Ιερός Ναός Αγίας Βαρβάρας Θεσσαλονίκης

Συνταγή για κόλλυβα (Αγιορείτικη).

Αυθεντική Συνταγή για Κόλλυβα Αγίου Όρους

Σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας, όταν τελείται μνημόσυνο στην μνήμη ενός ανθρώπου που έχει φύγει από τη ζωή, φτιάχνουμε κόλλυβα.

Τα κόλλυβα τα πηγαίνουμε στον ναό και, μετά την ακολουθία του μνημόσυνου, μοιράζονται στο εκκλησίασμα. Κόλλυβα φτιάχνουμε και προς τιμήν των αγίων, την ημέρα της εορτής τους. Στα κόλλυβα αυτά, όμως, δεν σχηματίζουμε πάνω το σημείο του σταυρού, όπως στα κόλλυβα για τους κεκοιμημένους, αλλά συνήθως την εικόνα του αγίου.

Υλικά:

• 1/2 κιλό σιτάρι

• 2 κουταλιές της σούπας καρυδόψιχα τριμμένη
• 1 κουταλιά της σούπας αμυγδαλόψιχα ασπρισμένη και τριμμένη
• 1 κουταλιά της σούπας μαϊντανό ψιλοκομμένο
• 1/2 κουταλιά της σούπας σουσάμι καβουρδισμένο
• 1/2 κουταλιά της σούπας σπόρους από ρόδι
• 1/2 κουταλάκι του γλυκού κανέλα
• 1 κουταλιά της σούπας σταφίδες
• 1 κουταλιά της σούπας ζάχαρη
• 1 κουταλιά της σούπας φρυγανιά
• άχνη ζάχαρη και κανέλα για την επικάλυψη

Για το στόλισμα:
Ασημένια κουφετάκια σε διάφορα σχέδια
Ζάχαρη ψιλή (όχι άχνη)
1 μυτερή οδοντογλυφίδα
1 κόλλα χαρτί
1 δίσκο
1 λεκάνη βαθιά
1 πετσέτα

 

Εκτέλεση:

Πλένουμε το σιτάρι από το προηγούμενο βράδυ και το βάζουμε να μουλιάσει με κρύο νερό και λίγο αλάτι σε μία κατσαρόλα. Το πρωί το ξεπλένουμε να φύγει η μαυρίλα του και το βράζουμε καλά για 40 λεπτά. Το στραγγίζουμε καλά στο σουρωτήρι και φυλάμε σε μπολ τον χυλό του. Το απλώνουμε σε πετσέτα και το αφήνουμε να στεγνώσει και όχι να ξεραθεί. Ξεπλένουμε τις σταφίδες και τις βουτάμε για 3 λεπτά σε ζεστό νερό για να μαλακώσουν. Τις σουρώνουμε και τις στεγνώνουμε σε πετσέτα.

Στην συνέχεια, αδειάζουμε το στεγνωμένο σιτάρι και τις στεγνωμένες σταφίδες σε βαθιά λεκάνη και προσθέτουμε ένα-ένα τα υλικά μας, εκτός από την φρυγανιά και την ζάχαρη. Ανακατεύουμε με τις παλάμες το ινδοκάρυδο με το ξύσμα για να μη λασπώσει το ξύσμα και να απλωθεί ομοιόμορφα στο υλικό. Ζάχαρη στην γέμιση του κόλυβου δεν βάζουμε. Παίρνουμε ένα δίσκο και στρώνουμε στη βάση του μία λαδόκολλα, την οποία κόβουμε με το ψαλίδι στο σχήμα της βάσεως. Απλώνουμε το υλικό έτσι ώστε να σχηματισθεί ένα βουναλάκι χωρίς να είναι μυτερό και το συμπιέζουμε προς τα κάτω με τις δύο παλάμες.

Με το κουτάλι της σούπας αδειάζουμε προσεκτικά λίγη – λίγη την φρυγανιά από την άκρη του δίσκου προς το κέντρο και την “πατικώνουμε” με την κόλλα το χαρτί. Το ινδοκάρυδο το χρησιμοποιούμε για να απορροφά την υγρασία των υλικών της γέμισης, ενώ την φρυγανιά για να μην λιώσει η ζάχαρη και τα στολίδια και κολλήσουν. Στη συνέχεια, πασπαλίζουμε ανάλαφρα την ζάχαρη από το κέντρο του δίσκου προς τις άκρες και «πατικώνουμε» τη ζάχαρη με την άλλη όψη του χαρτιού. Αποφεύγουμε τη ζάχαρη άχνη διότι κρακελώνει και χαλάει το στόλισμα. Χρειάζεται 3 φορές πιο πολύ από την ψιλή ζάχαρη για να καλυφθεί ένας δίσκος και μόλις ανακατευθεί λασπώνει αμέσως το σιτάρι. Παίρνουμε μία μυτερή οδοντογλυφίδα και χαράζουμε ανάλαφρα πάνω στη ζάχαρη και συγκεκριμένα στο κέντρο του δίσκου ένα σταυρό και δεξιά και αριστερά του σταυρού 2 κυπαρισσάκια, 2 μαργαρίτες και στο περίγραμμα του δίσκου μία γιρλάντα. Αδειάζουμε σε ρηχό πιάτο τα ασημένια κουφετάκια και τα τοποθετούμε πάνω στην χαραγμένη από την οδοντογλυφίδα ζάχαρη.

Περισσότερα

Τί εἶναι τὰ Ψυχοσάββατα; Σὲ τί ὠφελοῦν;

 

 Οἱ προσευχὲς γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, τοὺς νεκρούς μας(εἴτε στὴ Θεία Λειτουργία, εἴτε στὰ μνημόσυνα, εἴτε στὰ τρισάγια, εἴτε στὰ ψυχοσάββατα) εἶναι ἡ ὑψίστη μορφή ἀγάπης πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ δὲν εἶναι πιὰ μαζί μας.

Τὰ Ψυχοσάββατα

Μέσα στὴν ἰδιαίτερη μέριμνά της γιὰ τοὺς κεκοιμημένους ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ἔχει καθορίσει ξεχωριστὴ ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος γι’ αὐτούς.

Ὅπως ἡ Κυριακὴ εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἕνα ἑβδομαδιαῖο Πάσχα, ἔτσι τὸ Σάββατο εἶναι ἡ ἡμέρα τῶν κεκοιμημένων, γιὰ νὰ τοὺς μνημονεύουμε καὶ νὰ ἔχουμε κοινωνία μαζί τους. Σὲ κάθε προσευχὴ καὶ ἰδιαίτερα στὶς προσευχὲς τοῦ Σαββάτου ὁ πιστὸς μνημονεύει τοὺς οἰκείους, συγγενεῖς καὶ προσφιλεῖς, ἀκόμη καὶ τοὺς ἐχθρούς του ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό, ἀλλὰ ζητᾶ καὶ τὶς προσευχὲς τῆς Ἐκκλησίας γι’ αὐτούς.

Σὲ ἐτήσια βάση ἡ Ἐκκλησία ἔχει καθορίσει δύο Σάββατα, τὰ ὁποία ἀφιερώνει στοὺς κεκοιμημένους της. Εἶναι τά μεγάλα Ψυχοσάββατα• τὸ ἕνα πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακή της Ἀπόκρεω καὶ τὸ ἄλλο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς.

Τὸ Ψυχοσάββατο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακή τῆς Ἀπόκρεω ἔχει τὸ ἑξῆς νόημα: Ἡ ἑπόμενη ἡμέρα εἶναι ἀφιερωμένη στὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, ἐκείνη τὴ φοβερὴ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ὅλοι θὰ σταθοῦμε μπροστὰ στὸ θρόνο τοῦ μεγάλου Κριτῆ. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ μὲ τὸ Μνημόσυνο τῶν κεκοιμημένων ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ γίνει ἴλεως καὶ νὰ δείξει τὴ συμπάθεια καὶ τὴ μακροθυμία του, ὄχι μόνο σὲ μᾶς ἀλλὰ καὶ στοὺς προαπελθόντας ἀδελφούς, καὶ ὅλους μαζὶ νὰ μᾶς κατατάξει μεταξὺ τῶν υἱῶν τῆς Ἐπουράνιας Βασιλείας Του.  Μὲ τὸ δεύτερο Ψυχοσάββατο διατρανώνεται ἡ πίστη μας γιὰ τὴν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας τὴν ἵδρυση καὶ τὰ γενέθλια (ἐπὶ γὴς) γιορτάζουμε κατὰ τὴν Πεντηκοστή. Μέσα στὴ μία Ἐκκλησία περιλαμβάνεται ἡ στρατευομένη ἐδῶ στὴ γῆ καὶ ἡ θριαμβεύουσα στοὺς οὐρανούς. Κατὰ τὰ δύο μεγάλα Ψυχοσάββατα ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ σὲ μία παγκόσμια ἀνάμνηση «πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου». Μνημονεύει:

* Ὅλους ἐκείνους ποὺ ὑπέστησαν «ἄωρον θάνατον», σὲ ξένη γῆ καὶ χώρα, σὲ στεριὰ καὶ σὲ θάλασσα.

* Ἐκείνους ποὺ πέθαναν ἀπὸ λοιμικὴ ἀσθένεια, σὲ πολέμους, σὲ παγετούς, σὲ σεισμοὺς καὶ θεομηνίες.

* Ὅσους κάηκαν ἢ χάθηκαν.

* Ἐκείνους ποὺ ἦταν φτωχοὶ καὶ ἄποροι καὶ δὲν φρόντισε κανεὶς νὰ τοὺς τιμήσει μὲ τὶς ἀνάλογες Ἀκολουθίες καὶ τὰ Μνημόσυνα.

Ὁ Θεὸς δὲν περιορίζεται ἀπὸ τόπο καὶ χρόνο. Γι Αὐτὸν εἶναι γνωστὰ καὶ συνεχῶς παρόντα ὄχι μόνο ὅσα ἐμεῖς ἀντιλαμβανόμαστε στὸ παρόν, ἀλλὰ καὶ τὰ παρελθόντα καὶ τὰ μέλλοντα. Τὸ διατυπώνει λυρικότατα μία προσευχὴ τῆς Ἀκολουθίας τῆς θείας Μεταλήψεως, ποὺ ἀποδίδεται στὸν ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνὸ ἡ στὸν ἅγιο Συμεὼν τὸν νέο θεολόγο:

«Ἐπὶ τὸ βιβλίον δέ σου καὶ τὰ μήπω πεπραγμένα γεγραμμένα σοὶ τυγχάνει».

Ὡς αἰώνιος καὶ πανταχοῦ παρὼν ὁ πανάγαθος Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἀγκαλιάζει μὲ τὴ θεία του πρόνοια τὸ ἄπειρο σύμπαν καὶ τοὺς ἀτέρμονες αἰῶνες. Ὅλους τους ἀνθρώπους ποὺ ἔζησαν, ζοῦν καὶ θὰ ζήσουν τοὺς νοιάζεται ἡ ἀγάπη τοὺ• «ἡ γὰρ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ συνέχει ἠμᾶς» (Β’ Κὸ 5,14).

Μὲ αὐτὴν τὴν πίστη ἀναθέτουμε στὴν ἀγάπη καὶ στὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους», τοὺς ζωντανοὺς ἀλλὰ καὶ τοὺς κεκοιμημένους μας.

