Ιερός Ναός Αγίας Βαρβάρας

Η ιστορία της βασιλόπιτας

 

 

 

Το έθιµο των ηµερών απαιτεί ένα γλυκό «τυχερό» παιχνίδι… την κοπή της Βασιλόπιτας. Πολλές συνταγές κυκλοφορούν, όµως όλες έχουν ένα βασικό συστατικό… το πολυπόθητο φλουρί! Πριν την κόψετε, διαβάστε την ιστορία της.

Η ιστορία της βασιλόπιτας, είναι µια ιστορία που συνέβηκε πριν από εκατοντάδες χρόνια, πριν από 1500 χρόνια περίπου, στην πόλη Καισαρεία της Καππαδοκίας, στη Μικρά Ασία. Ο Μέγας Βασίλειος ήταν δεσπότης της Καισαρείας και ζούσε αρµονικά µε τους συνανθρώπους του, µε αγάπη, κατανόηση και αλληλοβοήθεια. Κάποια µέρα όµως, ένας αχόρταγος στρατηγός -τύραννος της περιοχής- ζήτησε να του δοθούν όλοι οι θησαυροί της πόλης της Καισαρείας, αλλιώς θα πολιορκούσε την πόλη για να την κατακτήσει και να τη λεηλατήσει.

Ο Μέγας Βασίλειος ολόκληρη τη νύχτα προσευχόταν να σώσει ο Θεός την πόλη. Ξηµέρωσε η νέα µέρα και ο στρατηγός αποφασισµένος µε το στρατό του περικύκλωσε αµέσως την Καισαρεία. Μπήκε µε την ακολουθία του και ζήτησε να δει το ∆εσπότη, ο οποίος βρισκόταν στο ναό και προσευχόταν. Με θράσος και θυµό ο αδίστακτος στρατηγός απαίτησε το χρυσάφι της πόλης καθώς και ότι άλλο πολύτιµο υπήρχε στην πόλη. Ο Μέγας Βασίλειος απάντησε ότι οι άνθρωποι της πόλης του δεν είχαν τίποτε άλλο πέρα από πείνα και φτώχια, δεν είχαν να δώσουν τίποτε αξιόλογο στον άρπαγα στρατηγό. Ο στρατηγός µε το που άκουσε αυτά τα λόγια θύµωσε ακόµα περισσότερο και άρχισε να απειλεί τον Μέγα Βασίλειο ότι θα τον εξορίσει πολύ µακριά από την πατρίδα του ή κι ακόµη µπορεί να τον σκοτώσει.

Οι χριστιανοί της Καισαρείας αγαπούσαν πολύ το ∆εσπότη τους και θέλησαν να τον βοηθήσουν. Μάζεψαν λοιπόν από τα σπίτια τους ότι χρυσαφικά είχαν και του τα πρόσφεραν, ώστε δίνοντάς τα στο σκληρό στρατηγό να σωθούν. Στο µεταξύ ο ανυπόµονος στρατηγός κόντευε να σκάσει από το κακό του. ∆ιέταξε αµέσως το στρατό του να επιτεθεί στο φτωχό λαό της πόλης. Ο ∆εσπότης, ο Μέγας Βασίλειος, που ήθελε να προστατέψει την πόλη του προσευχήθηκε και µετά παρουσίασε στο στρατηγό ότι χρυσαφικά είχε µαζέψει µέσα σε ένα σεντούκι. Τη στιγµή όµως που ο στρατηγός πήγε να ανοίξει το σεντούκι και να αρπάξει τους θησαυρούς, µε το που ακούµπησε τα χέρια του πάνω στα χρυσαφικά έγινε το θαύµα!

‘Oλοι οι συγκεντρωµένοι είδαν µια λάµψη και αµέσως µετά έναν λαµπρό καβαλάρη να ορµάει µε το στρατό του επάνω στον σκληρό στρατηγό και τους
δικούς του. Σε ελάχιστο χρόνο ο κακός στρατηγός και οι δικοί του αφανίστηκαν. Ο λαµπρός καβαλάρης ήταν ο ‘Aγιος Μερκούριος και στρατιώτες του οι άγγελοι. ‘Eτσι σώθηκε η πόλη της Καισαρείας. Τότε όµως, ο δεσπότης της, ο Μέγας Βασίλειος, βρέθηκε σε δύσκολη θέση! Θα έπρεπε να µοιράσει τα χρυσαφικά στους κατοίκους της πόλης και η µοιρασιά να είναι δίκαιη, δηλαδή να πάρει ο καθένας ό,τι ήταν δικό του. Αυτό ήταν πολύ δύσκολο. Προσευχήθηκε λοιπόν ο Μέγας Βασίλειος και ο Θεός τον φώτισε τι να κάνει. Κάλεσε τους διακόνους και τους βοηθούς του και τους είπε να ζυµώσουν ψωµάκια, όπου µέσα στο καθένα ψωµάκι θα έβαζαν και λίγα χρυσαφικά.

‘Oταν αυτά ετοιµάστηκαν, τα µοίρασε σαν ευλογία στους κατοίκους της πόλης της Καισαρείας. Στην αρχή όλοι παραξενεύτηκαν, µα η έκπληξή τους ήταν ακόµη µεγαλύτερη όταν κάθε οικογένεια έκοβε το ψωµάκι αυτό κι έβρισκε µέσα τα χρυσαφικά της. Ήταν λοιπόν ένα ξεχωριστό ψωµάκι, η βασιλόπιτα. ‘Eφερνε στους ανθρώπους χαρά κι ευλογία µαζί. Από τότε φτιάχνουµε κι εµείς τη βασιλόπιτα µε το φλουρί µέσα, την πρώτη µέρα του χρόνου, τη µέρα του Αγίου Βασιλείου.

Περισσότερα

Περί της Περιτομής του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού

Αγίου Ανδρέου, Αρχιεπισκόπου Κρήτης του Ιεροσολυμίτου

 

«Και όταν συμπληρώθηκαν οι οκτώ μέρες για να γίνει η περιτομή του παιδιού, ονομάστηκε Ιησούς, όπως είχε ήδη ονομαστεί από τους αγγέλους πριν ακόμη συλληφθεί στην κοιλιά της μητέρας του» (Λουκάς 2:21).

«Χριστού περιτμηθέντος, ετμήθη νόμος. Και του νόμου τμηθέντος, εισήχθη χάρις»

1. Προοίμιο: Η 1η Ιανουαρίου είναι η Δεσποτική Γιορτή της Περιτομής του Χριστού πού γιορτάζει ένα γεγονός που έγινε οκτώ μέρες μετά την κατά σάρκα γέννησή του και κατά το οποίο πήρε το όνομά του Ιησούς (=Σωτήρας). Η Γιορτή αυτή συνδέει την Δεσποτική Γιορτή των Χριστουγέννων δηλ. των Γενεθλίων του Χριστού (25 Δεκεμβρίου) με την Δεσποτική Γιορτή των Θεοφανείων ή Φώτων δηλ. της Βαπτίσεως του Χριστού (6 Ιανουαρίου), και αποτελεί μαζί τους την λεγόμενη εορταστική περίοδο του Δωδεκαημέρου.

Αρχικά οι τρεις αυτές Δεσποτικές Γιορτές του Δωδεκαημέρου συμπεριλαμβάνονταν σε μία και αρχαία γιορτή, την Γιορτή των Θεοφανείων (6 Ιανουαρίου), της οποίας κεντρικό θέμα ήταν η αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού στο πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού. Η επιλογή της ημερομηνίας 6 Ιανουαρίου για την Γιορτή αυτή φαίνεται ότι οφειλόταν στο ότι ήταν ήδη ημέρα γιορτής στο παλαιό ρωμαϊκό ημερολόγιο ως ημέρα του χειμερινού ηλιοστασίου (ίσης ημέρας και νύχτας) από την οποία άρχιζε να μεγαλώνει η ημέρα και να μικραίνει η νύχτα.

Οι ρωμαίοι ειδωλολάτρες γιόρταζαν τα γενέθλια του αήττητου ορατού ήλιου ως του θεού του φωτός πού στηρίζει την φυσική ζωή στον κόσμο. Οι Χριστιανοί αντιμετώπισαν αυτήν την πρόσκληση γιορτάζοντας τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο και προβάλλοντας τον Χριστό σαν τον ήλιο της δικαιοσύνης που μεταδίδει το άκτιστο θείο Φως του ενός Θεού «εν Τριάδι» και φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο. Αργότερα επικράτησε η 25η Δεκεμβρίου ως η ημέρα του χειμερινού ηλιοστασίου και της γιορτής των γενεθλίων του ορατού ήλιου.

Η απάντηση των χριστιανών στη νέα αυτή ειδωλολατρική πρόκληση ήταν η μεταφορά της Γιορτής της Γεννήσεως του Χριστού στην ημερομηνία αυτή,[1] ενώ η 6η Ιανουαρίου παρέμεινε πλέον ως η Γιορτή της Βαπτίσεως του Χριστού. Η Γιορτή της Περιτομής του Χριστού ακολούθησε λογικά την Γιορτή των Χριστουγέννων οκτώ μέρες μετά.

Ο Λόγος περί της Περιτομής του Χριστού του μεγάλου πατρός της Εκκλησίας αγίου Ανδρέου Κρήτης (660-740), γνωστού από το υμνολογικό και κηρυγματικό έργο του, που ακολουθεί, μας εξηγεί την ιδιαίτερη σημασία της Δεσποτικής αυτής Γιορτής, η οποία εντάσσεται μέσα στο όλο έργο της αποκάλυψης του Θεού και της σωτηρίας μας που επιτέλεσε ο ενσαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού, ο Κύριος και Λυτρωτής μας Ιησούς Χριστός. Επειδή ο Λόγος αυτός είναι εννοιολογικά πάρα πολύ πυκνός, τον παρουσιάζουμε αναλυτικότερα και επεξηγηματικά στην παρούσα μεταγλώττιση.

