντες ἐαυτοὶς ταχινὴν ἀπώλειαν, καὶ πολλοὶ ἐξακολουθήσουσιν αὐτῶν ταὶς ἀσελγείαις, δι’ οὖς ἡ ὁδὸς τῆς ἀληθείας βλασφημηθήσεται» (Β’ Πέτ. 2, 1-2).
Ὁ Ἅγιος Παῦλος, ἐπιστρέφοντας στὴν Παλαιστίνη ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἔκανε στάση στὴν Ἔφεσο. Ἐκεῖ στοὺς χριστιανοὺς κατοίκους τῆς πόλεως ἔλεγε: «Ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαροὶς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου, καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητᾶς ὀπίσω αὐτῶν» (Πράξ. 20, 29-30).
Πολλοὶ τέτοιοι ψευδοδιδάσκαλοι καὶ σχισματικοὶ ὑπῆρχαν στοὺς πρώτους αἰῶνες τοῦ χριστιανισμοῦ. Μερικὲς αἱρέσεις τάραζαν τὴν Ἐκκλησία ὁλόκληρους αἰῶνες, ὅπως γιὰ παράδειγμα οἱ αἱρέσεις τοῦ Ἀρείου, τοῦ Μακεδονίου, τοῦ Εὐτηχούς, τοῦ Διοσκόρου, τοῦ Νεστορίου καὶ ἐπίσης ἡ αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας. Οἱ αἱρέσεις αὐτὲς προκάλεσαν πολλὲς διαταραχὲς στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν βασάνισαν πολύ. Ὑπῆρχαν πολλοὶ ὁμολογητὲς καὶ μάρτυρες ποὺ ἔχυσαν τὸ αἷμα τοὺς ὑπερασπιζόμενοι τὴν ἀληθινὴ πίστη στὸν ἀγῶνα κατὰ τῶν ψευδοδιδασκάλων καὶ τῶν αἱρετικῶν.
Ὑπῆρχαν ἐπίσης καὶ πολλοὶ καὶ μεγάλοι ἱεράρχες οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτοὶ ὑπέφεραν πολλοὺς διωγμοὺς καὶ πολλὲς φορὲς ἐξορίστηκαν. Ὁ Ἅγιος Φλαβιανός, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, γιὰ παράδειγμα, σὲ μία σύνοδο ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Διοσκόρου, ἡ ὁποία καλεῖται «λειστρική», χτυπήθηκε τόσο ἄγρια ποὺ μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες πέθανε.
Ἡ τελευταία στὴ σειρὰ τῶν αἱρέσεων, ἡ αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας, ἦταν αὐτὴ ποὺ ἐπέφερε τὰ περισσότερα βάσανα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Ἡ αἵρεση αὐτὴ ἐμφανίστηκε γιὰ πρώτη φορᾶ στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου, ὁ ὁποῖος ἀνέβηκε στὸ θρόνο τὸ 717. Ἀνέβηκε στὸ θρόνο μὲ τὴ βοήθεια τοῦ στρατοῦ ὅπου ὑπῆρχαν πολλοὶ ἀντίπαλοί της προσκυνήσεως τῶν ἁγίων εἰκόνων. Ἐπειδὴ ἤθελε νὰ εὐαρεστήσει τὸ στρατὸ ἄρχισε σκληρὸ διωγμὸ κατὰ τῶν εἰκονοφίλων.
Ὁ διωγμὸς αὐτὸς συνεχίστηκε καὶ στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου τοῦ Κοπρωνύμου, ὁ ὁποῖος διαδέχτηκε στὸ θρόνο τὸν Λέοντα. Ἡ κόπρος σημαίνει τὰ κόπρανα. Ὀνομάστηκε Κοπρώνυμος διότι κατὰ τὴν βάπτισή του μόλυνε τὴν κολυμβήθρα. Οἱ δυὸ αὐτοὶ αὐτοκράτορες γιὰ πολλὰ χρόνια εἶχαν τὴν ἐξουσία στὰ χέρια τους καὶ προκάλεσαν πολλὰ δεινὰ στὴν Ἐκκλησία. Μετὰ ἀπὸ αὐτοὺς ὑπῆρχαν καὶ ἄλλοι αὐτοκράτορες εἰκονομάχοι, οἱ ὁποῖοι συνέχισαν τὸ ἔργο τῶν προκατόχων τους καὶ βασάνισαν τὴν Ἐκκλησία ἐπὶ ὁλόκληρα χρόνια.
Δὲν μποροῦμε νὰ περιγράψουμε τὰ βάσανα ποὺ ὑπέφερε ἡ Ἐκκλησία στὰ χρόνια της εἰκονομαχίας καὶ ἰδιαίτερα οἱ μοναχοὶ οἱ ὁποῖοι βρίσκονταν στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ ἀγῶνα τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Οἱ αὐτοκράτορες εἰκονομάχοι ἔκλεισαν πολλὰ μοναστήρια, πολλὲς ἐκκλησίες ὅπου ὑπῆρχαν εἰκόνες τὶς ἔκαναν ἀποθῆκες. Τοὺς μοναχούς τους βασάνιζαν ἄγρια: τοὺς ἔβγαζαν μάτια, τοὺς ἔκοβαν μύτες, ἔσπαζαν εἰκόνες πάνω στὸ κεφάλι τους. Τοὺς ἁγιογράφους μὲ τὰ πυρακτωμένα σίδερα τοὺς ἔκαιγαν τὰ δάκτυλα.
Μόνο, τότε, ὅταν στὸ θρόνο τοῦ Βυζαντίου ἀνέβηκε ἡ αὐτοκράτειρα Εἰρήνη, σταμάτησε ὁ διωγμὸς ἀλλὰ ὄχι ὁριστικά. Τὸ 787 ἡ Εἰρήνη συγκάλεσε τὴν Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία διατύπωσε τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία περὶ τῆς τιμητικῆς προσκύνησης τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴ σύνοδο ὑπῆρχαν αὐτοκράτορες εἰκονομάχοι, ὅπως, γιὰ παράδειγμα, ὁ Μιχαὴλ καὶ ἄλλοι. Ἡ αἵρεση αὐτὴ συντρίφτηκε ὁριστικὰ μόνο ἐπὶ τῆς θεοσεβέστατης Αὐγούστας Θεοδώρας, ὅταν τὸ 842 συγκλήθηκε ἡ τοπικὴ σύνοδος στὴν Κωνσταντινούπολη ἡ ὁποία ἐπικύρωσε τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία. Ἡ σύνοδος αὐτὴ ἀναθεμάτισε ὅλους αὐτοὺς ποὺ τολμοῦν νὰ λένε ὅτι ἡ προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων εἶναι εἰδωλολατρία καὶ οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ εἶναι εἰδωλολάτρες.

