Παναγία της Τήνου

Το χρονικό της εύρεσης της Ιερής Εικόνας της Παναγίας Τήνου

8 Ιουλίου 1822, ξημέρωμα Κυριακής: Η Γερόντισσα Πελαγία η Τηνία αναπαύεται στο κελί της, στο Μοναστήρι της Κυρίας των Αγγέλων στο Κεχροβούνι. Στον ύπνο της βλέπει μεγαλόπρεπη γυναίκα, λουσμένη με φως να της λέει ότι δεν αντέχει άλλο να είναι θαμμένη και να της υποδεικνύει το σημείο (χωράφι του Δοξαρά) και τον άνθρωπο (Σταματέλλο Καγκάδη) που θα πρέπει να συναντήσει για να ξεκινήσει άμεσα η αποκάλυψή της.

9 Ιουλίου 1822: Τρομαγμένη και αναστατωμένη ξυπνάει και κατευθύνεται προς την Καθέδρα του Μοναστηριού όπου η Θεία Λειτουργία έχει ξεκινήσει. Παραμένει σκεπτική και δεν αναφέρει τίποτα για το όνειρο, πιστεύοντας ότι θα δοθεί και δεύτερο σημάδι αν είναι γραφτό.

16 Ιουλίου 1822: Ξημερώνει πάλι Κυριακή. Το ίδιο όνειρο, με τα ίδια λόγια επανέρχεται. Η μοναχή και πάλι δεν αναφέρει το όνειρο.

23 Ιουλίου 1822: Στο όνειρο που επαναλαμβάνεται για τρίτη συνεχόμενη Κυριακή. Η άγνωστη επισκέπτρια σε πιο αυστηρό τόνο, της υπαγορεύει να ξεκινήσει άμεσα τις εργασίες για την εύρεση της εικόνας και τη δημιουργία του ναού της. Η Πελαγία τρομαγμένη την ρωτάει ποια είναι. Ξυπνάει, το κελί της είναι πλημμυρισμένο με φως και εξακολουθεί να βλέπει τη μορφή της και ακούει το “Ευαγγελίζου γη χαράν μεγάλη”. Οι καμπάνες για τον Όρθρο του Μοναστηριού χτυπάνε και οι αμφιβολίες της έχουν διαλυθεί. Μετά τη Θεία Λειτουργία συναντάει την Ηγουμένη της μονής, Μελανθία και της εξιστορεί τα όσα έχουν συμβεί. Με τη σύμφωνη γνώμη της, κατευθύνεται προς το χωριό Καρυά για να συναντήσει τον Σταματέλλο Καγκάδη (επίτροπο της Μονής), ο οποίος ακουει με έκπληξη και χαρά τα γεγονότα και μαζί τα ανέφερουν στον Επίσκοπο Τήνου Γαβριήλ.
Ο Γαβριήλ χτύπαει τις καμπάνες και συγκέντρωνει τον τηνιακό λαό στον Μητροπολιτικό Ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, όπου συγκινημένος ιστορεί τα οράματα της Πελαγίας και καλεί του Τήνιους να ξεκινήσουν τις έρευνες. Οι αντιδράσεις είναι ενθουσιώδεις και οι ανασκαφές ξεκινούν άμεσα.

2 Σεπτεμβρίου 1822: Οι εντατικές έρευνες συνεχίζονται και αποκαλύπτεται τμήμα αρχαίου τείχους. Όλοι πιστεύουν ότι η αποκάλυψη της εικόνας είναι κοντά. Διαψεύδονται όμως και συνεχίζουν απογοητευμένοι. Ο αρχικός ενθουσιασμός έχει μετατραπεί σε δυσπιστία και οι κάτοικοι αρχίζουν ο ένας μετά τον άλλο να εγκαταλείπουν και να επιστρέφουν στις εργασίες τους με τελευταίο τον Σταματέλλο Καγκάδη. Λίγο καιρό μετά η πανούκλα εμφανίζεται στην Τήνο και απλώνεται από τη Χώρα μέχρι τον Πάνορμο που μετράνε αρκετά θύματα. Η ασθένεια φτάνει και στην οικογένεια του Καγκάδη ο οποίος παρακαλεί τον Επίσκοπο Γαβριήλ να ξεκινήσουν πάλι τις ανασκαφές.

25 Νοεμβρίου 1822: Οι έρευνες ξεκινούν και πάλι, με βάρδιες. Οι κάτοικοι κάθε χωριού εργάζονται μία ορισμένη ημέρα και κάθε Δευτέρα αναλαμβάνουν οι κάτοικοι της Χώρας. Οι έρευνες παραμένουν άκαρπες και ο Γαβριήλ αποφασίζει να εκτελέσει την επιθυμία και να κτίσει το Ναό.

1 Ιανουαρίου 1823: Μετά τη Λειτουργία έχει οριστεί Αγιασμός και τελετή κατά την οποία ο Μητροπολίτης θα τοποθετήσει συμβολικά το θεμέλιο λίθο του Ναού. Φτάνοντας στο χωράφι διαπιστώνουν ότι δεν έχουν προβλέψει νερό για τον Αγιασμό. Ένα παιδί παρατηρεί ότι το μέχρι πρόσφατα ξεροπήγαδο είναι γεμάτο, γεγονός που θεωρείται προοίμιο του θαύματος της ευρέσεως της Αγίας Εικόνας της Παναγίας. Ο Ναός που θα χτιστεί θα ονομαστεί Ζωοδόχος Πηγή. Με τη συμβολή όλων των ντόπιων που βοηθούν στην ανέγερση και με τις οικονομικές ενισχύσεις, ο Ναός ολοκληρώνεται χωρίς όμως η εικόνα να έχει βρεθεί. Οι έρευνες συνεχίζονται.

30 Ιανουαρίου 1823: Γιορτή των Τριών Ιεραρχών. Μετά τη Θεία Λειτουργία είναι η σειρά των κατοίκων του Φαλατάδου να συνεχίσουν το έργο των ανασκαφών. Κατά τη διάρκεια τους, η αξίνα του Μανώλη Μάτσα (ή Σπανού) χτυπάει ένα κομμάτι ξύλου. Του κινεί την περιέργεια, το καθαρίζει και αντικρίζει τη μορφή της Θεοτόκου. Μετά τους πανηγυρισμούς η γύρω περιοχή ψάχνεται εξονυχιστικά και το άλλο μισό της εικόνας με τη μορφή του Αγγέλου αποκαλύπτεται. Ενώνουν τα κομμάτια και ταιριάζουν. Είναι η εικόνα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, η εικόνα της Παναγίας Τήνου!
Όλο το νησί πανηγυρίζει, οι καμπάνες χτυπούν και το νέο διαδίδεται ταχύτατα. Η εικόνα εκτίθεται σε λαϊκό προσκύνημα. Οι κάτοικοι ξεκινούν από τα χωριά για τη Χώρα. Έχει νυχτώσει όμως και με τα φαναράκια βρίσκουν το δρόμο τους (το έθιμο με τα Φαναράκια πραγματοποιείται κάθε χρόνο αυτή τη μέρα). Η 30η Ιανουαρίου από τότε θα είναι ορόσημο για την Τήνο και την Ορθοδοξία.

2 Φεβρουαρίου 1823: Την ημέρα της Υπαπαντής του Χριστού πραγματοποιείται η πρώτη Θεία Λειτουργία στο Ναό της Ευρέσεως με τη συμμετοχή 30.000 πιστών που κατακλύζουν το Ναό και τους γύρω χώρους.

11 Σεπτεμβρίου 1970: Η Γερόντισσα  που έζησε μέχρι το 1834 ανακηρύσσεται επισήμως Αγία.

 

Παναγία Τήνου: Ο Ιερός Ναός Ευαγγελιστρίας στην Τήνο

Ο Ιερός Ναός Ευαγγελιστρίας, η Παναγία Τήνου, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα λατρευτικά κέντρα της Ορθοδοξίας παγκοσμίως και τον συχνότερο προσκυνηματικό προορισμό εντός Ελλάδος. Το νησί της Τήνου είναι άρρηκτα δεμένο με το Ναό της Μεγαλόχαρης και για πολλούς ταυτίζονται. Όποιος ζήσει το νησί αντιλαμβάνεται ότι μια γενίκευση δεν μπορεί να αποδώσει τη σχέση του ντόπιου με το Ναό που είναι βαθιά προσωπική. Ο ίδιος ο Ναός αναφέρεται μεταξύ των τηνιακών ως “Παναγία”.

Στη θέση του Ιερού Ναού Ευαγγελιστρίας προϋπήρχε βυζαντινός ναός του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, ο οποίος κατά την παράδοση πυρπολήθηκε σε πειρατική επιδρομή των Σαρακηνών, ενώ στην αρχαιότητα στην ίδια θέση υπήρχε αρχαίος ναός αφιερωμένος στον Διόνυσο.

Οικοδομήθηκε στην αρχική του μορφή μέσα σε τρία έτη (1823-1826) χάρη στην εθελοντική εργασία των Τηνιακών και τις χρηματικές συνεισφορές πιστών από κάθε γωνιά της Ελλάδας και αποτελεί το πρώτο αξιόλογο αρχιτεκτονικό μνημείο του απελευθερωμένου ελληνικού έθνους.

Πρόκειται για τρισυπόστατο ναό με θολωτά κλίτη και τρούλο πάνω από την Αγία Τράπεζα, που επιμελήθηκε αρχιτεκτονικά ο Σμυρνιός Ευστράτιος Καλονάρης. Τα μάρμαρα που χρησιμοποιήθηκαν από τον Πάνορμο και τη Δήλο, λάξευσαν καλλιτέχνες της Έξω Μεριάς δίνοντας τον καλύτερό τους εαυτό.

Το καμπαναριό ύψους 29μ., με τρία φανάρια (ορόφους), θυμίζει εκείνο της Αγίας Φωτεινής της Σμύρνης και αναστηλώθηκε το 1957 από τον Ιωάννη Φιλιππότη. Στους εξωτερικούς χώρους, φιλοτεχνήθηκαν ψηφιδωτά από άσπρα και μαύρα θαλασσινά βότσαλα.

Τα εκατοντάδες τάματα στο εσωτερικό του ναού κρύβουν το κάθε ένα τη δική του ιστορία.

Οι βοηθητικοί χώροι, τα μουσεία-συλλογές στον Ιερό Ναό Ευαγγελιστρίας Τήνου

Το κτιριακό συγκρότημα του Ιερού Ναού περιλαμβάνει επίσης τους παρακάτω βοηθητικούς χώρους:

Υπηρεσία Ιδρύματος: Στην ανατολική πλευρά του συγκροτήματος, στον όροφο, στεγάζονται το γραφείο συνεδριάσεων της Διοικούσας Επιτροπής του Ιδρύματος και οι σχετικές υπηρεσίες παροχής πληροφοριών, διεκπεραίωσης εκκλησιαστικών ιεροπραξιών (γάμοι, βαπτίσεις, κτλ.) και δωρεών.
Παρεκκλήσιο: Στο παρεκκλήσιο δεξιά της κεντρικής εισόδου ο προσκυνητής μπορεί να ανάψει τη λαμπάδα του, αφού για λόγους προστασίας του εσωτερικού του Ναού αλλά και διευκόλυνσης της ομαλής ροής των πιστών, δεν επιτρέπεται στον κυρίως Ναό.
Εξομολογητήρια: Στα εξομολογητήρια στη δυτική πλευρά του συγκροτήματος τελείται το μυστήριο της εξομολόγησης.
Ξενώνες Φιλοξενίας: Στην ανατολική πλευρά, οι ξενώνες μπορούν να φιλοξενήσουν τον πιστό μέχρι τρεις ημέρες. Διατίθεται σχετικό ενημερωτικό έντυπο για τον τρόπο λειτουργίας τους.
Σταθμός Πρώτων Βοηθειών: Στο βόρειο τμήμα του συγκροτήματος υπάρχει ο σταθμός παροχής πρώτων βοηθειών.
Αίθουσα Εκδηλώσεων: Στην ανατολική πλευρά υπάρχει αίθουσα στην οποία τελούνται επίσημες εκδηλώσεις του Ιδρύματος.

Τέλος, σε χώρους στον πρoαύλιο χώρο του Ιερού Ναού στεγάζονται τα παρακάτω μουσεία – συλλογές:
Έκθεση Εκκλησιαστικών Κειμηλίων και Εικόνων
Μαυσωλείο της Έλλης
Μουσείο Αντωνίου Σώχου
Μουσείο Τηνίων Καλλιτεχνών
Πινακοθήκη
Σκευοφυλάκιο

Περισσότερα

Τα Εγκώμια της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Αγαπητοί επισκέπτες.

Αναρτήθηκε η 2η σε σειρά ηλεκτρονική έκδοση του Ιερού Ναού με περιεχόμενο τα Εγκώμια της Υπεραγίας Θεοτόκου που ψάλλονται στην Εκκλησία. Είναι σε ψηφιακή μορφή pdf όπου μπορείτε να την κατεβάσετε και να την έχετε σε οποιαδήποτε φορητή ηλεκτρονική συσκευή.

 

Πατήστε εδώ για την λήψη των Εγκωμίων της Υπεραγίας Θεοτόκου

Περισσότερα

Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Μαλεβής)

Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Μαλεβής)

 

ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΘΕΣΗ – ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ

Η ιερά μονή Κοίμησης της Θεοτόκου ή Μαλεβή μαζί με την μονή Λουκούς και την Έλωνα είναι ένα από τα τρία πιο φημισμένα μοναστήρια της Κυνουρίας. Είναι κτισμένη στις πλαγιές του Πάρνωνα σε υψόμετρο 920 μέτρων. Το βουνό του Πάρνωνα ονομάστηκε «Δεύτερο Άγιο Όρος» ή «Άγιον Όρος της Νότιας Ελλάδας», γιατί σε αυτό μετοίκισαν επί Κωνσταντίνου Πωγωνάτου (668-685) εκχριστιανισθέντες κάτοικοι από τον Άθω, αλλά και γιατί κανένα άλλο ελληνικό βουνό δεν παρουσιάζει τόσο μεγάλη συγκέντρωση μοναστηριών.

Η μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου βρίσκεται σε μια πλαγιά γεμάτη έλατα, στο Ξεροκάμπι των Αγιοπετριτών, στην περιοχή του Αγίου Πέτρου και σε απόσταση 8 χιλιομέτρωναπό την κωμόπολη. Απέχει από την Τρίπολη 47 χλμ. και  από το Άστρος 30 χλμ.

ΟΝΟΜΑΣΙΑ

Η μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου οφείλει την ονομασία της στην ψηλότερη κορυφή του Πάρνωνα, που είναι γνωστή ως «Μαλεβός», επειδή το μοναστήρι ήταν παλαιότερα κτισμένο στην τοποθεσία «Κανάλοι», κοντά στην κορυφή του Μαλεβού. Έτσι η «Παναγία του Μαλεβού» έγινε σιγά-σιγά η «Παναγία η Μαλεβή» ή απλά «Μαλεβή». Για την ετυμολογική προέλευση της λέξης «Μαλεβός» υπάρχουν πολλές απόψεις. Άλλες υποστηρίζουν τη σλαβική και άλλες την αλβανική καταγωγή της. Στη σλαβική γλώσσα υπάρχει η λέξη male = βουνό και η κατάληξη –εβος, -οβος χρησιμοποιείται ως δηλωτικό τόπου. Μερικοί ακόμη τη συσχετίζουν με το «Μαλέας, Μαλεός, ή Μαλεάτας Πάν». Ο Μ. Δέφνερ αναφέρει ότι η ρίζα «Μαλ» σημαίνει «βουνό». Στον Ησύχιο «μάλα» σημαίνει «βούνισμα» και «μάλεοι», «όρειοι». «Μάλι» σημαίνει «βουνό» και στην αλβανική. Και σύμφωνα πάλι με τον Δέφνερ το όνομα «Μαλεβός» δεν είναι σλαβικό, αλλά προήλθε από το αρχαίο «Μαλεός».

Σχετικά δε με το τοπωνύμιο «Αυγό», αναφέρεται ότι αυτό είναι πολύ συχνό στον ελληνικό χώρο και δίνεται σε γυμνές βουνοκορφές, σε γυμνά οξυκόρυφα νησιά, αλλά και σε γυμνό χωράφι (Μάνη). Στη Βόρειο Ήπειρο έλεγαν «Βε» (=αυγό) τη γυμνή κορφή. Το «μαλεβέ» σημαίνει γυμνή κορφή σαν αυγό. «Μαλεβό», εκτός από τον Πάρνωνα, λένε και το Αρτεμίσιο στην Αργολίδα.

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Αρχικά η μονή ήταν κτισμένη ψηλά, στη θέση «Πουρνάρια», κοντά σε πηγή όπου ακόμα υπάρχουν ερείπια. Η θέση αυτή εγκαταλείφθηκε στις αρχές του 17ου αιώνα. Σύμφωνα όμως με τις αγιοπετρίτικες παραδόσεις, η πρώτη εγκατάσταση της μονής έγινε σε μια άλλη τοποθεσία, στους «Κανάλους» (ονομασία που προέρχεται από τα κανάλια των νερών που είχαν φτιάξει εκεί οι τσοπάνηδες για να πίνουν τα γιδοπρόβατά τους), στην κορυφή του Μαλεβού.

Από τους Κανάλους οι μοναχοί της πρώτης μονής έφυγαν, γιατί δεν μπόρεσαν να αντέξουν το πολύ κρύο. Τον χειμώνα, το μοναστήρι αποκλειόταν μήνες ολόκληρους από τον γύρω κόσμο και οι μοναστές της υπέφεραν από την πείνα. Και μια χρονιά πέθαναν όλοι οι μονάζοντες. Ο τελευταίος από αυτούς, βλέποντας το μοιραίο τέλος του, άφησε ένα σημείωμα που κατέληγε: «….Αποθνήσκω εν μέσω της βοής των ελάτων…». Από τότε οι συνεχιστές της μοναστικής παραδόσεως αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το μοναστήρι των Κανάλων και να χτίσουν άλλο πιο χαμηλά.

Η ίδια παράδοση κράτησε μια ιστορία δραματική για ένα νέο άνθρωπο, που μισοπεθαμένο από το κρύο τον περιποιήθηκαν οι καλόγεροι της πρώτης Μαλεβής και τον συνέφεραν. Αυτός ομολόγησε πως ήταν αμαρτωλός, πως τον έλεγαν Γιώργη και πως ήθελε να μείνει στη μονή. Έγινε δόκιμος και τον χειμώνα αρνήθηκε να κατεβεί μαζί με τους άλλους στο χειμαδιό της Μαλεβής. Τον βρήκαν, όταν επέστρεψαν, πεθαμένο από την παγωνιά.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ – ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗ

Αν αποδεχτούμε ότι η χρονολογία ιδρύσεως της μονής Μαλεβής ταυτίζεται με την ίδρυση των άλλων κοντινών μοναστηριών, πρέπει να την τοποθετήσουμε χρονολογικά τουλάχιστον στο 1000 (αρχές 11ου αιώνα). Για την παλαιότερη ιστορία της μονής και την πρώτη ανοικοδόμησή της δεν έχουμε καμία ιστορική μαρτυρία, παρά μόνο τον θρύλο και την παράδοση για την διάλυσή της. Η πιο παλιά χρονολογία στην ιστορία της Μαλεβής είναι αυτή που αναγράφει ο Κοφινιώτης, χωρίς να την τεκμηριώνει: το έτος 717. Την ίδια αναφέρει και ο Δαλέζιος.

Η σημερινή μονή ιδρύθηκε το 1116 από τον ιερομόναχο Ιωσήφ Καρατζά, όπως μαρτυρείται από σχετική επιγραφή: «Ανηγέρθη εκ βάθρων…διά κόπων και μόχθων πολλών των οσιοτάτων ιερομονάχων και Ιωσήφ Καρατζά ηγουμένου, από χωρίον Σίταινα -1116». Χρονολογική ένδειξη υπάρχει και στην επαργυρωμένη εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, η οποία φέρει την τρίτη σε αρχαιότητα χρονολογία: 1362, ενώ για τα επόμενα χρόνια της Φραγκοκρατίας και της πρώτης Τουρκοκρατίας δεν υπάρχουν μαρτυρίες για τη μονή. Επισημότερη μνεία της Μαλεβής υπάρχει σε χρυσόβουλλο του Ανδρόνικου Παλαιολόγου προς τη μονή Θεοτόκου του Βροντοχίου του Μυστρά του έτους 1320, το οποίο αναφέρεται σε κτήσεις της βασιλικής αυτής μονής, που περιήλθαν στον ηγούμενο Παχώμιο.

Κλιματολογικοί λόγοι επέβαλαν την εγκατάλειψη του αρχικού μοναστηριού, όπως άλλωστε συνέβη και σε άλλες μονές (π.χ. μονή Φιλοσόφου Δημητσάνας και Αγίων Τεσσαράκοντα Λακωνίας). Η μετακίνηση αυτή της μονής πρέπει να τοποθετηθεί χρονολογικά στις αρχές του 17ου αιώνα. Οι μοναχοί φρόντισαν η νέα θέση της μονής να μην βρίσκεται εκτός περιπτύξεως του Πάρνωνα. Βέβαια δεν αποκλείεται στη σημερινή θέση της μονής να λειτουργούσε το εγγύτερο μετόχι της και το 1616 να είναι το έτος ανεγέρσεως του ναού του. Στο μετόχι οι μοναχοί είχαν την ευχέρεια, λόγω του ψύχους, να κατεβαίνουν, ώσπου με νέα κτίσματα σιγά-σιγά το μετέβαλαν σε νέα μονή σε αντικατάσταση της παλαιάς. Άλλο μετόχι κατείχε η μονή σε θέση όχι μακρινή, κοντά στο χωριό Πλάτανος, όπου αργότερα συστήθηκε η νέα μονή της Σέλας. Για την σύσταση του μετοχίου αυτού και την ίδρυση ναού έλαβαν οι Μαλεβίτες μοναχοί άδεια από τις τουρκικές αρχές το 1017, έτος Εγίρας, που αντιστοιχεί στο έτος 1609.