2. Οι Δεσποτικές Γιορτές και τα Γεγονότα του Βίου του Χριστού: Αρχίζει ο άγιος Ανδρέας με την επισήμανση ότι «είναι καλό και θεάρεστο να δοξάζουμε τον Θεό και να γιορτάζουμε για όλα όσα έκανε ο Σωτήρας μας Χριστός γιατί τα έκανε σαν Θεάνθρωπος και όχι σαν απλός άνθρωπος». Όλα όσα έκανε ο Χριστός, λέει ο άγιος, «αποτελούν εκπληκτικά θαύματα, γιατί έχουν θεανθρωπική βάση και θεανθρωπικό χαρακτήρα.

Γι αυτό είναι και μοναδικά και σωτήρια. Και δεν θα μπορούσαν τα γεγονότα αυτά να ήσαν διαφορετικά! Γιατί ο Χριστός είναι Θεός αληθινός που έγινε και άνθρωπος αληθινός». Τα έκανε αυτά γιατί ήθελε «να φανερωθεί στους ανθρώπους που είχαν αποξενωθεί από αυτόν και τον αγνοούσαν, και να υπομείνει σαν άνθρωπος αληθινός όλα τα ανθρώπινα ώστε να εκτελέσει όλα τα παραγγέλματα του θείου νόμου που είχαν δοθεί από τον Θεό στον άνθρωπο, με απώτερο σκοπό να δώσει αντί για αυτά άλλα καλλίτερα και τελειότερα (αντιδώσειεν)».

Το ρήμα «αντιδίδω» που χρησιμοποιείται εδώ από τον άγιο Ανδρέα Κρήτης, χαρακτηρίζει όλο το έργο (την κατά σάρκα οικονομία) του Χριστού που είναι μια σωτήρια αντίδοση. Με την ενανθρώπησή του πήρε ο Θεός όλα όσα έχουμε και τα αντάλλαξε όλα με άλλα δικά του που είναι γεμάτα με χάρη και αλήθεια.

Το ήθελε και το έκανε αυτό από φιλανθρωπία, γιατί έτσι μόνο θα αποκαθιστούσε τον άνθρωπο στην πραγματική και φυσική του κατάσταση, όπως τον είχε αρχικά πλάσσει ο ίδιος ως Θεός αληθινός.

Η ενανθρώπιση του Θεού ήταν το αντίδοτο του Θεού στην αποστασία του ανθρώπου που τον έκανε τον άνθρωπο να χάσει το δρόμο του και αποξενωθεί από τη θεία χάρη. Έγινε άνθρωπος ο Θεός για να θεοποιήσει τους ανθρώπους με την θεανθρώπινη υπόσταση του.

3. Η Δεσποτική Γιορτή της Περιτομής του Χριστού: Η περιτομή που υπέστη ο Χριστός οκτώ μέρες μετά την κατά σάρκα γέννηση του και την άσπορη προέλευσή του από την Παρθένο Μαρία φανερώνει αυτήν την αντίδοση που οδηγεί στη θέωση του ανθρώπου. Το γιορτάζουμε αυτό το γεγονός με ιδιαίτερη γιορτή επειδή αποτελεί πραγματικά, όπως λέει ο Άγιος Ανδρέας, «μέγιστο θαύμα».

Γιατί; Γιατί με αυτό ο Θεάνθρωπος Χριστός «όχι μόνον εκπλήρωσε τον νόμο, αλλά και φανέρωσε ταυτόχρονα και την υπέρβασή του, αποκαλύπτοντας τις πραγματικές διαστάσεις της σωτηρίας μας».

Στον Λόγο του αυτό, μας δίνει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης με ένα τρόπο συνοπτικό αυτές τις διαστάσεις της σωτηρίας που μας προσφέρει ο ενσαρκωμένος Θεός.

4. Τι Σημαίνει η Περιτομή του Χριστού: Άνθρωπος Αληθινός αν και Θεός Αληθινός. Με το να υποστεί την περιτομή και να πάρει ένα συγκεκριμένο ανθρώπινο όνομα, σύμφωνα με το ιουδαϊκό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκε, απόδειξε ο Χριστός ότι ήταν πραγματικός άνθρωπος, αν και προϋπήρχε ως αληθινός Θεός, άπειρος και ασύγκριτος όπως ήταν πάντοτε.

Έγινε άνθρωπος μέσα σε ένα συγκεκριμένο χώρο-χρονικό και θρησκευτικό ανθρωπολογικό πλαίσιο και ακολούθησε την πορεία και τις προδιαγραφές της ανθρώπινης φύσης και της σχέσης της με τον Δημιουργό της Θεό. Η περιτομή του, λέει ο άγιος Ανδρέας, «φανερώνει ότι δεν είναι πλέον μόνον Υιός Θεού αλλά και Υιός της Παρθένου.

Είναι και παραμένει Υιός Θεού κατά κυριολεξία, όπως και ο Πατήρ είναι Πατήρ κατά κυριολεξία επειδή γεννάει τον Υιό, και το Πνεύμα το Άγιο είναι Πνεύμα κατά κυριολεξία επειδή εκπορεύεται από τον Πατέρα, και έτσι τα τρία αυτά θεία πρόσωπα, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, είναι ένας Θεός και υπάρχει σ’ αυτά η (μία) θεότητα». Ο Χριστός όμως «είναι και Υιός της Παρθένου και ακριβώς για αυτό το λόγο είναι και καταληπτός και προσιτός σε μας τους ανθρώπους».

Η ενανθρώπησής του δεν σημαίνει ότι έπαψε να είναι Θεός. Σημαίνει μάλλον ότι «έγινε και άνθρωπός μας, αυθεντικός, αληθινός, τέλειος άνθρωπος, τον οποίον μπορούμε τώρα να πλησιάζουμε με θάρρος όχι μόνον σαν Δεσπότη και Κτίστη αλλά και Σωτήρα μας γιατί είναι ένα μαζί μας. Πήρε την φύση μας, ακολούθησε την αληθινή πορεία της και την οδήγησε στην τελείωσή της.

Και τώρα μας την προσφέρει σαν ανταλλαγή και αντίδοτο για να γίνουμε και εμείς άνθρωποι αληθινοί, αυθεντικοί και τέλειοι όπως είναι εκείνος». Έτσι ακριβώς τον παρουσιάζει ο Λουκάς στην ευαγγελική αφήγησή του, την οποία αναφέρει ρητά ο άγιος Ανδρέας Κρήτης γιατί θέλει να δείξει αυτό το θεανθρώπινο θαύμα που παρουσιάζει ο Χριστός, δηλ. την ενανθρώπηση του Θεού και την θεοποίηση του ανθρώπου εν Χριστώ.

5. Η Γέννηση και η Περιτομή του Χριστού στο κατά Λουκά Ευαγγέλιο: «Και συνέβη, αμέσως μετά την αναχώρηση των αγγέλων στους ουρανούς, να πουν οι άνθρωποι, δηλ. οι ποιμένες, μεταξύ τους, ας πάμε μέχρι την Βηθλεέμ για να δούμε τι είναι αυτό το γεγονός για το οποίο ακούσαμε, και το οποίο μας γνωστοποίησε ο Κύριος. Έσπευσαν λοιπόν και ήρθαν, και βρήκαν την Μαριάμ και τον Ιωσήφ, και το βρέφος που βρισκόταν μέσα στην φάτνη.

Βλέποντάς το λοιπόν, κατάλαβαν τη σημασία που είχαν τα λόγια πού τους ειπώθηκαν σχετικά με το παιδί αυτό. Αλλά και όλοι οι άλλοι που άκουσαν έμειναν έκθαμβοι από όσα τους ανακοίνωσαν οι ποιμένες. Η Μαριάμ όμως συγκρατούσε τα λόγια αυτά μέσα της γιατί τα είχε βάλλει βαθιά στην καρδιά της. Γύρισαν λοιπόν οι ποιμένες στον τόπο τους δοξάζοντας και υμνολογώντας τον Θεό για όλα όσα άκουσαν και είδαν, όπως τους είχε ειπωθεί από πριν. Και όταν συμπληρώθηκαν οι ο κ τ ώ μ έ ρ ε ς για να γίνει η π ε ρ ι τ ο μ ή του παιδιού, ο ν ο μ ά σ τ η κ ε Ι η σ ο ύ ς, όπως είχε ήδη ονομαστεί από τους αγγέλους πριν ακόμη συλληφθεί στην κοιλιά της μητέρας του»![2]

6. Η Μεγάλη Σημασία της Ευαγγελικής Αφήγησης του Λουκά: «Είναι μεγάλος ο Λουκάς», λέει ο άγιος πατήρ, «γιατί μας εξηγεί τα μεγάλα και θαυμαστά μυστήρια που συνδέονται με το πρόσωπο, την ζωή και το έργο του Χριστού»! Σε τελευταία ανάλυση βέβαια, ο άγιος Ανδρέας λέει, με βάση την αρχαία εκκλησιαστική και πατερική παράδοση, ότι «το Ευαγγέλιό του Λουκά προέρχεται από τον απόστολο Παύλο, ο οποίος μιλάει με καύχηση γι αυτό όταν γράφει «κατά το Ευαγγέλιό μου» στις επιστολές του».[3]

«Αν δεν είχαμε αυτό το Ευαγγέλιο», λέει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, «τότε δεν θα γνωρίζαμε ότι η Παρθένος ευαγγελίστηκε», δηλαδή έμαθε τα εκπληκτικά νέα για την πραγματική ταυτότητα του υιού της•[4] «ότι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, ο μεγαλύτερος των προφητών, γεννήθηκε λίγο πριν από τον Χριστό για να γίνει πρόδρομος του Χριστού» σύμφωνα με το θείο σχέδιο της σωτηρίας του ανθρώπου•[5]

«ότι ο Σωτήρας μας Χριστός πολιτογραφήθηκε σαν άνθρωπος» μαζί με την μητέρα του και τον Ιωσήφ που πιστοποίησαν την γέννησή του•[6] «ότι ο Χριστός γεννήθηκε σε σπήλαιο της Βηθλεέμ»•[7] «ότι οι ποιμένες που βρίσκονταν στην συγκεκριμένη εκείνη περιοχή επίσης ευαγγελίστηκαν, δηλ. πληροφορήθηκαν για το θαύμα της ενανθρώπησης» και έγιναν οι πρώτοι αυτόπτες μάρτυρες του•[8]