Ἂς δοῦμε τί ἔλεγε γιὰ τὰ μνημόσυνα ὁ μακαριστός π. Παΐσιος (ἀπὸ τὸν Δ’ τόμο, Οἰκογενειακὴ Ζωή,Λόγοι τοῦ π.Παισίου, Ἐκδόσεις Ἡσυχαστήριο Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, Σουρωτή, Θεσσαλονίκη).

– Γέροντα, οἱ ὑπόδικοι νεκροὶ (πλὴν τῶν Ἁγίων) μποροῦν νὰ προσεύχονται;

– Ἔρχονται σὲ συναίσθηση καὶ ζητοῦν βοήθεια, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ βοηθήσουν τόν εαυτό τους. Ὅσοι βρίσκονται στὸν Ἅδη μόνο ἕνα πράγμα θὰ ἤθελαν ἀπὸ τὸν Χριστό: νὰ ζήσουν πέντε λεπτὰ γιὰ νὰ μετανοήσουν. Ἐμεῖς ποὺ ζοῦμε, ἔχουμε περιθώρια μετανοίας, ἐνῶ οἱ καημένοι οἱ κεκοιμημένοι δὲν μποροῦν πιὰ μόνοι τους νὰ καλυτερεύσουν τὴν θέση τους, ἀλλὰ περιμένουν ἀπὸ ἐμᾶς βοήθεια. Γι’ αὐτὸ ἔχουμε χρέος νὰ τοὺς βοηθοῦμε μὲ τὴν προσευχή μας.


Γιατί, τί νὰ τοὺς κάνει ὁ Θεός; Σὰν ἕνα παιδὶ ποὺ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν πατέρα του, σπαταλάει ὅλη τὴν περιουσία του καὶ ἀπὸ πάνω βρίζει καὶ τὸν πατέρα του. Ε, τί νὰ τὸ κάνει αὐτὸ ὁ πατέρας του; Οἱ ἄλλοι ὅμως οἱ ὑπόδικοι, ποὺ ἔχουν λίγο φιλότιμο, αἰσθάνονται τὴν ἐνοχή τους, μετανοοῦν καὶ ὑποφέρουν γιὰ τὶς ἁμαρτίες. Ζητοῦν νὰ βοηθηθοῦν καὶ βοηθιοῦνται θετικά μέ τίς προσευχές τῶν πιστῶν. Τοὺς δίνει δηλαδὴ ὁ Θεὸς μία εὐκαιρία, τώρα ποὺ εἶναι ὑπόδικοι, νὰ βοηθηθοῦν μέχρι νὰ γίνει ἡ Δευτέρα Παρουσία. Καὶ ὅπως σὲ αὐτὴ τὴ ζωή, ἂν κάποιος εἶναι φίλος μὲ τὸν βασιλιά, μπορεῖ νὰ μεσοαλαβήσει καὶ νὰ βοηθήσει ἕναν ὑπόδικο, ἔτσι κι ἂν εἶναι κανεὶς φίλος μὲ τὸν Θεό, μπορεῖ νὰ μεσολαβήσει στὸ Θεὸ μὲ τὴν προσευχή του καὶ νὰ μεταφέρει τοὺς ὑπόδικους ἀπὸ τὴν μία φυλακὴ σὲ ἄλλη καλύτερη, ἀπὸ τὸ ἕνα κρατητήριο σὲ ἕνα ἄλλο καλύτερο. Ἢ ἀκόμα μπορεῖ νὰ τοὺς μεταφέρει καὶ σὲ ἕνα δωμάτιο ἢ σὲ διαμέρισμα.

Ὅπως ἀνακουφίζουμε τοὺς φυλακισμένους μὲ ἀναψυκτικὰ κλπ ποὺ τοὺς πηγαίνουμε, ἔτσι καὶ τοὺς νεκρούς τους ἀνακουφίζουμε μὲ τὶς προσευχές καί τίς ἐλεημοσύνες ποὺ κάνουμε γιὰ τὴ ψυχή τους.Οἱ προσευχὲς τῶν ζώντων γιὰ τοὺς κεκοιμημένους καὶ τὰ μνημόσυνα εἶναι ἡ τελευταία εὐκαιρία ποὺ δίνει ὁ Θεὸς στοὺς κεκοιμημένους νὰ βοηθηθοῦν,μέχρι νὰ γίνει ἡ τελικὴ Κρίση.Μετὰ τὴν δίκη δὲν θὰ ὑπάρχει δυνατότητα νὰ βοηθηθοῦν….

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἔχει τὰ κόλλυβα, τὰ μνημόσυνα. Τὰ μνημόσυνα εἶναι ὁ καλύτερος δικηγόρος γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων. Έχουν τὴ δυνατότητα καὶ ἀπὸ τὴν κόλαση νὰ βγάλουν τὴ ψυχή. Κι ἐσεῖς σὲ κάθε Θεία Λειτουργία νὰ διαβάζετε κόλλυβα γιὰ τοὺς κεκοιμημένους. Έχει νόημα τὸ σιτάρι: Σπείρετε ἐν φθορά, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσία (Ἃ’ Κορινθ, κὲφ 15, ἒδ 42) (δηλαδὴ συμβολίζει τὸ θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου), λέει ἡ Γραφή…

Περισσότερα

Πατρός Αλεξάνδρου Σμέμαν: Ταπείνωση (Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου)


Η επόμενη Κυριακή ονομάζεται «Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου». Την παραμονή της ημέρας αυτής, δηλαδή στον Εσπερινό του Σαββάτου εμφανίζεται για πρώτη φορά το λειτουργικό βιβλίο της Μεγάλης Σαρακοστής που λέγεται Τριώδιο. Από αυτά διαβάζονται διάφορα κείμενα που τα προσθέτουμε στους συνηθισμένους ύμνους και τις ευχές της εβδομαδιαίας αναστάσιμης ακολουθίας.

Όλα αυτά τα κείμενα παρουσιάζουν την επόμενη μεγάλη πλευρά της μετάνοιας: την ταπείνωση.

Το ευαγγελικό ανάγνωσμα (Λουκ. 18, 10‐14) περιγράφει έναν άνθρωπο που είναι πάντα ευχαριστημένος με τον εαυτό του και που νομίζει ότι συμμορφώνεται με όλες τις απαιτήσεις της θρησκείας. Είναι βέβαιος για τον εαυτό του και πολύ περήφανος γιʹ αυτόν. Στην πραγματικότητα όμως έχει παραποιήσει το νόημα της θρησκείας. Την έχει περιορίσει σε εξωτερικούς τύπους και μετράει την ευσέβεια του με το ποσόν των χρημάτων που συνεισφέρει στο ναό. Όσο για τον Τελώνη, αυτός ταπεινώνει τον εαυτό του και αυτή η ταπείνωση τον δικαιώνει μπροστά στο Θεό.

Αν υπάρχει μια ηθική αξία που σχεδόν απόλυτα παραθεωρείται ή αγνοείται σήμερα είναι πραγματικά η ταπείνωση. Ο πολιτισμός στον οποίο ζούμε διαρκώς ενσταλάζει μέσα μας την έννοια της υπερηφάνειας, της αυτοεξύμνησης και της αυτοδικαίωσης. Είναι οικοδομημένος πάνω στην αλαζονική υπόθεση ότι ο άνθρωπος μπορεί να πετύχει οτιδήποτε μόνος του, και φτάνει στο να περιγράφει τον Θεό σαν τον Ένα που πάντοτε αμείβει τις επιτυχίες και τα καλά έργα του ανθρώπου. Η ταπείνωση — είτε ατομική, είτε ομαδική, είτε εθνική είναι — θεωρείται δείγμα αδυναμίας, κάτι ανάρμοστο για έναν αληθινά άνθρωπο. Αλλά μήπως και οι χριστιανοί σήμερα δεν είναι ποτισμένοι με το πνεύμα του φαρισαίου; Μήπως και ‘μεις δε θέλουμε κάθε προσφορά μας, κάθε «καλή πράξη» μας, καθετί που κάνουμε «για την Εκκλησία» να αναγνωρίζεται, να επαινείται, να δημοσιεύεται;

Αλλά τι είναι ταπείνωση; Η απάντηση σʹ αυτή την ερώτηση μπορεί να φανεί παράδοξη γιατί είναι ριζωμένη σε μια περίεργη διαβεβαίωση: Ο Ίδιος ο Θεός είναι ταπεινός! Για ‘κείνον που γνωρίζει το Θεό, που Τον ατενίζει μέσα στη δημιουργία Του και στις σωτήριες ενέργειες Του, είναι φανερό ότι η ταπείνωση είναι πραγματικά μια Θεία ποιότητα, είναι το ουσιαστικό περιεχόμενο και η λάμψη της δόξας από την οποία, όπως ψέλνουμε στη Θεία Λειτουργία, είναι «πλήρης ο ουρανός και η γη». Μέσα στην ανθρώπινη διανοητικότητά μας έχουμε την τάση να μη μπορούμε να συμβιβάσουμε τη «δόξα» με την «ταπείνωση» — αφού μάλιστα η ταπείνωση θεωρείται ψεγάδι ή ελάττωμα. Ακριβώς όμως η άγνοιά μας και η αδεξιότητά μας είναι εκείνα που μας κάνουν ή θα έπρεπε να μας κάνουν να νιώθουμε ταπεινοί.

Είναι σχεδόν αδύνατο να μεταφέρεις στο σύγχρονο άνθρωπο που τρέφεται με τη δημοσιότητα, την αυτοπροβολή και την ατέλειωτη αυτοεξύμνηση, το γεγονός ότι εκείνο που είναι αυθεντικά τέλειο, όμορφο και καλό είναι την ίδια στιγμή γνήσια ταπεινό. Ακριβώς γιατί η τελειότητα δεν έχει ανάγκη από τη «δημοσιότητα», την εξωτερική δόξα ή από την κάθε είδους επίδειξη. Ο Θεός είναι ταπεινός γιατί είναι τέλειος. Η ταπείνωσή Του είναι η δόξα Του και η πηγή κάθε αληθινής ομορφιάς, τελειότητας και καλοσύνης: Καθένας που προσεγγίζει το Θεό και Τον γνωρίζει αυτόματα μοιράζεται τη Θεία ταπείνωση και ωραΐζεται μέσα σʹ αυτή. Αυτό συνέβηκε με την Παναγία, τη Μητέρα του Χριστου, που η ταπείνωση την έκανε χαρά όλης της οικουμένης και τρανή αποκάλυψη της ωραιότητας πάνω στη γη∙ αυτό έγινε και με όλους τους αγίους∙ το ίδιο συμβαίνει και με κάθε ανθρώπινη ύπαρξη στις σπάνιες στιγμές της επαφής της με τα Θεό.