Στην παλαιά μονή, που ήταν ανδρώα, μόνασαν για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα σπουδαίοι άνδρες. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Άγιος Νείλος ο Μυροβλήτης, ο οποίος καταγόταν από το χωριό Άγιος Πέτρος, εκάρη μοναχός στη Μαλεβή το έτος 1616, ασκήτευσε επί 15 χρόνια στη θέση Πουρνάρια, πιο πάνω από τη μονή και κατόπιν αναχώρησε για το Άγιο Όρος, όπου σε ηλικία μόλις 50 ετών «εκοιμήθη εν Κυρίω» (12 Νοεμβρίου 1651). Ετάφη στο σπήλαιο όπου ασκήτευσε και όπου ανέβλυσε μύρο. Στο σπήλαιο, στη θέση Πουρνάρια, η αδελφότητα της μονής ανήγειρε προς τιμήν του παρεκκλήσιο. Στις μονές του Μαλεβού ασκήτευσαν επίσης και αγίασαν ο Γεώργιος ο εν Μαλεώ, ο Λεωνίδας και οι Ζάκχος και Βάκχος.

Κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας η μονή της Μαλεβής ευημερούσε. Την εικόνα της ενετικής κατακτήσεως δίνει ο ηγούμενος Μαγνέντιος με γραπτή αναφορά του προς την εξουσία με την ημερομηνία 12 Σεπτεμβρίου 1696, χαρακτηρίζοντας το μοναστήρι ως «κείμενο στην περιοχή Αναπλίου στα μέρη της Τζακωνίας». Το μοναστήρι, που είχε σαφή διαμόρφωση, ήταν περιτοιχισμένο με μάνδρα, είχε 7 κελλιά καλογήρων και 3 «σπίτια», δηλαδή μαγειρείο, τράπεζα και χώρους για ζώα. Οι μοναχοί ανέρχονταν σε οκτώ. Έξω από τη μονή υπήρχε αμπέλι 30 στρεμμάτων, ενώ γύρω από το μοναστήρι υπήρχαν τρία παρεκκλήσια. Επίσης, διέθετε μετόχια στο Ξεροκάμπι, στον Ραγκαβά, στον Άγιο Πέτρο, στον Πλάτανο, στον «Τζακώνικο αιγιαλό», στον Κάμπο και στις Ρουσιές, στην περιοχή του Μυστρά, στο χωριό Ποταμιά και στην περιοχή του αιγιαλού του Αγίου Ιωάννη. Οι μοναχοί επεξηγούν ότι απέκτησε η μονή την περιουσία αυτή από αφιερώσεις χριστιανών «από το παλαιόν, διά ψυχικήν τους σωτηρίαν» και για να δικαιολογήσει ο Μαγνέντιος ότι δεν υπήρχαν τίτλοι ιδιοκτησίας, ισχυρίζεται ότι κάηκαν όλα τα «χαρτιά» επί Τουρκοκρατίας, μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως και την εγκατάσταση των Τούρκων σε ολόκληρη την Πελοπόννησο.

Σημαντικός σταθμός στην ιστορία της Μαλεβής υπήρξε το κλεφταρματολικό επεισόδιο που έλαβε χώρα στο μοναστήρι το 1786. Μόλις είχαν ησυχάσει τα πράγματα μετά την αποτυχία της επαναστάσεως του Ορλώφ το 1770 και των αλβανικών βιαιοπραγιών της δεκαετίας που ακολούθησε, η μονή της Μαλεβής παρείχε ευκολία σε κλεφταρματολικά σώματα αντίστασης για ανεφοδιασμό, όπως του Ζαχαριά από τη λακωνική Μπαρμπίτσα και του Θανάση Καράμπελα από τα Βέρβενα. Το αιματηρό επεισόδιο του 1786 είχε ως αποτέλεσμα την εξόντωση του τουρκικού στρατιωτικού σώματος, με τίμημα όμως τα αντίποινα εις βάρος της μονής. Πρωταγωνιστής στην πρώτη φάση υπήρξε ο Ζαχαριάς, ο οποίος είχε φονεύσει επιφανή Τούρκο, τον Λουμάνη, γιατί φερόταν σκληρά και πιεστικά προς τους χριστιανούς της περιοχής του Αγίου Πέτρου. Σε καταδίωξη του Ζαχαριά κινήθηκε τουρκικό απόσπασμα και τον εντόπισε πολύ κοντά στη μονή, στη θέση Ταρμίρι, όπου συμπολεμούσαν με τον αρχικλέφτη Μπαρμπιτσιώτη ο Θανάσης Καράμπελας και μοναχοί της Μαλεβής.

Μετά τη νίκη όμως οι Τούρκοι αντεκδικήθηκαν. Σκότωσαν μοναχούς και έκαψαν το μοναστήρι στις 8 Μαΐου 1786. Το 1791 η μονή βρίσκεται και πάλι σε λειτουργία, παρά την όλη καταστροφή και το 1792 εισέρχεται σε αυτήν ο Καλλίνικος Τσαμούρης επί την ηγουμενία του οποίου σημειώθηκε ακμή. Ο Τσαμούρης, ο οποίος καταγόταν από τον Άγιο Πέτρο, υπήρξε στέλεχος της Φιλικής Εταιρείας και είχε μετατρέψει το μοναστήρι σε πραγματικό νοσοκομείο. Εδώ μάλιστα φιλοξενήθηκε  για ανάρρωση από φυματίωση ο πρίγκιπας Δημήτριος Υψηλάντης.

Κατά τα επόμενα κρίσιμα χρόνια, πριν και κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επαναστάσεως, η μονή προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στους δεινοπαθούντες κατοίκους της περιοχής και στους αγωνιστές, ενώ η λειτουργία «κρυφού σχολειού» αποτέλεσε τη μοναδική διέξοδο για να μάθουν τα ελληνόπουλα γράμματα. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, που χρησιμοποιούσε τη Μαλεβή ως στρατηγείο και ενίοτε ως νοσοκομείο, είχε μάλιστα ασφαλίσει στη μονή την οικογένειά του, όταν οι μισές ελληνικές δυνάμεις αποσύρθηκαν στον Άγιο Πέτρο. Τον ίδιο χρόνο η Μαλεβή πυρπολείται από τον Ιμπραήμ.  Όμως και πάλι αναγεννήθηκε εκ της τέφρας, καθώς εξακολουθούσε να διαθέτει και μοναχούς και αρκετά κτήματα (μετόχι του Αγίου Χαραλάμπους στο Καρακοβούνι, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Σέλας κοινότητος Πλατάνου, του αγίου Γεωργίου).

Μια σημαντική έκθεση της μονής προς τον έπαρχο της Κυνουρίας με χρονολογία 29 Ιουλίου 1833 δίνει λεπτομερή περιγραφή των κτηρίων, των κτημάτων, των ζώων και των μετοχιών της. Αρχίζει με τον ορισμό της θέσης του μοναστηριού και την ονομασία του από τον Μαλεβό και πληροφορεί ότι είναι ενοριακό, με άγνωστη την χρονολογία ίδρυσής του. Σύμφωνα με την έκθεση λοιπόν ο ναός της μονής έχει κτητορική επιγραφή του 1616. Μετά την πυρπόληση από τον Ιμπραήμ επισκευάστηκαν 14 κελλιά (οικίσκοι), αλλά το μαγειρείο, οι αποθήκες και τρία άλλα κτήρια προς ανατολικά βρίσκονται σε άσχημη κατάσταση. Χαρακτηριστικά αναφέρεται: «η εκκλησία εμπρισθείσα μολονότι θολωτή» επισκευάστηκε με τάξη: τέμπλο σκαλιστό, εικόνες στασίδια, κ.ά. Έχει λείψανα, που δεν περιφέρονται όμως από τους μοναχούς της. Τα κτήματά της ανάμεσα στον Άγιο Πέτρο, στο Καστρί και στο Καρακοβούνι είναι 390 στρ. χωράφια, 86 στρ. αμπέλια, 1249 ελιές ήμερες, 350 ζώα. Διαθέτει μετόχια στο Καρακοβούνι, με οίκημα ένα ανώγειο θολωτό, αποθήκη λαδιού, αχυρώνα, ένα σταύλο και δύο αποθήκες, επιδιορθωμένα από τον Ιμπραήμ. Ακόμη έχει στην κατοχή της ένα λινό στη θέση Αζούρη και στον ίδιο κάμπο δύο μανδριά. Επίσης, ένα νερόμυλο στο Ραγκανά, κ.ά. Δεν αναφέρεται ωστόσο το μετόχι της Σέλας. Το 1834 το προσωπικό της Μαλεβής αποτελείται από 13 άτομα με ηγούμενο τον  Ανανία Τερζάκη και το 1858 η Μαλεβή χαρακτηρίζεται ακόμη «ωργανισμένη».

Με τον καιρό όμως η μονή άρχισε να παρακμάζει σε σημείο τέτοιο, που τη δεκαετία του 1940 έφθασε στα όρια της διαλύσεως, εξαιτίας της ελλείψεως μοναχών και της καταστροφής αρκετών κτηριακών εγκαταστάσεων από βομβαρδισμό των Γερμανών, επειδή οι αντάρτες είχαν μετατρέψει τη μονή σε νοσοκομείο.

Το 1949 με βασιλικό διάταγμα η μονή μετατρέπεται από ανδρώα σε γυναικεία και έκτοτε ακμάζει ανανεωμένη και ανερχόμενη στη κοινή συνείδηση ως μονή καλά οργανωμένη, με τακτική λειτουργία και μέσα στους τύπους της παράδοσης. Στις 20 Ιουλίου 1949, η ηγουμένη Ανθούσα με δύο μοναχές, που  προέρχονταν από τη μονή της Επάνω Χρέπας, εγκαθίστανται στο ερειπωμένο μοναστήρι και έκτοτε άρχισε αγώνας για την αναστήλωση και ανακαίνιση όσων κτισμάτων ήταν δυνατόν να διατηρηθούν. Καθολικό, ηγουμενείο, ξενώνες, τράπεζα, μαγειρείο, αύλειος χώρος, κ.ά. απέκτησαν νέα όψη και ευπρεπίστηκαν με τον μόχθο των μοναζουσών που διαρκώς αυξάνονταν, τη μέριμνα των ηγουμενισσών Ανθούσας, Αγνής και ιδίως της Παρθενίας Γιόβα και την ευλογία των μητροπολιτών Προκοπίου, Γερμανού και Θεοκλήτου.

Το 1968 ανηγέρθη παρεκκλήσιο προς τιμήν του αγίου Νείλου και τοποθετήθηκαν τίμια λείψανά του, που μεταφέρθηκαν από το Άγιο Όρος. Το 1973 ηλεκτροδοτήθηκε η μονή, τοιχογραφήθηκε το καθολικό, κατασκευάστηκε υδραγωγείο (από το Γκαγκάδι ως τη Μαλεβή), αναστηλώθηκε το μετόχι του Αγίου Χαραλάμπους στο Κορακοβούνι και εκχερσώθηκαν τα εγκαταλειμμένα κτήματα που έγιναν καλλιεργήσιμα. Το 1993 αποπερατώθηκε τρισυπόστατος ναός, που εγκαινιάστηκε επίσημα την Κυριακή 14 Ιουλίου 1996 από τον μητροπολίτη Μαντινείας και Κυνουρίας Αλέξανδρο, ενώ γιορτάσθηκαν και τα 880 χρόνια από την ίδρυση της Ιεράς Μονής.

Σήμερα, το προσωπικό της μονής αποτελείται από δέκα μοναχές με ηγουμένη την Παρθενία Γιόβα. Δεν έχει πια μεγάλη περιουσία, εκτός από λίγα κτήματα. Διατηρεί και το μετόχι του Αγίου Χαραλάμπους στο Καρακοβούνι. Ωστόσο, η φιλοπονία των μοναχών -με τη βοήθεια και των δωρεών- διατηρεί το μοναστήρι σε άνθηση και διαρκή ανακαίνιση.

Η Μαλεβή είναι ένα από τα πιο πολυσύχναστα μοναστήρια του Μοριά. Χιλιάδες προσκυνητές συρρέουν από όλα τα σημεία της Ελλάδος και του εξωτερικού για να ασπαστούν τη μυροβλύζουσα και θαυματουργή εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, η οποία μεταφέρθηκε από το Άγιο Όρος τον 10ο αιώνα και κατά την παράδοση αποδίδεται στον ευαγγελιστή Λουκά. Στη μονή λειτουργεί έκθεση ειδών χειροτεχνίας και ευλαβείας, καθώς και ξενώνας κατά τους θερινούς μήνες.

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

1. Η μονή στην παλαιά και στη σύγχρονη μορφή της

Η μονή αποτελεί ένα τεράστιο οικοδομικό συγκρότημα που περικλείεται από τετράπλευρο περίβολο. Η κύρια είσοδος του μοναστηριού βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του περιβόλου, που σχηματίζεται από τα οικήματά της. Πάνω από το διαβατικό κτίστηκε το 1967 ένα παρεκκλήσιο, αφιερωμένο στον Άγιο Νείλο, τοπικό άγιο, που καταγόταν από τον Άγιο Πέτρο. Ονομαζόταν Νικόλαος Τερζάκης και ήταν ανηψιός του ιερομόναχου της Μαλεβής, Μακαρίου.

Τα κελλιά της μονής είναι διώροφα, με καμάρες στους εξώστες και αρκετά αλλοιωμένα από μεταγενέστερες επεμβάσεις. Οι στέγες είναι κτισμένες με κεραμίδια γαλλικού τύπου, ενώ τσιμέντο και σίδερα έχουν αντικαταστήσει το ξύλο και την πέτρα. Παλαιότερα τα οικήματα των κελλιών ήταν γραφικά και ημιτριώροφα. Στον επάνω όροφο, ένα χαγιάτι σκεπασμένο με κάγκελα ξύλινα είχε θέα προς την αυλή. Ο δεύτερος όροφος είχε και αυτός χαγιάτι. Πέτρινη σκάλα οδηγούσε στον πρώτο όροφο, που το ισόγειό του με θόλους χρησίμευε για διαμερίσματα και αποθήκες. Τα παράθυρα και οι πόρτες του ήταν τοξωτές. Με τα σύγχρονα υλικά όμως έχει προδοθεί το παλιό αυτό πνεύμα των κτηρίων της Μαλεβής.

Με διαρκείς κατασκευές και προσθήκες ξενώνων απαρτίστηκαν πτέρυγες, οι οποίες στο σύνολό τους αποτελούν ένα τεράστιο συγκρότημα με σύγχρονες διατάξεις. Άφθονο νερό τρέχει από την πηγή, που βρίσκεται στην αυλή.

2. Παλαιό Καθολικό

Στο κέντρο της αυλής του μοναστηριού προβάλλει μεγαλοπρεπής ο παλαιότερος βυζαντινός λιθόκτιστος ναός της Παναγίας, που γιορτάζει την Απόδοσή της την 23ηΑυγούστου, στα «Νιάτα (νιάμερα) της Παναγίας», όπως λένε οι ντόπιοι τη γιορτή.

Ο ναός, που ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο, έχει υποστεί πολλές μετασκευές από μεταγενέστερες επεμβάσεις.  Είναι κεραμοσκεπής και στο κέντρο του στηρίζεται ο οκτάπλευρος τρούλος πάνω σε τετράπλευρη βάση. Η τοιχοποιΐα του είναι απλή λιθοδομή, με επιμελημένα λαξευμένους λίθους και τσιμέντο στους αρμούς. Έχει ένα μονόλοβο κωδωνοστάσιο υψωμένο στη γωνία της δικλινούς στέγης του δυτικού τμήματος του σταυρού, ακριβώς πάνω από την θύρα εισόδου. Άλλη μια μικρότερη θύρα βρίσκεται στη νότια πλευρά και προς το Ιερό.

Φωτιστικά ανοίγματα του ναού αποτελούν τέσσερα τοξωτά επιμήκη παράθυρα στον τρούλο, δύο στις μακριές πλευρές (ένα σε κάθε μια) και η θυρίδα του ιερού στην ανατολική πλευρά.

Υπάρχει μια μαρτυρία της μορφής του ναού του 1935, σε ένα σχέδιο της ζωγράφου Λέλας Σταθοπούλου, δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Αρκαδικός Τύπος». Στο σχέδιο φαινόταν όλος ο ναός ασβεστωμένος, εκτός από το καμπαναριό του. Διακρινόταν η λιθοδομή του, ενώ η βάση του ενσωματωνόταν στην κορυφή της στέγης της δυτικής πλευράς. Η στέγη ήταν καλυμμένη αντί με κεραμίδια –όπως σήμερα- με πλάκες σχιστολιθικές. Η κεντρική θύρα ήταν μικρών διαστάσεων, ξύλινη, τοξωτή και περιβαλλόταν από δύο παραστάδες και ανώφλι. Μπροστά της ανοιγόταν ένα πλακόστρωτο προαύλιο με πεζούλι που περιέβαλλε το ναό. Το προαύλιο αυτό έδινε στην εκκλησία ένα φιλικό και πρόσχαρο ύφος, επιμηκύνοντας συγχρόνως το σχήμα της. Τοξωτή επίσης ήταν και η άλλη θύρα, καθώς και τα δύο παράθυρα των μακριών πλευρών. Όλος μαζί ο παλιός ναός της Μαλεβής είχε μια ζεστασιά που δεν μπόρεσε -χωρίς αυτές τις λεπτομέρειες- να ξαναδώσει ο καινούριος. Το καθολικό εσωτερικά έχει αγιογραφηθεί τα τελευταία χρόνια.

3. Νεότερος ναός

Στα ανατολικά  του αύλειου χώρου της μονής έχει ανεγερθεί πρόσφατα ένας νέος ναός βυζαντινού ρυθμού αφιερωμένος και αυτός στη Θεοτόκο, ο οποίος εγκαινιάστηκε το 1996. Ανήκει στον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο. Την πρόσοψή του δορυφορούν δύο λιθόκτιστα τριώροφα δίλοβα κωδωνοστάσια. Το 1994  ο ναός αγιογραφήθηκε από Αγιορείτες μοναχούς.

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ – ΦΟΡΗΤΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ – ΚΕΙΜΗΛΙΑ

Στη μονή φυλάσσονται πολλές φορητές εικόνες, με εξέχουσα αυτήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Φυλάσσονται επίσης τίμια λείψανα των αγίων Χαραλάμπους, Κοσμά, Τρύφωνος, Βασιλείου, Παντελεήμονος, Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου, Νείλου του Μυροβλήτου, κ.ά.

Η μονή διέθετε αρχικά αρκετά έγγραφα (99 οθωμανικά και 15 λατινικά, φράγκικα ή βενετσιάνικα), που αποδείκνυαν την κυριότητά της σε κτήματα. Σήμερα σώζονται συνολικά 103, μερικά από τα οποία δεν έχουν ακόμη αναγνωσθεί και μεταφραστεί.

ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ

Στην πρόσοψη του παλαιού καθολικού της μονής, προς τη νοτιοδυτική γωνία της δυτικής πλευράς, υπάρχει εντοιχισμένη πλάκα με την κτητορική επιγραφή (σε μεγαλογράμματη γραφή και πλήθος ανορθογραφιών), η οποία αναφέρει τα εξής:

ΑΝΕΓΕΡΘΗΚΕΝ ΕΚ ΒΑΘΡΟΝ Ο ΘΙΟC

Κ(ΑΙ) ΠΑΝCΕΠΤΟC ΝΑΟC ΟΥΤΩC ΤΗC

ΘΕΟΦΑΝΗΣ Ν               ΘΕΩΜΗΤΟΡΟC ΤΗΣ ΕΠΟΝΩΜΑΖΟΜΕΝΗC

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟC            ΜΑΛΕΒΗC ΔΙΑ ΚΟΠΩΝ Κ(ΑΙ) ΜΟΧΘΩΝ

1616                             ΠΩΛΟΝ ΤΟΝ ΟCΗΟΤΑΤΟΝ ΥΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ

Κ(ΥΡΙΟ)Υ ΙΟΣΙΦ ΚΑΡΑΤΖΑ ΤΟΥ ΑΠΟ ΧΟ

ΡΗΟ σΗΤΕΝΑ 1 Ρ 1 6

Επίσης, σώζεται μια άλλη επιγραφή, σε μικρή πλάκα εντοιχισμένη δεξιά από την είσοδο της μονής, κάτω από το χαγιάτι, η οποία αναφέρει:

1 ω 3 7 (=1837)

Α β γ ο υ σ τ ο υ 99 (;29)

ΔΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΡ[ΕΩΣ]

ΚΡΟΝ. ΙΟΑΝΟΥ

ΜΟΝΑΧΟΥ (;)

Τέλος, σε βάση αρχαίας κολόνας ακόμη αναγράφεται:

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ 1745

METOXIA

1. Ο Άγιος Χαράλαμπος στο Κορακοβούνι

Νοτιοδυτικά της κορυφής του Μαλεβού, βορείως του  χωριού Κορακοβούνι, σε απόσταση μόλις δύο χιλιομέτρων από αυτό, μέσα στον εύφορο κάμπο του Αγίου Αντρέα  υπάρχει το μοναστήρι του Αγίου Χαραλάμπους, που αποτελεί μετόχι της Μαλεβής.

Το μετόχι με τα κτίριά του έμοιαζε σαν αγρόκτημα. Δεν θα είχε αλλάξει και πολύ από το 1833, σύμφωνα με την περιγραφή που δίνει ο ηγούμενος της Μαλεβής. Σήμερα έχει δύο διώροφα κτήρια, αποθήκες, στάβλους και υπόστεγα. Η εκκλησία του ανήκει στον τύπο της βασιλικής, με διαστάσεις 13,18 x 5,86 μέτρα, με μία ημικυκλική αψίδα και δίρριχτη στέγη. Τα ανοίγματά της (θύρα και παράθυρα)  -ακόμη και του ιερού- ήταν τετράγωνα. Τα διώροφα όμως κτίρια του μετοχιού είναι πιο επιβλητικά με παραδοσιακή αρχιτεκτονική, με σκάλες και θόλους από κάτω. Τα δύο αυτά κτίρια με τις αποθήκες σχημάτιζαν ένα τετράπλευρο συγκρότημα με αυλή στη μέση. Στον πρώτο όροφο του κάθε κτιρίου υπάρχει από μια εντοιχισμένη πλάκα πάνω από τη θολωτή του πόρτα, που έβγαζε στον εξώστη του. Στο βόρειο κτίριο υπάρχει επιγραφή που αναφέρει τα εξής:

 

ΟΚΟΔΟΜΗΘΗ ΗΓΟΥΜΕ

ΝΕΥΟΝΤΟC ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΖΑΡΑ

ΚΟΒΙΤΟΥ CΥΜΒΟΥΛΩΝ ΓΡΗΓΟ

ΡΙΟΥ ΠΣΑΡΑΚΗ ΓΑΒΡΙΗΛ Α

ΚΟΚΑΛΙΑΡΗ ΕΝ ΕΤΕΙ 1872

ΜΕΤΟΧΙΟΝ ΜΑΛΕΒΗC

Kαι στο δυτικό κτίριο των κελλιών υπάρχει μικρογράμματη επιγραφή:

 

Επι Χ…λ…λ νια καθηγουμενου

 

τυπικλην. ζωμουλης Δα

 

μιανού Μ. ωκοδομήθη ο νυν οίκος

 

της μονής υης υπεραγίας Θεοτόκου

 

Μαλεβής μνησθιτη ΚΕ + Α Ω Θ

 

εν μ. Μαρτίω α΄

 

1809 γεωργιος βαρσαμης

 

Μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι δύο επιγραφές ίσως αναφέρονται σε μερικές μόνο επιδιορθώσεις και όχι σε ανοικοδόμηση.

 

 

  1. 2. Η μονή Αγίου Νικολάου Καρυάς (βλ. Άγιος Νικόλαος Καρυάς)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

–        Αντωνακάτου Ν. – Μαύρος Τ., Ελληνικά Μοναστήρια, Μονές Αρκαδίας, Πελοπόννησος, τ. Β΄, Αθήνα 1979, σ. 283 – 286.

 

–        Βαγενάς Θ., «Ο ηγούμενος της Μονής Μαλεβής Καλλίνικος (Τσαμούρης), ο Μαλεβίτης», Αρκαδικά 5,  Αθήναι 1976, σ. 15-16.

 

–        Γριτσοπούλος Τ., «Μαλεβής Μονή», Θ.Η.Ε., 8, σ. 540-541.

 

–        Γριτσόπουλος Τ. Αθ., «Στατιστικαί ειδήσεις περί Πελοποννήσου», Πελοποννησιακά, τ.Η΄ (1971), σ. 428.

 

–        Ζαννέτος Φίλιος,  «Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης 1759-1805», Λακωνικά, 1 (1932), σ. 83-172.

 

–        Κανδηλώρος Τ., «Ο Αρματωλισμός της Πελοποννήσου 1500-1821», Αθήναι 1924, σ. 154-159.

–        Κοφινιώτης, «Η εκκλησία εν Ελλάδι», Αθήναι 1897.

–        Μαλεβός Π., «Η Ιστορία της Μονής της Μαλεβής» Αρκαδικά 2, Αθήνα 1979, σ. 19-20.

–        Μάμουκα A., «Τα Μοναστηριακά», Αθήναι 1859, σ. 156.

–        Λέκκος Ευάγγελος Π., Τα μοναστήρια του Ελληνισμού: Ιστορία – Παράδοση – Τέχνη, τ. Β΄, Αθήνα 1998, σ.86-88.

–        Μητροπολίτου Μαντινείας και Κυνουρίας Αλεξάνδρου, Τα Μοναστήρια του Πάρνωνος, Μονή Παναγίας Μαλεβής, Ανάτυπον από την Ιστορία της Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας, Αθήναι 2000, (τ. Β’), σ. 67- 80.

–        Μοναχή Ανυσία, « Ιστορικόν, θαύματα και ύμνοι της Παναγίας Μαλεβής»,  βιβλίον τρίτον (1998), σ. 17-28.

–        Ρωμαίου Κ.Α., «Κυνουρία και Κυνούριοι», Πελοποννησιακά, τ. Α΄, Αθήναι 1956, σ. 18-19.

–        Σαραντάκης Πέτρος, Αρκαδία, Τα Μοναστήρια & οι εκκλησίες της, Οδοιπορικό 10 αιώνων, Αθήνα 2000, σ.167-170.

Περισσότερα

Ιερά Μονή Προυσσού

Στὸ κέντρο καταπράσινων καὶ πανύψηλων βουνῶν, στὰ νότια του νομοῦ Εὐρυτανίας καὶ μόλις 36 χιλιόμετρα ἀπὸ τὸ Καρπενήσι, βρίσκεται ἐδῶ καὶ χίλια περίπου χρόνια τὸ ἱστορικὸ καὶ σὲ ὅλους μας ἀκουστὸ μοναστήρι τῆς Κυρᾶς τῆς Ρούμελης, τῆς Παναγίας τῆς Προυσιώτισσας περιτριγυρισμένο ἀπὸ ἀπότομους καὶ ἄγριους βράχους ποὺ προκαλοῦν δέος ποὺ καὶ μόνο τοὺς ἀτενίζεις. Τὸ μοναστήρι εἶναι ἱστορικό, ἁγιασμένο ποὺ ἡ φήμη τοῦ ξεπέρασε τὰ στενὰ ὅρια τῆς Ρούμελης, τῆς Θεσσαλίας ἀλλὰ καὶ τῆς χώρας. Κατὰ χιλιάδες προστρέχουν οἱ πιστοὶ στὴν χάρη της, ἄλλοι νὰ τὴν ἐπικαλεστοῦν καὶ ἄλλοι θερμὰ νὰ τὴν εὐχαριστήσουν. Ὄχι μόνο τὸν Αὔγουστο ὅπου καὶ ἑορτάζει τὸ μοναστήρι ( στὶς 23 Αὐγούστου ἡμέρα ἀποδόσεως τῆς Κοίμησης τῆς Θεοτόκου καὶ συνάμα ἡμέρα εὑρέσεως τῆς θαυματουργοῦ εἰκόνας ) ἀλλὰ καὶ ὅλο τὸ χρόνο, ἄνθρωποι γονατιστοί, ἄλλοι μὲ λαμπάδες καὶ τάματα, μάνες μὲ παιδιὰ στὴν ἀγκαλιά, ἡλικιωμένοι ποὺ μὲ δυσκολία περπατοῦν, νέοι ποὺ ζητοῦν τὴν παρηγοριὰ ,γονεῖς μὲ τὰ παιδιά τους… Ὅλοι προσμένουν καρτερικὰ στὴν σειρά, γιὰ νὰ φτάσουν στὸ μικρὸ καὶ σκοτεινὸ ναό, καθολικό της Ἱερᾶς Μονῆς, γιὰ νὰ φτάσουν στὴ Χάρη Της, νὰ ἀκουμπήσουν τὰ γεμάτα πίστη χείλη τους στὴν σεβάσμια εἰκόνα τῆς Παναγίας, νὰ λάβουν τὶς δωρεές Της καὶ τὶς εὐλογίες Της. Ὅλους μας περιμένει ἡ Παναγία, ὅλους ἀνεξαρτήτως οἰκονομικῆς κατάστασης, ἀνεξαρτήτως φύλου, γένους φυλῆς. Μία εἶναι ἡ μεγάλη μας μάνα, ἡ μάνα ποὺ στοργικὰ περιμένει τὰ παιδιά Της νὰ ἔλθουν κοντά Της καὶ νὰ ζητήσουν τὶς μεσιτεῖες Της.

Στὰ νοτιοδυτικά της Εὐρυτανίας, στὶς ἀπολήξεις τῶν βουνῶν Καλιακούδα καὶ Χελιδώνα βρίσκεται ἀπὸ τὸν 9ο αἰώνα ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Προυσιώτισσας, στὶς νότιες κορυφογραμμὲς τῆς Πίνδου, διάλεξε ἡ Κυρὰ τῆς Ρούμελης νὰ χτίσει τὸ σπίτι της, μακριὰ ἀπὸ πόλεις καὶ θορύβους ἀλλὰ κοντὰ σὲ φτωχούς, ἄσημους βοσκοὺς καὶ σὲ ἄγριους τόπους . Κοιτώντας ἀπὸ ψηλὰ τὸ μοναστήρι θαρρεῖς ποὺ εἶσαι σὲ οὐράνια κλίμακα, αἰσθάνεσαι τὴν μηδαμινότητα τοῦ ἀνθρώπου ἀλλὰ παράλληλα αἰσθάνεσαι καὶ τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ Δημιουργοῦ ποὺ « τὰ πάντα ἐν σοφία ἐποίησε ». Βλέπεις ὁλόκληρή της Ἱερὰ Μονὴ ἀπὸ ψηλὰ καὶ αἰσθάνεσαι τὸ νοερὸ χέρι τῆς Παναγίας νὰ σὲ κρατεῖ, βλέπεις τὸ καμπαναριὸ μὲ τὶς μελωδικότατες καμπάνες, βλέπεις τὰ σήμαντρα, τὸ τάλαντο, τὰ κελιὰ τῶν φιλόξενων μοναχῶν, τὸ Συνοδικὸ ( χῶρος γιὰ ὑψηλὰ προσκεκλημένα ἄτομα κατὰ τὴν πανήγυρη τῆς Μονῆς), τὸ βαπτιστήριο μὲ τὸν ἱερὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Πάντων, τὸ κοιμητήριο τῶν πατέρων τῆς Μονῆς, τοὺς τριώροφους ξενῶνες γιὰ τοὺς προσκυνητὲς καὶ τὸ καθολικὸ ὅπου τελοῦνται οἱ ἱερὲς ἀκολουθίες καθημερινὰ πρὸς δόξαν τοῦ Τριαδικοῦ μας Θεοῦ καὶ τῆς οἰκοδέσποινας τῆς Μονῆς, τῆς Παναγίας Προυσιώτισσας.

Ἀπὸ ποὺ ὅμως ἦρθε καὶ μὲ ποιὸ τρόπο ἡ εἰκόνα τῆς Παναγιᾶς

Τὸν καιρὸ ποὺ βασίλευε ὁ εἰκονομάχος Θεόφιλος στὴν Κωνσταντινούπολη, ἄρχισε μεγάλο διωγμὸ κατὰ τῶν Ἁγίων εἰκόνων καὶ ἔστειλε βασιλικὲς διαταγὲς σὲ κάθε πόλη καὶ χώρα, διατάζοντας τοὺς ὀρθόδοξους καὶ ἀπειλώντας τους μὲ βασανιστήρια καὶ ἐξορίες γιὰ νὰ κατεβάσουν τὶς Ἁγίες εἰκόνες καὶ νὰ τὶς κάψουν ἢ νὰ τὶς καταστρέψουν. Ὅσοι πείθονταν σὲ αὐτὴ τὴ βασιλικὴ διαταγὴ ἔπαιρναν ἀξιώματα καὶ τιμὲς ὅσοι ὅμως ἀρνοῦνταν νὰ καταστρέψουν τὶς Ἁγίες εἰκόνες τότε τοὺς ἐκτελοῦσε εἴτε μὲ ἀπάνθρωπα βασανιστήρια εἴτε τοὺς ἐξόριζε.

Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ τὸ 829 μ.Χ ἡ σεβάσμια εἰκόνα τῆς Παναγίας βρισκόταν σὲ μία πόλη τῆς Τουρκίας, στὴν Προῦσα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὅπως τιμοῦσαν τὴν Ἁγιὰ Σοφιὰ στὴν Κωνσταντινούπολη, ἔτσι ἀκριβῶς οἱ πιστοὶ τιμοῦσαν τὸν ναὸ ποὺ βρισκόταν ἡ ἱερὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἀφοῦ ἔπεσε βασιλικὴ διαταγὴ νὰ καταστραφοῦν ὅλες οἱ ἱερὲς εἰκόνες ἕνα ἀρχοντόπουλο, γιὸς ἑνὸς ἄρχοντα τῆς βασιλικῆς αὐλῆς, κινούμενος ἀπὸ θεῖο ζῆλο καὶ βλέποντας τὰ θαύματα ποὺ καθημερινὰ ἔκανε ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας δὲν θέλησε νὰ ὑπακούσει στὴν διαταγὴ αὐτὴ καὶ νὰ καταστρέψει τὴν θαυματουργὴ εἰκόνα . Αὐτὸς λοιπὸν ὁ εὐσεβὴς νέος πῆρε τὴν εἰκόνα αὐτὴ καὶ κατέφυγε στὰ μέρη τῆς Ἑλλάδας ὅπου θὰ μποροῦσε νὰ ἡσυχάσει ἀπὸ τοὺς μανιώδους αἱρετικούς.

Ἐνῶ ὁ νέος αὐτὸς εἶχε κατέβει μὲ τὴν ἱερὴ εἰκόνα ὡς τὴν Καλλίπολη τῆς Θράκης ἄγνωστο πῶς ἡ εἰκόνα χάθηκε. Ποιὸς μπορεῖ νὰ περιγράψει τὰ δάκρυα καὶ τὴν πίκρα τοῦ ἀρχοντόπουλου, χτυπιόταν καὶ ὀδυρόταν καὶ ἀναστενάζοντας συνεχῶς ἔκλεγε πιστεύοντας ὅτι ἡ εἰκόνα ἐξαφανίστηκε λόγω τῆς ἁμαρτωλότητάς του. Ἀφοῦ ἔμεινε ἀρκετὲς μέρες κλαίγοντας εἶπε στὸν ἑαυτό του: « Παρόλο ποὺ ἡ Κυρία μου Θεοτόκος θέλησε νὰ φυλάξει μόνη Της τὴν ἁγία Εἰκόνα, ἐγὼ δὲν γυρίσω πίσω στὴν πατρίδα μου γιατί δὲν μπορῶ νὰ βλέπω νὰ καταστρέφουν τὶς Ἁγίες εἰκόνες καὶ νὰ καταπατοῦν τὰ Ἅγια σύμβολα τῆς Ἐκκλησίας μου ». Μὲ αὐτοὺς τοὺς λογισμοὺς ἦρθε καὶ κατοίκησε στὴν Ὑπάτη κοντὰ στὴ σημερινὴ Λαμία καὶ ἔκτισε ἕνα μικρὸ ἐκκλησάκι γιὰ νὰ παρηγορηθεῖ γιὰ τὴν ξενιτιά του.

Ἕνα παιδὶ ἀπὸ τοὺς βοσκούς, φύλαγε τὰ γίδια τοῦ πατέρα του καὶ μία νύχτα ἐκεῖ ποὺ κοιμόταν ἐκεῖ περίπου ποὺ εἶναι τὸ σημερινὸ κοιμητήριο τῆς Μονῆς, δίπλα ἀπὸ τὸ κρυφὸ σχολειό, ἀκούει ξαφνικὰ πίσω του γλυκοὺς καὶ ἁπαλοὺς ὕμνους. Ἀπὸ τὸ φόβο τοῦ ξύπνησε καὶ ἐνῶ σκεφτόταν νὰ βρεῖ ἀπὸ ποῦ ἔρχονται οἱ ὕμνοι αὐτοὶ βλέπει ξαφνικὰ ἕνα πύρινο στύλο, μία φωτεινὴ δέσμη ποὺ ξεκινοῦσε ἀπὸ μία σπηλιὰ καὶ ἔφτανε ὡς τὸν οὐρανό. Στὴν ἀρχὴ σκέφτηκε ὅτι ἦταν οὐράνιο τόξο, ἔπειτα πάλι μονολογοῦσε ὅτι τὸ οὐράνιο τόξο ἀφενὸς βγαίνει τὴν ἡμέρα, ἀφετέρου εἶναι καμπυλωτὸ σὲ σχῆμα, ἐνῶ ἡ φωτεινὴ αὐτὴ στήλη ἦταν κατακόρυφη ὡς τὸν οὐρανό. Φεύγει λοιπὸν κατατρομαγμένο στὸν πατέρα του καὶ τοῦ ἀναφέρει τὸ παράδοξο αὐτὸ γεγονός. Ὁ πατέρας τοῦ ἀρχικὰ δὲν τὸ πίστεψε, ἀλλὰ πὰρ ὅλες τὶς ἐπιμονὲς τοῦ παιδιοῦ του, τὴν ἄλλη νύχτα πηγαίνουν μαζὶ καὶ ὢ τοῦ θαύματος!!! Οἱ γλυκειὲς μελωδίες συνεχιζόταν καὶ ὁ πυρσὸς ξεκινοῦσε πάλι ἀπὸ τὸ σπήλαιο καὶ ἔφτανε σὸν οὐρανό. Τὴν ἄλλη μέρα τὸ παιδὶ μαζὶ μὲ τὸν πατέρα καὶ μερικοὺς ἄλλους βοσκοὺς ἐξερευνοῦν τὸ σπήλαιο καὶ βλέπουν τὴν Ἁγία εἰκόνα νὰ φεγγοβολᾶ καὶ νὰ ἀστράφτει. Ἀφοῦ τὴν προσκύνησαν καὶ χάρηκαν ποὺ βρῆκαν ἕνα τέτοιο θησαυρό, ἄνοιξαν μονοπάτι πρὸς τὸ σπήλαιο γιὰ νὰ ἀνάβουν καθημερινὰ ἕνα καντηλάκι μπροστὰ στὴν Χάρη Της. Μὲ ποιὸ ὅμως τρόπο ἦρθε μόνο ὁ Θεὸς ξέρει.

Μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες τὸ γεγονὸς αὐτὸ μαθεύτηκε στὶς γύρω πόλεις καὶ περιοχὲς καὶ ἔφτασε στὰ αὐτιὰ τοῦ ἀρχοντόπουλου ποὺ τὴν μετέφερε ἀπὸ τὴν Προῦσα. Χωρὶς νὰ χάσει καιρὸ πῆρε μαζί του τοὺς δούλους του καὶ ἔτρεξε σὲ ἐκεῖνα τὰ μέρη ἀναζητώντας αὐτὸ ποὺ ἐπιζητοῦσε. Μετὰ ἀπὸ δύο μέρες ἔφτασε καὶ μόλις τὴν ἀντίκρισε, τὴν ἀναγνώρισε ἀμέσως καὶ ἔπεσε κάτω προσκυνώντας Τὴν. Ποτάμι τὰ δάκρυα ἔτρεχαν ἀπὸ τὰ μάτια του, δάκρυα χαρᾶς γιὰ τὴν εὕρεση τοῦ θησαυροῦ του. Ἔπειτα ἀφοῦ φιλοδώρησε τοὺς χωρικοὺς ποὺ τὴν βρῆκαν πῆρε τὴν εἰκόνα γιὰ νὰ ἐπιστρέψει στὴν Ὑπάτη λέγοντάς τους : « Ἀδελφοί μου μὴ διαμαρτύρεστε ἐναντίον μου διότι ἀφενὸς ἡ εἰκόνα εἶναι δίκη μου καὶ ἔπειτα ὁ τόπος αὐτὸς δὲν εἶναι κατάλληλος οὔτε γιὰ χτίσιμο ἐκκλησίας οὔτε γιὰ συνάξεις προσκυνητῶν ».

Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια ἄφησε λυπημένους τοὺς βοσκοὺς καὶ αὐτὸς πῆρε τὴν Ἁγία εἰκόνα καὶ ἀναχώρησε. Καθὼς ἔφτασαν σὲ κάποιο ὕψωμα τοῦ δρόμου κουράστηκαν καὶ ἔβαλαν τὴν εἰκόνα σὲ ἕνα ἐρειπωμένο ἐκκλησάκι γιὰ νὰ ξαποστάσουν. Ἐνῶ ἀποκοιμήθηκαν, ὅταν ξύπνησαν δὲ βρῆκαν τὴν εἰκόνα καὶ ὁ ἄρχοντας σκέφτηκε ὅτι τοὺς παρακολουθοῦσαν οἱ βοσκοὶ καὶ ἦρθαν κρυφὰ καὶ τὴν ἔκλεψαν. Καθὼς ἐπέστρεφαν πίσω, τὸ ἀρχοντόπουλο ἄκουσε μία γυναικεία φωνὴ λέγοντάς του : « Ὢ νέε σώσου καὶ πήγαινε στὸ καλό, διότι ἐγὼ ἀναπαύομαι καλύτερα σὲ αὐτοὺς τοὺς ἄγριους καὶ ὀρεινοὺς τόπους μὲ ἁπλοϊκοὺς βοσκοὺς παρὰ σὲ μεγαλουπόλεις μὲ πλούσιους ἄρχοντες. Ἂν θέλεις νὰ μείνεις μαζί μου ἔλα καὶ θὰ ναὶ καὶ γιὰ καλό σου » καὶ ξαφνικὰ πάνω στὸ βουνὸ δημιουργήθηκε τὸ τύπωμα τῆς Παναγίας μία τρύπα στὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ σὲ μέγεθος ἴση μὲ τὴν εἰκόνα καὶ κατὰ ὕψος τοῦ βουνοῦ ἐμφανίστηκαν ἀποτυπώματα ἀνθρωπίνου πέλματος. Περπάτησε δηλαδὴ ἡ Παναγία πρὸς τὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ διαπερνόντας τὸ γιὰ νὰ φτάσει καὶ πάλι στὴν θέση ὅπου αὐτὴ διάλεξε νὰ γίνει τὸ μόνιμο κατοικητήριό της ἐδῶ καὶ χίλια περίπου ἔτη.

Αὐτὰ τὰ ἄκουσε τὸ ἀρχοντόπουλο μὲ προσοχὴ καὶ ἐλευθέρωσε τοὺς δούλους του καὶ γύρισε πάλι στὸ σημεῖο εὑρέσεως τῆς εἰκόνας καὶ ἐγκατέλειψε τὰ ἐγκόσμια καὶ ἀφοσιώθηκε στὴν ὑπηρεσία τῆς Παναγίας. Ἔτσι λοιπὸν ἔχουμε τοὺς πρώτους μοναχοὺς ποὺ ἐγκαταστάθηκαν στὸν ἱερὸ αὐτὸ τόπο, ποὺ διάλεξε ἡ Κυρὰ τῆς Ρούμελης νὰ χτίσει τὸ αἰώνιο σπίτι της, τὸ ἀρχοντόπουλο ποὺ πῆρε τὸ μοναχικὸ ὄνομα Διονύσιος καὶ ὁ δοῦλος του ποὺ πῆρε τὸ ὄνομα Τιμόθεος. Ἑκατοντάδες ὑπῆρξαν συνολικὰ οἱ μοναχοὶ ποὺ διάβηκαν στὸ ψηφιδωτό του χρόνου τὸ κατώφλι ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ Μονὴ τῆς Παναγίας τῆς Προυσιώτισσας, ἁγιάστηκαν καὶ ἁγίασαν.

Συνοπτικὴ παρουσίαση τοῦ παρεκκλησίου ποὺ βρίσκεται ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Προυσιώτισσας.

Ὅπως προείπαμε καὶ πιὸ πρὶν ἀριστερά του τέμπλου τοῦ κυρίου ναοῦ καὶ σὲ ἀνεξάρτητο μέρος βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Πάντων ὅπου καὶ βρίσκεται ἐδῶ καὶ πολλοὺς αἰῶνες ἡ Ἱερὰ καὶ σεβάσμια εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Προυσιώτισσας. Δὲν ἔχει διασωθεῖ καμία μαρτυρία, ἡ ὁποία νὰ βεβαιώνει τὸ χρόνο ἵδρυσης τοῦ πρώτου σπηλαίου-ναοῦ τῆς Παναγίας. Τὸ μικρὸ σπήλαιο, ἔτσι ὅπως διαμορφώθηκε σὲ ναΐσκο (4μ μήκους καὶ 2,8 μ πλάτους) ἔχει τὸ ἰδιαίτερο προνόμιο νὰ ἀποτελεῖ τὴν μόνιμη κατοικία τῆς θαυματουργοῦ εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ ὁριοθετεῖ τὸν ἀντικειμενικὸ σκοπὸ τοῦ προσκυνήματος. Τὸ περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο, ὅπου σὲ εἰδικὸ προσκυνητάρι βρίσκεται καὶ τιμᾶται ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας, χωρίζει τὸν μονοχῶρο ναΐσκο σὲ κυρίως ναὸ καὶ ἱερό. Τὸ ἱερὸ μέσα στὸ βράχο ἴσα ἴσα ποὺ χωράει δύο μὲ τρεῖς τὸ πολὺ κληρικοὺς κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία ποὺ γίνεται στὸ παρεκκλήσι αὐτό, μόνο κατὰ τὴν ἡμέρα πανηγύρεως τῆς Μονῆς στὶς 22-23 Αὐγούστου, ἡμέρα εὑρέσεως τῆς θαυματουργοῦ εἰκόνας. Ὁ κυρίως ναὸς τοῦ μικροῦ παρεκκλησίου μόλις μπορεῖ νὰ χωρέσει δέκα πιστοὺς οἱ ὁποῖοι κὰθ ὅλο τὸ χρόνο μπαίνουν ἀπὸ τὴν δυτικὴ εἴσοδο ἀπὸ τὴν βορειοανατολικὴ μεριὰ τοῦ καθολικοῦ, ἀσπάζονται τὴν ἱερὰ εἰκόνα, προσεύχονται στὴν Χάρη Της καὶ βγαίνουν ἀπὸ τὴν μεσημβρινὴ μικρὴ πόρτα πάλι στὸ καθολικό του κυρίως ναοῦ.

Ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Προυσιώτισσας

Στὸ μικρὸ αὐτὸ σπήλαιο, στὴν βόρεια πλευρὰ τοῦ καθολικοῦ, διαμορφωμένο κατάλληλα σὲ παρεκκλήσιο, κατέχει τὸ μεγάλο θησαυρὸ τῆς Ὀρθοδοξίας, τὴν θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας.

Στὸ κέντρο τοῦ ἐπιχρυσωμένου ξυλόγλυπτου τέμπλου καὶ σὲ ἀνάλογο περίτεχνο καὶ ὄμορφο προσκυνητάρι κατοικεῖ γιὰ χίλια καὶ πλέον ἔτη ἡ Παναγία ἡ Προυσιώτισσα. Ἡ εἰκόνα εἶναι μεγέθους 0,88 x 0,60 καὶ πέρα ἀπὸ τὰ θαυμάσια θαύματα ποὺ κάνει χαρίζει στοὺς πιστούς της πνευματικὴ εὐφροσύνη καὶ ἀγαλλίαση, χαριτώνει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Παναγία εἰκονίζεται ὡς τὴ μέση καὶ μὲ τὸ δεξί της χέρι δείχνει τὸ Χριστὸ ἐνῶ μὲ τὸ ἀριστερὸ τὸν κρατάει στοργικὰ στὴν ἀγκαλιά της. Ὁ Χριστὸς εἶναι στραμμένος πρὸς τὸ πρόσωπό Της καὶ μὲ τὸ δεξί Του χέρι Τὴν εὐλογεῖ .

Πρόκειται γιὰ τὸν εἰκονογραφικὸ τύπο τῆς Ὁδηγήτριας. Τὴν εἰκόνα τὴν καλύπτει ἀργυροχρυσὴ ἐπένδυση τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη καὶ μόνο τὰ ζωγραφισμένα πρόσωπα τῶν εἰκονιζόμενων εἶναι φανερά.. Τὰ μεγάλα ἀμυγδαλωτὰ μάτια τῆς Παναγίας , τὰ γραμμένα φρύδια, ἡ μακριὰ ἴσια καλλιγραφημένη μύτη , τὸ μικρὸ κερασένιο στόμα, οἱ μεγάλες ἐπιφάνειες τῶν φώτων στὸ πρόσωπο φέρουν μπροστὰ μας μία ἀπὸ τὶς ὡραιότερες καὶ ἐκφραστικότερες ,μορφὲς τῆς μεταβυζαντινῆς περιόδου. Ἡ παράδοση, σύμφωνα μὲ τὸν ἀριθμὸ 3 κώδικα τῆς Μονῆς θέλει τὴν εἰκόνα ἔργο τοῦ Εὐαγγελιστῆ Λουκᾶ. Ἡ ἀργυροχρυσὴ ἐπένδυση-τὸ πουκάμισο τῆς Παναγίας ὀφείλεται σὲ ἐκπλήρωση τάματος τοῦ γενναιότατου στρατηγοῦ Καραϊσκάκη ὁ ὁποῖος ὅταν συχνὰ ἀρρώσταινε ἀπὸ τὴν ἀσθένεια τῆς θέρμης, πολλάκις φιλοξενοῦνταν στὴν Μονὴ Προυσοὺ καὶ νοσηλευόταν ἐκεῖ. Ἔταξε στὴν Παναγία νὰ τοῦ χαρίσει τὴν γιατρειὰ γιὰ νὰ συνεχίσει τοὺς ἔνδοξους ἀγῶνες του γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ γένους, καὶ θὰ τὴν ἕντυνε μὲ ἀργυροχρυσὸ πουκάμισο. Πράγματι μετὰ τὴν θεραπεία, εὐγνωμονώντας Τὴν, ἐκπλήρωσε τὸ τάμα τοῦ στολίζοντας τὴν μὲ τὴν θαυμάσια τεχνουργημένη ἐπένδυση ,ἔργο τοῦ χρυσοχόου καλλιτέχνη Γεωργίου Καρανίκα τὸ 1824, ὅπως μᾶς ἀποκαλύπτει ἡ ἀνάγλυφη ἐπιγραφὴ πάνω ἀπὸ τὸν δεξιὸ ὦμο τῆς Παναγίας : « Ἡ Παντάνασσα. Δὶ ἐξόδων τοῦ γενναιοτάτου στρατηγοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη, χειρὶ Γεωργίου Καρανίκα, 1824 ».

Ὢ Δέσποινα Προυσιώτισσα, βασίλισσα οὐρανοῦ καὶ γής, τιμιωτέρα τῶν χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξοτέρα τῶν Σεραφεὶμ καὶ πασῶν τῶν ἐπουρανίων δυνάμεων ! Θρόνε τοῦ Θεοῦ καθαρότατε, Πανάσπιλη καὶ Πανάχραντη Κόρη, Ἀειπάρθενη καὶ Πανακήρατη, ἡ κατάφυση μητέρα τοῦ Κυρίου Ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῶν ὅλων Θεοῦ, καὶ κατὰ χάρη μητέρα ὅλων τῶν χριστιανῶν, ποὺ ἀνάξια ἔχουμε τὸ ὄνομα τοῦ Υἱοῦ σου. Ρίξε τὸ βλέμμα σου καὶ σὲ μᾶς τὰ μικρὰ καὶ τιποτένια παιδιά σου, μὴν ξεχνᾶς τὴ συγγενικὴ οἰκειότητα, μὴ παραβλέψεις ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς, ποὺ μὲ τὰ πονηρὰ ἔργα μᾶς καταπροσβάλλαμε τὸ Ἅγιο ὄνομά Σου. Μὴν μᾶς ἐγκαταλείψεις ἐμᾶς ποὺ μόνο τὸ ὄνομά σου ἔχουμε ἐμεῖς οἱ χριστιανοί, ἐνῶ τὰ ἔργα μᾶς εἶναι παρόμοια μὲ ἐκεῖνα τῶν εἰδωλολατρῶν. Σκέπασέ μας μὲ τὴ σκέπη τῆς ἀκαταμάχητης καὶ ἀνίκητης βοηθείας Σου. Ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μᾶς δεόμεθα στὴ μεγαλοσύνη σου νὰ παραβλέψεις τὶς ἁμαρτίες μας καὶ ὡς φιλόστοργη Μητέρα νὰ μᾶς δυναμώνεις κατὰ τῶν ὁρατῶν ἀλλὰ καὶ τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν μας. Κατὰ τῶν ὁρατῶν ἐχθρῶν γιὰ νὰ ὑποφέρουμε τὶς θλίψεις, τὶς τυραννίες καὶ τὶς στεναχώριες ποὺ δοκιμάζουμε τὰ τελευταία χρόνια ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν ἀοράτων γιὰ νὰ μὴν ἔχουν δύναμη πάνω μας οἱ δαίμονες ποὺ πάντα μᾶς πολεμοῦν ἄσπονδοι καὶ νοεροὶ πολέμιοί μας. Σύντριψε τὶς παγίδες καὶ τὶς ἐνέδρες ποὺ μᾶς στήνουν, ἀπάλλαξέ μας ἀπὸ τὴν πικρὴ αἰχμαλωσία στὴν ὁποία μᾶς δούλωσαν. Ναί, Κυρία λύτρωσε τοὺς ταπεινούς Σου δούλους ἀπὸ τὴν δυναστεία τους καὶ στὸν παρόντα βίο ἀλλὰ καὶ στὸν καιρὸ τῆς κρίσεως. Ἀνάλαβέ μας σὲ παρακαλοῦμε καὶ βοήθησέ μας ἐνισχύοντάς μας νὰ βαδίζουμε στὸ ἑξῆς ὅπως ταιριάζει σὲ χριστιανοὺς καὶ νὰ φυλάγουμε τὶς ἐντολὲς τοῦ μονογενοῦς Σου Υἱοῦ, ἔχοντας μεταξὺ μας ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, πίστη, πραότητα, σωφροσύνη, ἐγκράτεια καὶ ὅλους τους καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος . Τέλος δὲ ,ἀξίωσε ὅλους μας τῆς ἀνέσπερης καὶ ἀνεκλάλητης χαρᾶς τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν.

Περιγραφὴ τῆς διαδρομῆς γιὰ τὴ Μονή.

Φεύγοντας ἀπὸ τὸ Καρπενήσι καὶ ἀκολουθώντας τῶν φιδίσιο ἀσφαλτόδρομο τῆς Ποταμιᾶς καὶ ἀκολουθώντας μία διαδρομὴ ποὺ ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου τὰ ἀναφέρει ὡς Εὐρυτανικὰ Τέμπη φτάνουμε στὶς αὐλὲς τῆς Παναγίας. Ὁ δρόμος πρὸς τὸν Προυσσὸ κρύβει ἐναλλαγὲς τοῦ τοπίου. Ἀρχικὰ ὁ τόπος εἶναι καταπράσινος γεμάτος ἀπὸ ἔλατα ὅπου χαίρεσαι νὰ τὸ ἀπολαμβάνεις ἐνῶ λίγα χιλιόμετρα πιὸ κάτω ἡ φύση ἀγριεύει. Τὰ βουνὰ σμίγουν ἑρμητικὰ τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο καὶ συνάμα ἡ ἀνθρώπινη ἐπέμβαση τὰ κάνει νὰ ἀνοίγουν γιὰ νὰ φτάσουμε στὸ Μεγάλο καὶ Μικρὸ χωριό. Εἰκοσιπέντε χιλιόμετρα μετὰ τὸ Καρπενήσι φτάνουμε στὸν χῶρο ὅπου μποροῦμε νὰ θαυμάσουμε τὸ τύπωμα καὶ τὰ πατήματα τῆς Προυσιώτισσας. Ἡ εὐλάβεια, ἡ πίστη καὶ ὁ πόνος τῶν ἀνθρώπων τοὺς ὁδήγησαν στὸ νὰ χτιστεῖ ἕνα μικρὸ ἐκκλησάκι κάτω ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ βράχο μὲ τὰ πατήματα τῆς Παναγίας. Ἀνεβαίνοντας τὴν σιδερένια σκάλα μποροῦμε νὰ δοῦμε ὁλοκάθαρα τὰ ἀποτυπώματα ποὺ ἄφησε ἡ Παναγία στὸ διάβα της γιὰ νὰ φτάσει στὸ σημερινὸ σημεῖο ποὺ διάλεξε γιὰ νὰ γίνει τὸ σπίτι της. Τὸ σπίτι τοῦ ὁποίου οἱ πόρτες εἶναι πάντα ἀνοιχτές. Πάντα μᾶς καρτερεῖ ἡ Θεοτόκος. Μᾶς περιμένει ὅλους μας νὰ ἀκουμπήσουμε πάνω της τοὺς πόνους, τὰ βάσανα, τὶς πίκρες καὶ τὰ προβλήματά μας. Συνεχίζοντας τὸ ταξίδι μας πρὸς τὴν Ἱερὰ Μονὴ φτάνουμε στὴν περιοχὴ τριπόταμο ὅπου ὁ ποταμὸς Καρπενησιώτης ἑνώνεται μὲ τὸν Κρικελοπόταμο γιὰ νὰ σχηματίσουν τὸν Τρικεριώτη καὶ αὐτὸς μὲ τὴ σειρά του νὰ φτάσει στὴν τεχνιτὴ λίμνη τῶν Κρεμαστῶν. Ἀφοῦ περάσουμε τὴν παλιὰ καὶ τὴ νέα γέφυρα πάνω ἀπὸ τὸ σημεῖο τῆς ἕνωσης τῶν τριῶν ποταμῶν συναντᾶμε ξεκινάει ὁ ἀνηφορικὸς πλέον δρόμος γιὰ νὰ ἀγναντέψουμε ἀπὸ μακριὰ τὸ ρολόι, ἕνα παλιὸ καμπαναριὸ ὅπου μας ὑποδείχνει ὅτι ὁ τόπος εἶναι ἁγιασμένος χάρη στὴν Παναγία. Ἔμψυχα καὶ ἄψυχα ἀντικείμενα μᾶς ὑποδείχνουν τὴν παρουσία τῆς Παναγιᾶς μας καὶ μᾶς δηλώνουν ὅτι φτάνουμε στὸ σπίτι τῆς Ὑψηλοτέρας ὅλων τῶν Ἁγίων καὶ τῶν Ἀγγέλων -ὅλης της στρατευόμενης καὶ θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας.

Τὸ σημερινὸ ρολόι τὰ παλιότερα χρόνια χρησίμευε ὡς κωδωνοστάσιο –σημεῖο ἀναφορᾶς ὥστε οἱ χωρικοὶ καὶ οἱ βοσκοὶ νὰ ἀφήσουν τὶς βιοτικὲς ἐργασίες καὶ μέριμνες καὶ νὰ μαζευτοῦν ὅλοι ,σὰν ἕνα σῶμα πρὸς δόξαν τοῦ Τριαδικοῦ μας Θεοῦ καὶ τῆς οἰκοδέσποινας τῆς Μονῆς τῆς Παναγίας μᾶς Ἀκολουθώντας μία πορεία συνεχῶν στροφῶν στὸ χεῖλος τοῦ γκρεμοῦ τὸ μάτι μᾶς βλέπει νὰ κρέμεται τὸ Μοναστήρι ἕτοιμο νὰ κατρακυλήσει πρὸς τὸν ἀπότομο γκρεμό. Εἶναι ἡ πίσω μεριὰ τῆς Μονῆς, τὸ τριώροφο οἰκοδόμημα τὸ ὁποῖο σήμερα χρησιμεύει ὡς τὴν κατοικία τῶν μοναχῶν, τὴν τράπεζα, τὰ μαγειρεῖα, τὰ γραφεῖα, τὸ ἡγουμενεῖο καὶ τὰ κελιὰ στὸν τρίτο ὄροφο. Ἡ σημαία τοῦ δικεφάλου ἀετοῦ, σημεῖο κατατεθὲν τῆς Βυζαντινῆς μεγαλοπρέπειας μᾶς ὑποδηλώνει ὅτι ἡ Μονὴ εἶναι Σταυροπηγιακή, ὅτι ἀνήκει δηλαδὴ στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἐκκλησιαστικῶς. Τὸ καλογερικὸ ὅπως ὀνομάζεται τὸ τριώροφο αὐτὸ οἰκοδόμημα βρίσκεται στὰ ἀνατολικά του καθολικοῦ, Ἄρχιζε νὰ κτίζεται τὸ 1921, στὸ πλάτωμα πάνω ἀπὸ φοβερὸ γκρεμὸ βάθους τουλάχιστον τριακοσίων μέτρων. Ἔχει μῆκος 21μ καὶ 9μ πλάτος. Κατὰ τὴν γερμανικὴ κατοχὴ τὸ οἰκοδόμημα αὐτὸ πυρπολήθηκε ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς καὶ ἀνοικοδομήθηκε ἀπὸ τὸν ἡγούμενο Κωνσταντῖνο Παπαδημητρίου. Χρησιμοποιεῖτε ἐπίσης καὶ σὰν χῶρος ὑποδοχῆς ἐπιφανῶν προσώπων καὶ χῶρος διαμονῆς τους. Οἱ περίφημοι ἐξῶστες τοῦ τρίτου ὀρόφου ἔχουν μία θέα μαγευτικὴ καὶ πάνω ἀπὸ τὸ χάος τοῦ γκρεμοῦ μετατρέπονται σὲ ἐξῶστες τοῦ οὐρανοῦ. Κατεβαίνοντας πρὸς τὸν χῶρο στάθμευσης τοῦ αὐτοκινήτου τὸ μάτι μας δὲν χορταίνει νὰ βλέπει ὁλόκληρη πλέον τῆς Ἱερὰ Μονή. Ἡ Κυρὰ τῆς Ρούμελης μᾶς ἀποκαλύπτει τὸ σπίτι καὶ μᾶς καλεῖ νὰ τὸ γνωρίσουμε γιὰ νὰ μᾶς φιλοξενήσει

Ἀπολυτίκιον Ἱερᾶς εἰκόνας

  • Τῆς Ἑλλάδος ἁπάσης σὺ προΐστασαι πρόμαχος καὶ τερατουργὸς ἐξαισίων τὴ ἐκ Προύσσης εἰκόνι Σου, Πανάχραντε Παρθένε Μαριάμ, καὶ γὰρ φωτίζεις ἐν τάχει τοὺς τυφλοὺς δεινοὺς τὲ ἀπελαύνεις δαίμονας καὶ παραλύτους δὲ συσφίγγεις ἀγαθή. Κρημνῶν τὲ σώζεις καὶ πάσης βλάβης τοὺς σοὶ προστρέχοντας. Δόξα τῷ σῶ ἀσπόρω τοκετῶ, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τὸ ἐνεργούντι διὰ σου τοιαῦτα θαύματα

Μεγαλυνάρια ἑορτῆς

  • Δεῦτε τὴν εἰκόνα τὴν ἱερά, τῆς Προυσιωτίσσης, ἀσπαζόμεθα εὐλαβῶς, βρύουσαν παντοίων νόσων καὶ πάσης βλάβης, ρῶσιν δαψιλεστάτην καὶ χάρην ἄφθονον
  • Σφαίρας οὐρανίους φωταγωγεῖς, ἀχράντω οἰκήσει τὴν ὑδρόγειον δὲ βολαις, ἀρρήτων θαυμάτων, αὐγάζεις ὅθεν πίστει, πάντες σὲ προσκυνοῦμεν ὢ Προυσιώτισσα

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀρχαιολογίας κ.Ἀθανασίου Παλιούρα: Τὸ Μοναστήρη τῆς Παναγίας στὸν Προυσὸ

Περισσότερα

Ιερός Ναός Παναγίας Κοσμοσώτειρας Φερών (ΙΒ΄ αι.)

Σε ένα λοφίσκο της πάλαι ποτέ βυζαντινής κωμοπόλεως Βήρας, σήμ. Φέρες, βρίσκεται ο βυζαντινός Ναός του 12ου αιώνος αφιερωμένος στην Παναγία την Κοσμοσώτειρα. Ο Ναός σήμερα αποτελεί Ενοριακό Ναό της κωμοπόλεως και κέντρο του ομωνύμου Ιδρύματος των απανταχού Θρακών. Ο Ναός αποτελεί το Καθολικό της πάλαι ποτέ Ιεράς Μονής Παναγίας Κοσμοσώτειρας Βήρας, που ιδρύθηκε από τον σεβαστοκράτορα Ισαάκιο Κομνηνό το 1151/52. Σήμερα από όλο το συγκρότημα των οικοδομημάτων της Μονής σώζεται μόνο ο Ναός της Κοσμοσώτειρας, τμήμα των τειχών και των πύργων. Η πανήγυρις του Ναού τελείται κάθε χρόνο πανδήμως στις 15 Αυγούστου και έχει καθιερωθεί ως το Παγκόσμιο Προσκύνημα των Θρακών.

 

Το ιστορικό της Μονής

 
Η ιστορία της Μονής της Παναγίας Κοσμοσώτειρας, της βυζαντινής κωμοπόλεως Βήρας, οπότε και της σημερινής πόλεως των Φερών, αρχίζει όταν το έκτο παιδί και τριτότοκος γιός του αυτοκράτορα Αλεξίου Α’ του Κομνηνού και της Ειρήνης Δούκαινας, ο πορφυρογέννητος Ισαάκιος Κομνηνός, σε ηλικία 59 ετών, ήρθε «περί τα χείλη του ποταμού» Έβρου και σε τόπο έρημο «ανθρώπων και οικημάτων» καθίδρυσε «το της Κοσμοσωτείρας και Θεομήτορος φροντιστήριον, ανδρών μοναζόντων«. 
 
Ήταν το έτος 6.660 από κτίσεως κόσμου κατά την 15η Ινδικτιώνα, δηλαδή από 1ης Σεπτεμβρίου 1151 μέχρι 31ης Αυγούστου 1152 μετά Χριστόν. 
 
Με εμπειρία κτήτορος, αφού σε νεαρότερη ηλικία είχε ανακαινίσει ριζικά την Μονή της Χώρας και τον Ναό του Αγίου Στεφάνου του Αυρηλιανού στην Κωνσταντινούπολη, έρχεται κοντά στις εκβολές του Έβρου τον οποίο ονομάζει Μαρίτζα, και στον τόπο αυτό που ήταν γεμάτος φίδια και σκορπιούς και που λεγόταν βηρός, δηλαδή βαλτόνερα, οικοδομεί με βαθιά ευλάβεια ένα ολόκληρο οχυρωμένο μοναστηριακό συγκρότημα, το οποίο παίρνει από την περιοχή το όνομά του: «Μονή της Βήρας, Παναγία η Κοσμοσώτειρα«. 
 
Το μοναστηριακό συγκρότημα ήταν το φιλόδοξο εγχείρημα ενός ηγεμόνα, μέλους της αυτοκρατορικής οικογένειας και προδίδει άπλετα την πληθωρική προσωπικότητα του επιδέξιου στρατηγού, ποιητού, φιλόσοφου, θεολόγου και μαθηματικού κτήτορά του. Περιλαμβάνει το κεντρικό καθολικό αφιερωμένο στη Κοσμοσώτειρα Θεομήτορα με περιμετρικές πτέρυγες κελλιών, περίπου 40 για τους μοναχούς.
 
 
Οι κεντρικές αυτές εγκαταστάσεις περικλείονται με ένα τοίχος που στην νοτιοδυτική γωνία του έχει πύργο για τα σήμαντρα. Σήμερα διατηρείται καλύτερα αυτός ο πύργος, ύψους 8 μέτρων τετράγωνος εξωτερικά και κυκλικός εσωτερικά. Στην εσωτερική αυλή υπήρχαν και άλλα κτίρια ακόμα η τράπεζα των μοναχών, το σκευοφυλάκιο, το βεστιάριο και το συγκρότημα των λουτρών. Τρείς πύλες οδηγούσαν στην δεύτερη, την εσωτερική αυλή που ήταν και εκείνη τειχισμένη με περίφραξη. Η κύρια πύλη βρισκόταν βόρεια, μία ήταν στα ανατολικά και μία στα δυτικά. Από την ανατολική πύλη μπορούσαν να μπαίνουν στην Μονή και οι γυναίκες, μα μόνο στον εξωτερικό αυλόγυρο και μόνο τρεις φορές τον χρόνο. Εκεί στον εξωτερικό περίβολο υπήρχαν, σε θέση που παραμένει ασαφής σε μας, δεύτερος ναός αφιερωμένος στον Άγιο Προκόπιο, βιβλιοθήκη, σκευοφυλάκιο, βεστιάριο, ξενώνας, λουτρά, δεσποτικό διαμέρισμα, και κάποια ακόμη διαμερίσματα για φιλοξενία επισήμων. Όμως το κυριότερο κτίσμα του εξωτερικού περιβόλου ήταν το γηροκομείο ή νοσοκομείο. Ακόμη, υπήρχαν εδώ οι στάβλοι, τα εργαστήρια και οι μεγάλες αποθήκες. Πιο πέρα από τον εξωτερικό περίβολο βρισκόταν, με δική του περίφραξη και παρεκκλήσιο, το νεκροταφείο των μοναχών.
 
Βορειοδυτικά της Μονής και σε άμεση σχέση μ’ αυτήν ήταν το υδραγωγείο, έργο το οποίο έγινε «με πολύ ιδρώτα και δαπανώντας πολλά νομίσματα«. Η κατασκευή του υδραγωγείου εξασφάλιζε νερό για τη στέρνα η οποία τροφοδοτούσε την κρήνη της Μονής αλλά και εκείνη του οικισμού. Σήμερα, κάθετα επάνω στον χείμαρρο με το βυζαντινό όνομα Σαμία, διατηρούνται δυο ακέραιες καμάρες και μία μισή, απομεινάρια του μεγάλου εκείνου έργου. Το πλάτος του υδραγωγείου είναι 1,30 μ., τα δε τόξα του είναι χτισμένα με ζωηρούς κόκκινους πλίνθους, έχουν άνοιγμα 7 μ. και ύψος 5 μ. και παρουσιάζουν στην κορυφή τους ελαφριά θλάση όπως τα αραβικά. Η μεταξύ των τόξων τοιχοποιία είναι με επιμέλεια κατασκευασμένη από κανονικούς πωρόλιθους με πλίνθους να παρεμβάλλονται στους οριζόντιους αρμούς.
 

Ο σεβαστοκράτορας Ισαάκιος Κομνηνός

 
Ο πορφυρογέννητος Ισαάκιος Κομνηνός γεννήθηκε το 1093 μ.Χ. Από τον πατέρα του Αλέξιο έλαβε τον τίτλο του «καίσαρα». Ο Ισαάκιος υπήρξε χωρίς αμφιβολία μια από τις πιό ενδιαφέρουσες και πολύπλευρες προσωπικότητες της οικογενείας των Κομνηνών. Επιδέξιος στρατηγός αλλά και άνθρωπος των γραμμάτων και της τέχνης ασχολήθηκε εντατικά με την ποίηση, τη θεολογία, και τη φιλοσοφία, αλλά και με μακρόπνοα εκκλησιαστικά και κοινωφελή έργα. Έτσι ο Θεόδωρος Πρόδρομος τον αποκαλεί, ανάμεσα σε άλλα, ικανό «…και στρατηγείν άμα και επιστατείν ποιήμασι και φιλοσοφείν».  
 
Μετά τον θάνατο του πατέρα του, το 1118, στη διαμάχη που ξέσπασε ανάμεσα στην πρωτότοκη, γνωστή ιστοριογράφο, Άννα και τον τριτότοκο Ιωάννη, ο Ισαάκιος τάχθηκε με το μέρος του αδελφού του. Γι’ αυτό ο Ιωάννης μετά την αναγόρευση του, τον προήγαγε σε «σεβαστοκράτορα». Η συνεργασία και η αγάπη των δύο αδελφών δεν κράτησε πολύ. Το 1123 και πριν ακόμα από το θάνατο της μητέρας του Ειρήνης, ο Ισαάκιος, σε ηλικία 30 ετών, άνδρας ψηλός, μεγαλόπρεπος και τολμηρός· καθώς ήταν «ερωτευμένος με τη βασιλεία και τον έτρωγε η επιθυμία να περιβληθεί το στέμμα«, οργάνωσε συνωμοσία ενάντια στον αδελφό του, ο οποίος έλειπε σε εκστρατεία κατά των Τούρκων και απέβλεπε στην κατάληψη του θρόνου. Η συνωμοσία αποκαλύφθηκε, ο Ιωάννης Β’ αναβάλλοντας τις επιχειρήσεις επέστρεψε, ενώ ο Ισαάκιος για να μην συλληφθεί, διέφυγε.  
 
Τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια τα πέρασε πλάνητας στην Ανατολή, ανάμεσα στον εμίρη της Καππαδοκίας, στον δούκα της Τραπεζούντας, στον σουλτάνο του Ικονίου, στον πρίγκιπα της αρμενικής Κιλικίας και στον λατίνο βασιλιά της Ιερουσαλήμ, προσπαθώντας με την βοήθεια όλων αυτών να ανατρέψει τον αδελφό του Ιωάννη και να περιβληθεί ο ίδιος την πορφύρα. Μόνο μετά τις σημαντικές νίκες του Ιωάννη Β’ στη Μικρά Ασία το 1138, απογοητευμένος από τις άκαρπες προσπάθειες του, ζήτησε τη συμφιλίωση με τον Ιωάννη και ο ανεξίκακος αδελφός του με μεγάλη ευχαρίστηση και ανοιχτόκαρδα τον δέχτηκε στην Κωνσταντινούπολη μαζί με το γιο του. Τον επόμενο κιόλας χρόνο μπλέχτηκε πάλι σε μηχανορραφίες για την κατάληψη του θρόνου, με αποτέλεσμα να εξοριστεί το 1140 στην Ηράκλεια του Πόντου.  
 
Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του αδελφού του αυτοκράτορα Ιωάννη Β’ το 1143, τον θρόνο κατέλαβε ο ανεψιός του Μανουήλ Γ’, αφήνοντας για μια ακόμα φορά τις φιλοδοξίες και τα όνειρα του Ισαακίου ανεκπλήρωτα. Ο Μανουήλ συγχώρεσε τον θείο του, τον απάλλαξε από την εξορία και τον κράτησε κοντά του με τον ίδιο τίτλο του σεβαστοκράτορα και μάλιστα τον πήρε μαζί του στη πρώτη του εκστρατεία εναντίον των Σελτζούκων. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας η στάση του Ισαακίου στο νέο αυτοκράτορα και ανεψιό του δεν ήταν ολότελα φωτισμένη. Όταν από λάθος διαδόθηκε ότι ο Μανουήλ σκοτώθηκε, ο Ισαάκιος έσπευσε να αυτοανακηρυχθεί αυτοκράτωρ. Μόνο μετά το 1150, ίσως με την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων κάποιας αρρώστιας του, σε ηλικία 50 ετών, κόπασε αυτή η φιλαρχία του.  
 
Το 1151/2 κατά το παράδειγμα των γονέων του και του αδελφού του, ο Ισαάκιος αποφασίζει να ιδρύσει ένα πρότυπο μοναστήρι. Η υγεία του είναι πιά κλονισμένη, αναλογίζεται τον θάνατο που πλησιάζει, αναπολεί την ζωή του και την πολιτική του δράση συνυφασμένη με συνεχείς συνωμοσίες και παράνομες πράξεις κι αποφασίζει να αναπτύξει τις πνευματικές του δραστηριότητες και να μεριμνήσει για την σωτηρία της ψυχής του. «…αλλ’ ώσπερ διατελέσας τον παρελθόντα του βίου μου δίαυλον οία περ άγονον και αναίσθητον βλάστημα, οψέποτε μόγις της μακράς αμυδρώς και χειρίστης συνήθειας ανένευσα ως εκκάρου βαθέος της αγνωσίας… προς κουφισμον τινά και συγχώρησιν των απείρων απειράκις αμαρτημάτων μου… ιερόν της θεομήτορος εκαίνισα συν Θεώ φροντιστήριον…«. 
 
Πέρα από την καθαρά εκκλησιαστική σημασία της πράξεως αυτής, η ίδρυση της Κοσμοσώτειρας στο συγκεκριμένο τόπο είχε συγχρόνως και πολιτικοοικονομικό και στρατιωτικό χαρακτήρα. Η θέση της Βήρας δίπλα στην Εγνατία οδό και κοντά στην κορυφή του δέλτα του Έβρου διαλέχτηκε ακριβώς για τους λόγους αυτούς. Στην απέναντι κωμόπολη Κύψελα (σημ. Ipsala της Τουρκίας) κατέληγε η Εγνατία που ξεκινούσε από το Δυρράχιο της Ηπείρου και ένωνε την Ανατολή με την Δύση. Στο δέλτα κατέληγε η οδός που έφερνε τα εμπορεύματα από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Αδριανούπολη και από εκεί μέσο της κοίτης του ποταμού κατέληγαν στο Αιγαίο. Έτσι στα βόρεια και δυτικά υψώματα που δεσπόζουν αυτής της περιοχής και της εύφορης νότιας πεδιάδας, έρχεται ο Ισαάκιος και χτίζει μια οχυρωμένη Μονή. Γύρω από την Μονή σχεδιάζει αμέσως και ένα οικισμό, όπου συγκεντρώνονται οι κάτοικοι των γύρω χωριών. Ο σεβαστοκράτορας δαπάνησε για τα κύρια κτίσματά της Μονής σχεδόν ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία του. Ο ίδιος προσωπικά, αν και βαριά άρρωστος, ακουμπισμένος στο ραβδί του, πήγαινε και παρακολουθούσε τις εργασίες της οικοδόμησης με κάθε λεπτομέρεια. 
 
Πέθανε λίγο μετά το 1152, αφού ολοκλήρωσε και συγγραφή του Τυπικού της Mονής της Βήρας. Στην Κωνσταντινούπολη είχε προετοιμάσει, στο νάρθηκα του ναού της Mονής Χώρας, ένα πολυτελή τύμβο για να δεχτεί το σκήνωμά του, αλλά τελικά άλλαξε γνώμη και προτίμησε να ταφεί στην Κοσμοσώτειρα, στη Βήρα, μακριά από τη Βασιλεύουσα, όπως η περιπετειώδης ζωή του τον κράτησε μακριά της όσο ζούσε. Γι’ αυτό μετέφερε τον τύμβο στη Mονή της Κοσμοσώτηρας στη Βήρα, όπου και πραγματικά τάφηκε στο αριστερό μέρος του νάρθηκά της. Πάνω από τον τάφο του τοποθετήθηκε η εξής επιγραφή, πιθανώς συνταχθείσα από τον ίδιο, που φυλάσσεται σήμερα στο Εκκλησιαστικό Μουσείο Αλεξανδρουπόλεως: 
 
«Αίσθησιν εμπικραίνων ή και καρδιαν αλλ’ ω βραβευτά των καλών των ενθάδε και πάλιν αυτά λαμβάνων επάν θέλης ως στάχυν, ως μάργαρoν, ως γλυκύ μέλι ταις αποθήκαις τούτον θησαυρίσαις ως ευθαλές τι δένδρον εις τρύφης πεδον καφυτεύσαις σον λάτριν τον δεσπότην«.
 
Μετάφραση: «Εσύ που πικραίνεις κάθε αίσθηση αλλά και την καρδιά, που βραβεύεις τις καλές πράξεις αυτού του κόσμου, και τις υπολογίζεις όπως θέλεις, σαν στάχυ, σαν μαργαριτάρι, σαν γλυκό μέλι, αποθησαύρισε στη βασιλεία σου, σαν ανθισμένο δένδρο σε ευφρόσυνη κοιλάδα και φύτευσε εκεί αυτόν τον άρχοντα που σε λάτρευσε«.
 
Σήμερα ο νάρθηκας του καθολικού με τον τάφο δεν υπάρχουν παρά μόνο η ως άνω πλάκα. 
 
Τριάντα χρόνια μετά το θάνατο του σεβαστοκράτορα Ισαάκιου Κομνηνού, ο γιος του Ανδρόνικος Κομνηνός έγινε αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη. Αμέσως το 1183 ήρθε στη Θράκη, «τα Κύψελα καταλαμβάνει και τοις εκείσε κυνηγεσίαις ενευφρανθείς, κατά την πατρώαν αφικνείται Mονήν την εν Βήρα διακειμένην και τω του φυσάντος εφίσταται μνήματι«.

 

Το Τυπικό της Μονής

 
Ο σεβαστοκράτορας Ισαάκιος Κομνηνός, όπως έκαναν η μητέρα του Ειρήνη Δούκαινα και ο αδελφός του Ιωάννης, συντάσσει κι αυτός Τυπικό της μονής που έκτισε στη Βήρα, κανονίζοντας με κάθε δυνατή λεπτομέρεια όλη την εσωτερική ζωή και δραστηριότητα των μοναχών της.
 

Το κείμενο του Τυπικού, το οποίο σε γενικές γραμμές ακολουθεί το Τυπικό της Μονής της Ευεργέτιδος στην Κωνσταντινούπολη, μας αποκαλύπτει μια ποιητική διάσταση της προσωπικότητος του Ισαακίου και συγχρόνως φιλοσοφική. Πίσω από τον πολιτικό, διπλωμάτη και στρατηγό, κρύβεται ένας καλλιτέχνης που η αισθητική του έκφραση αναζητά διαρκώς την αρμονία σε πρόσωπα και πράγματα, χωρίς να λησμονεί την πραγματικότητα της ζωής. «Ικανός και στρατηγείν άμα και επιστατείν ποιήμασι και φιλοσοφείν«. Ο Ισαάκιος στο Τυπικό του ανακήρυσσε την Μονή «ολότελα ελεύθερη, αυτοδέσποτη, ιδιοδέσποτη«, χωρίς να υπάγεται σε καμία εξουσία, είτε βασιλική είτε πατριαρχική, αλλά και χωρίς να ορίζει κανένα Έφορό της απ’ τη γενιά του και τους κληρονόμους του. Το μοναστήρι έγινε κοινόβιο και έπρεπε οι μοναχοί να τρώνε σε τράπεζα όλοι μαζί το ίδιο φαγητό, να πίνουν το ίδιο κρασί, να φορούν τα ίδια ρούχα και παπούτσια, χωρίς εξαίρεση ούτε για τον ηγούμενο, μόνο για τους αρρώστους μοναχούς μπορούσε να κανονιστεί μια ιδιαίτερη δίαιτα. 
 
Ο αριθμός των μοναχών οριζόταν σε πενήντα για την υμνωδία και εικοσιτέσσερεις ακόμα, για τα διάφορα διακονήματα της Μονής, συνολικά σε 74. Δεν τον ενδιαφέρει τόσο ο αριθμός των μοναχών, όσο η θεάρεστη πολιτεία των ολίγων. Αυστηρός και έμπειρος ο σεβαστοκράτορας, όριζε πως οι μοναχοί δεν έπρεπε να είναι ευνούχοι, αλλά άνδρες όχι κάτω των 30 χρόνων. Μια εξαίρεση μπορούσε να γίνει για τους συγγενείς των ήδη μοναχών, που επέτρεπε να είναι κάτω των 30 αλλά άνω των 26 χρόνων. Νέοι κάτω των 24 ετών δεν έπρεπε να αναστρέφονται στο μοναστήρι έστω κι αν ήταν συγγενείς του ηγούμενου ή των μοναχών. Σε κάθε κελλί θα έμεναν δύο μοναχοί, για ορισμένους όμως μπορούσε να διατάξει ο ηγούμενος να μείνουν ένας – ένας.  
 
Ενώ ο Ισαάκιος όριζε να γίνεται κάθε μέρα άφθονη διανομή αγαθών στον πυλώνα της Μονής, απαγόρευσε να γίνεται αυτό και στις γυναίκες. «Όχι, γράφει, γιατί μισούμε το γυναικείο φύλο, κάθε άλλο, αλλά γιατί θέλουμε να απομακρύνουμε τη διαφαινόμενη βλάβη των μοναχών απ’ την προσέλευση των γυναικών«. Διανομή αγαθών και στις γυναίκες επιτρεπόταν μόνο κατά την πανήγυρη του Μοναστηριού στην επέτειο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και κατά την επέτειο του μνημοσύνου του, καθώς όριζε ο Ισαάκιος. Επίσης απαγόρευσε να μπαίνουν στο μοναστήρι γυναίκες εκτός από τις ημέρες των γιορτών της Κοιμήσεως, του Ευαγγελισμού και της Γεννήσεως της Θεοτόκου, οπότε μπορούσαν να πάνε να προσκυνήσουν στο ναό. 
 
Ο ηγούμενος της μονής έπρεπε να εκλέγεται από όλη την αδελφότητα, να χειροτονείται από τον μητροπολίτη Τραϊανουπόλεως και να παύεται απ’ αυτόν όταν υπήρχαν καταγγελίες των μοναχών για συγκεκριμένα λάθη του. Θα ήταν συγχρόνως και ο πνευματικός της Μονής αλλά θα όριζε επίσης κι άλλους μοναχούς «επιτηδείους στο να δέχονται λογισμούς«. Γενικά ο ηγούμενος ήταν πανίσχυρος μέσα στο μοναστήρι καθώς μάλιστα δεν υπήρχε και Έφορος της Μονής. Είχε δικαίωμα να έχει πλοιάρια στη Μαρίτζα, ικανά για αλιεία αλλά και χρήσιμα για να μεταφέρονται οι μοναχοί στην Αίνο. 
 
Για το νοσοκομείο στον περίβολο της Μονής, δυναμικότητος 36 κλινών, όριζε στο Τυπικό του ο Ισαάκιος να υπάρχει ένας γιατρός που μένει μέσα στη Μονή και ένας κληρικός που να λειτουργεί στο ιδιαίτερο ναΐδιο του χώρου για τους ασθενείς. Συγκινητική είναι η προτροπή του ιδρυτή, να προσέχουν οι αρμόδιοιώστε να μη μένει «ούτε μια ώρα άδειο ένα κρεβάτι που κάποιος δυστυχισμένος με αγωνία ζητούσε να καταλάβει«. 
 
Ο σεβαστοκράτορας προικοδότησε το μοναστήρι της Βήρας με τα απέραντα κτήματα από γονική κληροδοσία που είχε στην Αίνο και όρισε και κείνα, από όσα είχε παραχωρήσει στους αυλικούς του, να περιέρχονται μετά το θάνατό τους στην αγαπημένη του Κοσμοσώτειρα. Επίσης παραχώρησε στο μοναστήρι ως μετόχι, το ναό του Αγ. Στεφάνου του Αυρηλιανού με τα κτίσματά του, που βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία του σεβαστοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη. Τρεις μοναχοί της Κοσμοσώτειρας έπρεπε να μένουν στον Αγ. Στέφανο για τη θρησκευτική υπηρεσία του ναού αλλά και για να φιλοξενούν τους αδελφούς τους της Βήρας, όταν θα έρχονται για υποθέσεις της Μονής στην Βασιλεύουσα. Ακόμη, με ιδιαίτερο χρυσόβουλο κληροδοτεί στη Μονή της Βήρας και ιδιόκτητα πλοία, που μπορούσαν να προσορμίζονται στο λιμάνι της Μονής Βήρας, ίσως σε κάποιο από τα ανοίγματα του Έβρου με το δέλτα προς το θρακικό πέλαγος. 
 
O σεβαστοκράτορας ως κτήτορας, έχει την απαίτηση και ζητάει από τους μοναχούς να τον μνημονεύουν κάθε μέρα στις προσευχές τους για να συγχωρέσει ο Θεός τις πολλές αμαρτίες του. «Ω Θεού μήτερ και δέσποινα, ρύσαις τον προσελθόντα σοι δούλον σου και κτήτορα Ισαάκιον τη προς τον σον υιόν μεσιτεία σου της μελλούσης κολάσεως, εγκολπωσαμένη τούτον ταις αχράντοις ωλέναις σου«. Όπως και με αυστηρότητα αξίωνε από τους μοναχούς και τους κατά καιρόν ηγουμένους να μη τολμήσουν ποτέ να απεικονίσουν την μορφή του, είτε μέσα στο μοναστήρι είτε έξω, προσθέτοντας πως θα τον έχουν αντίδικο στη μέλλουσα κρίση, αν κάνουν κάτι τέτοιο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αρχιτεκτονική-Γλυπτική-Τοιχογραφίες

 
Α. Αρχιτεκτονική. 
Οι διαστάσεις του Ναού είναι: το μέσο μήκος του 23 μέτρα και το μέσο πλάτος του 17 μέτρα. Η αναλογία του πλάτους προς το μήκος είναι 3/4. Το ύψος του τρούλου είναι 17 μέτρα, ήτοι η αναλογία του πλάτους προς το ύψος είναι 1/1. Δηλαδή, πρόκειται περί ενός κτίσματος μεσαίου μεγέθους, με αναλογίες που στην αρχαιότητα συμβόλιζαν ένα ιδανικό σχήμα και κατ’ επέκτασιν την αρμονία του κόσμου. 
 

Το άνοιγμα των κεντρικών θόλων του σταυρού είναι 7 μέτρα. Επίσης 7 μέτρα είναι και το μήκος των θόλων του μεσαίου κλίτους ενώ το μήκος των εγκαρσίων κεραιών του σταυρού είναι το μισό της διαστάσεως του κατακόρυφου κλίτους, ήτοι 3,5 μέτρα. Η διάμετρος του δωδεκάπλευρου εξωτερικά τρούλου είναι πάλι 7 μέτρα. Η αρχιτεκτονική σύνθεση έγινε με σκοπό ο κύριος κάθετος άξονας του ναού, ανατολή – δύση, να επαναλαμβάνει τρεις φορές το κεντρικό τετράγωνο βάσης του τρούλου 7+7+7, ενώ ο εγκάρσιος άξονας, βορράς – νότος, να επαναλαμβάνει δεξιά κι αριστερά του τετραγώνου της βάσης του τρούλου, την μισή διάστασή του 3,5+7+3,5 μέτρα. 
 
Η μεγάλη διάμετρος του τρούλου και το μέγεθός του δημιουργεί ωθήσεις ισχυρές που οι αρχιτέκτονες τις αντιμετώπισαν με καλαίσθητα ζεύγη κιόνων, εσωτερικά στην περιοχή εισόδου με τους παχύτερους εξωτερικούς τοίχους στην περιοχή του ιερού και με τις ελαφρές αντηρίδες βόρεια, νότια και δυτικά. 
 
Ακόμη, ο μεγάλος τρούλος είναι διάτρητος από παράθυρα και χωρισμένος εσωτερικά σε βεργία που μεγαλώνουν προοπτικά το ύψος του και ενοποιούν το κάθετο τύμπανο με τον ημισφαιρικό θόλο ώστε να αγκαλιάζουν τελικά όλο το χώρο του κτίσματος. 
 
Η αρχιτεκτονική βούληση θέλει να δημιουργήσει στον ναό την εντύπωση ενός ενιαίου σχεδόν τετραγώνου. Και αυτό το καταφέρνει κυρίως στη δυτική πλευρά, εφ’ όσον στην ανατολική οι κόγχες της προθέσεως και του διακονικού δεν βοηθούν στην εντύπωση αυτή. Γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό, οι αρχιτέκτονες του ναού μεταχειρίστηκαν τον δικιόνιο τύπο. Σύμφωνα μ’ αυτόν δημιουργείται ένα ευρύτερο άνοιγμα του χώρου στο δυτικό τμήμα του ναού που δεν δυσκολεύει το μάτι να φθάσει μέχρι τους πλαϊνούς του τοίχους. 
 
Τέσσερις οκτάπλευροι εσωτερικά τρουλίσκοι, δορυφόροι του κεντρικού μεγάλου τρούλου, κατασκευάστηκαν για να ελαφρύνουν το βάρος του χωρίς να τον κρύψουν, αλλά και για να καλύψουν τις σκληρές γωνίες του λοιπού οικοδομήματος. Αυτοί εσωτερικά δημιούργησαν τέσσερα διαμερίσματα που κυρίως στο δυτικό τμήμα του ναού, παρουσίασαν την ανάγκη ανάμεσα στο μεσαίο και στα πλάγια κλίτη να δημιουργηθούν τόξα με άνοιγμα ίσο με το πλάτος των γωνιακών αυτών διαμερισμάτων. 
 
Τα τόξα αυτά ήσαν όμως πολύ μικρότερα από το μήκος του κυλινδρικού αυτού θόλου, δεν αρκούσε η μία σειρά κιόνων. Έτσι τοποθετήθηκαν οι δύο κίονες για να διπλασιαστεί η επιφάνεια που θα εδράζεται ο θόλος. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο κύριος χώρος από την είσοδο μέχρι το τέμπλο παίρνει ένα σχεδόν τετράγωνο σχήμα, στο οποίο κυριαρχεί έκκεντρα ο τρούλος και σ’ αυτόν ανοίγεται η μεγάλη αψίδα του ιερού. Έτσι, η αρχιτεκτονική του κτίσματος υλοποιεί τη γνωστή θεολογική ερμηνεία: ο εισερχόμενος στον ορθόδοξο ναό, προσπαθεί αναζητώντας τον Οικοδεσπότη Θεό να προσηλώσει το βλέμμα του σ’ Αυτόν. Ο τρούλος, κατοικητήριο του Θεού, δεν μπορεί να συγκρατήσει το ανθρώπινο βλέμμα που αναγκάζεται να κατέβει χαμηλότερα, κατ’ ευθείαν απέναντι στην ανατολική αψίδα, όπου πιο απαλά δέχεται την εναγώνια αναζήτηση του Θεού από τον άνθρωπο. Δια μέσου της μεσιτείας της Πλατυτέρας από την κορυφή της ανατολικής αψίδας φτάνει στη βάση της, στο επίπεδο της γης, όπου επάνω στην Αγία Τράπεζα ο Θεός παρουσιάζεται ορατός με τα είδη του άρτου και του οίνου να προσφέρεται στους ανθρώπους “προς κοινωνίαν”. Έτσι τα αρχιτεκτονικά στοιχεία της Κοσμοσώτηρας με την ορθόδοξη θεολογική ερμηνεία τους, δίνουν εξωτερικά ένα μεσαίου μεγέθους οικοδόμημα που αναδιπλώνεται εσωτερικά σ’ ένα οίκο του Θεού με αρμονικό χαρακτήρα. 
 
Β. Γλυπτική. 
Ολόκληρο το οικοδόμημα περιτρέχει εσωτερικά μια διακοσμητική ταινία στο ύψος γεννήσεως των ημικυλινδρικών καμαρών. Παρόμοια ταινία υπάρχει και στη βάση του τύμπανου του τρούλου. Πλουσιότερο όμως γλυπτικό διάκοσμο εμφανίζουν τα κιονόκρανα του ναού. Τέσσερις συνολικά, ανά δύο ζεύγη, οι κίονες έχουν ύψος 3,60 μ. Αποτελούνται από βαθμιδωτή βάση, αρράβδωτο κυλινδρικό κορμό από στιλβωμένο σκοτεινόχρωμο μάρμαρο και επάνω κιονόκρανο με άβακα. Τα αρχικά κιονόκρανα ανήκουν στο λεβητοειδή τύπο και κοσμούνται με ανθέμια. Από τους Τούρκους καλύφθηκαν με γύψινη επένδυση και έγιναν βαριά και άκομψα. Σήμερα από το ένα ζεύγος αφαιρέθηκε ο γύψος και αποκαλύφθηκαν τα αρχικά μαρμάρινα κιονόκρανα. Από το γλυπτό διάκοσμο του μαρμάρινου βυζαντινού τέμπλου του ναού ελάχιστα μόνο λείψανα βρέθηκαν. Πρόκειται για τμήματα από τα επιστήλια του τέμπλου που κι αυτά κοσμούνται με ανθέμια. 
 
Γ. Τοιχογραφίες. 
Οι εσωτερικές επιφάνειες των τοίχων του Ναού από ορισμένο ύψος και πάνω, καθώς και οι επιφάνειες των θόλων καλυπτόταν από τοιχογραφίες. Μετά την αφαίρεση του σοβά με τον οποίο οι Τούρκοι τις κάλυψαν, σήμερα διακρίνονται χαμηλότερα, δύο επισκοπικές πομπές που καταλήγουν στις επισκοπικές μορφές του ιερού. Πιο πάνω σε μικρότερη κλίμακα ακολουθούν προφήτες και μορφές από την Παλαιά Διαθήκη. Κορμοί με παρόμοιες μορφές καλύπτουν ψηλότερα και τα τύμπανα του μεσαίου και εγκαρσίου κλίτους. Στην κεντρική περιοχή του νοτιοδυτικού γωνιακού τρούλου από τα υπάρχοντα λείψανα της παλαιάς τοιχογραφίας μπορούμε να συμπεράνουμε ότι υπήρχε παράσταση του Χριστού. Ενώ στην αντίστοιχη περιοχή του βορειοδυτικού τρούλου σώζεται, πιθανότατα πάνω από την παλαιά θέση του ταφικού μνημείου του κτήτορα Ισαακίου Κομνηνού, μια αιθέρια παράσταση της Θεοτόκου. Δεν είναι εξακριβωμένο αν αυτή η παράσταση της Θεοτόκου σε συνδυασμό με την αντίστοιχη του Χριστού είναι η ίδια που περιγράφει ο σεβαστοκράτορας στο Τυπικό του “…με πολλή θαυμαστή τέχνη έχουν εικονισθεί ο υπεράγαθος Χριστός και η Θεομήτωρ και Κοσμοσώτηρα, έχουν δε απεικονισθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνονται ότι είναι εικόνες ζωντανές και λίγο λείπει να μιλήσουν γλυκά σ’ αυτούς που τις κοιτάζουν…”. 
 
Γενικά οι μορφές των τοιχογραφιών παρουσιάζονται πλατειές με στρογγυλά πρόσωπα και με απλή φωτοσκίαση, εμφανίζουν υπερβολικό ρεαλισμό, κάτι που δεν χαρακτηρίζει συνήθως τις βυζαντινές αγιογραφίες. Κατά το Φώτη Κόντογλου οι τοιχογραφίες της Κοσμοσώτειρας διακρίνονται από πολύ “λαϊκό πνεύμα”. 
 
Πάνω από τη ζώνη με τις επισκοπικές πομπές, ανάμεσα στα μικρά κατώτερα παράθυρα των τυμπάνων του εγκάρσιου κλίτους, διακρίνονται παραστάσεις στρατιωτικών αγίων. Ειπώθηκε σε αρχαιολογικό συνέδριο η άποψη ότι οι παραστάσεις αυτές είναι της οικογενείας των Κομνηνών, τελείως λαθεμένη κατά την γνώμη μας, τόσο επειδή αντίκειται στην πρακτική της βυζαντινής αγιοκατάταξης των κτιτορικών μορφών, όσο και στην επιθυμία του Ισαακίου όπως περιγράφεται στο Τυπικό του, όπου μετά δακρύων παρακαλεί να μην απεικονίσουν την μορφή του πουθενά και ποτέ στη Μονή της Βήρας. 
 

Ο Μονοκέφαλος Αετός

 
Εί­ναι το πα­λαι­ό­τε­ρο έμ­βλη­μα που υ­πάρ­χει στην πε­ρι­ο­χή μας από την βυζαν­τι­νή ε­πο­χή. Βρί­σκε­ται εντοιχισμένο στο νο­τι­ο­α­να­το­λι­κό ε­ξω­τε­ρι­κή πλευρά της τοιχοποιΐας του Ναού. Ο μονοκέφαλος αετός ήταν σύμβολο της Δυναστείας των Κομνηνών της Τραπεζούντας. 
 

Η Ε­λέ­νη Γλύ­κατ­ζη-Αρβελέρ, διακεκριμένη Βυζαντινολόγος και Πρύτανις του Πανεπιστημίου της Σορβόννης, γρά­φει:­«… η ύ­παρ­ξη στο νο­τι­ο­α­να­το­λι­κό ε­ξω­τε­ρι­κό τείχος του να­ού, ε­νός κε­ρα­μι­κού α­να­γλύ­φου που πα­ρι­στά τον μο­νο­κέ­φα­λο α­ε­τό, σύμ­βο­λο της αυ­το­κρα­το­ρί­ας και των αυ­το­κρα­τό­ρων μέ­χρι το 1261, μαρτυρεί ό­τι στη μο­νή της Κο­σμο­σώ­τει­ρας εν­τα­φι­ά­στη­κε πράγ­μα­τι μέ­λος της βα­σι­λι­κής οι­κο­γέ­νειας και α­πο­τε­λεί ι­σχυ­ρή έν­δει­ξη ό­τι έ­χου­με ε­δώ μαυσωλεί­ο της οι­κο­γε­νεί­ας των Κο­μνη­νών».
 
 
Πηγή πληροφοριών: Ιστοσελίς Ιεράς Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως, Τραϊανουπόλεως και Σαμοθράκης.
Περισσότερα

Λόγος στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος (Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας)

 

Η μεγάλη γιορτή της Μεταμορφώσεως του Κυρίου μας δίνει την αφορμή να θυμηθούμε τα λόγια του Κυ­ρίου μας Ιησού Χριστού:

«Ου πιστεύεις ότι εγώ εν τω πατρί και ο πατήρ εν εμοί εστι; τα ρήματα α εγώ λαλώ υμίν, απ’ εμαυτού ου λα­λώ. ο δε πατήρ ο εν εμοί μένων αυτός ποιεί τα έργα. Πι­στεύετέ μοι ότι εγώ εν τω πατρί και ο πατήρ εν εμοί. ει δε μη, διά τα έργα αυτά πιστεύετέ μοι» (Ιωάν. 14, 10-11).

Μεγάλα και αμέτρητα ήταν τα θαύματα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: με ένα μόνο λόγο του ανέστησε την κόρη του Ιαείρου, του αρχισυναγώγου, τον γιο της χήρας της Ναΐν, ακόμα και τον Λάζαρο, ο οποίος ήταν στον τάφο τέσσερεις ολόκληρες ημέρες. Με ένα λόγο του μόνο επιτίμησε τους ανέμους και τα κύματα της λίμνης Γεννησαρέτ και έγινε απόλυτη γαλήνη. Με πέντε ψωμιά και δύο ψάρια χόρτασε πέντε χιλιάδες ανθρώπους, χωρίς γυναίκες και παιδιά, και με τέσσερα ψωμιά τέσσερεις χιλιάδες.

Ας θυμηθούμε πως κάθε μέρα θεράπευε τους ασθενείς, γιατρεύοντας κάθε είδους ασθένεια, έδιωχνε τα πονηρά πνεύματα από τους δαιμονιζομένους. Πως ξαναέδινε την όραση στους τυφλούς και την ακοή στους κουφούς με ένα μόνο άγγιγμά του. Δεν φτάνουν αυτά;

Όλα αυτά όμως δεν ήταν αρκετά για τους ανθρώπους οι οποίοι τον ζήλευαν, για τους ανθρώπους για τους οποίους ο μέγας προφήτης Ησαΐας είπε:

«Ακοή ακούσετε και ου συνήτε, και βλέποντες βλέψετε και ου μη ίδητε. επαχύνθη γαρ η καρδία του λαού τούτου, και τοις ωσί βαρέως ήκουσαν, και τους οφθαλμούς αυτών εκάμμυσαν, μήποτε ίδωσι τοις οφθαλμοίς και τοις ωσίν ακούσωσι και τη καρδία συνώσι και επιστρέψωσι, και ιάσομαι αυτούς» (Ματθ. 13, 14-15).

Σε όλα αυτά, τα οποία όμως δεν ήταν αρκετά για τους βαρήκοους ανθρώπους και με τα συσκοτισμένα μάτια, πρόσθεσε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός το μέγα θαύμα της Μεταμορφώσεώς Του στο όρος Θαβώρ. Σ’ αυτόν, που έλαμψε με ένα εκθαμβωτικό θείο φως, εμφανίστηκαν οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, ο Μωυσής και ο Ηλίας και προσκύνησαν τον δημιουργό του νόμου. Με φόβο και τρόμο έβλεπαν το θαυμαστό αυτό θέαμα οι εκλεκτοί απόστολοι Πέτρος, Ιάκωβος και Ιωάννης. Και μετά από τη νεφέλη, που τους σκέπασε, ακούστηκε η φωνή του Θεού:

«Ούτος εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα. αυτού ακούετε» (Ματθ. 17, 5).

Οι άγιοι απόστολοι κήρυξαν σ’ όλο τον κόσμο, ότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είναι «αληθώς, του Πατρός το απαύγασμα».

Ο κόσμος ολόκληρος, όταν το άκουσε, θα έπρεπε να γονατίσει μπροστά στον Κύριο Ιησού Χριστό και να προσκυνήσει τον Αληθινό Υιό του Θεού.

Θα έπρεπε η εμφάνιση στο Θαβώρ των δύο πιο μεγάλων προφητών της Παλαιάς Διαθήκης και η προσκύνηση του Κυρίου Ιησού Χριστού κατά την μεταμόρφωσή του, να κλείσει για πάντα τα βδελυρά χείλη των γραμματέων και των φαρισαίων, οι οποίοι μισούσαν τον Κύριο Ιησού και τον θεωρούσαν παραβάτη του νόμου του Μωυσή. Αλλά και μέχρι σήμερα δεν πιστεύουν οι Εβραίοι ότι Αυτός είναι ο Μεσσίας.

Όχι μόνο οι Εβραίοι δεν τον πιστεύουν, αλλά και για πολλούς χριστιανούς όλο και περισσότερο θαμπώνει το θείο φως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Ακόμα μικρότερο γίνεται το μικρό ποίμνιο του Χριστού για το οποίο το θείο φως του Χριστού λάμπει με την ίδια δύναμη με την οποίαν έλαμψε στους αποστόλους Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη τότε στο όρος Θαβώρ.

Όμως να μην απελπιζόμαστε, επειδή ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είπε:

«Μη φοβού το μικρόν ποίμνιον. ότι ευδόκησεν ο πατήρ υμών δούναι υμίν την βασιλείαν» (Λκ. 12, 32).

Η απιστία μεταξύ των λαών έλαβε ανησυχητικές διαστάσεις και το φως του Χριστού επισκιάστηκε από το σκοτεινό νέφος της αθεΐας. Σήμερα πιο συχνά από ποτέ ενθυμούμαστε το φοβερό λόγο του Χριστού:

«Πλην ο Υιός του ανθρώπου ελθών άρα ευρήσει την πίστιν επί της γης;» (Λκ. 18, 8).

 Να μην απελπιζόμαστε όμως, επειδή Εκείνος, λέγοντας για τα σημεία της δευτέρας παρουσίας του, είπε:

«Αρχομένων δε τούτων γίνεσθαι ανακύψατε και επάρατε τας κεφάλας υμών, διότι εγγίζει η απολύτρωσις υ­μών» (Λκ. 21, 28).

 Να είναι, λοιπόν, η ζωή σας τέτοια ώστε την φοβερή ημέρα της Κρίσεως να μπορέσουμε να σηκώσουμε το κεφάλι μας και όχι να το σκύψουμε βαθειά απελπισμένοι. Αμήν.
1956

Απολυτίκιον.

Μετεμορφώθης εν τω Όρει, Χριστέ ο Θεός, δείξας τοις Μαθηταίς σου την δόξαν σου, καθώς ηδύναντο. Λάμψον και ημίν τοις αμαρτωλοίς, το φως σου το αΐδιον, πρεσβείαις της Θεοτόκου. Φωτοδότα, δόξα σοι.

Περισσότερα

Ὁμιλία εἰς τὴν Θείαν Μεταμόρφωσιν τοῦ Κυρίου  καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ

«Ὁμιλία εἰς τὴν Θείαν Μεταμόρφωσιν τοῦ Κυρίου 
καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ»
Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ.

 

Ὁ Προφήτης Ἡσαΐας προεῖπε γιὰ τὸ εὐαγγέλιο ὅτι «λόγο συντετμημένο θὰ δώσει ὁ Κύριος ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἡσ. 10, 25). Συντετμημένος λόγος εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ μέσα σὲ λίγες λέξεις περικλείει πλούσιο νόημα. Ἂς ἐπανεξετάσουμε λοιπὸν σήμερα ὅσα ἔχουμε ἐκθέσει κι ἂς προσθέσουμε ὅσα ὑπολείπονται, γιὰ νὰ ἐμφορηθοῦμε ἀκόμη περισσότερο ἀπὸ τὰ ἐναποκείμενα ἄφθαρτα νοήματα καὶ ὁλόκληροι νὰ καταληφθοῦμε ἀπὸ τὰ θεῖα.

«Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς τὸν Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη καὶ τοὺς ἀνεβάζει σὲ ὄρος ὑψηλὸ κατ᾽ ἰδίαν. Ἐκεῖ μεταμορφώθηκε ἐνώπιόν τους καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπό Του ὅπως ὁ ἥλιος» (Ματθ. 17, 1). Ἰδοὺ τώρα εἶναι καιρὸς εὐπρόσδεκτος, σήμερα ἡμέρα σωτηρίας, ἀδελφοί, ἡμέρα θεία, νέα καὶ ἀΐδιος, ποὺ δὲν μετρεῖται μὲ διαστήματα, δὲν αὐξομειώνεται, δὲν διακόπτεται ἀπὸ νύκτα. Διότι εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ Ἥλιου τῆς δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος δὲν ὑφίσταται ἀλλοίωση ἢ σκιὰ ἕνεκα μετατροπῆς» (Ἰακ. 1, 7). Αὐτός, ἀφ᾽ ὅτου φιλανθρώπως ἔλαμψε σὲ μᾶς μὲ εὐδοκία τοῦ Πατρὸς καὶ συνεργία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ μᾶς ἐξήγαγε ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ θαυμαστό του φῶς, συνεχίζει γιὰ πάντα νὰ λάμπει πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας ὡς ἄδυτος ἥλιος.

Ἐπειδή, λοιπόν, εἶναι δικαιοσύνης καὶ ἀλήθειας ἥλιος, δὲν ἀνέχεται νὰ φέγγει καὶ νὰ γνωρίζεται ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ μετέρχονται τὸ ψεῦδος ἢ ὑψώνουν τὴν ἀδικία μὲ λόγια ἢ τὴν ἐπιδεικνύουν μὲ ἔργα. Ἀλλὰ ἐμφανίζεται καὶ γίνεται πιστευτὸς ἀπὸ τοὺς ἐργάτες τῆς δικαιοσύνης καὶ τοὺς ἐραστὲς τῆς ἀλήθειας καὶ αὐτοὺς εὐφραίνει μὲ τὶς λάμψεις Του. Αὐτὸ εἶναι ποὺ λέει ἡ Γραφὴ «Φῶς ἀνέτειλε γιὰ τὸν δίκαιο καὶ ἡ σύζυγός του εὐφροσύνη» (Ψαλμ. 96, 12). Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ ψαλμωδὸς προφήτης ᾄδει πρὸς τὸν Θεόν: «Τὸ Θαβὼρ καὶ ὁ Ἑρμὼν θὰ ἀγαλλιάσουν στὸ ὄνομά σου» (Ψαλμ. 88, 12), προαναγγέλλοντας τὴν εὐφροσύνη ποὺ προκλήθηκε ἀργότερα στὸ ὄρος ἀπὸ τὴν ἔλλαμψη ἐκείνη σ᾽ αὐτοὺς ποὺ τὴν εἶδαν.

Ὁ δὲ Ἡσαΐας λέει: «λύσε κάθε δεσμὸ ἀδικίας, διάλυσε τοὺς κόμπους βιαίων συνθηκῶν, κάθε ἄδικη συμφωνία ἀναίρεσε» (Ἠσ. 58, 6). Καὶ κατόπιν: «Τότε θὰ ξεχυθεῖ σὰν τὴν αὐγὴ τὸ φῶς σου καὶ τὰ ἰάματά σου γρήγορα θὰ ἀνατείλουν, θὰ πορεύεται ἐνώπιόν σου ἡ δικαιοσύνη σου καὶ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ θὰ σὲ προστατεύει» (Ἠσ. 58, 8). Καὶ πάλι, «ἐὰν ἀφαιρέσεις ἀπὸ σένα δεσμὸ καὶ χειρονομία καταδικαστικὴ καὶ κακολογία, καὶ δώσεις στὸν πεινασμένο ἄρτο μὲ τὴν ψυχή σου καὶ χορτάσεις ψυχὴ ταπεινωμένη, τότε θὰ ἀνατείλει μέσα ἀπὸ τὸ σκοτάδι τὸ φῶς σου καὶ τὸ σκοτάδι σου θὰ γίνει σὰν μεσημέρι» (Ἠσ. 58, 9). Πράγματι, τοὺς καθιστᾶ κι αὐτοὺς ἄλλους ἥλιους, πάνω στοὺς ὁποίους ὁ ἥλιος αὐτὸς θὰ λάμψει ἀπλέτως· «διότι θὰ λάμψουν καὶ οἱ δίκαιοι ὅπως ὁ ἥλιος στὴν βασιλεία τοῦ Πατρός τους» (Ματθ. 13, 43).

Ἂς ἀποβάλλουμε λοιπόν, ἀδελφοί, τὰ ἔργα τοῦ σκότους, κι ἂς ἐργαζόμαστε τὰ ἔργα τοῦ φωτός, ὥστε ὄχι μόνο νὰ βαδίσουμε εὐσχημόνως σὰν σὲ τέτοια ἡμέρα, ἀλλὰ καὶ ἡμέρας υἱοὶ νὰ γίνουμε. Καὶ ἂς ἀνεβοῦμε στὸ ὄρος, ὅπου ὁ Χριστὸς ἔλαμψε, γιὰ νὰ δοῦμε τί συνέβη ἐκεῖ. Ἢ μᾶλλον, ἐὰν εἴμαστε ὅπως πρέπει καὶ ἔχουμε γίνει ἄξιοι τέτοιας ἡμέρας, ὁ ἴδιος ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ θὰ μᾶς ἀνεβάσει στὸν κατάλληλο καιρό. Τώρα ὅμως, παρακαλῶ, ἐντείνετε καὶ ἀνυψῶστε τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς διάνοιας πρὸς τὸ φῶς τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, ἕως ὅτου μεταμορφωθεῖτε μὲ τὴν ἀνακαίνιση τοῦ νοῦ σας καὶ ἔτσι ἀποκτώντας τὴν θεία αἴγλη ἀπὸ ψηλά, νὰ γίνετε σύμμορφοι μὲ τὸ ὁμοίωμα τῆς δόξας τοῦ Κυρίου (Φιλ. 3, 21), τοῦ ὁποίου τὸ πρόσωπο ἐπάνω στὸ ὄρος ἔλαμψε σήμερα σὰν τὸν ἥλιο.

Τί σημαίνει «σὰν τὸν ἥλιο;» Κάποτε τὸ ἡλιακὸ φῶς δὲν ὑπῆρχε σὰν σὲ σκεῦος στὸν δίσκο τοῦτο. Τὸ μὲν φῶς εἶναι πρωτογεννημένο, τὸν δὲ δίσκο τὴν τετάρτη ἡμέρα δημιούργησε ὁ Κτίστης τῶν πάντων, ἀνάβοντας σ᾽ αὐτὸν τὸ φῶς καὶ κάμνοντάς τον ἄστρο ποὺ φέρνει τὴν ἡμέρα καὶ συγχρόνως φαίνεται τὴν ἡμέρα. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ τὸ φῶς τῆς θεότητας κάποτε δὲν βρισκόταν σὰν σὲ σκεῦος στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνο μὲν εἶναι πρὶν ἀπὸ κάθε ἀρχὴ καὶ δίχως ἀρχή. Τοῦτο δὲ τὸ πρόσλημμα, τὸ ὁποῖο ἔλαβε ἀπὸ μᾶς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, δημιουργήθηκε γιὰ χάρη μας στοὺς ὕστερους χρόνους, λαμβάνοντας ἐντός του τὸ πλήρωμα τῆς θεότητας. Ἔτσι ἐμφανίσθηκε φωστήρας θεοποιὸς καὶ συνάμα θεοφεγγής. Ἔτσι ἔλαμψε τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ὅπως ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτιά Του ἔγιναν λευκὰ ὅπως τὸ φῶς. Ὁ δὲ Μᾶρκος λέει «στιλπνὰ καὶ λευκὰ πολὺ σὰν χιόνι, τέτοια ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ λευκάνει γναφέας ἐπὶ τῆς γῆς» (Μαρκ. 9, 3).

Λαμπρύνθηκε, λοιπόν, μὲ τὸ ἴδιο φῶς καὶ τὸ προσκυνητὸ ἐκεῖνο σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ ἱμάτια, ἀλλ᾽ ὄχι ἐξίσου. Διότι τὸ μὲν πρόσωπό Του σὰν τὸν ἥλιο ἔλαμψε, τὰ δὲ ἱμάτια, ἐφόσον ἄγγιζαν τὸ σῶμα Του, ἔγιναν φωτεινά. Καὶ ἔδειξε μὲ αὐτὸ ποιές εἶναι οἱ στολὲς τῆς δόξας, ποὺ θὰ ἐνδυθοῦν κατὰ τὸν μέλλοντα αἰῶνα ὅσοι πλησίασαν τὸν Θεό, καὶ ποιά εἶναι τὰ ἐνδύματα τῆς ἀναμαρτησίας, τὰ ὁποῖα ὅταν ἀπέβαλε ὁ Ἀδὰμ λόγῳ τῆς παραβάσεως, φαινόταν γυμνὸς καὶ αἰσθανόταν ντροπή. Ὁ μὲν θεῖος Λουκᾶς λέει: «Ἔγινε ἡ μορφή Του διαφορετικὴ καὶ ἡ ἐνδυμασία Του λευκὴ καὶ ἀπαστράπτουσα», βλέποντας ὅτι ὅλα τὰ ἐκεῖ τελούμενα δὲν ἔχουν κάτι ἀντίστοιχο νὰ συγκριθοῦν. Ὁ δὲ Μᾶρκος εἰκονίζει μὲν τὰ ἱμάτια, λέγοντας ὅμως ὅτι εἶναι στιλπνὰ καὶ λευκὰ σὰν χιόνι ἔδειξε καὶ αὐτὸς ὅτι οἱ εἰκόνες καὶ τὰ παραδείγματα ὑστεροῦν ἔναντι τῆς θέας τῶν ἱματίων ἐκείνων. Διότι τὸ χιόνι εἶναι μὲν λευκό, ἀλλ᾽ ὄχι στιλπνό. Ἔχει πάντα ἀνώμαλη ἐπιφάνεια, ἐφόσον ὅλο ἀποτελεῖται ἀπὸ μικρὲς φυσαλίδες λόγῳ τῆς μίξεως τοῦ ἐνυπάρχοντος σ᾽ αὐτὸ ἀέρα. Ὅταν δηλαδὴ τὸ σύννεφο δὲν ἔχει ἀκόμη συσταθεῖ τελείως καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀποβάλει τὸν ἐνυπάρχοντα ἀέρα, πήζει ἀπὸ τὴν σφοδρότητα τοῦ ψύχους καὶ ἔτσι κατέρχεται γεμᾶτο ἀέρα, λευκὸ καὶ ἀνώμαλο, ὅπως περίπου ὁ ἀφρός.

Ἐπειδή, λοιπόν, δὲν ἀρκοῦσε τὸ λευκὸ τοῦ χιονιοῦ, γιὰ νὰ παραστήσει τὴν τερπνότητα τῆς θέας ἐκείνης, συμπεριλήφθηκε καὶ τὸ στιλπνό, δείχνοντας καὶ μ᾽ αὐτὰ ὁ εὐαγγελιστὴς τὴν ὑπερφυῆ φύση τοῦ φωτὸς ἐκείνου, μὲ τὸ ὁποῖο τὰ ἱμάτια ἐκεῖνα ἔγιναν στιλπνὰ καὶ λευκά. Πράγματι, δὲν εἶναι ἰδιότητα τοῦ φωτὸς νὰ καθιστᾶ λευκὰ καὶ στιλπνὰ αὐτὰ ποὺ φωτίζει, ἀλλὰ νὰ δείχνει τὸ χρῶμα τους. Ἀντιθέτως, ἐκεῖνο, καθὼς φαίνεται, τὰ ἀποκάλυψε ἢ μᾶλλον τὰ ἀλλοίωσε, πρᾶγμα ποὺ δὲν συνιστᾶ ἰδιότητα αἰσθητοῦ φωτός. Τὸ δὲ ἀκόμη παραδοξότερο, ὅτι καὶ ὅταν τὰ ἀλλοίωσε, τὰ διατήρησε πάλι ἀναλλοίωτα, ὅπως φάνηκε λίγο ἀργότερα. Πῶς νὰ τὰ ἐνεργεῖ αὐτὰ φῶς γνώριμο σὲ μᾶς; Γι᾽ αὐτὸ ὁ εὐαγγελιστὴς θέλοντας νὰ δείξει ὑπερφυῆ ὄχι μόνο τὴν ὑπεροχικὴ λαμπρότητα καὶ ὀμορφιὰ τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ τὴν ὡραιότητα τῶν ἐνδυμάτων, παραμέρισε μὲ τρόπο τὴν φυσικὴ ὡραιότητα συνάπτοντας τὴν στιλπνότητα μὲ τὸ λευκὸ τοῦ χιονιοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ ἡ τέχνη μαζὶ μὲ τὴν φύση ἐπινοεῖ τὸ ὡραῖο, θέτοντας ἐκείνη τὴν ὀμορφιὰ πάνω ἀπὸ τεχνητοὺς ὡραϊσμούς, ἀναφέρει: «τέτοια, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ λευκάνει γναφέας ἐπάνω στὴν γῆ».

Ἀλλ᾽ ὅμως ὁ προαιώνιος Λόγος, ποὺ σαρκώθηκε γιὰ μᾶς, ἡ ἐνυπόστατη σοφία τοῦ Πατρός, φέρει ὁπωσδήποτε μέσα Του καὶ τὸν λόγο τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος· τοῦ ὁποίου τὸ γράμμα εἶναι σὰν ἐνδυμασία· λευκὸ καὶ σαφές, συνάμα δὲ στιλπνὸ καὶ λαμπρὸ καὶ σὰν μαργαριτάρι, μᾶλλον δὲ θεοπρεπὲς καὶ ἔνθεο γι᾽ αὐτοὺς ποὺ βλέπουν πνευματικὰ τὰ τοῦ Πνεύματος καὶ ἑρμηνεύουν θεοπρεπῶς τὶς λέξεις τῶν κειμένων καὶ δείχνουν ὅτι τὰ λόγια τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος εἶναι τέτοια, ποὺ γναφέας ἐπάνω στὴν γῆ, δηλαδὴ σοφὸς τοῦ κόσμου τούτου, δὲν μπορεῖ νὰ διασαφήσει. Καὶ τί λέω νὰ διασαφήσει; Δὲν μπορεῖ νὰ τὰ κατανοήσει, οὔτε ὅταν τὰ ἑξηγεῖ ἄλλος. Διότι, καθὼς λέει ὁ ἀπόστολος, «ψυχικὸς ἄνθρωπος δὲν δέχεται τὰ τοῦ Πνεύματος, οὔτε μπορεῖ νὰ τὰ γνωρίσει» (Α´ Κορ. 2, 14). Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐσφαλμένως θεωρεῖ αἰσθητὲς τὶς ἀσύλληπτες καὶ θεῖες καὶ πνευματικὲς ἐλλάμψεις, «ἐρευνώντας πράγματα ποὺ δὲν εἶδε, μάταια ὑπερυφανευόμενος μὲ τὸν ὑποδουλωμένο στὴν ἁμαρτία νοῦ του» (Κολ. 2, 18).

Ἀλλ᾽ ὁ Πέτρος, ποὺ ὁ νοῦς του φωτίσθηκε ἀπὸ τὴν θεσπέσια ἐκείνη θέα καὶ ἀνυψώθηκε πρὸς θεῖο ἔρωτα καὶ πόθο μεγαλύτερο, μὴ θέλοντας πλέον νὰ ἀποχωρισθεῖ τὸ φῶς ἐκεῖνο, «καλὸ εἶναι νὰ εἴμαστε ἐδῶ», ἔλεγε στὸν Κύριο, «ἂν θέλεις, ἂς κατασκευάσουμε ἐδῶ τρεῖς σκηνές, μία γιὰ σένα, μία γιὰ τὸν Μωϋσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία», μὴ γνωρίζοντας τί λέει. Διότι, βέβαια, δὲν εἶχε φθάσει ὁ καιρὸς τῆς ἀποκαταστάσεως. Ὅταν ἔλθει ὁ καιρός, δὲν θὰ χρειασθοῦμε σκηνὲς χειροποίητες. Πέρα ἀπὸ αὐτό, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξισώνει τὸν Δεσπότη μὲ τοὺς δούλους μὲ τὴν ὁμοιότητα τῶν σκηνῶν. Ὁ μὲν Χριστὸς ὡς Υἱὸς γνήσιος στοὺς κόλπους τοῦ Πατρὸς βρίσκεται, οἱ δὲ προφῆτες ὡς υἱοὶ γνήσιοι τοῦ Ἀβραὰμ στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραὰμ ὅπως πρέπει θὰ κατοικήσουν. Καθὼς λοιπὸν ὁ Πέτρος στὴν ἄγνοιὰ του ἔλεγε αὐτά, «ἰδού, νεφέλη φωτεινὴ τοὺς ἐπισκίασε», διακόπτοντας τοὺς λόγους τοῦ Πέτρου καὶ δείχνοντας ποιά εἶναι ἡ σκηνὴ ποὺ ἁρμόζει στὸν Χριστό. Τί ἦταν ὅμως αὐτὴ ἡ νεφέλη καὶ πῶς, ἐνῶ ἦταν φωτεινή, τοὺς ἐπισκίασε; Μήπως εἶναι αὐτὴ τὸ ἀπρόσιτο φῶς, στὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς κατοικεῖ, τὸ φῶς ποὺ ἐνδύεται σὰν ἱμάτιο; Διότι λέει: «αὐτὸς ποὺ καθιστᾶ τὰ σύννεφα ἄμαξά Του» (103, 4) καὶ «ἔθεσε τὸ σκότος περικάλυμμά Του σὰν κυκλικὴ σκηνὴ» (Ψαλμ. 17, 13), ἐνῶ ὁ ἀπόστολος λέει: «εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἔχει ἀθανασία καὶ κατοικεῖ σὲ φῶς ἀπρόσιτο» (Α´ Τιμ. 6, 16). Ὣστε τὸ ἴδιο εἶναι ἐδῶ καὶ φῶς καὶ σκότος, ποὺ ἐπισκιάζει ἀπὸ ἀσύγκριτη λαμπρότητα.

Ἀλλὰ καὶ αὐτό, ποὺ λίγο πρὶν εἶδαν τὰ μάτια τῶν ἀποστόλων, χαρακτηρίζεται ὡς ἀπρόσιτο ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς θεολόγους. «Σήμερα εἶναι φωτὸς ἀπροσίτου ἄβυσσος. Σήμερα φωτίζει τοὺς ἀποστόλους ἀπεριόριστη ἔκχυση θείας αἴγλης στὸ Θαβώρ». Καὶ ὁ μέγας Διονύσιος ἀποκαλώντας γνόφο τὸ ἀπρόσιτο φῶς, ὅπου λέγεται ὅτι κατοικεῖ ὁ Θεὸς λέει ὅτι «σ᾽ αὐτὸν τὸν γνόφο εἰσέρχεται ὅποιος ἀξιώνεται νὰ γνωρίσει καὶ νὰ δεῖ τὸν Θεό». Ἑπομένως τὸ ἴδιο φῶς ἦταν αὐτὸ ποὺ πρωτύτερα ἔβλεπαν νὰ λάμπει ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου οἱ ἀπόστολοι καὶ ἡ φωτεινὴ νεφέλη ποὺ κατόπιν ἐπισκίασε. Ἀλλὰ στὴν ἀρχὴ ἐπειδὴ ἔλαμπε μετριότερα, ἐπέτρεπε τὴν ὅραση. Ὅταν ὅμως διαχύθηκε μὲ πολὺ μεγαλύτερη ἔνταση, ἦταν γι᾽ αὐτοὺς ἀόρατο λόγῳ τῆς ἀσύγκριτης λαμπρότητας. Καὶ ἔτσι ἐπισκίασε τὴν πηγὴ τοῦ θείου καὶ ἀεννάου φωτός, τὸν ἥλιο τῆς δικαιοσύνης Χριστό. Ἄλλωστε, καὶ στὸν αἰσθητὸ ἥλιο τὸ ἴδιο φῶς καὶ τὴν ὅραση παρέχει μέσω τῆς ἀκτίνας καὶ ἀφαιρεῖ πάλι τὴν ὅραση, ὅταν κατάματα τὸν κοιτάξει κανείς, διότι ἡ λαμπρότητά του εἶναι ὑπεράνω τῆς δυνατότητας τῶν ὀφθαλμῶν μας.

Ἀλλ᾽ ὁ μὲν αἰσθητὸς ἥλιος φαίνεται ὅπως εἶναι ἐκ φύσεως καὶ ὄχι ὅπως θέλει, οὔτε μόνο σὲ ὅποιους θέλει. Ὁ δὲ ἥλιος τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς δικαιοσύνης Χριστός, ἔχοντας ὄχι μόνο φύση καὶ φυσικὴ λαμπρότητα καὶ δόξα, ἀλλὰ καὶ θέληση ἀνάλογη, φωτίζει προνοητικῶς καὶ σωτήρια μόνο ὅσους θέλει καὶ ὅσο θέλει. Ἔτσι θέλησε καὶ φάνηκε σὰν ἥλιος ἐνώπιον τῶν ἀποστόλων καὶ μάλιστα ὄχι ἀπὸ μεγάλη ἀπόσταση. Ἔπειτα ἔλαμψε πιὸ ἔντονα κατὰ τὴν θέλησή Του καὶ ἀπὸ τὴν ἀσύγκριτη φωτεινότητα ἔγινε ἀόρατος στὰ μάτια τῶν ἀποστόλων, σὰν νὰ εἰσῆλθε σὲ φωτεινὴ νεφέλη. Ἀλλὰ καὶ φωνὴ ἀκούσθηκε ἀπὸ τὴν νεφέλη: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στὸν ὁποῖον εὐδόκησα, Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε». Ὅταν ὁ Κύριος βαπτίσθηκε στὸν Ἰορδάνη, ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοὶ καὶ ἡ ἴδια ἀκούσθηκε φωνὴ ἀπὸ τὴν δόξα ἐκείνη ἀσφαλῶς, τὴν ὁποία δόξα καὶ ὁ Στέφανος ἀργότερα ἐνατένισε, ὅταν ἄνοιξαν γι᾽ αὐτὸν οἱ οὐρανοὶ καὶ καταλήφθηκε ἀπὸ τὸν Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Τώρα ἀκούσθηκε ἀπὸ τὴν νεφέλη, ποὺ ἐπισκίασε τὸν Ἰησοῦ. Ἑπομένως εἶναι αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ ὑπερουράνια δόξα τοῦ Θεοῦ. Πῶς λοιπὸν εἶναι αἰσθητὸ φῶς τὸ ὑπερουράνιο;

Δίδαξε δὲ ἡ ἀπὸ τὴν νεφέλη φωνὴ τοῦ Πατρός, ὅτι ὅλα ἐκεῖνα τὰ πρὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησου Χριστοῦ, οἱ νομοθεσίες, οἱ υἱοθεσίες, ἦταν ἀτελῆ καὶ δὲν ἔγιναν οὔτε τελέσθηκαν σύμφωνα μὲ προηγούμενο θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ παραχωρήθηκαν γιὰ τὴν μέλλουσα αὐτὴ τοῦ Κυρίου παρουσία καὶ ἐπιφάνεια. Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνος, στὸν ὁποῖο εὐδοκεῖ καὶ ἀναπαύεται καὶ εὐαρεστεῖται τέλεια ὁ Πατήρ, ὅπως σὲ Υἱὸ ἀγαπητό. Γι᾽ αὐτὸ καὶ παραγγέλλει Αὐτὸν νὰ ἀκοῦμε καὶ σ᾽ Αὐτὸν νὰ πειθαρχοῦμε. Καὶ ὅταν λέει «εἰσέλθετε ἀπὸ τὴν στενὴ πύλη, διότι εἶναι πλατειὰ καὶ ἄνετη ἡ ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια, ἐνῶ στενὴ καὶ δύσβατη ἡ ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ζωή», Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε. Κι ὅταν λέει πῶς τὸ φῶς αὐτὸ εἶναι βασιλεία τοῦ Θεοῦ, Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε, σ᾽ Αὐτὸν νὰ πιστεύετε καὶ τέτοιου φωτὸς νὰ καθιστᾶτε ἀξίους τοὺς ἑαυτούς σας.

Ὅταν λοιπὸν φάνηκε ἡ φωτεινὴ νεφέλη καὶ ἤχησε ἀπὸ τὴν νεφέλη ἡ πατρικὴ φωνή, ἔπεσαν, λέει, μὲ τὸ πρόσωπο στὴν γῆ οἱ μαθητές· ὄχι ἐξ αἰτίας τῆς φωνῆς, ἀφοῦ καὶ ἄλλοτε πολλὲς φορὲς ἀκούσθηκε, ὄχι μόνο στὸν Ἰορδάνη ἀλλὰ καὶ στὰ Ἱεροσόλυμα ὅταν πλησίαζε τὸ σωτήριο πάθος. Πράγματι, ὅταν ὁ Κύριος εἶπε «Πάτερ, δόξασε τὸ ὄνομὰ Σου» ἦλθε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό: «Τὸ ὄνομά μου τὸ δόξασα καὶ πάλι θὰ τὸ δοξάσω» (Ἰω. 12, 28), καὶ ὅλος μὲν ὁ ὄχλος ἄκουσε, ἀλλὰ κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ἔπεσε. Ἐδῶ ὅμως ὄχι μόνο φωνή, ἀλλὰ καὶ φῶς ἀπεριόριστο συνάμα φάνηκε. Εὐλόγως, λοιπόν, κατάλαβαν οἱ θεοφόροι Πατέρες ὅτι γι᾽ αὐτὸν τὸν λόγο ἔπεσαν πρηνεῖς οἱ μαθητές, ὄχι γιὰ τὴν φωνή, ἀλλὰ γιὰ τὸ παράξενο καὶ ὑπερφυὲς φῶς. Διότι καὶ πρὶν φθάσει ἡ φωνὴ ἦσαν φοβισμένοι, ὅπως λέει ὁ Μᾶρκος, σαφῶς ἀπὸ τὴν θεοφάνεια ἐκείνη.

Ὅμως, ὅταν μὲ ὅλα αὐτὰ ἀποδεικνύεται ὅτι τὸ φῶς ἐκεῖνο εἶναι θεῖο καὶ ὑπερφυὲς καὶ ἄκτιστο, τί παθαίνουν πάλι αὐτοὶ ποὺ ἐπιδίδονται μὲ ὑπερβολικὸ ζῆλο στὴν θύραθεν καὶ σαρκικὴ παιδεία καὶ δὲν μποροῦν νὰ γνωρίσουν τὰ τοῦ Πνεύματος; Κατρακυλοῦν σὲ ἄλλο γκρεμό. Δὲν τὸ ὀνομάζουν θεία δόξα, οὔτε βασιλεία Θεοῦ, οὔτε κάλλος, οὔτε χάρη, οὔτε λαμπρότητα, ὅπως ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς θεολόγους διδαχθήκαμε, ἀλλὰ ἰσχυρίζονται ὅτι τοῦτο εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο προηγουμένως ἔλεγαν ὅτι εἶναι αἰσθητὸ καὶ κτιστό. Ὁ δὲ Κύριος στὰ εὐαγγέλια λέει πὼς τούτη ἡ δόξα δὲν εἶναι κοινὴ μόνο σ᾽ Αὐτὸν καὶ τὸν Πατέρα, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἁγίους ἀγγέλους, καθὼς γράφει ὁ θεῖος Λουκᾶς: «ὅποιος ντραπεῖ νὰ ὁμολογήσει ἐμένα καὶ τὴν διδασκαλία μου στὴν γενεὰ αὐτή, θὰ ντραπεῖ καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου γι αὐτόν, ὅταν ἔλθει μέσα στὴν δόξα Του καὶ τὴν δόξα τοῦ Πατρὸς καὶ τῶν ἁγίων ἀγγέλων» (Λουκ. 9, 26). Αὐτοὶ λοιπὸν ποὺ ἰσχυρίζονται πὼς ἡ δόξα αὐτὴ εἶναι οὐσία, θὰ δεχθοῦν ὅτι αὐτὴ εἶναι κοινὴ οὐσία τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀγγέλων, πρᾶγμα ποὺ ἀποτελεῖ ἐσχάτη ἀσέβεια.

Μάλιστα, ὄχι μόνο οἱ ἄγγελοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἅγιοι μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων μετέχουν σ᾽ αὐτὴ τὴν δόξα καὶ βασιλεία. Ἀλλ᾽ ὁ μὲν Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς μαζὶ μὲ τὸ θεῖο Πνεῦμα ἔχουν φυσικὴ τούτη τὴν δόξα καὶ βασιλεία, οἱ δὲ ἅγιοι ἄγγελοι καὶ ἄνθρωποι τὴν ἀποκτοῦν κατὰ χάρη, δεχόμενοι ἀπὸ ἐκεῖ τὴν ἔλλαμψη. Ἄλλωστε καὶ ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, ποὺ ἐμφανίσθηκαν μαζί Του σ᾽ αὐτὴ τὴν δόξα, αὐτὸ ἀκριβῶς μᾶς παρέστησαν. Ὁ δὲ Μωϋσῆς φάνηκε κοινωνὸς τῆς θεϊκῆς δόξας ὄχι μόνο τώρα ἐπάνω στὸ Θαβώρ, ἀλλὰ καὶ τότε ποὺ τὸ πρόσωπό του δοξάσθηκε τόσο, ὥστε νὰ μὴ μποροῦν οἱ Ἰσμαηλῖτες νὰ τὸ ἀντικρύσουν. Τοῦτο δηλώνει καὶ αὐτὸς ποὺ λέει ὅτι ὁ Μωϋσῆς δέχθηκε στὸ θνητὸ πρόσωπό του τὴν ἀθάνατη δόξα τοῦ Πατρός. Καθὼς καὶ ἐκεῖνος πού, ὅταν ὁ Εὐνόμιος χαρακτήριζε ἀμετάδοτη πρὸς τὸν Υἱὸ τὴν δόξα τοῦ Παντοκράτορα, τὸν ἀντέκρουσε λέγοντας ὅτι, δὲν θὰ ἀνεχόμουν τέτοιο λόγο, ἀκόμη κι ἂν ἀναφερόταν στὸν Μωϋσῆ.

Κοινή, λοιπόν, καὶ μία εἶναι ἡ δόξα καὶ ἡ βασιλεία καὶ ἡ λαμπρότητα τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἁγίων Του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ ψαλμωδὸς προφήτης ψάλλει: «ἡ λαμπρότητα τοῦ Θεοῦ μας θὰ εἶναι ἐπάνω μας» (Ψαλμ. 89, 19). Ἀλλὰ κανεὶς μέχρι τώρα δὲν τόλμησε νὰ πεῖ ὅτι εἶναι μία καὶ κοινὴ ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἁγίων. Καὶ βέβαια κοινὴ φάνηκε τελευταῖα ἐπάνω στὸ ὄρος ἡ θεία λαμπρότητα τῆς θεότητας τοῦ Λόγου καὶ τῆς ἀνθρώπινης σάρκας. Ὅτι εἶναι ὅμως κοινὴ ἡ οὐσία τῆς θεότητας καὶ τῆς σάρκας, θὰ τὸ ἔλεγαν ὁ Εὐτυχὴς καὶ ὁ Διόσκορος καὶ ὄχι αὐτοὶ ποὺ θέλουν νὰ εἶναι εὐσεβεῖς. Καὶ τὴν μὲν δόξα αὐτὴ καὶ λαμπρότητα, ὅπως καὶ τώρα τὴν εἶδαν οἱ συνοδοιπόροι τοῦ Ἰησοῦ, ὅλοι θὰ τὴν ἀντικρύσουν, ὅταν ὁ Κύριος φανεῖ νὰ λάμπει ἀπὸ ἀνατολὴ ἕως δύση. Κανεὶς ὅμως δὲν στάθηκε στὴν ὑπόσταση καὶ οὐσία τοῦ Θεοῦ καὶ εἶδε ἢ περιέγραψε τὴν θεία φύση. Καὶ τὸ μὲν θεῖο τοῦτο φῶς δίδεται μὲ μέτρο καὶ ἐπιδέχεται τὸ μᾶλλον καὶ ἦττον μεριζόμενο δίχως νὰ διαιρεῖται, κατὰ τὴν ἀξία αὐτῶν ποὺ τὸ δέχονται. Ἡ ἀπόδειξη εἶναι κοντά. Τὸ μὲν πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἔλαμψε πιὸ πολὺ ἀπ᾽ τὸν ἥλιο, τὰ δὲ ἱμάτια ἔγιναν λαμπρὰ καὶ λευκὰ σὰν χιόνι. Καὶ ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας στὴν ἴδια θεάθηκαν δόξα, ἀλλὰ κανεὶς τους δὲν ἄστραψε τότε σὰν ἥλιος. Καὶ οἱ ἴδιοι οἱ μαθητὲς μέρος τοῦ φωτὸς ἐκείνου εἶδαν, μέρος δὲν μπόρεσαν νὰ ἀτενίσουν.

Ἔτσι λοιπὸν μετρεῖται καὶ μερίζεται, δίχως νὰ διαιρεῖται, τὸ φῶς ἐκεῖνο καὶ ἐπιδέχεται αὐξομείωση. Καὶ ἕνα μέρος αὐτοῦ γνωρίζεται τώρα ἕνα μέρος ἀργότερα. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ θεῖος Παῦλος λέει: «τώρα κατὰ μέρος γνωρίζουμε καὶ κατὰ μέρος προφητεύουμε» (Α´ Κορ. 13, 9). Ὅμως τελείως ἀμέριστη καὶ ἀκατάληπτη εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ καὶ καμμιὰ οὐσία δὲν ἐπιδέχεται αὐξομειώσεις. Κατὰ τὰ ἄλλα, εἶναι γνώρισμα τῶν καταραμένων Μεσσαλιανῶν τὸ νὰ νομίζουν ὅτι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ γίνεται ὁρατὴ στοὺς κατ᾽ αὐτοὺς ἀξίους. Ἐμεῖς ὅμως ἀνατρέποντας καὶ τοὺς παλαιοὺς καὶ τοὺς σύγχρονους κακοδόξους καὶ πιστεύοντας, καθὼς διδαχθήκαμε, ὅτι οἱ ἅγιοι βλέπουν καὶ κοινωνοῦν ὄχι τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ βασιλεία καὶ δόξα καὶ λαμπρότητα καὶ φῶς ἀπόῤῥητο καὶ θεία χάρη, ἂς ὁδεύσουμε πρὸς τὴν λάμψη τοῦ φωτὸς τῆς χάριτος, γιὰ νὰ γνωρίσουμε καὶ νὰ θεωρήσουμε τρίφωτη Θεότητα, ποὺ ἀκτινοβολεῖ ἑνιαία ἀπόῤῥητη αἴγλη ἀπὸ μία τρισυπόστατη φύση. Καὶ τὰ μάτια τοῦ νοῦ ἂς ἀνυψώσουμε πρὸς τὸν Λόγο, ποὺ εἶναι τώρα μὲ τὸ σῶμα Του ἐγκατεστημένος πάνω ἀπὸ τὶς οὐράνιες ἁψῖδες. Αὐτός, θεοπρεπῶς καθήμενος στὰ δεξιὰ τῆς μεγαλωσύνης, σὰν ἀπὸ μακρυνὸ τόπο μᾶς στέλνει αὐτὸ τὸ μήνυμα: «ὅποιος θέλει νὰ παραστεῖ σ᾽ αὐτὴ τὴν δόξα, ἂς μιμεῖται κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ ἂς πορεύεται τὴν ὁδὸ καὶ τὴν πολιτεία, τὴν ὁποία ὑπέδειξα μὲ τὸν ἐπίγειο βίο μου».

Ἂς παρατηροῦμε, λοιπόν, μὲ τοὺς ἐσωτερικοὺς ὀφθαλμοὺς τὸ μέγα τοῦτο θέαμα, τὴν φύση μας νὰ ζεῖ αἰωνίως μὲ τὸ ἄϋλο πῦρ τῆς θεότητος. Καὶ ἀφοῦ ἀποβάλουμε τοὺς δερμάτινους χιτῶνες, τοὺς ὁποίους φορέσαμε ἐξαιτίας τῆς παραβάσεως, τὰ γεώδη καὶ σαρκικὰ φρονήματα, ἂς σταθοῦμε σὲ γῆ ἁγία, ἀναδεικνύοντας ὁ καθένας τὴν δική του γῆ ἁγία διὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἀνατάσεως πρὸς τὸ Θεό, ὥστε νὰ ἔχουμε παῤῥησία, ὅταν ἔρχεται ὁ Θεὸς μέσα σὲ φῶς, καὶ προστρέχοντας νὰ φωτισθοῦμε καὶ φωτιζόμενοι νὰ ζήσουμε αἰωνίως μαζὶ Του πρὸς δόξα τῆς τρισήλιας καὶ μοναρχικωτάτης λαμπρότητας, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων.

 

 

Περισσότερα

Η Ιστορία των παρακλήσεων στην Υπεραγία Θεοτόκο

Η αγάπη, ο σεβασμός και η τιμή των πιστών για το πρόσωπο της Θεοτόκου Μαρίας εκδηλώθηκαν από πολύ νωρίς, από την αρχή της σωτηρίου οικονομίας, όπως λέγουν οι άγιοι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας μας, και είναι τόσο μεγάλη, ώστε αδυνατεί ο ανθρώπινος λόγος να περιγράψει τα αισθήματα αυτά επαρκώς.
Από αυτήν την αγάπη, την τιμή και την ελπίδα στην μεσιτεία της προς τον μέγα και Μόνο Μεσίτη Χριστό και Υιό της, κατά το ανθρώπινον η Εκκλησία καθιέρωσε να τελείτε κατά την περίοδο της νηστείας του Δεκαπενταυγούστου, η ιερή Ακολουθία του Μικρού και του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος εναλλάξ, εκτός των εορτών της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Έτσι επ’ ευκαιρίας του γεγονότος αυτού καλόν είναι να δούμε και να γνωρίσουμε μερικά πράγματα για το τι είναι κανόνας, και ποιος συνέθεσε τον Μικρό και τον Μεγάλο Παρακλητικό κανόνα στην Υπεραγία Θεοτόκο.
Κανόνας στην εκκλησιαστική υμνογραφία είναι ύμνοι μακροσκελής, αποτελούμενοι από μικρότερες ενότητες, που ονομάζονται Ωδές. Η κάθε ωδή αποτελείτε από τον ειρμό, που είναι η πρώτη στροφή κάθε Ωδής και χρησιμεύει σαν υπόδειγμα στα τροπάρια, που τρέπονται σύμφωνα με τον ήχο του ειρμού και τέλος το εφύμνιο όπου επαναλαμβάνεται σε κάθε τροπάριο «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς».

H Μεγάλη και Μικρή Παράκληση στην Ύπεραγία Θεοτόκο, είναι από τις πιο λαοφιλείς ακολουθίες της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, είναι υμνολογικά ποιήματα του δεκάτου τρίτου αιώνα, κληρονομιές της Αυτοκρατορίας της Νικαίας και της επανασυγκροτηθείσης Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως αντίστοιχα.
Ελάχιστη έρευνα έχει γίνει πάνω στις ιστορικές συγκυρίες που οδήγησαν στην ποίηση όσο και στην τελική μορφολογία των δύο κανόνων.
Το σίγουρο γεγονός της Ιστορίας των δύο Παρακλήσεων είναι ότι ο Κανών της Μεγάλης Παρακλήσεως είναι ποίημα του Αυτοκράτορα της Νικαίας Θεοδώρου Β’ Δούκα του Λασκάρεως.
Ο τίτλος του δούκα μάς δείχνει ότι συνέθεσε τον Κανόνα πριν την άνοδό του στον θρόνο της Νικαίας τον Νοέμβριο 1254.
Ο Θεόδωρος Β’ Λάσκαρις ήταν προικισμένος υμνογράφος και υπήρξε συνθέτης πολλών Κανόνων και άλλων ύμνων, όμως δοκιμαζόταν από κάποια ασθένεια, η οποία τον ανάγκασε να παραιτηθεί από τον θρόνο της Νικαίας και να αποσυρθεί στην Μονή των Σωσάνδρων, δυτικά της Νικαίας, όπου και εκάρη μοναχός λίγο πριν τον θάνατο του.
Ο Θεόδωρος συνέθεσε τον Κανόνα της Μεγάλης Παρακλήσεως, ενώ ακόμα ήταν δούκας, μάλλον σε κάποια ύφεση της ασθενείας του που διήρκεσε περισσότερο του συνήθους, γεγονός που αποδόθηκε σε θαύμα της Θεοτόκου προς αυτόν.
Ο Κανών γρήγορα διαδόθηκε στις Μονές της Νικαίας και κατά πάσα πιθανότητα διαμορφώθηκε σε ακολουθία από τους μοναχούς των Σωσάνδρων ή των πέριξ Μονών.
Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Θεοδώρου ο Κανών χρησιμοποιείται ήδη με την σημερινή του μορφή ως Παράκλησις σαν Βασιλική Ακολουθία και διαδίδεται σε όλη την Αυτοκρατορία της Νικαίας.
Ακόμα και κατά τις τελευταίες ώρες του Θεοδώρου η Μεγάλη Παράκλησις ετελείτο καθημερινώς προς ίασή του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημέρα της Κοιμήσεως τού Θεοδώρου, αλλά αφού συνέπεσε κοντά στην Κοίμηση της Θεοτόκου είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι οι μοναχοί των Σωσάνδρων αφιέρωσαν αυτή την ακολουθία στην μνήμη του Θεοδώρου και κατέστη συνήθεια έκτοτε να ψάλλεται η ακολουθία κάθε Αύγουστο εις μνήμην τού ποιητού της.
Βεβαίως το όνομα της ακολουθίας δεν ήτο ίδιο με το σημερινό της Μεγάλης Παρακλήσεως, αφού δεν υπήρχε ακόμα Μικρή Παράκλησις.
Θα μπορούσε κάλλιστα να είχε ονομαστή ευθύς εξ αρχής «Παρακλητικός Κανών», αφού αποτελούσε επίκληση προς βοήθεια και παρηγοριά άνωθεν.
Στις 25 Ιουλίου 1261 o Αλέξιος Στρατηγόπουλος καταλαμβάνει την Κωνσταντινούπολη για λογαριασμό του Αυτοκράτορα της Νικαίας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου τερματίζοντας έτσι την λατινική κατάληψη των Σταυροφόρων τού 1204.
Η αναίμακτη ανάκτηση της Πόλης χαρακτηρίστηκε αμέσως ως θαυματουργή παρέμβαση της Θεοτόκου. Ο Αυτοκράτωρ για να τιμήσει το θαύμα και την Θεοτόκο αποφάσισε να ηγηθεί θρησκευτικής πομπής και να εισέλθει στην Πόλη κατά τις εορταστικές εκδηλώσεις τού δεκαπενταύγουστου.
Μεταξύ της 25ης Ιουλίου και 15 Αυγούστου πολλές ευχαριστήριες ακολουθίες γινόντουσαν στην Κωνσταντινούπολη και μεταξύ αυτών ήταν και ο προσφάτως εισαχθείς Παρακλητικός Κανών τού Θεοδώρου Λασκάρεως.
Η νέα Βασιλική Αυλή του Μιχαήλ,, ευρέθη προ διλήμματος. Οι δύο βασιλικές δυναστείες τού Θεοδώρου Λασκάρεως και Μιχαήλ Παλαιολόγου ευρίσκοντο σε μεγάλο μίσος μεταξύ τους. Ο Μιχαήλ είχε ήδη σφετερισθεί την εξουσία από τον νόμιμο διάδοχο και γιο τού Θεοδώρου, Ιωάννη. Ήταν δύσκολο κατά συνέπεια να δεχθεί η Βασιλική Αυλή ακολουθίες που θύμιζαν την δυναστεία τού Θεοδώρου.
Ο άγνωστος μέχρι τότε μοναχός Θεοστήρικτος έδωσε την λύση. Χρησιμοποιώντας τον ήδη γνωστό Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο τού Θεοφάνους Γραπτού και άλλα λειτουργικά στοιχεία, όπως βιβλικά αναγνώσματα, ευαγγέλιο, έφτιαξε την Ακολουθία τού Μικρού Παρακλητικού Κανόνος.
Ο Κανών τού Θεοφάνους Γραπτού είχε ήδη εισαχθεί ως πρώτος κανών τού όρθρου στις εορτές μεγάλων αγίων.
Ο Θεοφάνης με την σειρά του είχε χρησιμοποιήσει, προϋπάρχοντα στοιχεία από τον Κανόνα τού Ιωάννου Δαμάσκηνου στην έγερση τού Λαζάρου. Συγκεκριμένα είχε δανειστή τους ειρμούς της α’, γ’, ζ και η’ ωδής, ενώ τους υπολοίπους ή τους συνέθεσε μόνος του ή τους δανείσθηκε από προγενέστερο λειτουργικό υλικό.
Έτσι ο Μικρός Παρακλητικός Κανών πήρε ανάλογη μορφή και σχήμα με τον ήδη υπάρχοντα Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα.
Ο τελευταίος παρέμεινε εις χρήση μόνο κατά την νηστεία του δεκαπενταύγουστου αφού ήταν τόσο στενά συνδεδεμένος με την μνήμη τού Θεοδώρου, ενώ βαθμιαία άρχισε να εναλλάσσεται με τον Μικρό, ο όποιος διεδόθη εξ ίσου ευρέως και χρησιμοποιείτο πλέον καθ’ όλη την διάρκεια τού χρόνου (εις πάσαν περίστασιν). Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς καθιερώθη η εναλλακτική χρήση των δύο Παρακλήσεων κατά το δεκαπενταύγουστο.
Είναι φυσικό να υποθέσουμε πως αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο τον Μιχαήλ και την λησμόνηση των διαφορών των δύο δυναστειών καθιερώθηκε η εναλλαγή των δύο Παρακλήσεων κατά το δεκαπενταύγουστο ως εναρμόνιση των δύο παραδόσεων Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως.
Έτσι σήμερα αποδίδουμε τιμή στην πρώτη πρέσβειρα και μεσίτρια, μετά τον Θεάνθρωπο Χριστόν, η Παναγία μας είναι εκείνη, που μπορεί και θέλει να μεταφέρει τις ικεσίες και τις δεήσεις μας στα πόδια του Παμβασιλέως Θεού.
Ας καταφύγουμε λοιπόν, αγαπητοί μου αδελφοί, με πίστη, με αληθινή ταπείνωση και με αγάπη στην φυσική μας μητέρα και ας την παρακαλούμε καθημερινά, ειλικρινά για τα προβλήματά μας, και εκείνη Πολυεύσπλαχνη, θα μας συμπαραστέκεται στις δύσκολες ώρες και θα μας ελεεί με τη μεγάλη χάρη της. Αμήν.

Περισσότερα