«ότι ο ύμνος», που αποδίδει το κύριο γνώρισμα των Χριστουγέννων, «το Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη πρωτο-ειπώθηκε από τους αγγέλους»•[9] «ότι η ειρήνη αυτή διαδηλώθηκε με την απογραφή που έγινε κατά διαταγή του Αυγούστου»•[10]

«ότι ο αρχιερέας Συμεών διακήρυξε το ευαγγέλιο της έλευσης του Χριστού και ότι η προφήτιδα Άννα το ομολόγησε και επιβεβαίωσε την σημασία του (ανθωμολογήσατο)»•[11]

«ότι ο Χριστός ως άνθρωπος συγκεκριμένος έλκυε την καταγωγή του μέσω του Ιωσήφ, του μνήστωρος της παρθένου Μαρίας, λόγω συγγένειας εξ αγχιστείας, από τον Δαυίδ και τελικά από τον Αδάμ και από τον ίδιο τον Θεό»•[12]

Αλλά το ίδιο ισχύει και με «τα περισσότερα γεγονότα μέχρι και εκείνα του πάθους, εκείνα που αναφέρονται στον Ηρώδη και στον Πιλάτο, στους δύο ληστές, και τα άλλα που δεν αναφέρονται στους άλλους Ευαγγελιστές».

7. Η Περιτομή του Χριστού και το Όνομα που έλαβε τότε: Η περιτομή του νεογέννητου Χριστού δεν δηλώνει μόνο την αληθινή ανθρωπότητά του αλλά και το θεανθρώπινο πρόσωπό του. Αυτό φανερώνει ιδιαίτερα το Ό ν ο μ α που δόθηκε τότε στον νεογέννητο Χριστό και ήταν προκαθορισμένο από τον Θεό.

«Ποιο όνομα», ρωτάει ο άγιος Ανδρέας, εννοεί ο Λουκάς όταν λέει ότι «ονομάστηκε από τον άγγελο πριν συλληφθεί στην κοιλιά της μητέρας του»;[13]   «Ο ίδιος ο ευαγγελιστής», λέει ο άγιος πατήρ, το εξηγεί αυτό παρουσιάζοντας τον άγγελο να λέει στην Μαρία: «Θα γεννήσεις υιό και θα του δώσεις το όνομα Ι η σ ο ύ ς. Αυτός θα είναι μέγας, και θα αποκληθεί Υιός του Υψίστου».[14]

Το ίδιο λέει και ο Ματθαίος στο σημείο που αναφέρει για την απιστία του Ιωσήφ και για το πως πείστηκε με το αγγελικό όραμα που είδε στον ύπνο του: «Γιατί αφού μνηστεύτηκε η μητέρα του Μαρία με τον Ιωσήφ, και πριν συνέλθουν, βρέθηκε έγκυος από το Πνεύμα το Άγιο. Ο Ιωσήφ όμως, ο άνδρας της, που ήταν δίκαιος, και δεν ήθελε να την εκθέσει, θέλησε να την διώξει στα κρυφά.

Αλλά καθώς διαλογιζόταν αυτό, ένας άγγελος του Κυρίου του παρουσιάστηκε στον ύπνο του και του είπε: Ιωσήφ, υιέ του Δαυίδ, μη διστάσεις να παραλάβεις την Μαριάμ την γυναίκα σου, γιατί το νεογνό που θα γεννήσει είναι από το Άγιο Πνεύμα. Θα γεννήσει υιό, και θα του δώσεις το όνομα Ι η σ ο ύ ς, γιατί αυτός θα σώσει τον λαό του από τις αμαρτίες του».[15]

Καί αμέσως μετά προσθέτει το εξής: «Και όλο αυτό έγινε για να εκπληρωθεί ο λόγος του προφήτου (Ησαία) που έλεγε, Ιδού η Παρθένος θα μείνει έγκυος και θα γεννήσει υιό, και θα τον αποκαλέσουν Ε μ μ α ν ο υ ή λ, που σημαίνει ο Θεός μεθ’ ημών».[16]

«Βλέπεις», λέει ο άγιος, «πώς συμφωνούν τα λόγια του προφήτη και του ευαγγελιστή; Γιατί η ερμηνεία του «Μεθ’ ημών ο Θεός» σημαίνει τη σωτηρία του λαού –ότι δηλαδή ο Δεσπότης έρχεται να συνοικήσει με τους δούλους; Το ίδιο με την αγγελική ρήση λέει και το όνομα Ι η σ ο ύ ς. Διότι Ι η σ ο ύ ς σημαίνει αυτόν που από συμπάθεια εργάζεται τα πάντα για να σώσει σύμφωνα με την οικονομία».

8. Το Όνομα Ιησούς ως το κύριο μήνυμα της Γιορτής της Περιτομής του Χριστού: Αυτό λοιπόν που μας προσφέρει πρωταρχικά η παρούσα Γιορτή είναι η αποκάλυψη της πραγματικής ταυτότητας του Χριστού. Όπως λέει ο άγιος Ανδρέας, μας δίνει την βαθύτερη σημασία της γιατί μας δείχνει πως «η μια χάρη (της ενσάρκωσης) μας παρουσιάζει μιαν άλλη (της οικονομίας της σωτηρίας), και τις ενώνει με τη γνώση (του Σωτήρα) φωτίζοντάς μας με την ιδιαίτερη λαμπρότητα και δόξα του προσώπου του».

«Ήδη», λέει ο άγιος πατήρ, «γιορτάσαμε το γεγονός της γέννησης του, και αντιληφθήκαμε ότι ήταν απόρρητη, και αναγνωρίσαμε ότι η παρθένος μητέρα γέννησε τον υιό της με άσπορο τρόπο. Τώρα όμως καλούμαστε να στραφούμε στον Υιό που γεννήθηκε χωρίς δισταγμό και δειλία. Η σημερινή Γιορτή μας καλεί να τον κατανοήσουμε από το ό ν ο μ ά που πήρε για χάρη μας».

Πρόκειται για το όνομα Ι η σ ο ύ ς που σημαίνει Σωτήρας, Εμμανουήλ, ο Θεός μεθ’ ημών, δηλαδή Εκείνος που ήρθε να συμφιλιώσει, να εξοικειώσει και να εξομοιώσει εμάς τους ανθρώπους με τον Θεό χαρίζοντάς μας αιώνια σωτηρία.

«Αυτό ακριβώς», λέει ο άγιος, «κατανόησαν και οι ποιμένες που πλησίασαν το νεογέννητο της Βηθλεέμ γιατί παρακινήθηκαν από τα όσα τους αποκάλυψαν οι άγγελοι. Στην αρχή φοβήθηκαν αν και τους καθησύχασε ο άγγελος λέγοντάς τους, Μη φοβάστε».[17]

Εκείνοι όμως φοβήθηκαν, γιατί με την παρουσία του αγγέλου, «δόξα Κυρίου έλαμψε γύρω τους», και, όπως γράφει ο Λουκάς, «τους κατέλαβε μεγάλος φόβος».[18] Τότε όμως ο άγγελος τους φανέρωσε την ταυτότητα του νεογέννητου βρέφους και διέλυσε τον φόβο τους. «Σας φέρνω καλά νέα μεγάλης χαράς που θα λάβει όλος ο λαός, γιατί σήμερα στην πόλη του Δαυίδ γεννήθηκε ο Σωτήρας σας, ο οποίος ονομάζεται Χριστός Κύριος».[19]

9. Η δύναμη που έχει το Όνομα Ιησούς: Την δύναμη του Ονόματος Ιησούς που πήρε ο Χριστός στην περιτομή του τονίζει ο άγιος Ανδρέας με ένα διάλογο τον οποίον κάνει με τον άγγελο του Ευαγγελίου! «Τι λες άγγελε; Έχει τέτοια δύναμη το Όνομα Ιησούς; Ναι (λέει αυτός). Διότι το Όνομα Ιησούς σημαίνει τον Σωτήρα, που είναι ο Χριστός Κύριος, Θεός και άνθρωπος, εξουσιαστής και ελεήμων.

Γι αυτό και παράγγειλα στους ποιμένες να έχουν θάρρος, και στον Ιωσήφ να του δώσει το Όνομα την Όγδοη Ημέρα, και έτσι τον έκανα να φαίνεται προσιτός σε όλους τους ανθρώπους. Πήρα από το νεογέννητο την εντολή να το παρουσιάσω με τα κατάλληλα λόγια. Ούτε και ο Ιωσήφ θα συμπαραστεκόταν άφοβα και με λαχτάρα στην μητέρα του βρέφους αν δεν του έδινα την εντολή να προσέξει σαν άνδρας την γυναίκα του. Παρόμοια έκανα και στην περίπτωση των ποιμένων.

Τους έκανα να τρέξουν σε εκείνον σαν σε Δεσπότη και Ευεργέτη και Κύριο, και τους έπεισα να τον δοξάσουν και να τον πλησιάσουν σαν τον Ιησού που υπέστη περιτομή την Όγδοη Ημέρα και ευαρεστήθηκε να λάβει τούτο τ ο Ό ν ο μ α. Έτσι λοιπόν, βλέποντάς τον να έχει συνταυτισθεί μαζί σας φυσικά και ουσιαστικά πρέπει να τολμήστε να τον πλησιάσετε ανενδοίαστα.

Και επειδή αντιλαμβανόσαστε το μέγεθος της συγκατάβασής του προς εσάς, οφείλετε να τον δοξολογήσετε για την χάρη αυτής της ημέρας. Είναι σημαντικό ότι στον διάλογο αυτό το Όνομα Ιησούς συνδέεται με την Όγδοη Ημέρα της οποίας την βαθύτερη σωτηριολογική σημασία εξηγεί συνοπτικά αλλά περιεκτικά ο άγιος πατήρ στην τελευταία και πάρα πολύ πυκνή νοηματικά παράγραφο του.