Περισσότερα

Ὁμιλία εἰς τὴν Κυριακὴν τῆς Ὀρθοδοξίας

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,

Η αναστήλωση των Εικόνων, 17ος αιώνας Ὁ ἄνθρωπος, λογικὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, πλασμένο «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσή» Του, ἔχει ἔμφυτο τὸν πόθο νὰ γνωρίσει βαθειά, προσωπικὰ τὸν Θεὸ καὶ πλάστη του, ἔστω καὶ ἂν ἡ ἁμαρτία τῶν Πρωτοπλάστων καὶ οἱ προσωπικές του ἁμαρτίες ἀλλοίωσαν μέσα του τὴ θεϊκὴ εἰκόνα. Μόνο κοντὰ στὸν Θεὸ ὁ ἄνθρωπος βρίσκει ἀνάπαυση, γαληνεύει, εἰρηνεύει, φωτίζεται. Καί, ὅπως ὡραιότατα τὸ ἐκφράζει ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος, «Ὦ, Κύριε, ἡ ψυχή μας εἶναι ἀνήσυχη, μέχρις ὅτου νὰ εὕρει ἀνάπαυση σ’ ἐσένα».

Ὁ πόθος τοῦτος συγκλόνιζε φαίνεται καὶ τὴν καρδιὰ τοῦ ἁγνοῦ ἐκείνου νεαροῦ Ἰουδαίου Φιλίππου, τοῦ μετέπειτα ἀποστόλου, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ τὸ σημερινὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα. Ἀναζητοῦσε τὸν Θεό, ἀνέμενε τὸν Μεσσία, μελετοῦσε τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο καὶ τοὺς Προφῆτες. Καὶ ἀξιώθηκε τὴν ἡμέρα ἐκείνη νὰ τὸν γνωρίσει, νὰ τὸν συναντήσει προσωπικά. Ἀξιώθηκε νὰ συναντηθεῖ μὲ τὸν σαρκωμένο Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐκεῖ σὲ κάποια ἀκρογιαλιὰ τῆς λίμνης τῆς Τιβεριάδας. Καί, τόση χάρη καὶ χαρὰ ἔλαβε, ποὺ ἔτρεξε νὰ τὴ γνωστοποιήσει, νὰ τὴ μοιραστεῖ μὲ τὸν ἀγαπητό του φίλο Ναθαναήλ.

Ἀσφαλῶς κι ἐμεῖς, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, κι ἂν ἔχουμε βαπτισθεῖ, καὶ φέρουμε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστιανοῦ, θέλουμε νὰ γνωρίσουμε βαθύτερα τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Ἀλλὰ τοῦτο ἀπαιτεῖ ἀγῶνα ἐφ’ ὅρου ζωῆς. Πῶς ὅμως μποροῦμε νὰ ἀποκτήσουμε αὐτὴ τὴ βαθύτερη, τὴν προσωπικὴ γνωριμία καὶ γνώση τοῦ Χριστοῦ; Ζῶντας ἀληθινὰ καὶ οὐσιαστικὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία, ποὺ ὁρίζεται καὶ εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, παρατεινόμενο στοὺς αἰῶνες. Ἐκτὸς Ἐκκλησίας δὲν ὑπάρχει γνώση ἀληθινὴ τοῦ Θεοῦ, οὔτε σωτηρία. Στὴν Ἐκκλησία ἐντασσόμαστε βεβαίως μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα καὶ λαμβάνουμε τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὸ ἅγιο Μύρο. Ἀλλὰ χρειάζεται στὴ συνέχεια, γιὰ νὰ παραμείνουμε ζωντανὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ἔχουμε Ὀρθοδοξία καὶ ὀρθοπραξία. Ὀρθοδοξία σημαίνει νὰ ἔχουμε, νὰ κρατοῦμε ὀρθὴ τὴ δόξα, δηλαδὴ ὀρθὴ πίστη στὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ τὸν σαρκωθέντα Χριστὸ καὶ σ’ ὅλα τὰ δόγματα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Καὶ ὀρθοπραξία: Νὰ ἔχουμε ἔργα ὀρθά, σύμφωνα μὲ τὸν Νόμο, τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νὰ προσευχόμαστε ὅπως θέλει ἡ Ἐκκλησία, νὰ λατρεύουμε τὸν Θεὸ μὲ τὴν ὀρθόδοξη λατρεία, νὰ μετέχουμε ἐνσυνείδητα στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας. Χριστιανὸς ἀλειτούργητος, ἀνεξομολόγητος καὶ ἀκοινώνητος εἶναι στὴν οὐσία ἀποκομμένος ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Εἶναι πνευματικὰ νεκρός! Ἀκόμη, τὸν Θεὸ γνωρίζουμε μελετῶντας τὸν ἀθάνατο λόγο Του, τὴν Ἁγία Γραφή, τὸ βιβλίο, μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει τὸ πρόσωπό Του. Τὸ βιβλίο, ποὺ μᾶς φανερώνει καὶ ἐξιστορεῖ τὴν ἀλήθεια γιὰ τὸν Θεό, τὴ δημιουργία, καὶ ὅ,τι ἔκανε ὁ Θεὸς γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀγνοοῦμε πολλοὶ τὸν Χριστό, γιατὶ δὲν μελετοῦμε τὸν λόγο Του. Ἁμαρτάνουμε ἀπὸ ἄγνοια τοῦ θελήματός Του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τονίζει κάπου: «Μεγάλη ἀσφάλεια γιὰ νὰ μὴ ἁμαρτάνουμε ἡ ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν∙ἀντίθετα, μέγας κρημνὸς καὶ βαθὺ βάραθρο ἡ ἄγνοια τῶν Γραφῶν.»

Ἀλλὰ τὸν Χριστό μας τὸν γνωρίζουμε, συνομιλοῦμε μαζί Του καὶ λαμβάνουμε τὴ Χάρη Του προσκυνῶντας καὶ τὴν ἁγία Του εἰκόνα, ὅπως λαμβάνουμε εὐλογία καὶ Χάρη προσκυνῶντας τὶς ἱερὲς εἰκόνες τῆς Παναγίας μας καὶ τῶν ἄλλων ἁγίων. Καὶ τοῦτο, ἐπειδή, προσκυνῶντας τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας ἢ τῶν ἁγίων, ἡ προσκύνηση, ἡ τιμὴ μεταβαίνει πρὸς τὸ πρωτότυπον, δηλαδὴ στὸ ἴδιο τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τῶν ἁγίων μας, ὅπως θεόσοφα κηρύσσει ὁ Μέγας Βασίλειος. Οἱ ἱερὲς εἰκόνες μᾶς μεταδίδουν ζωντανή, ὅπως καὶ ὁ γραπτὸς λόγος τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀλήθεια τῆς Πίστης μας, τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀποτελοῦν τὴ χρωματουργικὴ ἀπεικόνιση τοῦ Εὐαγγελίου. ἀποτελοῦν παράθυρο πρὸς τὴν αἰωνιότητα. Καὶ ὁ Θεός μας, σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς βλάσφημες αἱρέσεις τῶν Χιλιαστῶν καὶ παλαιότερα τῶν εἰκονομάχων, μπορεῖ νὰ ἀπεικονιστεῖ, γιατὶ σαρκώθηκε, ἔγινε ἄνθρωπος, τέλειος ἄνθρωπος σὰν κι ἐμᾶς, προσέλαβε ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύση ἐκτὸς τῆς ἁμαρτίας.