Πώς κανείς γίνεται ταπεινός; Η απάντηση για ένα χριστιανό είναι απλή: με την ενατένιση του Χριστού, που είναι η σαρκωμένη Θεία ταπείνωση, ο Ένας, μέσα στον οποίο ο Θεός αποκάλυψε, μια για πάντα, τη δόξα Του σαν ταπείνωση και την ταπείνωσή Του σαν δόξα. «Νυν» είπε ο Χριστός τη νύχτα της άκρας ταπείνωσής Του, «εδοξάσθη ο υιός του ανθρώπου, και ο Θεός εδοξάσθη εν αυτώ». Η ταπείνωση μαθαίνεται ενατενίζοντας το Χριστό ο οποίος είπε: «Μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία». Τελικά γινόμαστε ταπεινοί με το να μετράμε το καθετί με μέτρο τα Χριστό και να αναφερόμαστε για όλα σʹ Αυτόν. Χωρίς το Χριστό η αληθινή ταπείνωση είναι αδύνατη, ενώ στην περίπτωση του φαρισαίου, ακόμα και η θρησκεία, γίνεται υπερηφάνεια για τα επιτεύγματά του έχουμε δηλαδή ένα άλλο είδος φαρισαϊκής αυτοδοξολογίας.

Η περίοδος λοιπόν της Μεγάλης Σαρακοστής αρχίζει με μια αναζήτηση, μια προσευχή για ταπείνωση που είναι η αρχή της αληθινής μετάνοιας. Γιατί μετάνοια, πάνω από καθετί άλλο, είναι η επιστροφή στη γνήσια τάξη των πραγμάτων, η «αναμόρφωση του αρχαίου κάλλους». Η μετάνοια επομένως είναι θεμελιωμένη στην ταπείνωση και η ταπείνωση — η Θεία και θαυμαστή ταπείνωση — είναι καρπός της και τέρμα της. «Φαρισαίου φύγωμεν υψηγορίαν», λέει το Κοντάκιον της ημέρας, «και Τελώνου μάθωμεν το ταπεινόν εν στεναγμοίς». Βρισκόμαστε μπροστά στις «πύλες της μετανοίας» και στην πιο επιβλητική στιγμή του Όρθρου της Κυριακής∙ αφού διαβαστεί το Αναστάσιμο Ευαγγέλιο και αναγγελθεί η Ανάσταση του Χριστού με το «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι…», ψάλλουμε για πρώτη φορά τα τροπάρια που θα μας συνοδεύουν σε όλη τη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής: «Της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα ορθρίζει γαρ το πνεύμα μου, προς ναόν τον άγιόν σου, ναόν φέρων του σώματος, όλον εσπιλωμένον αλλ ʹ ως οικτίρμων κάθαρον, ευσπλάχνω σου ελέει. Της σωτηρίας εύθυνόν μοι τρίβους, Θεοτόκε αισχραίς γαρ κατερρύπωσα, την ψυχήν αμαρτίαις, ως ραθύμως τον βίον μου, όλον εκδαπανήσας ταις σαις πρεσβείαις ρύσαι με πάσης ακαθαρσίας. Τα πλήθη των πεπραγμένων μοι δεινών, εννόων ο τάλας, τρέμω την φοβεράν ημέραν της κρίσεως· αλλά θαρρών εις το έλεος της ευσπλαχνίας σου, ως ο Δαυίδ βοώ σοι: Ελέησόν με ο Θεός, κατά το μέγα σου έλεος».

Περισσότερα

Γρηγόριος ο Παλαμάς: Ομιλία Β΄ (Εις την κατά τον Τελώνην και τον Φαρισαίον του Κυρίου παραβολήν)

Εφευρετικός είναι για το κακό ο νοερός προστάτης της κακίας· ικανός ν’ αφαιρέσει ευθύς από την αρχή τα θεμέλια της αρετής που ήδη κατατίθενται στην ψυχή, δια της ανελπιστίας και της απιστίας, αλλ’ επίσης ικανός πάλι να επιτεθεί δια της αδιαφορίας και της ραθυμίας εναντίον των τοίχων της οικίας της αρετής, την ώρα που ανεγείρονται, ακόμη δε και να κρημνίσει δια της υπερηφάνειας και της παραφροσύνης τον όροφο των αγαθών έργων οικοδομημένο ήδη.

Αλλά κρατηθείτε, μη πτοηθείτε· διότι ο επιμελής είναι ευμηχανώτερος στα αγαθά και η αρετή έχει περισσότερη ισχύ γι’ αντιπαράταξη προς την κακία, αφού διαθέτει την άνωθεν χορηγία και συμμαχία από τον ίδιο τον δυνάμενο τα πάντα και ενδυναμώνοντα από αγαθότητα όλους τους εραστές της αρετής.

Έτσι η αρετή όχι μόνο παραμένει αδιάσειστος από ποικίλα πονηρά μηχανήματα που παρασκευάζει ο Αντικείμενος, αλλά μπορεί και να σηκώσει και επαναφέρει όσους έπεσαν στον βυθό των κακών και να τους προσαγάγει εύκολα στον Θεό με την μετάνοια και την ταπείνωση.  

2. Δείγμα δε και διαρκής απόδειξης είναι τούτο. Πραγματικά ο Τελώνης, ενώ είναι τελώνης και, μπορούμε να πούμε, ενώ ζει στον πυθμένα της αμαρτίας, ελαφρώνεται απλώς, αφού κοινώνησε προς τους εναρέτως ζώντας με μόνο τον λόγο, κι αυτόν σύντομο, ανυψώνεται και υπερβαίνει κάθε κακία και, δικαιωμένος από τον αδέκαστο κριτή τον ίδιο, συγκαταλέγεται στο χορό των δικαίων.

Εάν δε και ο Φαρισαίος για λόγο καταδικάζεται, παθαίνει τούτο διότι είναι φαρισαίος και νομίζει ότι είναι κάποιος αφ’ εαυτού, και όχι διότι είναι πραγματικά δίκαιος· καταδικάζεται διότι εκφέρει αυθάδη λόγια, ανάμεσα στα οποία εκείνα που παροργίζουν τον Θεό δεν είναι λιγότερα από αυτά τα λόγια. 

3. Γιατί δε η μεν ταπείνωσης ανεβάζει στο ύψος της δικαιοσύνης, η δε υπεροψία κατεβάζει προς τον βυθό της αμαρτίας; Διότι αυτός που νομίζει ότι είναι κάποιος σπουδαίος, και μάλιστα ενώπιον του Θεού, δικαίως εγκαταλείπεται από τον Θεό, αφού έχει την γνώμη ότι δεν χρειάζεται την βοήθειά του· αυτός δε που θεωρεί τον εαυτό του μηδαμινό και γι’ αυτό αποβλέπει στην άνωθεν ευσπλαχνία, δικαίως επιτυγχάνει την από τον Θεό συμπάθεια και βοήθεια και χάρη· διότι λέγει, “ο Κύριος αντιτάσσεται στους υπερηφάνους, ενώ στους ταπεινούς δίδει χάρη”.

4. Αποδεικνύοντας τούτο ο Κύριος με παραβολή λέγει· “δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ιερό· ο ένας φαρισαίος και ο άλλος τελώνης”.

Θέλοντας να παραστήσει εναργώς το από την ταπείνωση κέρδος και την από την υπερηφάνεια ζημία, διαίρεσε σε δύο όλους τους προσερχομένους στο ναό, μάλλον δε τους ανερχομένους σ’ αυτόν, που είναι οι προσερχόμενοι για προσευχή στον ναό του Θεού· διότι τέτοια είναι η φύσης της προσευχής· ανεβάζει τον άνθρωπο από την γη στον ουρανό και υπερβαίνοντας κάθε επουράνιο, όνομα και ύψωμα και αξίωμα, τον παρουσιάζει στον ίδιο το Θεό του παντός.

Άλλωστε και ο παλαιός εκείνος ναός ευρισκόταν σε ύψωμα, σε λόφο της πόλεως. Επάνω σ’ αυτόν τον λόφο, όταν κάποτε το θανατικό αφάνιζε την Ιερουσαλήμ, ο Δαβίδ είδε τον θανατηφόρο άγγελο να κινεί την ρομφαία κατά της πόλεως, ανέβηκε εκεί και οικοδόμησε θυσιαστήριο στον Κύριο· προσέφερε  στον Θεό θυσία και σταμάτησε η φθορά.

Αυτά αποτελούσαν τύπο της σωτηριώδους και πνευματικής αναβάσεως κατά την ιερά προσευχή και του δι’ αυτής ιλασμού (διότι όλα εκείνα ήσαν προτυπωτικά για την σωτηρία μας), εάν δε θέλεις, και τύπο της ιεράς αυτής Εκκλησίας μας, η οποία πραγματικά ευρίσκεται επάνω σε ύψος, σαν άλλος αγγελικός και υπερκόσμιος χώρος, επάνω στον οποίο, προς εξιλασμό όλου του κόσμου, καταστροφή του θανάτου και αφθονία αθάνατης ζωής, προσφέρεται άνω στον Θεό η αναίμακτη, η μεγάλη και πραγματικά ευπρόσδεκτη θυσία. 

5. Γι’ αυτό λοιπόν δεν είπε, ότι δύο άνθρωποι “προσήλθαν” στον ναό, αλλά “ανέβηκαν”  στον ναό. Υπάρχουν βέβαια και τώρα μερικοί που, ερχόμενοι στην Εκκλησία, δεν ανεβαίνουν αυτοί, αλλά μάλλον καταρρίπτουν την Εκκλησία που εικονίζει τον ουρανό· αυτοί είναι όσοι προσέρχονται για χάρη συναναστροφής και συνομιλίας μεταξύ των, καθώς και όσοι προσφέρουν και αγοράζουν ψώνια· πραγματικά μοιάζουν μεταξύ τους, αφού δίδοντας αυτοί μεν ψώνια, εκείνοι δε λόγους, παίρνουν αντί αυτών τα κατάλληλα.

Αυτούς ο Κύριος, όπως παλαιά τους εξέβαλε εντελώς από τον ναό εκείνον, λέγοντάς τους, “ο οίκος μου καλείται οίκος προσευχής, σεις όμως τον κατεστήσατε σπήλαιο ληστών”, έτσι τους εξέβαλε και από τα λόγια τους αυτά, διότι δεν ανεβαίνουν καθόλου στον ναό, έστω και αν έρχονται καθημερινώς. 

6.  Ο Φαρισαίος πάντως και ο Τελώνης ανέβηκαν στον ναό· διότι ένα σκοπό είχαν και οι δύο, να προσευχηθούν, αν και ο Φαρισαίος μετά την άνοδο κατέρριψε τον εαυτό του, ανατρεπόμενος από τον τρόπο. Διότι ήταν μεν ο σκοπός της αναβάσεώς των ο ίδιος, αφού ανέβηκαν να προσευχηθούν, αλλ’ ο τρόπος της προσευχής ήταν αντίθετος.

Ο ένας δηλαδή ανέβαινε συντετριμμένος και ταπεινωμένος, διότι διδάχθηκε από τον ψαλμωδό προφήτη ότι ο Θεός δεν θα περιφρονήσει μια συντετριμμένη και ταπεινωμένη καρδιά, αφού και αυτός ο προφήτης λέγει για τον εαυτό του, γνωρίζοντάς το φυσικά από την πείρα του, “εταπεινώθηκα, και μ’ έσωσε ο Κύριος”.