10. Η Όγδοη Ημέρα δηλώνει μετάβαση από την βρεφική ηλικία στην προσωπική τελειότητα, διότι την ημέρα αυτή, σύμφωνα με τις ιουδαϊκές θρησκευτικές προδιαγραφές, το βρέφος γίνεται παιδί, ενηλικιώνεται, αποκτά συγκεκριμένο πρόσωπο.

Ο άγιος πατήρ διαχωρίζει τις 7 πρώτες ημέρες από τη γέννηση ενός βρέφους από την 8η, λέγοντας ότι «η ογδοάδα είναι συμπλήρωση της εβδομάδας και αρχή του μέλλοντος». Γιατί; Διότι σύμφωνα με το ιουδαϊκό θρησκευτικό πλαίσιο η όγδοη μέρα αποτελεί σπουδαίο ορόσημο για κάθε νεογέννητη ανθρώπινη ύπαρξη εφόσον συμπληρώνει την βρεφική ηλικία ωριμότητας που οδηγεί στην ολοκλήρωση της (τελειότητα).

Λέει το εξής: «Η εβδομάδα συμπληρώνει το βρέφος και η ογδοάδα το τελειοποιεί και το συμπεριλαμβάνει μεταξύ των τελείων». Και πως γίνεται αυτό; «Γίνεται», όπως λέει ο άγιος πατήρ, «μέσω του ο ν ό μ α τ ο ς που του δίνεται την όγδοη μέρα».

Η ονοματοδοσία, δηλαδή, προσφέρει στο βρέφος μια συγκεκριμένη προσωπική ταυτότητα, το κάνει από ανώνυμο νήπιο, επώνυμο άνθρωπο. Του αναγνωρίζει με λειτουργική ιεροπρέπεια το φυσικό δικαίωμα του να είναι μια συγκεκριμένη ονομαστική (προσωπική) οντότητα, ένας ολοκληρωμένος, τέλειος, δηλ. τέλεια σχηματισμένος άνθρωπος ανάμεσα σε άλλους συγκεκριμένους ανθρώπους. Κατά την διατύπωση του αγίου Ανδρέα, «Η ογδοάδα είναι η αρχή της ενηλικίωσης, γιατί το βρέφος που καταρτίστηκε κατά τον εβδομαδιαίο χρόνο (της δημιουργίας του), εγγράφεται (με το δικό του προσωπικό όνομα) στον κατάλογο των παιδιών που θα παρακολουθήσουν μαθήματα» και θα μορφωθούν σαν μια ιδιαίτερη προσωπικότητα.

«Η ογδοάδα, λοιπόν, είναι πάρα πολύ σημαντική γιατί αλλάζει όλα όσα είναι νηπιώδη. Η εβδομάδα εισάγει την (φυσική) νηπιώδη αύξηση. Η ογδοάδα, όμως, εισάγει την προοπτική της (προσωπικής) τελειότητας». Είναι σαφές ότι η τελειότητα αναφέρεται εδώ στην προσωπική ταυτότητα την οποία αποκτά κάθε βρέφος που ονοματίζεται. Γιατί όμως γίνεται αυτό με την περιτομή, την όγδοη ημέρα;

11. Η περιτομή της όγδοης ημέρας δηλώνει μετάβαση από την σαρκική στην πνευματική κατάσταση. Η τελετουργική (μυστηριακή) περιτομή (αποκοπή) ενός σωματικού μορίου συνεπάγεται την απόρριψη μιας σαρκικής κατάστασης στην οποία εισέρχεται ο άνθρωπος με την γέννησή του, ενώ η αντικατάστασή της από την ονοματοδοσία συνεπιφέρει την είσοδο του ανθρώπου σε μια άλλη πνευματική κατάσταση η οποία τον οδηγεί στην τελείωσή του. Ο άγιος Ανδρέας αναφέρει τον Αβραάμ και τον πατέρα του τον Θάρα για να διευκρινίσει τις δύο αυτές καταστάσεις.

Ο Θάρα αντιπροσωπεύει την σαρκική κατάσταση της ειδωλολατρίας που θεωρεί τον υλικό σαρκικό κόσμο μέσα στον οποίο γεννιέται ο άνθρωπος ως το κύριο σημείο αναφοράς για τη ζωή του, γι αυτό και τον κάνει θεό του. Η άλλη είναι η πνευματική κατάσταση που θεωρεί τον Κτίστη του κόσμου ως το κύριο και καίριο σημείο αναφοράς για την ζωή του ανθρώπου που καθιστά τον άνθρωπο μέλος του λαού του Θεού και τον προετοιμάζει για την τελική ολοκλήρωση και τελείωσή του.

Λέει λοιπόν ο άγιος πατήρ: «Επειδή επρόκειτο η φύση να ζυμωθεί με είδωλα από τον Θάρα τον πατέρα του Αβραάμ, έπρεπε να ξεχωριστεί με κάποια σφραγίδα ένας λαός από τον Αβραάμ για τον Κτίστη, μέχρι την παρουσία του, την οποία χρειαζόταν ο άνθρωπος για να ανακαινισθεί. Η περιτομή αποβάλλει ένα υπόλειμμα της σάρκας και δίνει την σφραγίδα της ογδοάδας που αναφέρεται στα μέλλοντα.»

12. Η αντικατάσταση της ογδοήμερης περιτομής με το ιερό βάπτισμα και την αιώνια ζωή που χάρισε στον άνθρωπο η οκταήμερη ανάσταση του Χριστού. Είναι ξεκάθαρο ότι η ογδοάδα και τα μέλλοντα αναφέρονται στην έλευση (ενσάρκωση) του Κτίστη που σηματοδοτεί και την τελική φάση της αποκατάστασης και σωτηρίας του ανθρώπου σύμφωνα με το θέλημα του, δηλ. τον ερχομό του Χριστού. Όπως λέει ο άγιος πατήρ, «Η περιτομή δηλώνει ότι η Παρουσία του Χριστού θα παραγκωνίσει και θα αντικαταστήσει την περιτομή της σαρκός με την αναγέννηση που χορηγείται υπό του Αγίου Πνεύματος (δια του Βαπτίσματος).

  Η σφραγίδα της περιτομής δόθηκε για να προσδιορίσει ένα λαό του Θεού (τον Ισραηλιτικό) εξ αιτίας της ειδωλολατρίας και για την κατάλυση των ειδώλων. Μετά όμως από την κατάργηση των ειδώλων καταργείται και η περιτομή».

Αυτό ακριβώς έκανε ο Χριστός, όπως εξηγεί περαιτέρω ο άγιος πατήρ: μας χάρισε την όγδοη ημέρα (της αναστάσεως) και την αιώνια διαθήκη (νομοθεσία) του Θεού στον άνθρωπο αντικαθιστώντας τις προηγούμενες 7 διαθήκες του οι οποίες ήσαν προπαρασκευαστικά σύμβολα. Όπως το λέει ρητά, «Τα παλαιά ήσαν σύμβολα των νέων». Και ποια είναι αυτά «τα παλαιά»; Είναι 7 νομοθεσίες (δηλ. διαθήκες) που συνδέονται με τους εξής νομοθέτες: 1) τον Αδάμ, 2) τον Νώε, 3) τον Αβραάμ, 4) τον Μωυσή, 5) τον Δαυίδ, 6) τον Έσδρα, και 7) τον Ιωάννη τον Βαπτιστή.

«Ο Χριστός είναι ο όγδοος νομοθέτης μετά τον Αδάμ» που σηματοδοτεί την τελευταία μετάθεση του ανθρώπου από τις κατά καιρούς νομοθεσίες στην τελευταία και τέλεια που οδηγεί στην τελείωση του ανθρώπου στην απόλαυση της αιώνιας ζωής. Ιδού τα λόγια του αγίου πατρός: «Ο Αδάμ ήταν πρώτος που δέχτηκε ένα νόμο. Ο Νώε ήταν ο δεύτερος, και ο Αβραάμ ο τρίτος. Ο Μωυσής ήταν τέταρτος, και ο Δαυίδ πέμπτος γιατί έγινε νομοθέτης στις δοξολογίες για τους βασιλείς και τις σκηνοπηγίες.

Ο Έσδρας ήταν έκτος γιατί δευτέρωσε τον νόμο και παράδωσε ορισμένα έθιμα. Έπειτα φανερώθηκε ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ως έβδομος, γιατί κήρυξε το βάπτισμα της μετάνοιας στον λαό και την κάθαρση των αμαρτιών μέσω του ύδατος.

Ο Ιησούς Χριστός είναι ο όγδοος, τελευταίος και μέγιστος νομοθέτης, όπως λέει ο Μωυσής: «Κύριος ο Θεός θα αναστήσει ανάμεσά σας ένα Προφήτη από τους αδελφούς σας σαν εμένα, και σ’ Αυτόν θα υπακούσετε, γιατί όποια ψυχή δεν υπακούσει σ’ εκείνον τον Προφήτη θα εξολοθρευτεί».[20]

«Μόνον αυτός είναι δυνατός να εκπληρώσει όσα νομοθετήθηκαν μέσω εμού γιατί προήλθαν από αυτόν, και αυτός θα είναι πλήρως χρισμένος με το Άγιο Πνεύμα και θα νομοθετήσει όσα είναι θεία και πνευματικά (νοερά) σαν Κύριος και Δημιουργός αν και προέρχεται από εσάς (κατά σάρκα)».

Ο Χριστός σαν Θεός και άνθρωπος έχει «σαββατίσει» (εκπληρώσει και καταργήσει) όλα όσα λέει ο αρχαίος νόμος με την σάρκα του. Με την όγδοη ημέρα της Αναστάσεώς του έγινε νομοθέτης όλου του κόσμου, όχι μόνον των Ιουδαίων αλλά και όλων των εθνών, προσφέρει σε όλους χωρίς διάκριση το χρίσμα και την τελείωση του Άγίου Πνεύματος και τους αποκαλεί με το δικό του όνομα, χριστούς (χριστιανούς). Αντικατάστησε την σαρκική περιτομή με την απόρριψη όλων των σαρκικών και εμπαθών φρονημάτων, και την αναζωπύρωση κάθε έργου αγαθού και πράξης αγαθής που οδηγούν στην αιώνια βασιλεία των ουρανών.