Αὐτὰ τὰ εἴπαμε, γιατὶ σήμερα εἶναι, ὅπως ξέρουμε, ἡ Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Γιατί ὅμως ὀνομάστηκε ἔτσι αὐτὴ ἡ πρώτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν; Θὰ πρέπει πρῶτα νὰ ποῦμε τὴν προϊστορία τῶν γεγονότων. Ἡ τέχνη τῆς ἁγιογραφίας ἦταν γνωστὴ ἀπὸ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες καὶ μάλιστα, κατὰ τὴν παράδοση, ὁ πρῶτος ἁγιογράφος ὑπῆρξε ὁ ἅγιος ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ποὺ πρῶτος ζωγράφισε εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία, βλέπουσα ἡ Θεοτόκος εἶπε: «Ἡ Χάρις τοῦ ἐξ ἐμοῦ τεχθέντος εἴη μετ’ αὐτῆς». Κι αὐτὴ ἡ ὀρθοδοξότατη παράδοση τῆς ἁγιογράφησης καὶ τιμῆς τῶν εἰκόνων συνεχίστηκε μέχρις τὶς ἀρχὲς τοῦ ὀγδόου αἰώνα χωρὶς κάποιο πρόβλημα. Τότε ὅμως, ξεσπᾶ ἡ φοβερὴ αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας, μὲ πρωτοστάτη τὸν βυζαντινὸ αὐτοκράτορα Λέοντα Γ´ τὸν Ἴσαυρο, κατὰ τὸ ἔτος 726, ὁπόταν ἄρχισε ἡ πρώτη φάση αὐτῆς τῆς μεγάλης ἔριδας, ποὺ ἔληξε τὸ 787, μὲ τὴ σύγκληση τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὴν Νίκαια τῆς Βιθυνίας, ποὺ ἀποκατέστησε τὴν προσκύνηση τῶν εἰκόνων. Τὸ 815 ὁ αὐτοκράτορας Λέων Ε΄ ὁ Ἀρμένιος ἀνανέωσε τοὺς διωγμοὺς κατὰ τῶν εἰκόνων καὶ τῶν προσκυνητῶν τους καὶ οἱ διωγμοὶ συνεχίσθηκαν μέχρι τὸ ἔτος 843, ὁπόταν, μὲ τὸν θάνατο τοῦ τελευταίου εἰκονομάχου αὐτοκράτορα Θεοφίλου, ἀνῆλθε στὸν θρόνο ἡ σύζυγός του, ἡ ἁγία αὐγούστα Θεοδώρα καὶ ὁ υἱός της Μιχαήλ, ποὺ ἀποκατέστησαν τὴν τιμὴ τῶν εἰκόνων μὲ τοπικὴ Σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ διενήργησαν τὴν ἀναστύλωσή τους. Λέμε «ἀναστύλωση» τῶν εἰκόνων, διότι παλαιότερα, τὴν ἐποχὴ τοῦ βυζαντίου, οἱ εἰκόνες οἱ φορητὲς δὲν ἔμπαιναν στὸ τέμπλο, ἀλλὰ στηρίζονταν πάνω σὲ ξύλινα κοντάρια, σὰν σὲ στύλους. Καὶ ἐπειδὴ ἡ νίκη τούτη τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τῆς αἱρέσεως τῆς εἰκονομαχίας, μὲ τὴν ἀποκατάσταση τῆς τιμῆς τῶν εἰκόνων, ποὺ εἶναι ἁγία παράδοση, ὅπως εἴδαμε τῆς Ὀρθοδοξίας, ἑορτάστηκε τότε, τὸ 843, κατὰ τὴν πρώτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, ἐπεκράτησε νὰ ὀνομάζεται ἡ Κυριακὴ αὐτή, Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀφοῦ οἱ ἱερὲς εἰκόνες ἐκφράζουν τὸ Ὀρθόδοξο δόγμα. Γι’ αὐτὸ κι ἐμεῖς σήμερα λιτανεύουμε τὶς εἰκόνες πέριξ τοῦ ναοῦ, γιὰ νὰ δείξουμε, νὰ δηλώσουμε ἔμπρακτα τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη μας καὶ τὴν τιμή μας στὶς ἅγιες εἰκόνες.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τὸ ποιὸν τῆς Πίστης μας, τὸ πόσο θερμὰ καὶ ζωντανὰ πιστεύουμε, φαίνεται στὶς ποικίλες δοκιμασίες καὶ θλίψεις, ποὺ παραχωρεῖ νὰ διέλθουμε σὲ τούτη τὴν κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος ὁ Προνοητὴς τῶν ὅλων Θεός. Καί, γιὰ νὰ ἔλθουμε στὴ σύγχρονη πραγματικότητα, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐπέστρεψε νὰ διερχόμαστε δύσκολες ἡμέρες, πάντως γιὰ τὸ καλό μας, τὴ σωτηρία μας. Καί, ἀσφαλῶς, «οὐδὲν ἀπρονόητον»! Διότι ὅλοι μας, μικροὶ καὶ μεγάλοι, παλαιότεροι καὶ νεώτεροι, «ἡμάρτομεν, ἠνομήσαμεν, ἠδικήσαμεν», καὶ ὁ Θεὸς θέλει νὰ μᾶς ὁδηγήσει μ’ αὐτὸ τὸν ἐπώδυνο τρόπο, ἀφοῦ διαφορετικὰ δὲν βάζουμε μυαλό, σὲ μετάνοια. Ἰδού, λοιπόν, καιρὸς εὐπρόσδεκτος! Βρισκόμαστε σὲ κατεξοχὴν περίοδο μετανοίας, τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ἂς ἀγωνισθοῦμε τὸ κατὰ δύναμιν ὁ καθένας, νὰ μετανοήσουμε, νὰ διορθώσουμε τὴ ζωή μας, τὸ φρόνημά μας. Νὰ τηρήσουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νὰ βροῦμε τὸν Θεὸ μὲ ταπείνωση, ἐξομολόγηση, πένθος. Νὰ δείξουμε ἀγάπη, ὄχι μόνο στὶς ἱερὲς εἰκόνες, ποὺ σήμερα ἑορτάζουμε τὴν ἀναστύλωσή τους, ἀλλὰ καὶ στὶς ἔμψυχες εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, τοὺς ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας. Καὶ γνωρίζουμε πόσος πόνος καὶ στέρηση ἐπικρατεῖ καὶ στὸν τόπο μας, καὶ συχνὰ ὄχι μακρυά μας.

Κι ἂν ὅλοι δείξουμε ἔμπρακτη μετάνοια καὶ διόρθωση, ἂν ἐφαρμόσουμε ἔργα ἀγάπης καὶ συμπόνοιας τοῦ πλησίον μας, θὰ ἔλθει ἀναμφίβολα καὶ σ’ ἐμᾶς τὸ μέγα ἔλεος τοῦ Θεοῦ, καὶ θὰ παρέλθουν οἱ ὅποιες κρίσεις. Καὶ θὰ ἀξιωθοῦμε καὶ τούτη τὴν πρόσκαιρη ζωὴ νὰ διέλθουμε εἰρηνικά, καὶ νὰ εἰσέλθουμε σ’ ἐκείνη τὴν αἰώνια καὶ ἀτελεύτητη, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας μας καὶ ὅλων τῶν ἁγίων. Ἀμήν!

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

«Ὅν ἔγραψε Μωυσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται,
εὑρήκαμεν Ἰησοῦν… τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ»

 

Πηγή: http://www.immorfou.org.cy/logoi/787-omilia-kiriaki-orthodoxias.html

Περισσότερα

Επτά Λόγοι στους Χαιρετισμούς – Ορθοδοξία και Eλληνισμός

Αρχιμ. Δαμιανού Ζαφείρη, 
Επτά Λόγοι στους Χαιρετισμούς

εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα, 1998, σελ. 47-54.

 

Δυο δώρα προσφέρουμε κάθε Παρασκευή των Χαιρετισμών στην Παναγία. Δυό υπέροχα δώρα που είναι αντάξια της Μητέρας του Θεού, της Θεοτόκου, της τιμιωτέρας των Χερουβείμ και ενδοξοτέρας των Σεραφείμ. Τα θεσπέσια αυτά δώρα είναι ο Ακάθιστος Ύμνος με τους 24 Οίκους και ο Κανόνας με τις εννέα ωδές. Και τα δυό είναι αριστουργήματα της Βυζαντινής υμνολογίας που εξαίρουν το έργο και το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο υμνογράφος στον κανόνα χρησιμοποιεί για την Παναγία τις φράσεις: «ρόδον τό ἀμάραντον , μύρον πολύτιμον , στάχυνἡ βλαστήσασα τόν θεῖον, εἴσοδος τῶν σωζόμενων, κλίμαξ , γέφυρα, ἱερόν καταφύγιον ἰσχύς καί ὄχυρωμα τῶν ἀνθρώπων, λιμήν, ἄνθος τό ἀμάραντον, τεῖχος καί ὄχυρωμα, ἄστρον ἄδυτον, τῶν ἀθλητῶν στεφάνωμα».

Ό λα αυτά χαρακτηρίζουν την ξεχωριστή θέση που έχει η Παναγία στον κόσμο της αγιότητος της Εκκλησίας. Ως Μητέρα του Θεού είναι ο μοναδικός θησαυρός του πιστού, διότι προσφέρεται για την σωτηρία του κόσμου και γι’ αυτό αποκαλείται «κόσμου διάσωσμα ». Η Παναγία είναι το καταφύγιο και το λιμάνι των πιστών, διότι σ’ αυτήν βλέπουν ασφάλεια και προστασία. Και στον Ακάθιστο Ύμνο αποκαλείται « ἀστήρ , ὁδηγός σωφροσύνης, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων, γῆ τῆς ἐπαγγελίας , τό ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας , τό στέφος τῆς ἐγκράτειας , ὄχημα πανάγιον , οἴκημα πανάριστον , ἐλπίς ἀγαθῶν αἰωνίων, σκηνή τοῦ Θεοῦ καί λόγου, ἁγία ἅγιων με ῖζον , ἀσάλευτος πύργος, τό ἀπόρθητον τεῖχος». Όλα αυτά τονίζουν το μέγιστο έργο της Παναγίας για την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Η τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξότερα των Σεραφείμ συνεχίζει το θείο έργο με τα πολυάριθμα θαύματα προς όσους προστρέχουν με πίστη και αγάπη στον Θεό.

Ιδιαίτερα ο Ακάθιστος Ύμνος είναι ευχαριστήριος Ύμνος και εγκώμιο στο πρόσωπο της Παναγίας για το μεγάλο θαύμα που έκανε το έτος 626 στην Κωνσταντινούπολη, νικώντας δυο μεγάλες στρατιές αλλοθρήσκων, τους Πέρσες και τους Αβάρους. Ο Ακάθιστος Ύμνος παρουσιάζει την βαθιά πίστη των προγόνων μας στο Θεό και στην πατρίδα. Αυτά τα δυό ήταν ενωμένα στην ψυχή του λαού του Βυζαντίου και εκφράζονται έντονα στον Ακάθιστο Ύμνο με το « Χα ῖ ρε νύμφη ἀ νύμφευτε » και « τῇ ὑπερμάχω στρατηγῷ τά νικητήρια». Μέ τό « χα ῖ ρε νύμφη ἀ νύμφευτε » παρουσιάζεται το κοσμοσωτήριο έργο της Παναγίας και με το « τῇ ὑπερμάχω στρατηγῷ » τονίζονται τα θαυμαστά γεγονότα της ιστορίας του Βυζαντίου. Τα θρησκευτικά και τα εθνικά ιδεώδη συνυπάρχουν στο λαό του Βυζαντίου. Η έννοια της θρησκείας και της πατρίδος λαμβάνουν ιδιαίτερο χώρο στη συνείδηση του λαού αυτού.

Η εθνική και η θρησκευτική συνείδηση

Ὁ Ακάθιστος ύμνος μας καλεί να μαθητεύσουμε στην ιστορία των προγόνων μας, για να ωφεληθούμε από τα διδάγματά της για τους κοινούς θρησκευτικούς και εθνικούς αγώνες τους. Οι έννοιες της πίστεως και της πατρίδος συνυπήρχαν στην συνείδηση του λαού του Βυζαντίου. Η πίστη και η ελευθερία ήταν τα μοναδικά ιδανικά των και γι’ αυτά πολεμούσαν μέχρι θυσίας.

Η έννοια της πατρίδας ήταν συνυφασμένη με την έννοια της θρησκείας, διότι σ’ αυτήν υπήρχαν τα ιερά και όσια της πίστεώς των. Ακόμη και οι αρχαίοι πρόγονοί μας έδιναν μία ιερότητα στην έννοια της πατρίδος και αυτό το τονίζει ο σοφός Σωκράτης: «Μητρός τέ καί πατρός καί τῶν ἄλλων προγόνων ἁ πάντων τιμιώτερον ἐστιν ἡ πατρίς καί σεμνότερον καί ἁγιώτερον…» (=Και από την μητέρα και από τον πατέρα κι όλους γενικά τους άλλους προγόνους πιο πολύτιμο αγαθό είναι η πατρίδα και πιο σεβαστό και πιο ιερό…). Ο δε στρατηγός Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του έγραφε: « Γλυκύτερον πρᾶγμα δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τήν πατρίδα καί τήν θρησκεία». Και ο Κωστής Παλαμάς γράφει με τόλμη: « Δέν ζεῖ χωρίς πατρίδα ἡ ἀνθρώπινη ψυχή».

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι στην πατρίδα εμπιστευόμαστε τη ζωή μας, τη ζωή των παιδιών μας, την τιμή μας, τα ιερά και τα όσιά μας. Γι’ αυτό είναι ανάγκη να αγαπάμε την πατρίδα μας και να έχουμε εθνική συνείδηση. Διότι η εθνική συνείδηση δηλώνει κοινούς αγώνες, κοινή γλώσσα και θρησκεία και κοινές παραδόσεις.

Η εθνική και η θρησκευτική συνείδηση πρέπει να πορεύονται μαζί, όπως η ενότητα ενός έθνους και η πίστη στο Θεό, η αρετή και το θείο. Και οι δυο μαζί οδηγούν στην ομόνοια ενός έθνους. Το παρελθόν της Ελλάδος είναι λαμπρό με τις ηρωικές μορφές της που την διέκριναν από όλα τα έθνη του κόσμου. Οι ιερές παραδόσεις εξυψώνουν την εθνική συνείδηση για νέους αγώνες και θυσίες.

Η πίστη στα υψηλά ιδανικά εμπνέει το πνεύμα της άμιλλας, της ενότητας και συνεργασίας που ξυπνά τον Έλληνα από τον λήθαργο της αδιαφορίας και της ατομικής ευμάρειας. Ας ξεχάσουμε τους φανατισμούς μας, τις μισαλλοδοξίες, τις αδικίες και τα μίση που διασπούν την ενότητά μας, διότι η ελληνική ιστορία μας έχει διδάξει ότι τίποτε καλό δεν έχουμε επιτύχει με τις διχόνοιες. Όπως προέτρεπε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης τους Έλληνες, «να’ στε μονιασμένοι».

Ορθοδοξία και Ελληνισμός

Πάντοτε η Ορθοδοξία ήταν παράγοντας ενότητας, ειρήνης και συμφιλιώσεως των Ελλήνων, διότι κηρύττει την ελευθερία και την αγάπη μεταξύ των ανθρώπων. Βλέπει το ανθρώπινο πρόσωπο ως εικόνα του Θεού και το σέβεται προσφέροντάς του τα υψηλά ιδανικά και τις θεανθρώπινες αξίες του Χριστιανισμού. Η Ορθοδοξία στοχεύει να δημιουργήσει ώριμους και υπεύθυνους ανθρώπους με υψηλούς σκοπούς, ώστε να συμβάλλουν για μια καλύτερη κοινωνία, η οποία να εμφορείται από τις αξίες της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της αγάπης.

Ως ορθόδοξοι χριστιανοί έχουμε την προσωπική ευθύνη για ορθόδοξο και ελληνικό ήθος. Και τα δυο μαζί να συμπορεύονται και να κατευθύνουν την ψυχή του Έλληνα σε νέους αγώνες και θυσίες. Είναι αλήθεια ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν αναπτύξει σε μεγάλο βαθμό τη μεγάλη αξία της θρησκείας και της πατρίδος.

Μπορεί να αισθανόμαστε αδύναμοι μπροστά στις δυνάμεις των μεγάλων εθνών, στις υπεράριθμες στρατιές άλλων χωρών, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι 12.000 στρατιώτες που είχαν μείνει στα τείχη της Κωνσταντινούπολης με τον πατριάρχη Σέργιο και τον φρούραρχο Βώνο πολέμησαν τις μυριάδες των Περσών και των Αβάρων , που κτυπούσαν αλύπητα τα φρούρια της Κωνσταντινούπολης από ξηρά και θάλασσα. Η νίκη των βαρβάρων ήταν σίγουρη, αλλά δεν είχαν υπολογίσει την πίστη των ολιγάριθμων χριστιανών. Η Παναγία έκανε πάλι το θαύμα της και ως Στρατηγός διηύθυνε το στράτευμα, προσθέτοντας την δύναμη του Θεού και κατατροπώνοντας τις εχθρικές δυνάμεις των Περσών και των Αβάρων. Η δύναμή μας είναι η πίστη μας στο Θεό και την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία ως Υπέρμαχος Στρατηγός θα οδηγήσει την Ορθοδοξία και τη μικρή Ελλάδα και σε άλλα θαύματα, αρκεί εμείς να είμαστε σταθεροί στην πίστη και στα ιδανικά μας.

Η Ορθοδοξία και ο Ελληνισμός πορευόμενοι μαζί δίνουν μήνυμα και πρόσκληση στον σύγχρονο κόσμο, προσφέροντας τις παραδόσεις και την πνευματική κληρονομιά της. Πάντοτε η Ορθοδοξία και ο Ελληνισμός υπήρξαν ενωμένοι και αυτό δηλώνεται με την σφραγίδα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού. Είναι οι δυό όψεις του αυτού νομίσματος.

Η κρίση των αξιών

Σήμερα ζούμε σ’ έναν κόσμο που η ελληνική κοινωνία απειλείται από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς και συγχρόνως διέρχεται κρίσεις, από τις οποίες κινδυνεύει να χάσει την ταυτότητά της. Ξεκινά από τη κρίση των αξιών και των ιδεολογιών και φθάνει μέχρι την κρίση του ανθρωπισμού, της ηθικής, της οικογένειας και της παιδείας. Αυτό που κυριαρχεί περισσότερο είναι η κρίση των ηθικών αξιών, από την έλλειψη της αγάπης και της προσφοράς. Ακόμη ένας αφανής κίνδυνος είναι η κρίση των συνειδήσεων των ανθρώπων, που νεκρώνονται εξαιτίας του ατομισμού και της μοναξιάς.

Σήμερα η Ορθοδοξία και ο Ελληνισμός δίνουν την δική τους μαρτυρία σε όλο τον κόσμο, προβάλλοντας τις πνευματικές τους αξίες στο δυτικό τρόπο ζωής, ο οποίος αποχαυνώνει το ανθρώπινο πρόσωπο και προξενεί μία νέα απαξία, του μηδενισμού και της στείρας λογικής. Η μεν Ορθοδοξία εκτός από μία μυστηριακή εκκλησιολογική ενότητα, δημιουργεί ένα συγκροτημένο άνθρωπο με ορθόδοξο ήθος. Ο δε Ελληνισμός με τον πολιτισμό του προσφέρει ένα κοινωνικό γίγνεσθαι στο σημερινό άνθρωπο, για να ξεφύγει από το λαβύρινθο των αδιεξόδων που μαστίζουν την κοινωνία. Η Ορθοδοξία προβάλλει τον εσταυρωμένο Ιησού Χριστό, ο Ελληνισμός την ακρόπολη των αξιών, την Δημοκρατία με όλα τα υγιή στοιχεία της. Η Ορθοδοξία με την λατρεία της ενώνει τον πιστό με τον Θεό, για να νικήσει τις δυνάμεις της αμαρτίας και να τον οδηγήσει πλέον στη θεία ζωή του καινού κόσμου του Θεού. Ο Ελληνισμός προβάλλει την αρετή του Σωκράτη, την ηθική του Πλάτωνα, την ανδρεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τα υψηλά ιδανικά σοφών ανδρών. Και σήμερα υπάρχουν πολλοί που επιβουλεύονται την ακεραιότητα της Ελλάδος, προσβάλλοντας την εθνική συνείδησή μας με το να αλλοιώνουν την ελληνική Ιστορία (όπως με την ονομασία της Μακεδονίας των Σκοπίων). Επίσης εσωτερικοί εχθροί που προσβάλλουν το ορθόδοξο φρόνημα του Ελληνικού λαού, προβάλλοντας ξενόφερτα πρότυπα ζωής, ιδέες και δοξασίες άλλων χωρών. Προσπαθούν με όλα αυτά να μειώσουν την δύναμη της Ελλάδος και να δεσμεύσουν την ελευθερία της πίστεως του λαού. Στην Ελλάδα γεννήθηκαν ο λόγος και η ελευθερία και η Ελλάδα μεγαλούργησε γιατί πίστευε σε υψηλά ιδανικά και αξίες που την διέκριναν από τις άλλες χώρες του κόσμου. Και σήμερα, αν αγαπάμε την πατρίδα και την Ορθοδοξία μας, είναι ανάγκη να υψώσουμε την φωνή μας τόσο σε ξένους επιβουλείς όσο και σ’ εκείνους που ζητούν να σκλαβώσουν την θρησκευτική πίστη μας είτε σε μια ταυτότητα ή σε ξενόφερτες παραθρησκείες και αιρέσεις που αλλοιώνουν την ορθόδοξη ελληνική παράδοση. Και πάλι η Παναγία θα κάνει το θαύμα της για να μας προστατέψει από εχθρούς, όπως την εποχή εκείνη, αρκεί η πίστη στον Θεό να είναι δυνατή και σταθερή.

 

Πηγή: http://www.apostoliki-diakonia.gr/gr_main/catehism/theologia_zoi/themata.asp?cat=leit&main=katixisi&file=Dialogoi/page7.htm

Περισσότερα
1 2