Και τι περιορίζομαι στον προφήτη; Διότι ο Θεός των προφητών προς χάρη μας ταπείνωσε τον εαυτό του γενόμενος σας εμάς, καθώς λέγει ο απόστολος, “γι’ αυτό ο Θεός τον υπερύψωσε”. Ο δε Φαρισαίος ανεβαίνει υπερβολικά φουσκωμένος και αλαζονευόμενος, με την ιδέα ότι θα αυτοδικαιωθεί· και μάλιστα ενώπιον του Θεού, εμπρός στον οποίο όλη η δική μας δικαιοσύνη είναι σαν ράκος εμμηνορροούσης· διότι δεν άκουσε τον λέγοντα, “κάθε υπερόπτης είναι ακάθαρτος ενώπιον του Κυρίου”, και “ο Κύριος αντιτάσσεται στους υπερηφάνους”, και “αλλοίμονο σ’ αυτούς που αυτοδικαιώνονται και κατά τον εαυτό τους είναι επιστήμονες”.  

7. Δεν τους διαχώρισε μόνο το ήθος αλλά και ο τρόπος, που ήταν διάφορος σ’ αυτούς, αλλά και το είδος της προσευχής, που ήταν επίσης διπλό. Πραγματικά η προσευχή δεν είναι θέμα δεήσεως μόνο, αλλά και ευχαριστίας.

Ο ένας από τους προσευχομένους ανεβαίνει στο ναό του Θεού για να δοξάσει κι ευχαριστήσει τον Θεό για όσα έλαβε από αυτόν, ο δε άλλος για να ζητήσει όσα δεν έλαβε ακόμη, μεταξύ των οποίων είναι και η άφεσης των αμαρτημάτων, και μάλιστα για τους αμαρτάνοντας κάθε ώρα στις ημέρες μας.

Από το άλλο μέρος η υπόσχεσης  των από εμάς ευσεβώς προσφερομένων στον Θεό δεν ονομάζεται  προσευχή αλλά ευχή· και τούτο το δήλωσε εκείνος που είπε, “κάμετε ευχή, και αποδώσετέ την στον Κύριο τον Θεό μας”, και αυτός που λέγει “καλύτερο είναι να μη κάμεις ευχή, παρά να κάμεις και να μην την εκτελέσεις”.

8. Αλλά το διπλό εκείνο είδος της προσευχής έχει διπλή και την αχρείωση για τους απρόσεκτους. Δηλαδή την μεν μία την καθιστά αποτελεσματική υπέρ αφέσεως των αμαρτημάτων προσευχή και δέηση η πίστη και η κατάνυξη μετά την αποχή από τα κακά, ανενεργό δε η απόγνωση και η πώρωση.

Την άλλη την κάμουν ευπρόσδεκτη ευχαριστία για όσα έχομε ευεργετηθεί από τον Θεό η ταπείνωση και η αποφυγή επάρσεως απέναντι στους στερούμενους, απαράδεκτη δε η έπαρσης γι’ αυτά, σαν να αποκτήθηκαν με ιδική μας προσπάθεια και γνώση, και η κατάκριση εναντίον αυτών που δεν έχουν πράγματα.

Ότι δε είναι άρρωστος και στα δύο αυτά ο Φαρισαίος, ελέγχεται από τον εαυτό του και τα λόγια του. Διότι, ενώ ανέβηκε στον ναό για να ευχαριστήσει, όχι να δεηθεί, με την ευχαριστία προς τον Θεό ανέμιξε αφρόνως και αθλίως έπαρση και κατάκριση. Διότι, λέγει, αφού στάθηκε καθ’ εαυτόν, προσευχήθηκε τα εξής· “Θεέ, σ’ ευχαριστώ, που δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί”.

9. Η στάση του Φαρισαίου δεν δηλώνει την δουλική παράσταση, αλλά την αδιάντροπη υπεροψία που είναι αντίθετη προς εκείνον που έχει ταπείνωση δεν έχει το θάρρος ούτε τους οφθαλμούς να υψώσει προς τον ουρανό.

Ευλόγως δε προσευχόταν καθ’ εαυτόν ο Φαρισαίος· διότι δεν ανέβηκε προς τον Θεό, αν και δεν αγνοούσε τον καθήμενο επάνω στα Χερουβείμ και επιβλέποντα τα τελευταία σημεία των αβύσσων.

Η προσευχή του ήταν ως εξής: Αφού είπε “σ’ ευχαριστώ”, δεν προσέθεσε, διότι από ευσπλαχνία, σαν σε ασθενή ν’ αντιπαραταχθεί, μου έδωσες δωρεάν την απαλλαγή από τις παγίδες του πονηρού.

Διότι, αδελφοί, είναι ανδρείο κατά την ψυχή, το να κατορθώσει κανείς, αφού πιάστηκε στις παγίδες του εχθρού και έπεσε στους βρόχους της αμαρτίας, να διαφύγει με την μετάνοια. Γι’ αυτό οι υποθέσεις μας διευθύνονται από ανωτέρα πρόνοια και πολλές φορές, ενώ καταβάλλαμε μικρή ή καθόλου προσπάθεια, εμμείναμε με την βοήθεια του Θεού ανώτεροι πολλών και μεγάλων παθημάτων, ανακουφισθέντες από συμπάθεια λόγω της ασθενείας μας.

Και πρέπει να αναγνωρίζουμε την δωρεά και να ταπεινωνόμαστε ενώπιον αυτού που την έκαμε, αλλά να μην κομπάζουμε.

10. Ο Φαρισαίος όμως λέγει, “σ’ ευχαριστώ, Θεέ”, όχι διότι έλαβα καμιά βοήθεια από σένα, αλλά “διότι δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι”· σαν να διέθετε αφ’ εαυτού και από προσωπική του ικανότητα το προσόν ότι δεν ήταν άρπαξ, μοιχός και άδικος, αν φυσικά τα διέθετε κιόλας.

Δεν πρόσεχε πραγματικά στον εαυτό του, αλλά έβλεπε περισσότερο όλους τους άλλους παρά τον εαυτό του, κι εξουδενώνοντας όλους -ποια παραφροσύνη -, έναν μόνο θεωρούσε δίκαιο και σώφρονα, τον εαυτό του· “δεν είμαι” λέγει, “όπως οι άλλοι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή όπως αυτός ο τελώνης”.

Πόση μωρία, θα μπορούσε κανείς να του πει. Και αν όλοι εκτός από σένα είναι άδικοι και άρπαγες, τότε ποιος είναι αυτός που υφίσταται την αρπαγή και την κάκωση;

Τι συμβαίνει δε και με αυτόν τον τελώνη και την κατ’ εξοχήν αυτού προσθήκη στη διήγηση; Αφού είναι και αυτός ένας από όλους δεν έχει συμπεριληφθεί μαζί με τους άλλους στην από σένα κοινή  και θα λέγαμε οικουμενική κατάκριση; Ή έπρεπε αυτός να υποστεί διπλή καταδίκη, κρινόμενος από τους φαρισαϊκούς οφθαλμούς σου, αν και στεκόταν μακριά σου; Άλλωστε ότι ήταν άδικος, το γνώριζες, αφού ήταν φανερά τελώνης, ότι όμως ήταν μοιχός, από που το γνώριζες; Ή μήπως δικαιούσαι  να τον αδικείς και να τον προπηλακίζεις, επειδή αυτός αδικούσε άλλους; Δεν είναι έτσι, δεν είναι·  αλλ’ αυτός μεν βαστάζοντας με ταπεινό φρόνημα την υπερήφανη κατηγορία σου και προσφέροντας στον Θεό με αυτομεμψία την ικεσία, θ’ απαλλαγεί από αυτόν της καταδίκης, δικαίως δι’ όσα αδίκησε, εσύ δε θα καταδικασθείς δικαίως, διότι κατηγορείς υπεροπτικά εκείνο και όλους τους ανθρώπους, και από όλους μόνο τον εαυτό σου δικαιώνεις. “Δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί”.

11. Αυτά τα λόγια αποδεικνύουν την υπεροψία του Φαρισαίου και προς τον Θεό και προς όλους τους  ανθρώπους, αλλ’ επίσης και το ψευδολόγο της συνειδήσεώς του· διότι αφ’ ενός μεν εξουθενώνει σαφώς όλους μαζί τους ανθρώπους, αφ’ ετέρου δε αποδίδει την αποφυγή των κακών όχι στη δύναμη του Θεού, αλλά στην ιδική του.

Ο λόγος για τον οποίο ευχαριστεί είναι αυτός· ότι εκτός από τον εαυτό του νομίζει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ακόλαστοι και άδικοι και άρπαγες, ωσάν ο Θεός να μην αξίωσε κανένα άλλον πλην αυτοὐ να του παράσχει την αρετή.

Αλλ’ αν όλοι ήσαν τέτοιοι, έπρεπε σε όλους αυτούς να ευρίσκονται εμπρός των προς διαρπαγή τα αγαθά του Φαρισαίου τούτου. Δεν φαίνεται όμως κάτι τέτοιο· διότι προσθέτει αυτός, “νηστεύω δυο φορές το Σάββατο, δίνω το δέκατο από όλα όσα αποκτώ”. Δεν λέγει ότι δίνει το δέκατο από όσα κατέχει, αλλά από όσα αποκτά, δηλώνοντας με αυτό τις προσθήκες και επαυξήσεις της περιουσίας του.

Επομένως είχε μεν όσα κατείχε, προσελάμβανε δε ανεμπόδιστα όσα μπορούσε. Πώς λοιπόν όλοι οι άνθρωποι  πλην αυτού άρπαζαν και αδικούσαν; Τόσο αυτοέλεγκτο και αυτεπίβουλο πράγμα είναι η κακία! Τόσο πολύ ανάμικτο με την παραφροσύνη είναι πάντοτε το ψεύδος!                          

12. Την μεν αποδεκάτιση των εισοδημάτων του προέβαλλε για ν’ αποδείξει πλήρως την δικαιοσύνη του· διότι πώς μπορεί να είναι άρπαξ των ξένων αγαθών αυτός που αποδεκατίζει τα δικά του; Την δε νηστεία προέβαλλε για την επίδειξη της σωφροσύνης· διότι η νηστεία είναι πρόξενος της αγνείας.

Έστω λοιπόν, είναι σώφρων και δίκαιος, αν δε θέλεις και σοφός και νουνεχής και ανδρείος και ό,τι άλλο παρόμοιο· αν μεν το απέκτησες από τον εαυτό σου, και όχι από τον Θεό, γιατί προσφεύγεις ψευδώς στο σχήμα της προσευχής κι ανεβαίνεις στον ναό και λέγεις ματαίως ότι προσφέρεις ευχαριστία;

Αν δε το απέκτησες από τον Θεό, δεν το έλαβες για να κομπάζεις, αλλά για να ενεργείς προς οικοδομή των άλλων σε δόξα αυτού που το έδωσε. Έπρεπε λοιπόν πραγματικά να χαίρεσαι με ταπείνωση και να προσφέρεις ευχαριστίες, και σ’ αυτόν που το έδωσε και σ’ αυτούς χάριν των οποίων το έλαβες· διότι η λαμπάδα παίρνει το φως όχι για τον εαυτό της, αλλά για τους βλέποντας.

Σάββατο δε ονομάζει ο Φαρισαίος όχι την εβδόμη ημέρα, αλλά την εβδομάδα ημερών, στις δύο από τις οποίες νηστεύει, όπως μεγαλαυχεί, αγνοώντας ότι αυτές μεν είναι ανθρώπινες αρετές, η δε υπερηφάνεια είναι δαιμονική. Γι’ αυτό, όταν συζευχθεί με αυτές, τις αχρηστεύει και τις συγκαταρρίπτει, ακόμη και αν είναι αληθινές· πόσο μάλλον αν είναι κίβδηλες.

13.  Αυτά είπε ο Φαρισαίος. «Ο δε Τελώνης, στεκόμενος απόμακρα, δεν ήθελε ούτε τους οφθαλμούς να σηκώσει προς τον ουρανό, αλλ’ εκτυπούσε το στήθος του λέγοντας· Θεέ, ευσπλαγχνίσου με τον αμαρτωλό». Βλέπετε πόση είναι η ταπείνωση και η πίστη και η αυτομεμψία; Βλέπετε την άκρα συστολή της διανοίας και των αισθήσεων, συγχρόνως δε και την συντριβή της καρδίας αναμεμιγμένες με την προσευχή του τελώνη τούτου; Διότι όταν ανέβηκε στο ναό, για να προσευχηθεί υπέρ της αφέσεως των αμαρτημάτων του, έφερε μαζί του καλά εφόδια μεσιτευτικά προς τον Θεό, την άκαταίσχυντη πίστη, την ακατάκριτη αυτομεμψία, την ακαταφρόνητη συντριβή της καρδίας, την εξυψωτική ταπείνωση. Συνδύασε δε με την προσευχή και την προσοχή άριστα. Διότι, λέγει, «ο Τελώνης αυτός στεκόμενος απόμακρα». Δεν είπε ‘σταθείς’, όπως στην περίπτωση του Φαρισαίου, αλλά «εστώς», δηλώνοντας με αυτό την επί πολύ παράταση της στάσεως, μαζί δε και το επίμονο της δεήσεως και των ικετευτικών λόγων· διότι, χωρίς να προβάλει ούτε να διανοηθεί τίποτε άλλο, πρόσεχε μόνο στον εαυτό του και τον Θεό, περιστρέφοντας στον εαυτό της και πολλαπλασιάζοντας μόνην την μονολόγιστη δέηση, που είναι το αποτελεσματικότερο είδος προσευχής.

14. «Στεκόμενος λοιπόν ο Τελώνης απόμακρα, λέγει, δεν ήθελε ούτε τους οφθαλμούς να σηκώσει προς τον ουρανό». Αυτή η στάση ήταν συγχρόνως και στάση και υπόκυψη, και δείγμα όχι μόνο ευτελούς δούλου, αλλά και καταδίκου. Μαρτυρεί δε και την απαλλαγμένη από την αμαρτία ψυχή, που είναι μεν ακόμη μακριά από τον Θεό, διότι δεν έχει ακόμη την προς αυτόν παρρησία δια των έργων, αλλ’ ελπίζει να εγγίσει τον Θεό, λόγω της αποχής από τα κακά και της αγαθής ήδη προθέσεώς της.

Στεκόμενος λοιπόν έτσι απόμακρα ο Τελώνης δεν ήθελε ούτε τους οφθαλμούς να σηκώσει στον ουρανό, επιδεικνύοντας με τον τρόπο και το σχήμα την αυτοκατάκριση και αυτομεμψία του· διότι θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο και του ουρανού και του επιγείου ναού. Γι’ αυτό του μεν ναού στεκόταν στα πρόθυρα, προς τον ουρανό δε δεν τολμούσε ούτε ν’ ατενίσει, πόσο μάλλον προς τον Θεό του ουρανού- αλλά κτυπώντας το στήθος του από την σφοδρά κατάνυξη και παριστώντας έτσι τον εαυτό του άξιον τιμωρίας, αναπέμποντας από εκεί βαρυπενθής τους στεναγμούς και κλίνοντας σαν κατάδικος την κεφαλή, αποκαλούσε τον εαυτό του αμαρτωλό και ζητούσε με πίστη τον ιλασμό, λέγοντας· «Θεέ, ευσπλαγχνίσου με τον αμαρτωλό». Διότι πίστεψε στον λέγοντα, «επιστρέψετε προς εμένα και εγώ θα επιστρέψω προς σας», και στον προφήτη που διαβεβαίωσε, «είπα, θα εξομολογηθώ στον Κύριο την ανομία μου εναντίον μου, και συ άφησες την ασέβεια της καρδίας μου».

15. Τι συνέβηκε λοιπόν έπειτα από αυτά; «Κατέβηκε αυτός δικαιωμένος», λέγει ο Κύριος, «και όχι εκείνος· διότι όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, ενώ όποιος ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί». Πραγματικά, όπως ο Διάβολος είναι η ίδια η υπεροψία και η υπερηφάνεια είναι το ιδιαίτερο κακό του, γι’ αυτό και συναπτόμενη με οποιαδήποτε ανθρώπινη αρετή την νικά και την καταρρίπτει, έτσι η ταπείνωσης ενώπιον του Θεού είναι αρετή των αγαθών αγγέλων και νικά κάθε ανθρώπινη κακία που επέρχεται στον πταίστη. Διότι η ταπείνωσης είναι όχημα της αναβάσεως προς τον Θεό, όπως εκείνα τα σύννεφα, που πρόκειται ν’ ανυψώσουν προς τον Θεό αυτούς που θα μείνουν σε απείρους αιώνες μαζί με τον Θεό, καθώς προφήτεψε ο απόστολος, λέγοντας, «θ’ αρπαγούμε στα σύννεφα για συνάντηση του Κυρίου στον αέρα, κι έτσι θα είμαστε πάντοτε μαζί με τον Κύριο». Ό,τι δηλαδή είναι η νεφέλη, είναι και η ταπείνωσης, που συστήνεται δια μετανοίας και αφήνει από τους οφθαλμούς ρυάκια με δάκρυα, εξάγει τους άξιους από τα ανάξια, τους ανεβάζει και τους συνάπτει με τον Θεό, δικαιωμένους δωρεάν λόγω της ευγνώμονος προαιρέσεως.

16. Και ο μεν Τελώνης σφετεριζόμενος πρωτύτερα κακοτέχνως τα ξένα πράγματα, αλλ’ έπειτα, εγκαταλείποντας την διαστροφή και μη δικαιώνοντας τον εαυτό του, δικαιώθηκε, ο δε Φαρισαίος, μη οικειοποιούμενος τα ανήκοντα σε άλλους, αλλά δικαιώνοντας τον εαυτό του, καταδικάσθηκε. Τώρα, εκείνοι που και οικειοποιούνται τα ανήκοντα στους άλλους και επιχειρούν να δικαιώσουν τους εαυτούς των, τι θα πάθουν;

17.  Αλλ’ ας αφήσουμε τώρα αυτούς, αφού και ο Κύριος τους άφησε, ως μη πειθομένους με τα λόγια. Μερικές φορές όμως και εμείς όταν προσευχόμαστε, ταπεινωνόμαστε, και ίσως νομίζομε ότι θα κερδίσουμε την δικαίωση του Τελώνη. Δεν είναι όμως έτσι· διότι πρέπει να προσέχουμε τούτο, ότι ο Τελώνης, καταφρονούμενος από τον Φαρισαίο κατά πρόσωπο και μετά την απομάκρυνσή του από την αμαρτία, καταφρονούσε κι αυτός τον εαυτό του, όχι μόνο μη αντιλέγοντας αλλά και συνηγορώντας προς εκείνον εναντίον του εαυτού του.

18.  Όταν λοιπόν και συ αφήσεις την κακία, δεν αντιλέγεις δε σ’ αυτούς που την καταφρονούν και την λοιδορούν, αλλά καταδικάζοντας και συ τον εαυτό σου ως κακοήθη, καταφεύγεις με κατάνυξη δια της προσευχής προς την ευσπλαχνία του Θεού μόνο, γνώριζε ότι είσαι λυτρωμένος Τελώνης. Πολλοί βέβαια λέγουν τους εαυτούς των αμαρτωλούς, και το λέγομε και το νομίζομε επίσης κι εμείς· αλλά η καταφρόνησης είναι που δοκιμάζει την καρδιά. Όπως δηλαδή ο μεγάλος Παύλος είναι μακριά από την φαρισαϊκή μεγαλαυχία, αν και έγραφε προς τους ανθρώπους που χρησιμοποιούσαν γλωσσολαλιά στην Κόρινθο, «ευχαριστώ τον Θεό μου που λαλώ γλώσσες περισσότερο από όλους σας» (γράφει αυτά τα πράγματα αυτός που αλλού δηλώνει ότι είναι περικάθαρμα όλων των ανθρώπων, για να συγκρατήσει το φρόνημα εκείνων που επαίρονται εναντίον αυτών που δεν έχουν το χάρισμα)· όπως λοιπόν ο Παύλος, γράφοντας εκείνα, είναι μακριά από την φαρισαϊκή μεγαλαυχία, έτσι είναι και το να λέγει κανείς τα λόγια του Τελώνη και να ταπεινολογεί σαν εκείνον, αλλά να μη δικαιωθεί καθώς εκείνος· διότι πρέπει με τα τελωνικά λόγια να συνυπάρχει και η μετάθεση από τα κακά και η ψυχική διάθεση, η κατάνυξη και η υπομονή εκείνου. Και ο Δαβίδ έδειξε εμπράκτως ότι πρέπει, αυτός που κρίνει τον εαυτό του ένοχο ενώπιον του Θεού και μετανοεί, να θεωρεί δικαία και υποφερτή την σε βάρος του ύβρη και ατιμία από άλλους. Διότι μετά την αμαρτία του, όταν ήκουε προσβλητικούς λόγους από τον Σεμεεί, έλεγε σ’ αυτούς που ήθελαν ν’ αντιδράσουν «αφήστε τον να με κακολογεί, διότι ο Κύριος του είπε να κακολογήσει τον Δαβίδ», λέγοντας ότι η συγχώρεσης από τον Θεό για την προς αυτόν αμαρτία είναι πρόσταγμα εκείνου, αν και ο Δαβίδ πάλαιε τότε με δεινή και μεγάλη συμφορά, αφού μόλις προσφάτως είχε επαναστατήσει εναντίον του ο Αβεσσαλώμ.

19. Τότε μάλιστα, εγκαταλείποντας με αφόρητη οδύνη την Ιερουσαλήμ, όταν φεύγοντας έφθασε στις υπώρειες του όρους των Ελαιών, συνάντησε ως προσθήκη της συμφοράς τον Σεμεεί. Ο Σεμεεί έρριπτε εναντίον του λίθους, τον κακολογούσε ασταμάτητα και τον ύβριζε αναιδώς· τον αποκαλούσε άνδρα αιμοβόρο και παράνομο, επαναφέροντας στη μνήμη το σχετικό με την Βηρσαβεέ και τον Ουρία έγκλημα προς ονειδισμό του βασιλέως. Και δεν τον άφησε αφού καταταράσθηκε μια και δυο φορές, και έρριπτε εναντίον του λίθους και με λόγια πληκτικότερα από τους λίθους· αλλά, λέγει, προχωρούσε ο βασιλεύς και όλοι οι άνδρες του μαζί του, ενώ ο Σεμεεί βάδιζε από την πλευρά του όρους πλησίον του βασιλέως, καταρώμενός τον και ρίπτοντας λίθους από τα πλάγια, και πασπαλίζοντάς τον με χώμα. Και δεν στερείτο ανθρώπων που θα τον εμπόδιζαν ο βασιλεύς. Ο Αβεσσά λοιπόν ο στρατηγός, μη αντέχοντας, είπε προς τον Δαβίδ· «γιατί καταράται αυτός ο ψόφιος σκύλος τον κύριό μου τον βασιλέα; Θα μεταβώ λοιπόν να του κάψω το κεφάλι». Ο βασιλεύς όμως συγκράτησε αυτόν και όλους τους άνδρες του, λέγοντας προς αυτούς· «αφήστε τον, για να ιδεί ο Κύριος την ταπείνωσή μου και μου ανταποδώσει αγαθά αντί της κατάρας αυτού».

20.    Αυτό το πράγμα και τότε μεν τελέσθηκε και πραγματοποιήθηκε, δεικνύεται δε και με την παραβολή γι’ αυτόν τον Τελώνη και τον Φαρισαίο τελούμενο πάντοτε από την δικαιοσύνη. Διότι αυτός που θεωρεί τον εαυτό του αληθινά υπεύθυνο της αιωνίου κολάσεως, πως δεν θα υπομείνει γενναίως, όχι μόνο ατιμία, αλλά και ζημία και νόσο, και κάθε δυσπραγία και κακοπάθεια γενικώς; Αυτός δε που δεικνύει τέτοια υπομονή, ως χρεώστης και ένοχος, με ελαφρότερη, πρόσκαιρη και διακοπτόμενη καταδίκη λυτρώνεται από την πραγματικά βαριά εκείνη και αφόρητη και ατελείωτη τιμωρία· μερικές φορές δε λυτρώνεται και από τα τώρα βασανίζοντα δεινά, καθώς η θεία χρηστότης λαμβάνει αρχή από εδώ σαν να χρεωστείται λόγω της υπομονής. Γι’ αυτό και κάποιος από τους παιδευμένους από τον Κύριο είπε· «θα υπομείνω την παίδευση από τον Κύριο, διότι ημάρτησα σ’ αυτόν»”.

21.    Είθε κι’ εμείς, παιδευόμενοι μ’ ευσπλαχνία, αλλ’ όχι με οργή και θυμό Κυρίου, να μη καταβληθούμε από την τιμωρία του Θεού, αλλά κατά τον ψαλμωδό στο τέλος ν’ ανορθωθούμε, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο αρμόζει δόξα, δύναμις, τιμή και προσκύνησις μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Περισσότερα

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2020 (Κυριακή Τελώνου καί Φαρισαίου). Λουκ. 18, 10 – 14.

Το Ιερό Ευαγγέλιο.

Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.

    Μέ τό ἄνοιγμα τοῦ Τριωδίου σήμερα ἡ Ἁγία Ἐκκλησία παρουσιάζει σέ ὅλους μας δύο προσωπικότητες μέ τήν προτροπή νά μιμηθοῦμε τή μία καί νά ἀποστραφοῦμε τήν ἄλλη. Νά μιμηθοῦμε τή μετάνοια καί τήν ταπείνωση τοῦ Τελώνου καί νά ἀποστραφοῦμε τήν ὑψηγορία τοῦ  Φαρισαίου. Ἀνέβηκαν καί οἱ δύο στό Ναό γιά νά προσευχηθοῦν. Ὁ Φαρισαῖος, ὅμως, μετά τήν πρώτη του ἄνοδο βίωσε τήν πνευματική κάθοδο καί καθίζηση. Ὁ Τελώνης, ἀπό τήν ἄλλη, μετά τήν πρώτη του ἄνοδο στό Ναό παρέμεινε σέ μία διαρκή πορεία ἀνόδου πρός τό Θεό μέσ’ ἀπό τήν ἐλεύθερη καί ἠθελημένη ταπείνωση καί μέσα ἀπό τόν αὐτοεξευτελισμό, στόν ὁποῖο ὑπέβαλε τό πρόσωπό του. Στήν ὡραία καί εὐλογημένη λοιπόν διαδρομή τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς αὐτός ὁ αὐτοκαθαιρέτης τοῦ ἑαυτοῦ του καθίσταται ἀσφαλής καί ἀπλανής ὁδηγός μας, μέ σκοπό νά τόν μιμηθοῦμε καί νά βαδίσουμε μαζί του τό δρόμο πρός τήν Ἀνάσταση. Ἀκολουθώντας τά χνάρια τοῦ Τελώνου καλούμαστε νά τόν μελετήσουμε καί νά δοῦμε πῶς ἐκδηλώνει πρακτικά τήν ταπείνωση καί τή μετάνοιά του.

   Τό πρῶτο πού προσέχουμε στή διήγηση τοῦ Ἰησοῦ γιά ἐκεῖνον εἶναι τό: «μακρόθεν ἑστώς». Στέκεται μακριά ἀπό τό σύνολο τῶν πολλῶν. Ὁ Τελώνης ζητάει καί βιώνει τήν ἐλεύθερη αὐτοαπομόνωση. Δέν τό κάνει ἐπειδή δέ θέλει τούς ἄλλους. Τό κάνει ἐπειδή αἰσθάνεται πώς εἶναι ἀνάξιος νά βρίσκεται ἀνάμεσά τους. Τούτη ἡ αὐτοεξορία εἶναι ἡ προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νά κάνει τήν αὐτοεξέτασή του καί τόν αὐτοέλεγχό του χωρίς ἐμπόδια καί χωρίς τίς ἐπιδράσεις πού μπορεῖ νά ἔχει ἡ παρουσία τῶν ἄλλων. Ἡ ἀπομόνωση ἀπό τούς ἀνθρώπους δέ σημαίνει ἀποστροφή γιά ἐκείνους. Σημαίνει ἀναζήτηση τῆς ἀπαραίτητης ἡσυχίας γιά περισυλλογή καί καθαρή μελέτη τῆς συνειδήσεως. Αὐτή τήν ἐλεύθερη ἀπομόνωση πέτυχε ὁ ὀρθόδοξος ἡσυχασμός καί μοναχισμός. Τό κελί εἶναι τό «μακρόθεν» τοῦ κόσμου μέρος γιά τό μοναχό καί γιά τή μοναχή, στό ὁποῖο βρίσκει τόν ἑαυτό του, μελετάει τά λάθη του, μετανοεῖ καί βρίσκει καί τούς ἀδελφούς του, καθώς μέσα σ’ αὐτό τό κελί προσεύχεται γιά τή σωτηρία καί τήν προκοπή ὅλου τοῦ κόσμου.

    Τό δεύτερο στοιχεῖο πού καθιστᾶ τόν Τελώνη ὁδηγό μας στήν πορεία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς εἶναι τό: «οὐκ ἤθελεν οὐδέ τούς ὀφθαλμούς εἰς τόν οὐρανόν ἐπᾶραι». Στέκεται κοινωνός τῶν ἄλλων ἀλλά μακριά τους μέ σκοπό τήν ἐπίτευξη τῆς ἡσυχίας. Ἔχει σκυμμένο τό κεφάλι μέσα στό στῆθος, ἐπειδή δέν τολμάει ἀπό τή συντριβή καί τήν ταπείνωση πού βιώνει νά σηκώσει τά μάτια του στόν οὐρανό. Αὐτή ἡ ἐσωτερική κίνηση τοῦ Τελώνου εἶναι ἡ βάση γιά τήν ἡσυχαστική προσπάθεια καί παράδοση, πού ἀνάπτύχθηκε μέσα στήν ὀρθόδοξη πνευματική ζωή καί θεμελιώθηκε θεολογικά ἀπό τούς νηπτικούς πατέρες μέ κορυφαῖο τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ. Ὁ πιστός πού ἐπιθυμεῖ νά ταξιδέψει στόν οὐρανό κρατάει τό βλέμμα του καί τήν καρδιά του βαθιά μέσα στή γῆ καί φτάνει μέχρι τόν Ἅδη. Κοιτάζει χαμηλά γιά ν’ ἀνεβεῖ ψηλά. «Κράτα τό νοῦ σου στόν Ἅδη καί μήν ἀπελπίζεσαι», λέγει ὁ Χριστός στόν Ἅγιο Σιλουανό τόν Ἀθωνίτη, γιά νά τοῦ δώσει τό μήνυμα πώς τό νά κρατᾶμε τό νοῦ μας στόν Ἅδη εἶναι μία πρόσκληση στίς πιό σκοτεινές ἀβύσσους τῆς ὕπαρξής μας. Εἶναι μία πρόσκληση νά ἀπογυμνώσουμε τήν ψυχή μας καί νά τήν ἐκθέσουμε στίς ἀκτίνες τῆς θείας ἀγάπης. Ὅσο τό θεῖο Φῶς φωτίζει τό σκοτάδι τῆς καρδιᾶς μας, τόσο διακρίνουμε ἐκεῖ τίς ἀκαθαρσίες πού ἀμαυρώνουν τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Ὅσο περισσότερο συνειδητοποιοῦμε τήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου καί Δημιουργοῦ μας, τόσο πιό πολύ ὑποφέρουμε πού Τόν ἔχουμε πληγώσει. Ἀλλά αὐτή ἡ λύπη εἶναι ζωηφόρος, ἀντίθετα ἀπό αὐτή τῆς ἁμαρτίας πού εἶναι θανατηφόρος. Ἐδῶ βρίσκεται ἡ καρδιά τῆς παραδοξότητας τῆς χριστιανικῆς ἐμπειρίας, ὅπου πρέπει νά πεθάνεις γιά νά ἀναστηθεῖς. Νά περάσεις ἀπό τόν Ἅδη γιά νά εἰσχωρήσεις στή Βασιλεία. Νά ταπεινωθεῖς γιά νά ἀνέλθεις. Νά ἀδειάσεις ἀπό τό ἐγώ, γιά νά πληρωθεῖς ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Συνεπῶς ἡ μετάνοια, πού στή ριζική της μορφή εἶναι αὐτοκαταδίκη, τελικά εἶναι ἀκριβῶς τόἀντίθετο τῆς ἐνοχῆς. Ἐνῶ ἡ ἐνοχή συνιστᾶἐγκλεισμό, τελμάτωση, ἐσωστρέφει καί ἀπελπισία, ἡ μετάνοια εἶναι ἀπελευθέρωση, κίνηση, ἄνοιγμα στόν ἄλλο καί στόν ἀποκαλυπτόμενο Θεό. Αὐτή τή βουτιά πού ἀνυψώνει τόν ἄνθρωπο ἔκανε ὁ Τελώνης γι’ αὐτό «ἔτυπτεν εἰς τό στῆθος». Χτυποῦσε τό στῆθος του ἀπό συντριβή, ἡ ὁποία προμήνυε τήνπρο σωπική του ἀνάσταση.
    Τό τρίτο στοιχεῖο πού κάνει τόν Τελώνη ἄξιο διδάσκαλο καί ὁδηγό γιά τήν πνευματική μας πορεία εἶναι αὐτή ἡ ἴδια ἡ κραυγή τῆς προσευχῆς του: «ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Εἶναι μία κραυγή ἥσυχη καί ἐσωτερική, ἀθόρυβη ἀλλά ταυτόχρονα καί δυνατή, πάνω ἀπ’ ὅλα ὅμως εἰλικρινής καί αὐθεντική. Ξεκινάει ἀπό τό κέντρο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης καί ἐκτοξεύεται στό Θεό χωρίς ἐμπόδια καί βαρίδια. Ἔχει μέσα της τή δοξολογία, τήν ἱκεσία καί τή μετάνοια. Τήν διατρέχει ἡ ταπείνωση καί ἡ αὐτογνωσία. Εἶναι ἡ προσευχή ὅλων τῶν πιστῶν καί τῶν ἁγίων, πού τούς ἑνώνει μέ τό Θεό καί τούς σώζει.
   Ἀπό τή σημερινή ἡμέρα ἀξίζει νά κρατήσουμε ὡς πολύτιμο θησαυρό τήν τελωνική προσευχητική κραυγή: «ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Νά τή χρησιμοποιήσουμε ὄχι μόνο στή φετινή περίοδο τοῦ Ἁγίου Τριωδίου ὡς πνευματικό ἐργαλεῖο ἀλλά καί σ’ ὁλόκληρη τή ζωή μας. Ὅσο πιό πολύ τή μεταχειριστοῦμε, τόσο πιό πολύ θά ὠφεληθοῦμε καί θά δοξασθοῦμε ἀπό τόν Κύριο, πού ξέρει καί ἐπιθυμεῖ νά δοξάζει τούς ταπεινούς καί νά ἀντιτάσσεται στούς ὑπερήφανους. Ἀμήν.

 

Περισσότερα

Τι είναι το Τριώδιο και ποιο το νόημα του;

Τι είναι το Τριώδιο και ποιο το νόημα του;

         Μια από της σημαντικότερες περιόδους που θέσπισε η Εκκλησία μας στον εορτολογικό της κύκλο είναι η κατανυκτική περίοδος του Τριωδίου η οποία ξεκινά με την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου και τελειώνει το Μεγάλο Σάββατο. Ο λόγος θεσπίσεως αυτής της περιόδου είναι ότι δίνει την ευκαιρία στον πιστό χριστιανό, στον χριστιανό τον οποίο ζητά και θέλει την αλλαγή του νου του, να μετανοήσει. Μας δίνει η Εκκλησία την ευκαιρία να συναισθανθούμε την λανθασμένη πορεία της ζωής μας, να την διορθώσουμε και να την επανακαθορίσουμε ενώπιον του Θεού.

Ακόμη η περίοδος του Τριωδίου προετοιμάζει τον πιστό Χριστιανό για τον άξιο εορτασμό των Παθών και της Ανάστασης του Κυρίου μας με τα ανάλογα βιώματα. Με τις συχνές ακολουθίες , με τους συγκεκριμένους ψαλμούς αλλά και με την μετάνοια την προσευχή και την νηστεία.

Η περίοδος του Τριωδίου και της Μεγάλης Τεσσαρακοστής θεωρείτε και πένθιμή περίοδος προς τιμήν των Παθών και της Σταυρικής Θυσίας του Ιησού Χριστού και για αυτό απαγορεύεται η τέλεση ολοκληρωμένης Θείας Λειτουργίας εκτός βέβαια από όλες της Κυριακές και Σάββατα λόγω του αναστάσιμου χαρακτήρα τους και εκτός μεγάλων εορτών όπως Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Τις υπόλοιπες ημέρες τελείτε η ακολουθία του Όρθρου της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και του Μεγάλου Αποδείπνου, και κυρίως Τετάρτη και Παρασκευή τελούνται οι Προηγιασμένες Θείες Λειτουργίες.

Το Τριώδιο χωρίζεται στις πιο κάτω εβδομάδες-Κυριακές

  1. Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου
  2. Κυριακή του Ασώτου Υιού(Σπλαχνικού Πατέρα)
  3. Κυριακή της Απόκρεω(Της μελλούσης κρίσεως)
  4. Κυριακή της Τυρινής
  5. Μεγάλη Τεσσαρακοστή(Α’,Β’,Γ’,Δ’,Ε’ Κυριακή των Νηστειών)
  6. Ακολουθεί η Κυριακή Των Βαΐων και η Μεγάλη Εβδομάδα

Η κάθε Κυριακή έχει τα δικά της ξεχωριστά νοήματα τα οποία καλούμαστε να ακούσουμε και να τα βάλουμε στην καρδιά μας.

Η πρώτη Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου έχει σκοπό να μας παραδειγματίσει από την διαβολική και ψυχοκτόνο υπεροψία και περηφάνεια και να μιμηθούμε την σωτήρια ταπείνωση και μετάνοια του αμαρτωλού τελώνη η οποία είναι η βάση της πνευματικής ζωής.

Η δεύτερη Κυριακή του Ασώτου είναι αφιερωμένη στην ειλικρινή μετάνοια που πρέπει να έχει ο χριστιανός για την επιστροφή του κοντά στην αγάπη του Θεού.

Η τρίτη Κυριακή της Απόκρεω είναι αφιερωμένη στην φοβερή και αδέκαστη Κρίση του Ιησού Χριστού. Μας υπενθυμίζει τον ερχομό της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου μας προκειμένου να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν πρέπει να βρισκόμαστε σε πνευματική αδράνεια και να εφησυχαζόμαστε αλλά να είμαστε σε εγρήγορση πνευματική.

Η τέταρτη Κυριακή της Τυρινής είναι αφιερωμένη στην παρακοή των πρωτοπλάστων και την εξορία τους από τον παράδεισο. Η επόμενη μέρα, η Καθαρά Δευτέρα είναι αρχή της νηστείας όπου και καλούμαστε να την τηρήσουμε διότι είναι η αρχαιότερη εντολή δοσμένη από τον Θεό προς τον άνθρωπο.

Η περίοδος της Μ. Τεσσαρακοστής χωρίζεται σε πέντε εβδομάδες Κυριακές.

Την Α’ Κυριακή των νηστειών της Ορθοδοξίας εορτάζουμε το θρίαμβο της Ορθοδόξου πίστεων και την αποκρυστάλλωση του δόγματος της πίστεως μας από την Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο. Η αλήθεια της πίστεως μας είναι προϋπόθεση της σωτηρίας μας.

Την Β’ Κυριακή των νηστειών εορτάζεται ένας μεγάλος Πατέρας της Εκκλησίας μας, ενός αγωνιστή και παράδειγμα προς μίμηση για όλους τους πιστούς του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

Την Γ’ Κυριακή των νηστειών της Σταυροπροσκυνήσεως  προσκυνάμε τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου μας για να αντλήσουμε δύναμη αλλά και άνωθεν βοήθεια προκειμένου να συνεχίσουμε τον πνευματικό μας αγώνα διότι βρισκόμαστε στο μέσο της νηστείας της Μ. Τεσσαρακοστής.

Την Δ’ Κυριακή των νηστειών εορτάζουμε ένα άλλο μεγάλο Άγιο τον Άγιο Ιωάννη συγγραφέα της Κλίμακος, ο οποίος  νίκησε τα ανθρώπινα πάθει και διδασκόμαστε από το βιβλίο του αλλά και τον βίο του πως να το κάνουμε και εμείς.

Την Ε’ Κυριακή των νηστειών εορτάζεται επίσης μια μεγάλη οσιακή μορφή της Εκκλησίας μας, η Οσία Μαρία η Αιγυπτία. Παράδειγμα ειλικρινούς μετάνοιας και πνευματικού αγώνα.

Ακολουθεί η Κυριακή των Βαΐων, η είσοδος του Ιησού στα Ιεροσόλυμα και η αρχή των Παθών, η Μεγάλη Εβδομάδα αλλά και η κορύφωση του δικού μας πνευματικού αγώνα.

Είναι αλήθεια, ότι την περίοδο αυτή υπάρχει μεγάλος, αξιοθαύμαστος λατρευτικός πλούτος. Οι θεόπνευστοι υμνογράφοι της Εκκλησίας μας συνέθεσαν αυτές της ακολουθίες και αυτούς του ύμνους για να μας παρασύρουν στο πνεύμα  της μετάνοιας και της συντριβής μας ενώπιων της Σταυρικής θυσίας του Ιησού. Είναι φτιαγμένοι έτσι ώστε να μας διεγείρουν την διάθεση της μετάνοιας μας.

Κάθε Παρασκευή των πέντε εβδομάδων της Μ. Τεσσαρακοστής ψάλλεται ο περίφημος Ακάθιστος Ύμνος προς τιμήν της σπλαχνικής  Μητέρας μας, της Υπεραγίας Θεοτόκου για να συνειδητοποιήσουμε ότι χωρίς την συμβολή της, και την μεσιτεία της προς τον Κύριο μας και Σωτήρα μας, δεν μπορούμε να σωθούμε και δεν μπορεί να μας δοθεί το έλεός Του.

Εμείς οι Χριστιανοί καλούμαστε αγόγγυστα να συμμετάσχουμε στο κάλεσμα του Ιησού Χριστού ο οποίος μέσα από όλα αυτά μας καλεί στον πνευματικό αγώνα για την μετάνοια μας, στην νηστεία, στον τακτικό εκκλησιασμό και τη μετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας μας.

Η Εκκλησία μας λοιπόν, ως στοργική μητέρα και πηγή της χάρις του Θεού μας καλεί μέσω των ιερών ακολουθιών και του κατανυκτικού κλίματος της περιόδου του Τριωδίου να μας βοηθήσει να συναισθανθούμε την αμαρτωλότητά μας, που σημαίνει να συνειδητοποιήσουμε την εκτροπή μας από την αυθεντική ας δύση, να μετανοήσουμε ειλικρινά, να κάνουμε τον προσωπικό μας αγώνα και μέσω της εξομολογήσεως και της Θείας Ευχαριστίας να σωθούμε με την χάρη του Θεού, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Καλό Τριώδιο λοιπόν και ας ευχηθούμε όλοι «Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα, ὀρθρίζει γὰρ τὸ πνεῦμά μου, πρὸς ναὸν τὸν ἅγιόν σου, ναὸν φέρον τοῦ σώματος, ὅλον ἐσπιλωμένον, ἀλλ’ ὡς οἰκτίρμων κάθαρον, εὐσπλάγχνῳ σου ἐλέει».

Αρχιμανδρίτης Θεοτόκης Φαίδωνος

Πηγή: http://www.imtamasou.org.cy/imt/8195

Περισσότερα

Ο Μέγας Φώτιος – Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Φώτιος Α´

Ὑπῆρξε μεγάλη προσωπικότητα τοῦ 9ου αἰῶνος. Καταγόταν ἀπὸ ἐπιφανή, ἀλλὰ καὶ εὐσεβὴ οἰκογένεια τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Σύμφωνα μὲ τὸν ἱερὸ Συναξαριστή, ὁ πατέρας του διακρινόταν γιὰ τὴν ὀρθὴ πίστη του, ἡ δὲ μητέρα του ὑπῆρξε ὑπερβολικὰ φιλόθεος καὶ φιλάρετος. Ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος, στὴν 145η ἐπιστολή του, πλέκει τὸ ἐγκώμιο στοὺς γονεῖς του καὶ λέγει ὅτι ἀπέθαναν καὶ οἱ δύο τους ὡς ὁμολογητές. Σπούδασε ἑλληνικὴ φιλολογία, ῥητορική, ἰατρικὴ καὶ προσέφερε πάρα πολλὰ στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν παιδεία. Ἀναδείχθηκε σπουδαῖος διδάσκαλος, ἀλλὰ καὶ ἔξοχος γιατρός, ὁ ὁποῖος μποροῦσε καὶ κατασκεύαζε φάρμακα πολὺ εὐεργετικά. “Δὲν ἦταν μόνο ἔξοχος διδάσκαλος, ἀλλὰ καὶ σπουδαῖος ἀκροατὴς καὶ θεωροῦσε ἄξιον εὐγνωμοσύνης ἐκεῖνον ποὺ προέβαλλε γνώμη καλύτερη ἀπὸ τὴν δική του. Παράλληλα πρόσφερε καὶ τὶς ἰατρικὲς γνώσεις του στοὺς διαφόρους ἀσθενεῖς, παρασκευάζοντας ὁ ἴδιος καὶ φάρμακα πολὺ ἀποτελεσματικά. Γὶ᾽ αὐτὸ καὶ οἱ σύγχρονοί του τὸν παρενέβαλαν μὲ τὸν Γαληνὸ καὶ τὸν Ἱπποκράτη”. Τὰ ἐξωτερικὰ βιογραφικὰ στοιχεῖα ἑνὸς ἁγίου δὲν παρουσιάζουν συνήθως καὶ πολὺ μεγάλο ἐνδιαφέρον, ἂν δὲν συνδέονται καὶ μὲ τὴν ὅλη του προσωπικότητα καὶ τὴν ἐσωτερική του ζωή, ποὺ εἶναι ἐπιμελῶς κρυμμένη ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ κόσμου. Ἀπὸ τὴν γέννηση μέχρι τὴν κοίμηση συνήθως δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ ἐξαιρετικὰ ἐντυπωσιακό, ἰδιαίτερα γι᾽ αὐτοὺς ποὺ ἐντυπωσιάζονται ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια καὶ δὲν ἔχουν μάθει νὰ ἀναζητοῦν τὸ βάθος καὶ τὴν αἰτία τῶν γεγονότων. Βέβαια ὁ βιογραφούμενος εἶχε καὶ πολλὰ ἐξωτερικὰ χαρίσματα, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ τὸν ἀνέδειξε μέγα εἶναι κυρίως ἡ μεγάλη του ἀγάπη καὶ ὑπακοὴ πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του, ποὺ ὑπῆρξε γνώμονας ὅλων τῶν πράξεων καὶ ἐνεργειῶν του.

Σὲ μιὰ περίοδο κρίσιμη γιὰ τὴν βυζαντινὴ αὐτοκρατορία ἀνέβηκε στὸν Πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὸν ὁποῖο καὶ λάμπρυνε. Τὴν περίοδο αὐτὴ φάνηκε ἡ ἐξυπνάδα, ἡ εὐστροφία, ἀλλὰ καὶ τὸ ψυχικό του μεγαλεῖο. Ἡ Ἐκκλησία ταλανιζόταν ἀπὸ ἔριδες καὶ φανατισμούς. Οἱ ὁπαδοὶ τοῦ ἔκπτωτου Πατριάρχη Ἰγνατίου, προσπαθούσαν νὰ τὸν ἐπαναφέρουν στὸν θρόνο διώχνοντας τὸν Φώτιο. Ὁ φράγκος πάπας τῆς Ῥώμης Νικόλαος δὲν τὸν ἀναγνώρισε ὡς κανονικὸ Πατριάρχη, ὄχι γιατί ἤθελε τὸν Ἰγνάτιο, ἀλλὰ διότι τὸν ἐνδιέφεραν τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Αὐτὸ ποὺ στὴν πραγματικότητα ἐπεδίωκε ἦταν νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ θέμα τοῦ “πρωτείου”, δηλαδὴ ὅτι ὁ πάπας ἔχει τὸ πρωτεῖο, ὄχι τιμῆς, ἀλλὰ ἐξουσίας ἔναντι τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν, ὡς διάδοχος τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Ἐπίσης ἐποφθαλμιοῦσε τὴν περιφέρεια τοῦ Ἰλλυρικοῦ. Ἤθελε νὰ ὑποτάξῃ τοὺς Βουλγάρους καὶ γι᾽ αὐτὸ εἶχε ἀποστείλη ἐκεῖ φράγκους ἱεραποστόλους. Ἡ περιοχὴ αὐτὴ ὅμως ἀνῆκε στὴν δικαιοδοσία τοῦ Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ Φώτιος, ὅπως ἦταν φυσικὸ ἀντέδρασε ἀστραπιαία. Ὀργάνωσε Ὀρθόδοξες ἱεραποστολὲς πρὸς τοὺς Σλάβους μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν μαθητή του Κύριλλο καὶ τὸν ἀδελφό του Μεθόδιο. Οἱ φράγκοι ἀναγκάστηκαν νὰ φύγουν καὶ τότε ὁ Νικόλαος ὀργισμένος τὸν πολέμησε μὲ λύσσα. Καὶ ὅπως θὰ δοῦμε στὴν συνέχεια, οἱ φράγκοι τὸν πολέμησαν καὶ πολλὰ χρόνια μετὰ τὸν θάνατό του, καὶ μᾶλλον θὰ ἔλεγα μέχρι σήμερα.

Ὁ Φώτιος ὅμως ἤξερε νὰ ἀντιμετωπίζῃ τὰ θέματα μὲ ψυχραιμία, ἀλλὰ καὶ μὲ πρόγραμμα καὶ στρατηγική. Γνώριζε πολὺ καλὰ τὸ τί ἤθελε, ἀλλὰ ἐπίσης γνώριζε καὶ τὸ πὼς νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ. Ὡς ἀληθινὸς ἠγέτης, προπορευόταν τῶν γεγονότων. Δὲν ἄφηνε νὰ τὸν προλάβουν καὶ νὰ σέρνεται οὐραγὸς πίσω ἀπὸ αὐτά. Ἄλλωστε, ἀληθινὸς ἠγέτης εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ βλέπῃ μακρυὰ καὶ ἔτσι μπορεῖ καὶ προλαβαίνη κάποια δυσάρεστα γεγονότα, τὰ ὁποῖα, πολλὲς φορές, ἔχουν σοβαρὲς ἐπιπτώσεις καὶ διαμορφώνουν τὴν ἱστορία. Ἴσως σήμερα χωρὶς τὸν Φώτιο τὰ σλαυϊκὰ κράτη νὰ ἦσαν ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ Πάπα. Καὶ γι᾽ αὐτὸ καὶ μόνο τὸν λόγο τοῦ χρωστοῦμε πολλά. Ἤρθη στὸ ὕψος τῶν κρισίμων τότε περιστάσεων καὶ συνέβαλε τὰ μέγιστα στὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερο ἁμάρτημα ἀπὸ τὴν διάσπαση τῆς ἑνότητος τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ δημιουργία φατριῶν ἀπὸ ἄφρονας καὶ σαρκικοὺς ἀνθρώπους τραυματίζει τὴν ἑνότητα, σχίζει τὸν ἄῤῥαφο χιτώνα τοῦ Χριστοῦ. Τὸ μεγάλο ὅμως αὐτὸ πνευματικὸ ἀνάστημα, ποὺ ἐγκωμιάστηκε ἀκόμα καὶ ἀπὸ ἐχθροὺς καὶ πολεμίους του, δὲν ἔχει τιμηθῆ δεόντως καὶ εἶναι στοὺς πολλοὺς τελείως ἄγνωστος. Δὲν ὑπάρχουν Ἱεροὶ Ναοί, οἱ ὁποῖοι νὰ τιμοῦνται στὸ ὄνομά του. Ἴσως ἕνας ἢ δυὸ σὲ ὅλο τὸν ἑλλαδικὸ χῶρο. Στὸ μηναῖο τῆς Ἐκκλησίας ἡ Ἀκολουθία του καταχωρήθηκε προσφάτως καὶ μάλιστα ὄχι στὴν ἡμέρα τῆς μνήμης του (6η Φεβρουαρίου), ἀλλὰ στὸ τέλος σὰν παράρτημα. Αὐτὸ βέβαια συμβαίνει καὶ μὲ ἄλλους μεγάλους θεολόγους καὶ κήρυκας καὶ ὁμολογητᾶς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ὅπως οἱ ἅγιοι Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ Μάρκος ὁ Εὐγενικός, γιὰ τὸν ἴδιο πάντα λόγο. Μὴ ξεχνᾶμε ὅτι ἐπὶ Τουρκοκρατίας τὰ ἐκκλησιαστικὰ βιβλία ποὺ κυκλοφορούσαν στὴν Ἑλλάδα τυπώνονταν στὴν Βενετία καὶ οἱ παπικοὶ ἔκαναν ὅ,τι μπορούσαν γιὰ τὴν μὴ καταχώρηση τῆς Ἀκολουθίας τους στὰ μηναία καὶ αὐτὸ γιατί ποτὲ δὲν τοὺς “χώνεψαν”, ἀφοῦ τοὺς χάλασαν τὰ σχέδια ὁ καθένας στὴν ἐποχή του καὶ μὲ τὸν δικό του τρόπο.

Κατὰ κοινὴ ὁμολογία, ὑπῆρξε μεγάλος Ἱεράρχης καὶ οἰκουμενικὸς διδάσκαλος. Ἦταν φορεὺς τῆς ἑλληνορθόδοξης παράδοσης καὶ παιδείας, ἡ ὁποία δὲν ἔχει στόχο της τὴν μετάδοση ἁπλῶς καὶ μόνο κάποιων γνώσεων, ἀλλὰ ἀσχολεῖται προσωπικὰ μὲ τὸν ἄνθρωπο, μὲ τὸν ὅλο ἄνθρωπο, ὡς ψυχοσωματικὴ ὕπαρξη καὶ ἀγωνίζεται νὰ τὸν βοηθήσῃ καὶ νὰ δώση λύση στὰ μεγάλα ὑπαρξιακά του προβλήματα καὶ τὶς ἀναζητήσεις του. Ὁ φορεὺς αὐτῆς τῆς παραδόσεως διαθέτει ἀρχοντιὰ καὶ λεβεντιὰ πνευματική, ἀλλὰ καὶ πολὺ μεγάλη εὐαισθησία. Καὶ ὅπως πολὺ εὔστοχα παρατηρεῖ γνωστὸς λογοτέχνης τοῦ αἰῶνα μας, “σκάπτει μέσα βαθειὰ στὴν ψυχὴ τῶν ὁμοφύλων του καὶ τὴν ἀνυψώνει, ἔστω καὶ διαβατικά, τὴν ἀνθρωπιά τους”.

Ὑπὸ Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα

Πηγή: https://www.ec-patr.org/list/index.php?lang=gr&id=86

Περισσότερα

Πανηγυρικό Ιερατικό Συλλείτουργο. 2019.12.04

previous arrow
next arrow
Slider
Περισσότερα

Μέγας Πανηγυρικός Αρχιερατικός Εσπερινός 2019

previous arrow
next arrow
previous arrownext arrow
Slider
Περισσότερα

Μεθέορτος Εσπερινός 2019

Μεθέορτος Εσπερινός 2019

previous arrow
next arrow
previous arrownext arrow
Slider
Περισσότερα
1 2 3 19