Αυτός είναι αληθινά «ο Άγγελος της Μεγάλης Βουλής του Πατρός, Θεός ισχυρός, Εξουσιαστής, Άρχων της ειρήνης, Πατήρ του μέλλοντος αιώνος» τον οποίον δοξολογούμε και λατρεύουμε στην Δεσποτική Γιορτή της Περιτομής του Χριστού.[21]

—————–

[1] Σύμφωνα με τον αείμνηστο λειτουργιολόγο καθηγητή Ιωάννη Φουντούλη η Γιορτή των Χριστουγέννων εισήχθηκε πρώτα στη Ρώμη το 330 και έπειτα στην Ανατολή το 376. Ο ιερός Χρυσόστομος στον «Λόγον του είς την γενέθλιον ημέραν του Σωτήρος» της 25ης Δεκεμβρίου του 386, αναφέρει ότι μόλις 10 χρόνια πριν είχε εισαχθεί η Γιορτή αυτή στο εορτολόγιο της Εκκλησίας.

[2] Λουκ. 2: 15-21

[3] Ρωμ. 2:16, 16:25, Α Κορ. 15:1, Γαλ. 1:11, Β Τιμ. 2:8., κτ.λ.

[4] πρβλ. Λουκ. 1:26-38.

[5] Λουκ. 1:57-80.

[6] Λουκ. 2:1συν

[7] Λουκ. 2:7,12,16.

[8] Λουκ. 2:8-18.

[9] Λουκ. 2:13

[10] Λουκ. 1:79

[11] Λουκ. 2:25-36, 37-38

[12] Πρβλ. «του Θεού», Λουκ. 3:38 αλλά και την γενεαλογία του Χριστού στο 3:23-38.

[13] Λουκ. 2:21

[14] Λουκ. 1:31-32

[15] Ματθ. 1:18-22

[16] Ησ. 7:14, Ματθ. 1:22-23

[17] Λουκ 2:10

[18] Λουκ. 2:9

[19] Λουκ. 2:11

[20] Δευτ. 18:15,19

[21] Ησ. 9:6

 

Περισσότερα

Τελετή καταδύσεως Τιμίου Σταυρού

Αγαπητοί ενορίτες,

εκ της Γραμματείας του Ιερού Ναού Αγίας Βαρβάρας,

σας ενημερώνουμε ότι,

την Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2018 και ώρα 11.00π.μ.

στο Δημοτικό Κολυμβητήριο Τούμπας,

θα πραγματοποιηθεί  η Τελετή Καταδύσεως του Τιμίου Σταυρού.

Περισσότερα

Των αγίων 14.000 Νηπίων υπό του Ηρώδου αναιρεθέντων.

 

π. Αλεξάνδρου Σμέμαν

(+29 Δεκεμβρίου)

Δεν προλαβαίνουμε να χαρούμε τα Χριστούγεννα, αυτή τη γιορτή της ειρήνης και της καλωσύνης που ακτινοβολεί το Παιδί της Βηθλεέμ, και τότε το ευαγγέλιο μάς προσκαλεί να παρασταθούμε μάρτυρες της έκρηξης μιας τρομακτικής μοχθηρίας απέναντι σ’ Αυτό, μιας μοχθηρίας που ποτέ δε θα τελειώσει ή θα αδυνατίσει.[…]

Ιστορικά γνωρίζουμε ότι ο Ηρώδης βασίλευε στην Παλαιστίνη με τη σύμφωνη γνώμη και υπό την προστασία των ρωμαίων κατακτητών, και πως ήταν ένας απάνθρωπος και άδικος τύραννος. Στην αντίδραση του στη γέννηση του Χριστού, το ευαγγέλιο μάς δίνει το αιώνιο πορτραίτο της επίγειας εξουσίας που ο μοναδικός σκοπός και η ενέργειά της εξαντλούνται στη διατήρηση, χρησιμοποίηση και υπεράσπιση της δύναμης που κατέχει ενάντια σε ο,τιδήποτε πιθανώς απειλεί την ύπαρξή της. Mήπως δεν το ξέρουμε τόσο καλά εμείς οι ίδιοι; Πάνω απ’ όλα ο Ηρώδης είναι τρομαγμένος και φιλύποπτος. Πιθανώς να αναρωτηθούμε πώς ήταν δυνατό ένα παιδί να αποτελεί απειλή, ένα παιδί για το οποίο δε βρέθηκε κανένα άλλο κατάλυμα παρά μια σπηλιά για να γεννηθεί; Για τον Ηρώδη όμως ήταν αρκετό το ότι κάποιος –και στην περίπτωσή μας αυτοί οι μάγοι από την Ανατολή- ονόμασε «βασιλιά» αυτό το άγνωστο φτωχικό και αβοήθητο παιδί. Τίποτε άλλο δε χρειάστηκε για να μπει σε λειτουργία ο μηχανισμός της εγκληματικής αναζήτησης, έρευνας, ανάκρισης και εκτέλεσης.

«Τότε Ηρώδης λάθρα καλέσας τους μάγους…». Έπρεπε να γίνει μυστικά, επειδή αυτού του τύπου η εξουσία γνωρίζει ότι μπορεί να λειτουργεί μόνο όταν η δουλειά της γίνεται μυστικά, που σημαίνει παράνομα και άδικα. Και τότε, «πορευθέντες», είπε ο Ηρώδης στους Μάγους «ακριβώς εξετάσατε περί του παιδίου.» Διατάζει να διερευνήσουν, να «κατασκευάσουν μιαν υπόθεση», να την προετοιμάσουν πολύ προσεκτικά έτσι, ώστε να μην υπάρχει καμιά διαφυγή ή σφάλμα καθώς ετοιμάζονται τα αντίποινα. Κατόπιν έρχεται το ψέμα: «επάν δε εύρητε, απαγγείλατέ μοι, όπως καγώ ελθών προσκυνήσω αυτώ.» Πόσο συχνά δεν έχουμε δει αυτό το είδος του ψέματος να διαμορφώνεται τόσο μεθοδικά καθώς προετοιμάζεται να εκτοξευθεί. Και τελικά η παράλογη και αιματοβαμμένη αντεκδίκηση: για να καταστραφεί ο ένας, δολοφονούνται εκατοντάδες. Δεν υπάρχουν εξαιρέσεις, δε σταματά σε τίποτε. Και όλα αυτά για να προστατευθεί η άπληστη εξουσία, που δεν έχει κανέναν άλλο τρόπο για να υπερασπίσει τον εαυτό της από τη βία, την απανθρωπιά και την ετοιμότητα να δολοφονήσει.

Το φως των Χριστουγέννων συναντά το σκοτάδι της κακόβουλης εξουσίαςπου την έχει διαφθείρει ο φόβος και η καχυποψία. Από τη μια πλευρά: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία.» Από την άλλη μια τρομακτική, συνεχώς κακή βούληση, ο ρόγχος ενός μισοπεθαμένου καθεστώτος που μισεί το φως, τον κόσμο, την ελευθερία, την αγάπη και επιθυμεί διακαώς να τα ξεριζώσει χωρίς έλεος. Γιατί να νοιαστεί αυτή η κακόβουλη εξουσία για τις κραυγές και το κλάμα των μητέρων που δε θα βρουν καμιά παρηγοριά; Δυο χιλιάδες χρόνια πέρασαν από τότε, αλλά οι ίδιες δύο εξουσίες εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπες η μια απέναντι στην άλλη στον πολυβασανισμένο πλανήτη μας: η εξουσία της γυμνής δύναμης, η τυφλωμένη από το φόβο και τρομακτικά απάνθρωπη και η ακτινοβόλα εξουσία του παιδιού της Βηθλεέμ. Φαίνεται όμως πως όλη η εξουσία, όλη η δύναμη βρίσκεται στα χέρια αυτής της γήινης αρχής, στα χέρια της αστυνομίας της, των ανακριτών της, στα χέρια αυτού του αθάνατου συστήματος των νυκτερινών επιχειρήσεων. Μόνο όμως φαινομενικά: επειδή ποτέ δεν παύουν να λάμπουν το αστέρι και η εικόνα της Μητέρας με το Βρέφος, ο ύμνος «Δόξα εν υψίστοις Θεώ» δεν έχει σιγήσει, και η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη ζουν.

Απολυτίκιον των αγίων Νηπίων. Ήχος α’. Τον τάφον σου Σωτήρ.

Ως θύματα δεκτά, ως νεόδρεπτα ρόδα και θεία απαρχή, και νεόθυτοι άρνες, Χριστώ τω ώσπερ νήπιον, γεννηθέντι προσήχθητε, αγνά Νήπια, την του Ηρώδου κακίαν, στηλιτεύοντα και δυσωπούντα απαύστως, υπέρ των ψυχών ημών.

Μεγαλυνάρια

Εν μαιευτηρίω των ουρανών, άγγελοι Κυρίου εγεννήθησαν νεοσσοί, εγγύς της ημέρας των πρώτων Χριστουγέννων, και της αθανασίας γάλα εθήλασαν.

Ενηλικιώθητε σθεναρώς, ώριμοι ως άνδρες, της θυσίας οι γεωργοί, της χαράς ποιμένες, τεχνίται της αγάπης και μαχηταί ειρήνης, Νήπια, χαίρετε!

Ουράνιαι τάξεις αγγελικαί, Πρόδρομε Κυρίου, αποστόλων η Δωδεκάς, τα τίμια Βρέφη, μετά της Θεοτόκου, συν πάσι τοις αγίοις, κόσμον στηρίξατε!

Περισσότερα

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ 2018

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ 2018 

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 
ΑΝΘΙΜΟΣ 

Πρὸς τοὺς εὐλαβεῖς Ἱερεῖς καὶ τοὺς εὐσεβεῖς Χριστιανοὺς 
τῆς καθ’ ἡμᾶς Θεοσώστου Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης

Ἀγαπητοί μου πατέρες, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ.

Πρὶν ἀπὸ 2000 χρόνια καὶ πλέον, μέσα ἀπὸ τὴν παγκόσμια καὶ ἀγωνιώδη ἀναμονὴ γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Λυτρωτῆ Θεοῦ καὶ μέσα ἀπὸ τὶς ἀδιάψευστες προφητεῖες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἄνοιξαν διάπλατα οἱ πύλες τοῦ Οὐρανοῦ ἐπάνω στὸ Σπήλαιο τῆς Βηθλεὲμ καὶ ἄγγελοι ἀπεσταλμένοι τῆς θείας βουλῆς, ἔψαλλαν γιὰ τὸ Θεόσδοτο Βρέφος τὸν ἐλπιδοφόρο ὕμνο: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία». Ἡ παλαιὰ ἐξορία τῶν Πρωτοπλάστων ἀπὸ τοὺς κήπους τῆς Ἐδὲμ ἔπαιρνε τέλος, ἀφοῦ οἱ οὐράνιες ἀγκάλες τοῦ Θεοῦ Πατέρα καὶ Δημιουργοῦ προετοιμάζοντο νὰ δεχθοῦν τὸν πεπλανημένο ἄνθρωπο, μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τοῦ αἴροντος τὴν ἀμαρτία τοῦ κόσμου.

Τὸ σκηνικὸ τοῦ Σπηλαίου τῆς Βηθλεὲμ ἔγινε σύμβολο τῆς θείας ταπεινώσεως, καὶ στὴν πορεία τῆς θεϊκῆς ἀποκαλύψεως ἀνεδείχθη στὸ ἱερώτερο καὶ ὡραιότερο πίνακα τῆς συγκαταβάσεως τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο, ἀκτινοβολῶντας ζωὴ καὶ ἐλπίδα γιὰ τὴν ταλαιπωρημένη ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἱερὸς ὑμνωδὸς τῆς Ἐκκλησίας ἀναφωνεῖ μελωδικῶς:

«Σπηλαίῳ παρώκησας Χριστὲ ὁ Θεός, 
φάτνη ὑπεδέξατο, Ποιμένες δὲ καὶ μάγο προσεκύνησαν. 
Τότε δὴ τῶν προφητῶν ἐπληροῦτο τὸ κήρυγμα. 
καὶ Ἀγγέλων αἱ δυνάμεις ἐθαύμαζον, 
βοῶσαι καὶ λέγουσαι. 
Δόξα τῇ συγκαταβάσει σου, μόνε φιλάνθρωπε».

Ἡ μορφὴ τοῦ κόσμου ἄλλαξε ἀπὸ τὴν Θεία Γέννηση τοῦ Ἐμμανουήλ. Ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους κόπηκε στὰ δύο. Ὁ ψεύτικος κόσμος τῶν εἰδώλων ἐταράχθη ὁδεύοντας πρὸς τὴν ἀφάνεια. Κοσμικοὶ ἡγεμόνες αὶ σοφοὶ στοχασταὶ προετοίμαζαν ἄμυνα καὶ ἐπίθεση. Οἱ προφητεῖες στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἔγιναν ἀντικείμενο περιεργείας καὶ ἔρευνας. Οἱ πονεμένοι καὶ τραυματισμένοι ἀπὸ τὴν ζωὴ ἀνέκτησαν ἐλπίδες. Οἱ σκλαβωμένοι καὶ οἱ περιφρονημένοι διεξεδίκησαν τὰ δικαιώματά τους. Ὅλος ὁ κόσμος σὲ ἀναμονὴ ὥσπου νὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς δημόσιας παρουσίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ θὰ ἀνατρέψῃ τὴν πνευματικὴ ῥαστώνη καὶ θὰ ξυπνήσῃ συνειδήσεις γιὰ νὰ ἀνέβουν στὴν κλίμακα τῶν πραγματικῶν ἀξιῶν τῆς ζωῆς.

Ὅταν ὁλοκληρώθηκε ἡ ἔλευση τοῦ Λυτρωτῆ, ὅταν αὐτὸς ἐδίδαξε τὸν ἀποκεκαλυμμένο Λόγο του, ὅταν διεξήρυξε τὴν αἰώνια ἀλήθεια ποὺ ἐλευθερώνει τὸν ἄνθρωπο, ὅταν προέβαλε τὴν πίστη στὸ Θεὸ ἐν ἐλευθερίᾳ, ὅταν ἐστηλίτευσε τὴν ὑποκρισία, ὅταν διεκήρυξε ὡς πρώτη ἀρετὴ τὴν ἀγάπη, ὅταν διεμόρφωσε καὶ ἀφῆκε ὑπόδειγμα βίου καὶ ζωῆς τὴν ἰδική του στάση καὶ συμπεριφορά, τότε προδομένος ἀπὸ τὴν κακία τοῦ κόσμου, ἀλλὰ δυνατὸς στὴν ἀδυναμία του, ἐσταυρώθηκε ἑκουσίως γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κάθε πιστοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εἶναι βαπτισμένος καὶ ἀνήκει στὴν Ἐκκλησία Του. Μὲ τὴν Ἀνάστασή Του ὁ Χριστός, μὲ τὴν Ἀνάληψη στοὺς Οὐρανοὺς καὶ τὴν ἀποστολὴ τοῦ Παρακλήτου, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς γιὰ νὰ συγκροτήσῃ τὴν ἐπὶ γῆς Ἐκκλησία, συνεπληρώθη ὁ κύκλος τῆς Θείας Ἐπιφανείας, πάντοτε ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. 
Ἔτσι, κατὰ τὴν βουλὴ τοῦ Θεοῦ, ἡ μυστικὴ νύκτα τῆς Βηθλεέμ, μὲ γνώρισμα τὴν πτωχεία καὶ τὴν ταπείνωση τοῦ Ἰησοῦ, ἔγινε ἡ παγκόσμια σκηνὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ, ποὺ διὰ τῆς Ἐκκλησίας ἁγιάζει, εὐλογεῖ, σκεπάζει καὶ προστατεύει τὸν κόσμο, ἐπὶ εἴκοσι αἰῶνες. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, οἱ ἀποστολικοὶ Πατέρες, οἱ Μάρτυρες, οἱ μεγάλοι Ἱεράρχαι καὶ οἱ Ὅσιοι ἐκήρυξαν σὲ ὁλόκληρο τὸν κόσμο, τὴν λυτρωτικὴ δύναμη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀνακαινιστικὴ δωρεὰ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου.

Ἡ ἀφιλόξενη στάση στὴ Βηθλεὲμ γιὰ τὴν φιλοξενία τῆς Παρθένου Μαρίας μετὰ τοῦ μνηστῆρος καὶ προστάτου αὐτῆς Ἰωσήφ, ἦταν μαζὺ μὲ τὸν διωγμὸ τοῦ Ἡρώδη κατὰ τοῦ Ἰησοῦ, τὸ προανάκρουσμα τῶν διωγμῶν τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν διεφθαρμένη καὶ ἄθεη ῥωμαϊκὴ πολιτεία καὶ ἀπὸ πλῆθος ἄλλων ἐχθρῶν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες καὶ μέχρι σήμερα. 
Τέτοια ἡμέρα ποὺ εἶναι σήμερα, μὲ τὴν μεγάλη ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, μὲ βράχο τῆς πίστεως τὴν Παναγία μας, μὲ τὴν συνοδεία τῶν ἀγγέλων, τὴν εὐσέβεια τῶν μάγων καὶ τὴν καθαρότητα τῶν ποιμένων, κάτω ἀπὸ τὸ ἀντιφέγγισμα τοῦ φωτεινότατου ἄστρου, σᾶς προσκαλῶ νὰ σπεύσωμε ὅλοι στὴ φάτνη τῆς Βηθλεὲμ γιὰ νὰ προσκυνήσωμε καὶ νὰ λατρεύσωμε τὸν νεογέννητο Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, καὶ μὲ ἕνα πέταγμα τοῦ νοῦ μας νὰ θεωρήσωμε ὅλη τὴν πορεία τῆς πίστεώς μας μέχρι σήμερα, ἐπὶ 2018 χρόνια. Μὲ τόσους διωγμούς, μὲ τόσους κινδύνους, δὲν εἶναι θαῦμα ἡ μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τόσους πιστούς, μέσα στὸ σύγχρονο κόσμο; Διότι, ἀδελφοί μου, μὴν ἀμφιβάλλετε, ὅτι καὶ σήμερα ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία διώκονται στὸν τόπο μας. Ἡ λαίλαπα τῆς ἀθεΐας, προϊὸν τῆς εὐρωπαϊκῆς κοινωνίας, πλήττει τὴν πατρίδα μας, τὴν Ἑλλάδα. Ἀδελφοί, «στήκετε καὶ κρατεῖτε τὶς παραδόσεις». Τὰ μικρά, ἀλλὰ καὶ τὰ μεγάλα προβλήματα τῶν κοινωνιῶν λύονται μόνο μὲ τὸν λόγο καὶ τὸ φρόνημα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς δικεήρυξε ἐνώπιον τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας. «Ἐγὼ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ. Πᾶς ὁ ὤν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς» (Ἰω. ιη’ 37).

Ὡς ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ ἑπομένως, ἑδραῖοι καὶ ἀμετακίνητοι ἐπάνω στὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως, προσερχόμεθα καὶ σὲ τοῦτα τὰ Χριστούγεννα, προσκυνηταὶ τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος Υἱοὺ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ στὴ φάτνη τῆς Βηθλεὲμ καὶ ὡς μόνιμα μέλη τῆς Ἐκκλησίας μας, μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εἰρήνη ὡς δῶρα πρὸς ὅλους τοὺς ἀδελφούς μας, συμψάλλομε στὴν Ἐκκλησία. «Τὰ σύμπαντα σήμερον, χαρᾶς πληροῦνται, Χριστὸς ἐτέχθη ἐκ τῆς Παρθένου». Ἀμήν.

Εὐλογημένα Χριστούγεννα, ἀδελφοί. 
Ἔτη πολλὰ καὶ Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος καινούργιος χρόνος. 
Χαίρετε καὶ ὑγιαίνετε. 

Εὐχέτης 
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ 
+ Ο ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΝΘΙΜΟΣ 

Περισσότερα

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

 

 

Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο γραίος αδιάκοπος εφύσα και ήτο ψύχος και χειμών τας παραμονάς των Χριστουγέννων του έτους…

Ο κυρ Αλέξανδρος είχε νηστεύσει ανελλιπώς ολόκληρον το Σαρανταήμερον και είχεν εξομολογηθεί τα κρίματά του (Παπά-Δημήτρη το χέρι σου φιλώ!). Και αφού εγκαίρως παρέδωσε το χριστουγεννιάτικον διήγημά του εις την «Ακρόπολιν» και διέθεσεν ολόκληρον την γλίσχρον αντιμισθίαν του προς πληρωμήν του ενοικίου και των ολίγων χρεών του, γέρων ήδη κεκμηκώς υπό των ετών και της νηστείας, αποφεύγων πάντοτε την πολυάσχολον τύρβην, αλλά φιλακόλουθος πιστός, έψαλεν, ως συνήθως, με την βραχνήν και σπασμένην φωνήν του, πλήρη όμως ενθέου πάθους, ως αριστερός ψάλτης, εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Ελισσαίου τας Μεγάλας Ώρας, σχεδόν από στήθους, και ότε επανήλθεν εις το πτωχικόν του δωμάτιον, δεν είχεν ακόμη φέξει!

Ήναψε το κηρίον του και τη βοηθεία του κηρίου (και του Κυρίου!) έβγαλε το υπόδημά του το αριστερόν, διότι τον ηνώχλει ο κάλος, και ημίκλιντος επί της πενιχράς στρωμνής του, πολλά ρεμβάζων και ουδέν σκεπτόμενος, ήκουε τας ορυγάς του κραταιού ανέμου και τους κρότους της βροχής και έβλεπε νοερώς τον πορφυρούν πόντον να ρήγνυται εις τους σκληρούς αιχμηρούς βράχους του νεφελοσκεπούς και χιονοστεφάνου Άθω.

Εκρύωνεν. Αλλά το καφενείον του κυρ Γιάννη του Αγκιστριώτη ήτο κλειστόν. Αλλά και οβολόν δεν είχε να παραγγείλει:

 

– Πάτερ Αβραάμ, πέμψον Λάζαρον! (ένα ποτηράκι ρακή ή ρώμι).

 

Εκείνην την χρονιάν τα Χριστούγεννα έπεσαν Παρασκευήν. Τόσον το καλύτερον. Θα νηστεύσει και πάλιν, ως το είχε τάμα να νηστεύει δια βίου κάθε Παρασκευήν δια να εξαγνισθεί ο αμαρτωλός δούλος του Θεού από το μέγα κρίμα της νεότητός του, που είδε τυχαίως από την κλειδαρότρυπαν την νεαράν του εξαδέλφην να γδύνεται.

Έκαμε τον σταυρόν του κι εσκεπάσθη με την διάτρητον βατανίαν του, όπως ήτο ντυμένος και με τα υποδήματα – πλην του αριστερού.

 

 

 

Και τότε ευρέθη εις την προσφιλήν του νήσον των παιδικών του χρόνων με τα ρόδιν’ ακρογιάλια, τας αλκυονίδας ημέρας, τας χλοϊζούσας πλαγιάς, με τα κρίταμα, την κάππαριν και τας αρμυρήθρας των παραθαλασσίων βράχων και με τους απλούς παλαιούς ανθρώπους, θαλασσοδαρμένους ή ναυαγούς, ζωντανούς και κεκοιμημένους.

Και ήλθεν ο Χριστός με το τεθλιμμένον πρόσωπον, η Παναγία η Γλυκοφιλούσα με το λευκόν και ένθεον Βρέφος της, ο Άγιος Στυλιανός, ο φίλος και φρουρός των νηπίων, η Αγία Βαρβάρα και η Αγία Κυριακή με τους σταυρούς και τους κλάδους των φοινίκων εις τας χείρας, ο όσιος Αντώνιος και Ευθύμιος και Σάββας με τας γενειάδας και τα κομβοσχοίνιά των· και ήλθε και ο όσιος Μωϋσής ο Αιθίοψ, «άνθρωπος την όψιν και θεός την καρδίαν», η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια κρατούσα εις τας χείρας το μικρόν της ληκύθιον, το περιέχον τα λυτήρια όλων των μαγγανειών και επωδών, ο Άγιος Ελευθέριος, η Αγία Μαρίνα και είτα ο Άγιος Γεώργιος και ο Άγιος Δημήτριος με τα χαντζάρια των, με τας ασπίδας και τους θώρακάς των – ολόκληρον το Τέμπλον του παρεκκλησίου της Παναγίας της Γλυκοφιλούσης εκεί επάνω εις τον βράχον τον μαστιζόμενον από θυέλλας και λαίλαπας και λικνιζόμενον από το πολυτάραχον και πολύρροιβδον κύμα….

Φέγγος εαρινόν και θαλπωρή διεχύθησαν εντός του υγρού δωματίου και ο κυρ Αλέξανδρος λησμονήσας τον κάλον του ανεσηκώθη να φορέσει και το αριστερόν του υπόδημα δια ν’ ασπασθεί ευλαβώς τους πόδας του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων.

 

 

Αλλ’ η οπτασία εξηφανίσθη και ιδού ευρέθη εις τον Άι Γιάννην τον Κρυφόν, που εγιάτρευε τους κρυφούς πόνους κι εδέχετο την εξαγόρευσιν των κρυφών αμαρτιών. Πλήθος πιστών είχεν ανέλθει από την πολίχνην, ζωντανοί και συγχωρεμένοι, να παρακολουθήσουν την Λειτουργίαν, την οποία ετέλει ο παπά-Μπεφάνης βοηθούμενος από τον μπάρμπ’ Αναγνώστην τον Παρθένην.

Κατά περίεργον αντινομίαν των στοιχείων, ήτο καλοκαίρι κι η Λειτουργία είχε τελειώσει και ήτον δεν ήτον τρίτη πρωϊνή, ότε η αμφιλύκη ήρχισε να ροδίζει εις τον αντικρυνόν ζυγόν του βουνού.

 

 

Όλοι γείτονες, λάλοι και φωνασκοί, εκάθηντο κατά γης πέριξ εστρωμένης καθαράς οθόνης. Τέσσερ’ αρνιά, τρία πρόβατα, δύο κατσίκια, αστακοουρές, κεφαλόπουλα καπνιστά της λίμνης, αυγοτάραχον και εγχέλεις αλατισμένοι, πίττες, κουραμπιέδες, μπακλαβάδες, πορτοκάλια και μήλα – όλα τα καλούδια, προϊόντα της μικρής και ωραίας νήσου, περιέμενον τους συνδαιτυμόνας.

– Καλώς ώρισες κυρ Αλέξαντρε, κάτσε κ’ η αφεντιά σου, του είπεν η θεια η Αμέρσα.

Αλλά τι βλέπει γύρω του; Όλους τους ήρωας και τας ηρωίδας των Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του. Εκεί ήτον η θεια-Αχτίτσα, φορούσα καινουργή μανδήλαν και νέα πέδιλα, επιδεικνύουσα μετ’ ευγνωμοσύνης το συνάλλαγμα των δέκα λιρών, το οποίον μόλις έλαβε από τον ξενητευμένον εις την Αμερικήν υιόν της. Δίπλα της εκάθητο κι ο Γιάννης ο Παλούκας, ο προσποιηθείς τον Καλλικάντζαρον την Παραμονήν των Χριστουγέννων και ληστεύσας τον Αγγελήν, τον Νάσον, τον Τάσον – όλα τα παιδιά τα οποία κατήρχοντο από την Επάνω ενορίαν, αφού είχαν ψάλει τα Κάλανδα. Εσηκώθη και παρέδωσεν εις τον κυρ Αλέξανδρον τας κλεμμένας πεντάρας -δεν είχε πως να μεθύσει και εορτάσει τα Χριστούγεννα εκείνην την χρονιάν (συχωρεμένος ας είναι!).

Ιδού κι ο Μπάρμπ’ Αλέξης, ο Καλοκαιρής, που δεν είχεν ανάγκην του πορθμείου του Χάρωνος δια να πηδήσει εις τον άλλον κόσμον· είχε το ιδικόν του, υπόσαθρον πλοιάριον, αυτόχρημα σκυλοπνίχτην. Μαζί του ήτον κι ο σύντροφός του ο Γιάννης ο Πανταρώτας ο ναυτολογημένος ως Ιωαννίδης και διατελών εν διαρκεί απουσία κατά τας ώρας της εργασίας.

– Να φροντίσεις, του είπεν ο Πανταρώτας, να πάρω την σύνταξή μου!

Και λησμονών την ιερότητα της στιγμής εμούντζωσε το κενόν συνοδεύων την άσεμνον χειρονομίαν με την ασεμνοτέραν βλασφημίαν:

– Όρσε, κουβέρνο!

Εκεί ήτον κι ο Μπάρμπα-Διόμας, ευτυχής διότι εγλύτωσεν από το ναυάγιον και ερρόφησεν απνευστί επί του διασώσαντος αυτόν τρεχαντηρίου ολόκληρον φιάλην πλήρη ηδυγεύστου μαύρου οίνου δια να συνέλθει – ω πενιχρά, αλλ’ υπερτάτη ευτυχία του πτωχού!

 

Αλλ’ ιδού έτρεξε να του σφίξη την χείρα και ο βοσκός ο Σταθ’ς του Μπόζα, του οποίου δύο αίγες είχον βραχωθή εις τον κρημνόν υπεράνω της αβύσσου, όπου έχαινεν ο πόντος και ήτο αδύνατον να σωθούν, αν δεν τον κατεβίβαζαν δια σχοινίου εις τον βράχον με κίνδυνον της ζωής του.

– Την Ψαρή την έχω τάξει ασημένια στην Παναγιά. Τη Στέρφα (την άλλην αίγα) θα την σφάξω για σένα, να την φάμε.

Και η Ασημίνα του μαστρο-Στεφανή του βαρελά, με τας τέσσαρας κακοτυχισμένας θυγατέρας, τη Ροδαυγή, την Ελένη, τη Μαργαρώ και την Αφέντρα, η Ασημίνα, που την μίαν ημέραν εώρτασε τους γάμους της Αφέντρας με τον Γρηγόρη της Μονεβασάς και την άλλην ημέραν επένθησεν τον θάνατον του υιού της του Θανάση.

 

 

Τέλος, ω! της εκπλήξεως, ενεφανίσθη και ο έτερος εαυτός του, ο Αλέξανδρος Παπαδημούλης, ο πτωχαλαζών, ο ασχολούμενος εις έργα μη κοινώς παραδεδεγμένης χρησιμότητος!

Ο κυρ Αλέξανδρος ησθάνθη τύψεις, ότι έπλασεν όλους αυτούς τους ανθρώπους του λαού τόσον δυστυχείς και ταπεινούς ή τόσον αμαρτωλούς (ουδείς αναμάρτητος!) και τον εαυτόν του τόσον επηρμένον!…

Αλλά την στιγμήν εκείνην τον διέκοψεν η οκταόκαδος τσότρα, η περιφερομένη από χειρός εις χείρα. Δεν επρόλαβε να την εναγκαλισθή και ήχησαν τα λαλούμενα (βιολιτζήδες ντόπιοι και τουρκόγυφτοι με κλαρινέτα) και … εξύπνησεν.

Ποτέ ο κοσμοκαλόγηρος κυρ Αλέξανδρος δεν εξύπνησε τόσον χορτάτος, όσον εκείνην την αγίαν ημέραν, ο νήστις του Σαρανταημέρου και ο νήστις όλης της ζωής του! – ζωήν να έχει!

Περισσότερα

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΟΙΣ 2018

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΛΕΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
* * *

Ἱερώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἀδελφοί, προσφιλέστατα τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Δοξάζομεν τόν Πανάγιον καί Πανοικτίρμονα Θεόν, διότι ἠξιώθημεν καί ἐφέτος νά φθάσωμεν εἰς τήν πανέορτον ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων, τήν ἑορτήν τῆς σαρκώσεως τοῦ προαιωνίου Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ «δι᾿ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν». Διά τοῦ «ἀεί μυστηρίου» καί «μεγάλου θαύματος» τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως, τό «μέγα τραῦμα», ὁ ἐν σκότει καί σκιᾷ καθήμενος ἄνθρωπος, καθίσταται «υἱός φωτός καί υἱός ἡμέρας»[1] , ἀνοίγει δι᾿ αὐτόν ἡ εὐλογημένη ὁδός τῆς κατά χάριν θεώσεως. Ἐν τῷ θεανδρικῷ μυστηρίῳ τῆς Ἐκκλησίας καί διά τῶν ἱερῶν μυστηρίων της, γεννᾶται καί μορφοῦται ὁ Χριστός εἰς τήν ψυχήν καί τήν ὕπαρξίν μας. «Ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος», θεολογεῖ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, «ἐφάπαξ κατά σάρκα γεννηθείς, ἀεί γεννᾶται θέλων κατά πνεῦμα διά φιλανθρωπίαν τοῖς θέλουσι· καί γίνεται βρέφος, ἑαυτόν ἐν ἐκείνοις διαπλάττων ταῖς ἀρεταῖς καί τοσοῦτον φαινόμενος, ὅσον χωρεῖν ἐπίσταται τόν δεχόμενον»[2] . Δέν εἶναι «Θεός – Ἰδέα», ὡς ὁ θεός τῶν φιλοσόφων, οὔτε Θεός κεκλεισμένος εἰς τήν ἀπόλυτον ὑπερβατικότητά του καί ἀπροσπέλαστος, ἀλλά εἶναι ὁ «Ἐμμανουήλ», ὁ «Θεός μεθ᾿ ἡμῶν»[3] , εὑρίσκεται ἐγγύτερον εἰς ἡμᾶς, ἀπό ὅσον ἡμεῖς οἱ ἴδιοι εἰς τόν ἑαυτόν μας, εἶναι «καί ἡμῶν αὐτῶν συγγενέστερος»[4].

Ἡ πίστις εἰς τήν ἀπρόσιτον καί ἄσαρκον Θεότητα δέν μεταμορφώνει τήν ζωήν τοῦ ἀνθρώπου, δέν αἴρει τήν πόλωσιν μεταξύ ὕλης καί πνεύματος, δέν γεφυρώνει τό χάσμα μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς. Ἡ Σάρκωσις τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι ἡ φανέρωσις τῆς ἀληθείας περί Θεοῦ καί ἀνθρώπου, ἡ ὁποία σώζει τό ἀνθρώπινον γένος ἀπό τούς σκοτεινούς λαβυρίνθους, τόσον τοῦ ὑλισμοῦ καί τοῦ ἀνθρωπομονισμοῦ, ὅσον καί τοῦ ἱδεαλισμοῦ καί τοῦ δυϊσμοῦ. Ἡ καταδίκη τοῦ νεστοριανισμοῦ καί τοῦ μονοφυσιτισμοῦ ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας σηματοδοτεῖ τήν ἀπόρριψιν δύο καθολικωτέρων τάσεων τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς, καί δή ἀφ᾽ ἑνός τῆς ἀπολυτοποιήσεως τοῦ ἀνθρωποκεντρισμοῦ καί ἀφ᾽ ἑτέρου τῆς ἐξιδανικεύσεως τῆς ἰδεαλιστικῆς ἐκδοχῆς τῆς ζωῆς καί τῆς ἀληθείας, παρεκκλίσεων ἰδιαιτέρως διαδεδομένων καί εἰς τήν ἐποχήν μας.

Ὁ σύγχρονος «νεστοριανισμός» ἐκφράζεται ὡς πνεῦμα ἐκκοσμικεύσεως, ὡς ἐπιστημονισμός καί ἀπόλυτος προτεραιότης τῆς χρηστικῆς γνώσεως, ὡς ἀπόλυτος ἰδιονομία τῆς οἰκονομίας, ὡς αὐτοσωτηρική ἀλαζονεία καί ἀθεΐα, ὡς ὁ «μή πολιτισμός» τοῦ ἀτομοκεντρισμοῦ καί τοῦ εὐδαιμονισμοῦ, ὡς νομικισμός καί ἠθικισμός, ὡς «τέλος τῆς αἰδοῦς» καί ταύτισις τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης καί τῆς μετανοίας μέ τήν λεγομένην «ἠθικήν τῶν ἀδυνάτων», Ὁ «μονοφυσιτισμός» πάλιν ἐκπροσωπεῖται σήμερον ἀπό τάς τάσεις δαιμονοποιήσεως τοῦ σώματος καί τοῦ φυσικοῦ ἀνθρώπου, ἀπό τόν πουριτανισμόν καί τά σύνδρομα «καθαρότητος», τήν ἐσωστρεφῆ ἄκαρπον πνευματικότητα καί τούς ποικίλους μυστικισμούς, ἀπό τήν περιφρόνησιν τοῦ ὀρθοῦ λόγου, τῆς τέχνης καί τοῦ πολιτισμοῦ, ἀπό τήν ἄρνησιν τοῦ διαλόγου καί τήν ἀπόρριψιν τοῦ διαφορετικοῦ, μέ ἐπικίνδυνον ἐκφραστήν, ἐν ὀνόματι τῆς «μόνης καί ἀποκλειστικῆς ἀληθείας», τόν θρησκευτικόν φονταμενταλισμόν, ὁ ὁποῖος τρέφεται ἀπό ἀπολυτοποιήσεις καί ἀπορρίψεις καί τροφοδοτεῖ τήν βίαν καί τήν διάσπασιν. Εἶναι προφανές ὅτι, τόσον ἡ νεστοριανίζουσα ἀποθέωσις τοῦ κόσμου, ὅσον καί ἡ μονοφυσιτίζουσα δαιμονοποίησίς του, ἀφήνουν τόν κόσμον καί τήν ἱστορίαν, τόν πολιτισμόν καί τούς πολιτισμούς, ἐκτεθειμένους εἰς τάς δυνάμεις τοῦ «νῦν αἰῶνος», καί παγιώνουν τοιουτοτρόπως τήν αὐτονόμησιν καί τά ἀδιέξοδά των.

Ἡ χριστιανική πίστις εἶναι ἡ βεβαιότης τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου ὑπό τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης, ὁ ὁποῖος προσέλαβε φιλανθρώπως τήν ἡμετέραν φύσιν καί ἐχαρίσατο ἡμῖν πάλιν τό διά τῆς πτώσεως ἀπολεσθέν «καθ᾽ ὁμοίωσιν», ἱκανώσας ἡμᾶς εἰς τήν κατ᾽ ἀλήθειαν ζωήν ἐν τῷ Σώματι Αὐτοῦ, τῇ Ἐκκλησίᾳ. Σύνολος ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζει τό μυστήριον τῆς θεανθρωπότητος. Ὁ Θεάνθρωπος Σωτήρ ἀνέλαβεν «ἐκκλησίας σάρκα»[5]  καί ἔδειξε, «πρῶτος καί μόνος», «τόν ἀληθινόν ἄνθρωπον καί τέλειον καί τρόπων καί ζωῆς καί τῶν ἄλλων ἕνεκα πάντων»[6] . Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ τόπος τῆς «κοινῆς σωτηρίας», τῆς «κοινῆς ἐλευθερίας» καί τῆς ἐλπίδος τῆς «κοινῆς βασιλείας», εἶναι ὁ τρόπος τῆς βιώσεως τῆς ἐλευθεροποιοῦ ἀληθείας, ὁ πυρήν τῆς ὁποίας εