Ιερός Ναός Αγίας Βαρβάρας

Των αγίων 14.000 Νηπίων υπό του Ηρώδου αναιρεθέντων.

 

π. Αλεξάνδρου Σμέμαν

(+29 Δεκεμβρίου)

Δεν προλαβαίνουμε να χαρούμε τα Χριστούγεννα, αυτή τη γιορτή της ειρήνης και της καλωσύνης που ακτινοβολεί το Παιδί της Βηθλεέμ, και τότε το ευαγγέλιο μάς προσκαλεί να παρασταθούμε μάρτυρες της έκρηξης μιας τρομακτικής μοχθηρίας απέναντι σ’ Αυτό, μιας μοχθηρίας που ποτέ δε θα τελειώσει ή θα αδυνατίσει.[…]

Ιστορικά γνωρίζουμε ότι ο Ηρώδης βασίλευε στην Παλαιστίνη με τη σύμφωνη γνώμη και υπό την προστασία των ρωμαίων κατακτητών, και πως ήταν ένας απάνθρωπος και άδικος τύραννος. Στην αντίδραση του στη γέννηση του Χριστού, το ευαγγέλιο μάς δίνει το αιώνιο πορτραίτο της επίγειας εξουσίας που ο μοναδικός σκοπός και η ενέργειά της εξαντλούνται στη διατήρηση, χρησιμοποίηση και υπεράσπιση της δύναμης που κατέχει ενάντια σε ο,τιδήποτε πιθανώς απειλεί την ύπαρξή της. Mήπως δεν το ξέρουμε τόσο καλά εμείς οι ίδιοι; Πάνω απ’ όλα ο Ηρώδης είναι τρομαγμένος και φιλύποπτος. Πιθανώς να αναρωτηθούμε πώς ήταν δυνατό ένα παιδί να αποτελεί απειλή, ένα παιδί για το οποίο δε βρέθηκε κανένα άλλο κατάλυμα παρά μια σπηλιά για να γεννηθεί; Για τον Ηρώδη όμως ήταν αρκετό το ότι κάποιος –και στην περίπτωσή μας αυτοί οι μάγοι από την Ανατολή- ονόμασε «βασιλιά» αυτό το άγνωστο φτωχικό και αβοήθητο παιδί. Τίποτε άλλο δε χρειάστηκε για να μπει σε λειτουργία ο μηχανισμός της εγκληματικής αναζήτησης, έρευνας, ανάκρισης και εκτέλεσης.

«Τότε Ηρώδης λάθρα καλέσας τους μάγους…». Έπρεπε να γίνει μυστικά, επειδή αυτού του τύπου η εξουσία γνωρίζει ότι μπορεί να λειτουργεί μόνο όταν η δουλειά της γίνεται μυστικά, που σημαίνει παράνομα και άδικα. Και τότε, «πορευθέντες», είπε ο Ηρώδης στους Μάγους «ακριβώς εξετάσατε περί του παιδίου.» Διατάζει να διερευνήσουν, να «κατασκευάσουν μιαν υπόθεση», να την προετοιμάσουν πολύ προσεκτικά έτσι, ώστε να μην υπάρχει καμιά διαφυγή ή σφάλμα καθώς ετοιμάζονται τα αντίποινα. Κατόπιν έρχεται το ψέμα: «επάν δε εύρητε, απαγγείλατέ μοι, όπως καγώ ελθών προσκυνήσω αυτώ.» Πόσο συχνά δεν έχουμε δει αυτό το είδος του ψέματος να διαμορφώνεται τόσο μεθοδικά καθώς προετοιμάζεται να εκτοξευθεί. Και τελικά η παράλογη και αιματοβαμμένη αντεκδίκηση: για να καταστραφεί ο ένας, δολοφονούνται εκατοντάδες. Δεν υπάρχουν εξαιρέσεις, δε σταματά σε τίποτε. Και όλα αυτά για να προστατευθεί η άπληστη εξουσία, που δεν έχει κανέναν άλλο τρόπο για να υπερασπίσει τον εαυτό της από τη βία, την απανθρωπιά και την ετοιμότητα να δολοφονήσει.

Το φως των Χριστουγέννων συναντά το σκοτάδι της κακόβουλης εξουσίαςπου την έχει διαφθείρει ο φόβος και η καχυποψία. Από τη μια πλευρά: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία.» Από την άλλη μια τρομακτική, συνεχώς κακή βούληση, ο ρόγχος ενός μισοπεθαμένου καθεστώτος που μισεί το φως, τον κόσμο, την ελευθερία, την αγάπη και επιθυμεί διακαώς να τα ξεριζώσει χωρίς έλεος. Γιατί να νοιαστεί αυτή η κακόβουλη εξουσία για τις κραυγές και το κλάμα των μητέρων που δε θα βρουν καμιά παρηγοριά; Δυο χιλιάδες χρόνια πέρασαν από τότε, αλλά οι ίδιες δύο εξουσίες εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπες η μια απέναντι στην άλλη στον πολυβασανισμένο πλανήτη μας: η εξουσία της γυμνής δύναμης, η τυφλωμένη από το φόβο και τρομακτικά απάνθρωπη και η ακτινοβόλα εξουσία του παιδιού της Βηθλεέμ. Φαίνεται όμως πως όλη η εξουσία, όλη η δύναμη βρίσκεται στα χέρια αυτής της γήινης αρχής, στα χέρια της αστυνομίας της, των ανακριτών της, στα χέρια αυτού του αθάνατου συστήματος των νυκτερινών επιχειρήσεων. Μόνο όμως φαινομενικά: επειδή ποτέ δεν παύουν να λάμπουν το αστέρι και η εικόνα της Μητέρας με το Βρέφος, ο ύμνος «Δόξα εν υψίστοις Θεώ» δεν έχει σιγήσει, και η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη ζουν.

Απολυτίκιον των αγίων Νηπίων. Ήχος α’. Τον τάφον σου Σωτήρ.

Ως θύματα δεκτά, ως νεόδρεπτα ρόδα και θεία απαρχή, και νεόθυτοι άρνες, Χριστώ τω ώσπερ νήπιον, γεννηθέντι προσήχθητε, αγνά Νήπια, την του Ηρώδου κακίαν, στηλιτεύοντα και δυσωπούντα απαύστως, υπέρ των ψυχών ημών.

Μεγαλυνάρια

Εν μαιευτηρίω των ουρανών, άγγελοι Κυρίου εγεννήθησαν νεοσσοί, εγγύς της ημέρας των πρώτων Χριστουγέννων, και της αθανασίας γάλα εθήλασαν.

Ενηλικιώθητε σθεναρώς, ώριμοι ως άνδρες, της θυσίας οι γεωργοί, της χαράς ποιμένες, τεχνίται της αγάπης και μαχηταί ειρήνης, Νήπια, χαίρετε!

Ουράνιαι τάξεις αγγελικαί, Πρόδρομε Κυρίου, αποστόλων η Δωδεκάς, τα τίμια Βρέφη, μετά της Θεοτόκου, συν πάσι τοις αγίοις, κόσμον στηρίξατε!

Περισσότερα

Τα θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνα – Λιτανείες του Αγίου στην Κέρκυρα

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

Το 1630 με θαυματουργική επέμβαση του Αγίου Σπυρίδωνος σώθηκε η Κέρκυρα από πανώλη, δηλ. από φοβερή θανατηφόρα λοιμική νόσο. Η αρρώστια ξεκίνησε στην Κέρκυρα τον Οκτώβριο του 1629. Μεταδόθηκε από ένα πλοίο που έφτασε στην Κέρκυρα από την Ιταλία. Η ασθένεια έπληττε την Ιταλία και όλα τα Ιόνια Νησιά. Τα Χριστούγεννα του 1629 εντοπίστηκαν τέσσερα κρούσματα στην Κέρκυρα και όσο ο καιρός περνούσε τόσο αυτά πολλαπλασιάζονταν. Παρά τα αυστηρά μέτρα που έλαβαν οι υγειονομικές αρχές, το κακό δεν υποχωρούσε. Οι άνθρωποι κατέφυγαν στις πρεσβείες του Αγίου Σπυρίδωνος. Την μεγαλύτερη και ύστατη ελπίδα. Πράγματι, ο Άγιος δεν έμεινε ασυγκίνητος από τις παρακλήσεις και τις προσευχές των ανθρώπων. Λίγο καιρό πριν τις ημέρες του Πάσχα πολλοί ασθενείς τον έβλεπαν στον ύπνο τους να τους ευλογεί και να τους χαρίζει την υγεία. Επίσης, οι νυκτερινοί σκοποί του Παλαιού Φρουρίου έβλεπαν τη νύχτα ένα φως υπερκόσμιο να αιωρείται, πάνω από το ναό του Αγίου. Σιγά, σιγά, μέρα με τη μέρα, τα κρούσματα ελαττώθηκαν μέχρι που έπαυσαν οριστικά την ημέρα των Βαΐων του 1630. Οι Κερκυραίοι απέδωσαν τη διάσωσή τους σε θαύμα του Αγίου και καθιέρωσαν από τότε την ημέρα αυτή λιτάνευση του ιερού λειψάνου. Η λιτανεία της ημέρας αυτής έχει τη μεγαλύτερη διάρκεια από όλες τις άλλες και η πορεία της καλύπτει την περίμετρο της μεταβυζαντινής πόλης της Κέρκυρας.

 
 

Η ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ

Αρχαιότερη όλων των λιτανειών του Αγίου Σπυρίδωνος στο νησί μας είναι η λιτανεία του Μ. Σαββάτου. Καθιερώθηκε λόγω της σωτηρίας του νησιού από φοβερή πείνα (σιτοδεία – λιμό) που το έπληξε λίγο καιρό πριν το Πάσχα του έτους 1553. Αν και δεν μας είναι γνωστή η ακριβής ημερομηνία της τελέσεως του θαύματος, τη χρονολογία αυτή συμπεραίνουμε από τη μαρτυρία ότι τότε αποφασίστηκε η ανοικοδόμηση δημόσιας σιταποθήκης (Λ.Σ. Βροκίνη, Έργα, τόμ. Β΄. Κέρκυρα 1973, σ. 291). Να σημειωθεί ότι τη λιτανεία αυτή επικύρωσε με διάταγμά του, ο Γενικός Προβλεπτής Αντώνιος Λορεδάνος στις 24-04-1753.

Ακολούθως ενέκρινε αυτό η Ενετική Γερουσία την 01-06-1753. Κατά την λιτανεία αυτή τελείται και η περιφορά του Επιταφίου του ναού του Αγίου και όχι το βράδυ της Μ. Παρασκευής, όπως ορίζει το Τυπικό της Εκκλησίας μας. Το βράδυ περιφέρεται ο Επιτάφιος εντός του ναού με τη συμμετοχή της Παλαιάς Φιλαρμονικής «Ο Άγιος Σπυρίδων». Κατά τη λιτανεία του Μ. Σαββάτου προηγείται το λείψανο του Αγίου και ακολουθεί ο Επιτάφιος. Ο Άγιος την ημέρα αυτή δεν καλύπτεται, όπως γίνεται σε κάθε άλλη λιτανεία, από την Ουρανία – μπαρλακί (από το ιταλικό Baldacchino), η οποία καλύπτει τον Επιτάφιο.

Αυτό ερμηνεύεται ως εξής: Κατά την διάρκεια της Βενετικής κυριαρχίας της Κέρκυρας (1386-1797) η Ορθόδοξη Εκκλησία πέρασε πολλές καταπιέσεις. Μεταξύ αυτών ήταν, μετά από απόφαση της Βενετικής Γερουσίας (1574), η απαγόρευση των λιτανειών των Ορθοδόξων κατά τις ημέρες που τελούσαν λιτανείες οι Λατίνοι.Επέβαλαν δε στον Ορθόδοξο Κλήρο να παίρνει επίσημα μέρος σ’ όλες αυτές τις τελετές. Με αφορμή αυτή την απόφαση οι Ορθόδοξοι Κερκυραίοι για να μην καταργήσουν τελείως το έθιμο της περιφοράς του Επιταφίου τους τη Μ. Παρασκευή, μετέφεραν την περιφορά το Μ. Σάββατο το πρωί.

Το έθιμο αυτό διατηρήθηκε όλη την περίοδο της Βενετοκρατίας. Στη συνέχεια όταν η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κέρκυρας το 1799 επανέκτησε τα δικαιώματά της, παρέμεινε μόνο η περιφορά του Επιταφίου του ιερού ναού του Αγίου Σπυρίδωνος κατά το Μ. Σαββάτο μαζί με τη λιτανεία του Αγίου (βλ. Σ.Κ. Παπαγεωργίου, Ιστορία της Εκκλησίας της Κέρκυρας, Κέρκυρα 1920, σ. 59. Αθαν. Χ. Τσίτσα Πρωτ., Ο Ιερός Σπυρίδων, Κέρκυρα 1967, σ. 54).

Μετά την ολοκλήρωση της λιτανείας (αρχίζει κατά στις 9.00 και τελειώνει κατά τις 10.30 π.μ.) το ιερό λείψανο του Αγίου εκτίθεται όρθιο μπροστά στην είσοδο της κρύπτης του σε τετραήμερο προσκύνημα. Την Τρίτη του Πάσχα το απόγευμα τοποθετείται ξανά εντός της λάρνακας (μπάσματα) στις 6.00 μ.μ.


 

Η ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΥΡΙΑΚΟΥ

Την πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου (το επονομαζόμενο «Πρωτοκύριακο») λιτανεύεται το ιερό Λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνος, εις ανάμνηση ευγνωμοσύνης της θαυματουργικής διασώσεως της Κέρκυρας από τη φοβερή επιδημία της πανώλης που για δεύτερη φορά είχε απειλήσει το νησί το έτος 1673.

Οι συναξαριστές δε μας λένε πότε ακριβώς άρχισε και πόσο κράτησε το κακό. Αναφέρουν όμως ότι η φοβερή επιδημία σταμάτησε απότομα τις τελευταίες ημέρες του Οκτωβρίου του 1673. Τότε, κατά μαρτυρίες της εποχής, επί τρεις νύκτες στην κορυφή του καμπαναριού της εκκλησιάς του Αγίου, ένα υπερκόσμιο σταθερό φως έκανε να διακρίνεται ο θαυματουργός Άγιος αιωρούμενος, κρατώντας το σταυρό στο χέρι και καταδιώκοντας το θανατικό που έμοιαζε με κατάμαυρο φάντασμα, το οποίο προσπαθούσε να αποφύγει τον Άγιο για να σωθεί.

Όπως είναι γνωστό, η λιτανεία καθιερώθηκε με απόφαση της Βενετικής Διοικήσεως τις 29 Οκτωβρίου 1673 «δια την απαλλαγήν της νήσου, τη αντιλήψει του θαυματουργού και προστάτου Αγίου Σπυρίδωνος, από την φοβεράν επιδημίαν της πανώλους (πανούκλας)». Η σωτηρία της Κέρκυρας αποδόθηκε από τις αρχές τον κλήρο και το λαό στην θαυματουργική παρέμβαση του Αγίου.

 

Η ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΤΗΣ 11ης ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Η διάσωση της Κέρκυρας από την Τουρκική απειλή κατά τον Ιούλιο – Αύγουστο του 1716, αποδεικνύει την αποτελεσματικότητα της θερμής πίστεως των Χριστιανών του νησιού, μα και την διαρκή παρουσία του προστάτου της Κέρκυρας, Οσίου Πατρός ημών Σπυρίδωνος, επισκόπου Τριμυθούντος, του θαυματουργού.
Οι βλέψεις των επίδοξων κατακτητών του νησιού.
Προς τα τέλη του 14ου αιώνα, η Βυζαντινή αυτοκρατορία και το Δεσποτάτο της Ηπείρου βρισκόταν σε μεγάλη παρακμή. Ενώ λοιπόν στην Κέρκυρα οι κυριαρχία των Ανδηγαβών ήταν υποτυπώδης, αυτοί αδυνατούσαν να παρέμβουν αποτελεσματικά για την προστασία της Κέρκυρας.
Μια άλλη όμως δύναμη, αυτή των Βενετών, προσπάθησε με ειρηνικό και διπλωματικό τρόπο στην αρχή (1314 και εξής Μ. Χ.), να προσαρτήσει την Κέρκυρα. Επειδή όμως απέτυχε, χρησιμοποίησε την βία των όπλων και επιτέθηκε στην Ακρόπολη, υψώνοντας τελικά την Βενετσιάνικη σημαία στις 20 Μαρτίου 1386 στο Κερκυραϊκό φρούριο.

Ο αρχιμ. π. Αντώνιος Πακαλίδης, ιερατικώς προϊστάμενος του Ιερού Ναού Αγίου Σπυρίδωνος Τριανδρίας, κρατών την δεξιά χείρα του Αγίου Σπυρίδωνος, κατά την Ιερά Λιτάνευση του Αγίου στους δρόμους της Κέρκυρας.
 

ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΟΥ 1716

Η πρόθεση επίσης των Τούρκων να επεκταθούν προς τη Δύση και συγκεκριμένα οι βλέψεις τους για τα Ιόνια Νησιά δεν σταμάτησαν ποτέ. Η Βενετία λοιπόν που κατείχε μεταξύ των άλλων και την Κέρκυρα κατά τις αρχές του 18ου αιώνος, αντιλαμβανόμενη την κατάσταση αυτή, στέλνει το στρατάρχη Ιωάννη Ματθία Σούλεμπουργκ να ηγηθεί της άμυνας του νησιού. Τούτο δεν ήταν αδικαιολόγητο, εφόσον οι Τούρκοι είχαν θέσει στο στόχαστρό τους το νησί ήδη από το 1431, και επιχειρούσαν με συχνές επιδρομές να το καταλάβουν.

Μια νέα αποβίβαση των Τούρκων στο νησί, γίνεται λοιπόν στις 8 Ιουλίου του 1716, οπότε και κατορθώνουν να κυριεύσουν πρώτα τα οχυρά του Μαντουκιού και της Γαρίτσας, και στη συνέχεια τα Φρούρια Αβράμη και Σωτήρος. Ενώ από το Νέο Φρούριο κατέλαβαν έναν από τους κυριότερους προμαχώνες του. Οι επιθέσεις των Τούρκων συνεχίζονται επί έναν ολόκληρο μήνα, μέχρι τις 8 Αυγούστου.

Τις ημέρες εκείνες, ο πιστός λαός του Θεού τελούσε συνεχείς παρακλήσεις και προσευχές προς τον Ύψιστο, δεόμενος και προς τον θαυματουργό Άγιο Σπυρίδωνα να παρέμβει με τις πρεσβείες του, σώζοντας το νησί του.

Πράγματι. Στις 9 Αυγούστου του 1716 ξεσπά στο νησί μια καταστρεπτική καταιγίδα. Τότε δημιουργήθηκε πανικό στο στρατόπεδο των Τούρκων, στο οποίο μάλιστα κυκλοφορεί και η είδηση ότι πολλοί στρατιώτες είδαν τον Άγιο Σπυρίδωνα με τη μορφή καλογήρου να βγαίνει από τον Ιερό Ναό όπου και το Θαυματουργό του Λείψανο, απειλώντας τους επιτιθέμενους Μουσουλμάνους με αναμμένο πυρσό, πράγμα που μεγαλώνει ακόμη περισσότερο τον πανικό τους.

ΈτσιΙ, Η ραγδαία νεροοντή, ο φόβος από τον ΑΚΑΤΑΜΆΧΗΤΟ Καλόγερο που τους φοβέριζε και τους καταδίωκε, αναγκάζει τους επιτιθέμενους να λύσουν την πολιορκία και να αναχωρήσουν πανικόβλητοι. Εξάλλου, οι γενικότερες στρατιωτικές υποχρεώσεις της Τουρκίας, επέβαλλαν την έκτακτη ανάκληση της στρατιάς που πολιορκούσε την Κέρκυρα.

Η αναχώρηση λοιπόν των Τούρκων, στις 11 Αυγούστου, ήταν άτακτη φυγή, και δικαίως αποδόθηκε στην θαυματουργό επέμβαση του Αγίου Σπυρίδωνος. Είναι αξιοσημείωτο δε πως αυτή η πολιορκία, για πρώτη φορά, δεν στοίχισε την ζωή σε κανέναν από τον άμαχο πληθυσμό.

Η Βενετία τίμησε τον στρατηγό Σούλεμπουργκ, τους Κερκυραίους και την Κέρκυρα για την υπεράσπιση του νησιού, ενώ παράλληλα, σε ανάμνηση του θαυμαστού γεγονότος της παρεμβάσεως του Αγίου, θεσπίζει με νόμο την καθιέρωση της ετήσιας λιτανείας του σκηνώματος του Αγίου Σπυρίδωνος στις 11 Αυγούστου.

Η φιλαρμονική ΄΄Μάντζαρος΄΄ κατά την Ιερά Λιτάνευση του Αγίου Σπυρίδωνος, στην πλατεία Σπιανάδα της Κέρκυρας.
Περισσότερα

Άγιος Σπυρίδων , επίσκοπος Τριμυθούντας και θαυματουργός

Ο εν Αγίοις Πατήρ ημών Σπυρίδων, επίσκοπος Τριμυθούντος ο Θαυματουργός, έζησε τον 4ο αιώνα στην Κύπρο. Ήταν βοσκός στο επάγγελμα, έγγαμος και πατέρας μίας κόρης, της Ειρήνης. Ξεχώριζε για την πίστη του στο Θεό, την αγάπη του για τον άνθρωπο, την απλότητα, την ταπείνωση, την φιλοξενία και τις αγαθοεργίες του.

Όταν πέθανε η γυναίκα του, ο Σπυρίδων αφιέρωσε πλέον τη ζωή του ολοκληρωτικά στο Θεό. Χωρίς να το επιδιώξει απέκτησε φήμη στη μεγαλόνησο και όταν εκοιμήθη ο επίσκοπος της πόλης της Τριμυθούντος, κοντά στη Σαλαμίνα, ομόφωνα οι πιστοί εξέλεξαν τον Σπυρίδωνα ως διάδοχό του.

Παρά την τιμή και το αξίωμα ο ταπεινός βοσκός δεν άλλαξε καθόλου την βιοτή του: φορούσε πάντα τα ίδια φτωχά ρούχα, τον ίδιο σκούφο από πλεγμένα φοινικόφυλλα. Παντού πήγαινε με τα πόδια, βοηθούσε στις γεωργικές εργασίες και, όπως πριν, φυλούσε το κοπάδι του. Μια νύχτα μπήκαν στο μαντρί του ληστές για να κλέψουν πρόβατα. Όταν όμως επιχείρησαν να βγούνε με τη λεία τους ένιωσαν μια αόρατη δύναμη να τους ακινητοποιεί.

Το πρωί ο Άγιος τους βρήκε και εκείνοι, καταντροπιασμένοι, του διηγήθηκαν τι τους είχε συμβεί. Ο Σπυρίδων τους απάλλαξε από τα δεσμά, τους νουθέτησε και τους δώρησε δύο κριάρια, «για τον κόπο της αγρυπνίας», όπως χαρακτηριστικά τους είπε.

Αυστηρός με τον εαυτό του και γεμάτος αγάπη με τους συνανθρώπους του ο Σπυρίδων απέκτησε παρρησία ενώπιον του Θεού και έκανε πλήθος θαυμάτων. Όταν φοβερή ξηρασία έπληξε την Κύπρο, ο Άγιος με την προσευχή του έφερε βροχή, κάνοντας το χώμα γόνιμο. Κάποιοι πλούσιοι είχαν αποθηκεύσει μεγάλες ποσότητες σιταριού για να τις πουλήσουν ακριβά, εκμεταλλευόμενοι τον λιμό.

Οι προσευχές του Αγίου γκρέμισαν τις σιταποθήκες τους και το σιτάρι μοιράστηκε δίκαια στο λαό. Ως άλλος Μωυσής μεταμόρφωσε ένα φίδι σε χρυσάφι για να βοηθήσει έναν φτωχό. Κι όταν αντιμετωπίσθηκε η ανάγκη, επανέφερε το φίδι στην προτέρα του κατάσταση, δοξάζοντας το Θεό. Πάντα πρόθυμος να συνδράμει τους δεινοπαθούντες, πήγε να ελευθερώσει έναν άντρα που είχε καταδικασθεί σε θάνατο. Καθώς προχωρούσε, βρέθηκε μπροστά σε ένα ποτάμι που τα ορμητικά νερά του τού έκοβαν το δρόμο. Ο άγιος προσευχήθηκε και το νερό σταμάτησε για να περάσει ο Σπυρίδων χωρίς να βρέξει τα πόδια του.

Ο Χριστός ενεργούσε μέσα του δια του Αγίου Πνεύματος και του έδωσε εξουσία και επάνω στον θάνατο. Μετά από παράκληση μιας γυναίκας βαρβαρικής καταγωγής, ο Άγιος ανέστησε το νεκρό βρέφος της που η ίδια είχε εναποθέσει στα πόδια της. Κι όταν εκείνη, από τη συγκίνηση, απέμεινε νεκρή, ο Άγιος ανέστησε και την ίδια. Όταν πέθανε η κόρη του Ειρήνη, πριν προλάβει να φανερώσει σε κάποια γυναίκα πού είχε κρύψει τον θησαυρό που της είχε εμπιστευθεί, ο Άγιος έσκυψε πάνω στον τάφο και ρώτησε την νεκρή κόρη του πού ήταν ο θησαυρός. Κι εκείνη, αφού του απάντησε, επέστρεψε στη σιωπή του θανάτου.

Η αρετή του φώτιζε τους ανθρώπους και τους έκανε να μετανοούν για τις αμαρτίες τους. Μία αμαρτωλή γυναίκα έπεσε στα πόδια του ανθρώπου του Θεού και τα έλουσε με τα δάκρυά της, όπως η πόρνη του Ευαγγελίου. Ο Άγιος την συμπόνεσε , την σήκωσε και της είπε τον λόγο του Κυρίου «αφέωνταί σου αι αμαρτίαι», βοηθώντας την να ξεκινήσει μία νέα ζωή.

Στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο που συγκάλεσε ο Μέγας Κωνσταντίνος στη Νίκαια, το 325 μ. Χ., ο Άγιος ανέλυσε ένα κεραμίδι στα στοιχεία του, τη φωτιά, το νερό και το χώμα, δείχνοντας ότι τα τρία στοιχεία είναι ταυτόχρονα ένα ενιαίο σώμα. Έτσι απέδειξε την Τριαδικότητα του Θεού, ότι είναι δηλαδή « Ένας Θεός εν τρισί Προσώποις», καταισχύνοντας τον αιρεσιάρχη Άρειο και έναν φιλόσοφο οπαδό του, ο οποίος επέστρεψε στην Ορθοδοξία.

Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου, ο γιος του Κωνστάντιος, ήταν φίλα προσκείμενος στον Αρειανισμό. Ενώ βρισκόταν στην Αντιόχεια αρρώστησε σοβαρά, χωρίς ελπίδα να γιατρευθεί. Μετά από όραμα του αυτοκράτορα, ο Άγιος εκλήθη στο ανάκτορο μαζί με τον μαθητή του Άγιο Τριφύλλιο. Μόλις έφθασε στο προσκέφαλο του βασιλιά, τον θεράπευσε από την σωματική ασθένεια, εφιστώντας του την προσοχή για την ψυχική του υγεία, η οποία κινδύνευε από την λοιμική των αιρέσεων. Ο αυτοκράτορας τον γέμισε δώρα και χρυσό, που ο Άγιος μοίρασε στο λαό του στην Κύπρο.

Ο Άγιος ζούσε με την προσδοκία της μελλούσης ζωής. Τελούσε συνεχώς τη Θεία Λειτουργία σα να βρισκόταν ήδη ενώπιον του θρόνου του Θεού, μαζί με τους χορούς των Αγγέλων και των Αγίων. Μία ημέρα, την ώρα που λειτουργούσε, χωρίς να υπάρχουν πιστοί, είπε το «Ειρήνη πάσι», και ο υποτακτικός του άκουσε την φωνή του χορού των Αγγέλων να απαντά «Και τω πνεύματί σου». Η προσευχή του ήταν συνεχής. Κάποτε, μάλιστα, το καντήλι στο ναό πήγαινε να σβήσει από έλλειψη ελαίου. Και τότε ο Άγιος ζήτησε από το Θεό να ευλογήσει και η καντήλα ξεχείλισε. Το λάδι που συγκεντρώθηκε φώτισε το ναό για πολλές μέρες.

Ο Άγιος παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή του στον Κύριο στις 12 Δεκεμβρίου 348, σε ηλικία 78 ετών. Αυτή την ημέρα η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη του..

Το σκήνωμά του παρέμεινε άφθαρτο, πλην της δεξιάς χειρός του. Μέχρι τον 7ο αιώνα παρέμεινε στην Κύπρο. Κατόπιν, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.
Ο Ρώσος περιηγητής Αντώνιος Novgorod, ο οποίος έγραψε περί το 1200, αναφέρει ότι είδε το λείψανο στη μονή της Υ.Θ. Οδηγητρίας. Πρόκειται περί της γυναικείας μονής «τῆς Θεοτόκου τῆς Κεχαριτωμένης»..

Αργότερα μεταφέρθηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων. Πρώτη σχετική μαρτυρία έχουμε του Στεφάνου Novgorod περί το 1350. Τέλος, την ημέρα της μνήμης του Αγίου Σπυρίδωνος, στις 12 Δεκεμβρίου του έτους 1452, λίγους μήνες πριν την Άλωση, τελέσθηκε στο ναό της του Θεού Σοφίας πανηγυρική Θεία Λειτουργία, για την ένωση των Εκκλησιών, προεξάρχοντος του παπικού Λεγάτου, του λατινοφρονήσαντος στη Φλωρεντία, Αρχιεπισκόπου Κιέβου καρδιναλίου Ισιδώρου. Κατά την τελετή «το λείψανον του Αγίου Σπυρίδωνος, του οποίου εωρτάζετο η μνήμη, περιήγετο εν πομπή» (Α. Κύρου, Βησσαρίων ο Έλλην, τ. Β΄, Αθήναι 1947, σ. 13).

Το 1453 αμέσως μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως μεταφέρθηκε μαζί με το Ιερό λείψανο της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, από τον ιερέα Γεώργιο Καλοχαιρέτη, μέσω Θράκης, Μακεδονίας και Ηπείρου καταλήγοντας στην Κέρκυρα το έτος 1456..

Στην Κέρκυρα αρχικώς τα λείψανα τοποθετήθηκαν στο ναό του Αγίου Αθανασίου. Τα παιδιά του Γεωργίου Καλοχαιρέτη Μάρκος, Λουκάς και Φίλιππος κληρονόμησαν τα λείψανα. Ο Μάρκος δώρισε το μερίδιό του, δηλ. το λείψανο της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, το 1483 στη κερκυραϊκή κοινότητα. Το λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνος έλαβαν ο Λουκάς και ο Φίλιππος. Επιθυμία των δύο κληρονόμων ήταν να το μεταφέρουν από την Κέρκυρα, αλλά οι επίμονες αντιδράσεις των Κερκυραίων ανέκοψαν τα σχέδιά τους. Τούτοι μεταβίβασαν τα δικαιώματά τους στην θυγατέρα του Φιλίππου Ασημίνα. Αυτή, όταν το 1520 παντρεύτηκε τον Σταματέλλο Βούλγαρη, πρόσφερε σ’ αυτόν ως προίκα το ιερό λείψανο. Έκτοτε έως το 1925 ανήκε στην κυριότητα της οικογένειας Βούλγαρη

Το λείψανο μεταφέρθηκε για λίγο χρονικό διάστημα στον καθεδρικό ναό του Ταξιάρχου Μιχαήλ στο Καμπιέλο. Το έτος 1528 ο Σταματέλλος Βούλγαρης έκτισε ναό του Αγίου στο Προάστιο του Αγίου Ρόκου και το λείψανο μεταφέρθηκε εκεί. Κατά την πρώτη πολιορκία της Κέρκυρας από τους Τούρκους το 1537 μεταφέρθηκε προσωρινά στο ναό των Αγίων Αναργύρων στο Παλαιό Φρούριο. Μετά την πολιορκία επανήλθε στο ναό του. Το έτος 1577 λόγω οχυρωματικών έργων αποφασίστηκε η κατεδάφιση του ναού. Τότε το λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνος μεταφέρθηκε προσωρινά στο ναό του Αγίου Νικολάου των Ξένων στη Γαρίτσα. Το 1589 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του σημερινού ναού, ο οποίος ολοκληρώθηκε πιθανώς το 1594. Από τότε το λείψανο μεταφέρθηκε εκεί και παραμένει μέχρι σήμερα.

Το έτος 1967 δια Προεδρικού Διατάγματος ο ιερός ναός του Αγίου Σπυρίδωνος πόλεως Κερκύρας αναγνωρίστηκε επισήμως ως ίδιον Ν.Π.Δ.Δ., υπό την επωνυμία «Ιερόν Προσκύνημα Αγίου Σπυρίδωνος Κερκύρας».

Το νησί ξεπέρασε πολλές δοκιμασίες χάρις στον Άγιο. Τέσσερις φορές η βενετοκρατούμενη Κέρκυρα σώθηκε είτε από ασθένειες, είτε από την πείνα είτε από την επιδρομή των Τούρκων. Ειδικότερα, το 1553 ο Άγιος έσωσε το νησί από την πείνα (σιτοδεία). Για το λόγο αυτό καθιερώθηκε η λιτανεία του Μεγάλου Σαββάτου. Το 1630 απάλλαξε το νησί από την πανώλη. Για το λόγο αυτό καθιερώθηκε η λιτανεία της Κυριακής των Βαϊων. Το 1673 παρενέβη και πάλι και έσωσε για δεύτερη φορά την Κέρκυρα από την πανώλη. Για το λόγο αυτό καθιερώθηκε η λιτανεία κάθε πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου (Πρωτοκύριακο). Τέλος, το 1716 απάλλαξε το νησί από την πολιορκία των Τούρκων. Για τον λόγο αυτό καθιερώθηκε η λιτανεία της 11ης Αυγούστου.

Εξάλλου, το 1718 ο Άγιος με θαυμαστό τρόπο απέτρεψε τον Βενετό διοικητή Ανδρέα Πιζάνη από το να οικοδομήσει λατινικό αλτάριο στο ναό. Η ανάμνηση του θαύματος εορτάζεται κάθε χρόνο στις 12 Νοεμβρίου.

Ο Άγιος επιτέλεσε πολλά θαύματα και στους ανθρώπους. Χαρακτηριστική ήταν η θεραπεία του Θεοδώρου, εμπόρου από την Ανατολή, ο οποίος τυφλώθηκε ολοσχερώς. Ο Θεόδωρος προσέτρεξε με θερμή πίστη στο ναό του Αγίου, και εκείνος του χάρισε και πάλι το φως (η ανάμνηση του θαύματος αυτού πανηγυρίζεται στις 13 Ιουλίου). Αλλά και άλλοι γεύτηκαν και γεύονται την αγάπη και την αγαθοεργία του Αγίου. Αυτό μαρτυρούν και τα πολλά αφιερώματα στο ναό του.

Ο Άγιος Σπυρίδων φέρει επισήμως από την Εκκλησία μας το τίτλο Θαυματουργός. Τα πολυάριθμα αφιερώματα στο ναό του επιβεβαιώνουν αυτό το σημαντικό χάρισμα που έλαβε από το Θεό καθώς και το πλήθος των ναών που φέρουν το όνομά του σ’ όλη την Ορθοδοξία.

Είναι για όλους τους χριστιανούς ένας από τους πιο δημοφιλείς και αγαπητούς αγίους. Είναι της Τριμυθούντος η καλλονή και των Κερκυραίων ο σοφώτατος ιατρός, ο πνευματικός πατέρας και το στήριγμα.

Η παρουσία του ιερού Σπυρίδωνος στην Κέρκυρα επί 450 και πλέον έτη έχει διαμορφώσει ήθη και έθιμα, παρήγαγε και παράγει πνευματική κίνηση και μια διαχρονική πλούσια εκκλησιαστική και πολιτιστική παράδοση, σε σημείο που Κέρκυρα και Άγιος Σπυρίδων να αποτελούν ένα αδιάρρηκτο δεσμό, μία ενιαία ταυτότητα.

Περισσότερα

Άγιος Λουκάς ο Ιατρός

ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΛΟΥΚΑ ΤΟΥ ΙΑΤΡΟΥ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΚΡΙΜΑΙΑΣ

Ο άγιος αρχιεπίσκοπος Λουκάς, κατά κόσμον Βαλεντίν του Φέλιξ Βόινο – Γιασενέτσκι, γεννήθηκε στις 14/27 Απριλίου 1877 στο Κέρτς της χερσονήσου της Κριμαίας. Το οικογενειακό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε ήταν ιδιόμορφο καθώς ο πατέρας του ήταν Ρωμαιοκαθολικός ενώ η μητέρα του, αν και ορθόδοξη, περιοριζόταν σε καλές πράξεις χωρίς να συμμετέχει ενεργά στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Πολύ νωρίς μετακομίζουν στο Κίεβο.

 Στο Κίεβο ο Βαλεντίν αποφασίζει να σπουδάσει Ιατρική. Παίρνει το πτυχίο του το 1903 και παρακολουθεί μαθήματα οφθαλμολογίας.

 Το 1904, με το ξέσπασμα του Ρωσο – Ιαπωνικού πολέμου, βρέθηκε στην Άπω Ανατολή, όπου εργάστηκε ως χειρουργός με μεγάλη επιτυχία. Εκεί συναντήθηκε και με την Άννα Βασιλίεβνα Λάνσκαγια, τη μέλλουσα σύζυγό του, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Μετά το τέλος του πολέμου εργάζεται σε διάφορα επαρχιακά νοσοκομεία. Οι επιτυχίες του είναι τόσες πολλές που η φήμη του εξαπλώνεται γρήγορα και ασθενείς καταφθάνουν από παντού. Την ίδια εποχή μελετά σχετικά με την τοπική αναισθησία και συντάσσει επιστημονικά άρθρα. Διαπρέπει στις εγχειρήσεις των οφθαλμών και αποφασίζει να ασχοληθεί με τη θεραπεία των πυογόνων λοιμώξεων.

 Το 1917 ο Βαλεντίν εκλέγεται καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Τασκένδης. Η ρωσική επανάσταση είχε ήδη αρχίσει και η εκκλησία βρέθηκε στο στόχαστρο των Μπολσεβίκων. Η κατάσταση είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Τότε ο Βαλεντίν συνελήφθη για πρώτη φορά. Αιτία ήταν η συκοφαντία ενός νοσοκόμου. Με τη βοήθεια του Θεού αποκαλύφθηκε η αλήθεια και ο γιατρός αφέθηκε ελεύθερος. Η περιπέτεια αυτή όμως, παρά το αίσιο τέλος της, αναστάτωσε την Άννα, η οποία έπασχε ήδη από φυματίωση, και η υγεία της επιδεινώθηκε σε βαθμό που λίγες ημέρες αργότερα υπέκυψε. Μετά τον θάνατό της ο γιατρός εμπιστεύτηκε τα παιδιά του στη Σοφία Σεργκέγεβνα, μια πιστή νοσοκόμα, η οποία τους στάθηκε σαν δεύτερη μητέρα για πολλά χρόνια.

 Ο Βαλεντίν ήταν πολύ πιστός και αυτό ήταν έκδηλο στον τρόπο που εργαζόταν. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν οι πρώτες αντιδράσεις από τους εκπροσώπους του αθεϊστικού καθεστώτος. Στο μεταξύ στους διωγμούς προστίθεται και η πληγή της «ζώσης εκκλησίας» που σκοπό είχε να υπηρετήσει τα συμφέροντα του κράτους διαιρώντας τους κληρικούς και τους πιστούς, και να τους απομακρύνει από την αληθινή πίστη.

 Σ’ αυτή την εποχή των δοκιμασιών για την Εκκλησία, ο γιατρός συμμετείχε ενεργά στη ζωή της εκκλησίας. Όταν κατηγορήθηκε ο αρχιεπίσκοπος Τασκένδης και Τουρκεστάν Ιννοκέντιος από τους σχισματικούς, ο γιατρός υπερασπίστηκε με σθένος την κανονική τάξη. Ο αρχιεπίσκοπος Ιννοκέντιος, εντυπωσιασμένος από την παρρησία του Βαλεντίν, του προτείνει να γίνει ιερέας. Πράγματι, η χειροτονία του σε διάκονο έγινε στις 26 Ιανουαρίου 1921 και μια εβδομάδα αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.

Το καλοκαίρι του 1923 η «ζώσα εκκλησία» κάνει την επίθεσή της και εκτοπίζει τον επίσκοπο Ιννοκέντιο. Ο κλήρος και ο λαός της Τασκένδης, όντας στο έλεος των σχισματικών, εκλέγουν στη θέση του επισκόπου τον π. Βαλεντίν Βόινο – Γιασενέτσκι. Η κουρά του σε μοναχό έγινε κρυφά στο σπίτι του ιερέα – καθηγητή. Καταλληλότερο όνομα για το νέο επίσκοπο κρίθηκε εκείνο του αποστόλου, ευαγγελιστή, αγιογράφου και ιατρού Λουκά. Στη συνέχεια, ταξίδεψε ως Πεντζικέντ για να χειροτονηθεί επίσκοπος.

Το γεγονός αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο και πολύ σύντομα ο επίσκοπος Λουκάς συνελήφθη. Κατηγορήθηκε για προδοσία και φυλακίστηκε. Στη φυλακή είχε την ευκαιρία να ολοκληρώσει και το σύγγραμμά του: «Δοκίμια για την χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων», το οποίο όμως δεν εκδόθηκε για πολλά χρόνια, παρόλη τη σημασία του για την ιατρική επιστήμη, επειδή ο συγγραφέας επέμεινε να γραφεί στο εξώφυλλο το αρχιερατικό του αξίωμα.

Στο διάστημα της απουσίας του οι εκπρόσωποι της «ζώσης εκκλησίας» κατέλαβαν τις εκκλησίες, μα ο λαός, πιστός στις συμβουλές του ποιμένα του, απείχε από τους ναούς. Λόγω της μεγάλης του επιρροής οι υπεύθυνοι της G.P.U. («Κρατική Πολιτική Διεύθυνση») αποφάσισαν να απομακρύνουν τον επίσκοπο Λουκά από την Τασκένδη. Την ώρα της αποχώρησής του πλήθος κόσμου στάθηκε στις γραμμές του τρένου προκειμένου να εμποδίσει την αναχώρηση. Ο κόσμος απομακρύνθηκε από τις αστυνομικές δυνάμεις και ο επίσκοπος Λουκάς πήρε τον μακρύ και βασανιστικό δρόμο της εξορίας.

Φυλακίζεται κάτω από άθλιες συνθήκες στη Μόσχα. Εκεί διαπιστώνει τα πρώτα συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας που θα τον συνοδεύσει σε όλη του τη ζωή. Παρόλες τις κακουχίες, η συμπεριφορά του επισκόπου απέναντι σε όλους τους κρατουμένους προκαλούσε το σεβασμό ακόμη και των πιο αρνητικών.

Ενώ οι γιατροί βεβαίωναν πως η κατάσταση της υγείας του δεν το επιτρέπει, ο επίσκοπος Λουκάς αναχώρησε εξόριστος για τη Σιβηρία. Το καθεστώς τον εγκαθιστά στην πόλη Γενισέισκ, για να τον στείλει αργότερα ακόμη 2000 χλμ μακρύτερα στην πόλη Τουρουχάνσκ. Και στο νέο τόπο της εξορίας δεν αρνήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε όσους τις χρειάζονταν, παρόλες τις αντίξοες συνθήκες. Ο λαός του Τουρουχάνσκ τον περιέβαλλε με πολύ αγάπη και σεβασμό. Αυτό ήταν αρκετό για τους αθέους που σχεδίασαν νέα εξορία για τον επίσκοπο – γιατρό, αυτή τη φορά τον έστειλαν πέρα από τον αρκτικό κύκλο, στο χωριό Πλάχινο, όπου κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο ο ήλιος δεν ανατέλλει. Η υγεία του επισκόπου είχε επιδεινωθεί και μια τέτοια εξορία ήταν πολύ επικίνδυνη για τη ζωή του. Αυτός ήταν και ο σκοπός των διωκτών του. Εκεί, στο Πλάχινο, υπέφερε τα πάνδεινα, τόσο λόγω των καιρικών συνθηκών, όσο και λόγω τις αντιμετώπισης από τους κατοίκους της περιοχής. Ευτυχώς, δύο μήνες αργότερα, με αιτία το θάνατο ενός αγρότη οι κάτοικοι του Τουρουχάνσκ ξεσηκώθηκαν και απαίτησαν την επιστροφή του επισκόπου. Οι αρχές δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να υποχωρήσουν. Έτσι ο επίσκοπος Λουκάς, που από όραμα είχε ειδοποιηθεί για το πέρας της δοκιμασίας του, επέστρεψε στο Τουρουχάνσκ και συνέχισε απερίσπαστος τις ασχολίες του για οκτώ ακόμη μήνες, μέχρι, δηλαδή, το τέλος της εξορίας του.

Παρόλες τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, δεν ξέχασε ποτέ τα παιδιά του και επικοινωνούσε μαζί τους όσο πιο συχνά μπορούσε.

Στο Κρασνογιάρσκ παρουσιάζεται στη G.P.U. για ανάκριση. Εκεί ο βοηθός του διοικητή ανακοίνωσε στον επίσκοπο πως μπορούσε να πάει όπου ήθελε, ήταν ελεύθερος. Όπως ήταν φυσικό ο επίσκοπος ξεκίνησε για την Τασκένδη. Δυστυχώς εκεί αντιμετωπίζει τις συκοφαντίες ακόμη και συνεργατών του, γεγονός που τον οδήγησε σε παραίτηση από την έδρα του επισκόπου.

Στην Τασκένδη συνεχίζει τις φιλανθρωπίες του, μα οι αντίπαλοί του δεν έπαψαν να ψάχνουν ευκαιρία για να τον διώξουν.

Η αφορμή δεν άργησε να βρεθεί και ο επίσκοπος βρέθηκε πάλι υπόλογος απέναντι στα κομματικά στελέχη. Ο σκοπός αυτή τη φορά ήταν να τον αναγκάσουν να παραιτηθεί από το ιερό του αξίωμα. Μετά από εξαντλητικές ανακρίσεις και απεργίες πείνας και αφού πέρασε ένα ολόκληρο χρόνο στη φυλακή, ο επίσκοπος, εξορίστηκε για μια ακόμη φορά στη Βόρεια Ρωσία. Οι δραστηριότητές του εκεί ενόχλησαν όχι μόνο τις αρχές αλλά και τους κατοίκους. Σύντομα ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας τον ανάγκασε να πάει στο Λένινγκραντ.

Μετά την ανάρρωσή του πέρασε μια μακρά περίοδο δοκιμασιών και περιπλανήσεων. Οι εκπρόσωποι του Κόμματος πιέζουν τον επίσκοπο να εγκαταλείψει την ιερωσύνη. Στην περίοδο αυτή της πνευματικής δοκιμασίας αρχίζει να χάνει την όραση από το αριστερό μάτι λόγω αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς χιτώνα. Επίσης, τα «Δοκίμια για τη χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων» εκδίδονται χωρίς να αναγραφεί το αξίωμά του. Εν καιρώ επανακτά την εσωτερική γαλήνη, που είχε στερηθεί, και περνά δύο χρόνια ηρεμίας και ειρήνης κοντά στα παιδιά του.

Ο επίσκοπος Λουκάς ήταν 60 ετών, όταν συνελήφθη για τέταρτη φορά. Από το φάκελλο που διατηρούσαν στην Ασφάλεια, μπορούμε να γνωρίζουμε τις δραστηριότητές του. Ενώ από τους ασθενείς του δεν έπαιρνε ποτέ χρήματα, έδινε και το μισθό του σε αγαθοεργίες, δηλαδή βοηθούσε όσους φτωχούς, άπορους και εξόριστους ανθρώπους τύχαινε να γνωρίζει. Οι φιλανθρωπικές ενέργειές του ενόχλησαν και πάλι το καθεστώς που τον συνέλαβε εκ νέου και τον οδήγησε στη Σιβηρία.

Όταν στις 21 Ιουνίου 1941 τα χιτλερικά στρατεύματα μπαίνουν στη Ρωσία, ο επίσκοπος – γιατρός, αν και εξόριστος, προσφέρεται εθελοντικά να εργαστεί για τη θεραπεία των τραυματιών. Τα Κόμμα αναγνωρίζει την αξία του ως γιατρού και τον διορίζει αρχίατρο του στρατιωτικού νοσοκομείου και σύμβουλο όλων των νοσοκομείων της περιοχής. Παρόλα αυτά οι συνθήκες είναι οικτρές ενώ παράλληλα δεν του αναγνωρίζουν κανένα πολιτικό δικαίωμα.

Την Άνοιξη του 1942 αλλάζει η στάση της πολιτείας απέναντι στον ίδιο, αλλά και απέναντι στην Εκκλησία. Σε όλη την επικράτεια της Ρωσίας ανοίγουν εκκλησίες και ο λαός βρίσκει καταφύγιο στους ναούς από την παραφροσύνη του πολέμου. Για να καλυφθούν οι υπάρχουσες ανάγκες ο επίσκοπος Λουκάς προάγεται σε αρχιεπίσκοπο Κρασνογιάρσκ.

Οι Γερμανοί υποχωρούν και ο αρχιεπίσκοπος μεταφέρεται δυτικότερα, στο Ταμπώφ. Εκείνη την εποχή είναι υπεύθυνος για 150 στρατιωτικά νοσοκομεία. Η Εκκλησία για να τον διευκολύνει τον μεταθέτει στην Αρχιεπισκοπή Ταμπώφ και Μιτσούρινσκ.

Το 1946 ο αρχιεπίσκοπος Λουκάς βραβεύθηκε με το βραβείο Στάλιν για την ηρωική εργασία του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και για την μεγάλη προσφορά του στην ιατρική επιστήμη.

Στα 70 του χρόνια γίνεται αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας. Εκεί το έργο του είναι δύσκολο. Η φτώχεια έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις που αναγκάζεται να ταΐζει καθημερινά, στο σπίτι του, τους άπορους της περιοχής. Στρέφει το ενδιαφέρον του στην εκκλησιαστική ζωή, καθώς τον αποκλείουν από κάθε επιστημονικό συνέδριο. Κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες για να ανοίξουν εκκλησίες. Ταυτόχρονα προσπαθεί να πατάξει την αμέλεια και την αδιαφορία των ιερέων τονίζοντας πως πρέπει οι ίδιοι να αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση για τους πιστούς. Παράλληλα εξασκεί το έργο του ιατρού προσφέροντας αναργύρως τις υπηρεσίες του στον πάσχοντα άνθρωπο. Ακολουθώντας το υπόδειγμα του Θεανθρώπου όλη του τη ζωή «διήλθεν ευεργετών και ιώμενος».

Με τη βελτίωση στις σχέσεις Εκκλησίας – Κράτους ο αρχιεπίσκοπος βρίσκει την ευκαιρία να επιστρέψει στην αγαπημένη του ασχολία, δηλαδή το κήρυγμα. «Θεωρώ βασικό αρχιερατικό μου καθήκον να κηρύττω παντού και πάντα το Χριστό». Σημειώνει ο ίδιος. Από τα κηρύγματά του καταγράφηκαν περίπου 750, τα οποία αποτέλεσαν 12 τόμους (4500 σελίδες), και έχουν χαρακτηριστεί «εξαιρετικό φαινόμενο στη σύγχρονη εκκλησιαστική ζωή και θεολογία».

Την Άνοιξη του 1952 επιδεινώνεται η όρασή του, ενώ στις αρχές του 1956 τυφλώνεται οριστικά.

Το 1953 τον Στάλιν διαδέχεται ο Νικήτας Κρουτσώφ, ο οποίος ξεκίνησε νέο κύμα διωγμών κατά της Εκκλησίας που κορυφώνονται το 1959. Ο Αρχιεπίσκοπος μεριμνά για το ποίμνιό του και προσπαθεί να του δώσει κουράγιο.

Εκείνη την εποχή γράφει στο μεγαλύτερο γιό το Μιχαήλ: «Είναι όλο και πιο δύσκολο να διευθύνει κανείς τις υποθέσεις της Εκκλησίας. Οι εκκλησίες κλείνουν η μία μετά την άλλη, δεν υπάρχουν ιερείς και ο αριθμός του όλο και ελαττώνεται…Κατά τόπους η αντίδραση φτάνει μέχρι εξεγέρσεως κατά της αρχιερατικής εξουσίας μου. Δεν μπορώ να το υποφέρω στα ογδόντα μου χρόνια. Αλλά με τη βοήθεια του Κυρίου, συνεχίζω το δύσκολο έργο μου».

Η αγάπη του κόσμου προς τον αρχιεπίσκοπο Λουκά ήταν έκδηλη. Ακόμα και αλλόθρησκοι η άπιστοι τον έβλεπαν με σεβασμό.

Ο αρχιεπίσκοπος είναι ήδη 84 ετών. Διαισθάνεται πως το τέλος του πλησιάζει. Τα Χριστούγεννα του 1960 λειτουργεί για τελευταία φορά και για τον καιρό που απομένει, περιορίζεται στο να κηρύττει. Τελικά την Κυριακή 11 Ιουνίου 1961, ημέρα που γιορτάζουν οι Άγιοι Πάντες της Αγίας Ρωσίας, κοιμήθηκε ο αρχιεπίσκοπος – γιατρός Λουκάς Βόινο – Γιασενέτσκι. Παρά την έντονη αντίδραση των Κομματικών, η κηδεία του αρχιεπισκόπου μετατράπηκε σε λαϊκή επανάσταση. Η Ε.Π. Λέικφελντ περιγράφει: «Οι δρόμοι πλημμύρησαν από γυναικούλες με άσπρα μαντίλια στα κεφάλια. Προχώρησαν σιγά – σιγά μπροστά από τη σορό του Δεσπότη. Ακόμη και οι γερόντισσες δεν πήγαιναν πίσω. Τρείς σειρές τεντωμένων χεριών λες και οδηγούσαν το αυτοκίνητο. Ο δρόμος μέχρι και το κοιμητήριο ήταν στρωμένος με τριαντάφυλλα. Και μέχρι την πόρτα του κοιμητηρίου ακουγόταν πάνω από τα κεφάλια με τα άσπρα μαντίλια, ο ύμνος: «Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς». Ό,τι και να έλεγαν σε αυτό το πλήθος, όσο κι’ αν προσπαθούσαν να τους κάνουν να σιωπήσουν, η απάντηση ήταν μία, κηδεύουμε τον αρχιεπίσκοπό μας».

Το Νοέμβριο του 1995 ανακηρύχτηκε άγιος από την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία.

Στις 17 Μαρτίου 1996 έγινε με επισημότητα η ανακομιδή των λειψάνων του, που τέθηκαν για λαϊκό προσκύνημα στο ναό του κοιμητηρίου, αφιερωμένο στη μνήμη των Αγίων Πάντων. Τα λείψανά του εξέπεμπαν μιάν άρρητη ευωδία, ενώ πολλοί ασθενείς θεραπεύτηκαν θαυματουργικά. Τρείς μέρες αργότερα, στις 20 Μαρτίου 1996, τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στον Ι. Ναό Αγ. Τριάδος. Η μνήμη του ορίστηκε να τιμάται στις 11 Ιουνίου επέτειο της κοιμήσεώς του.

 

Περισσότερα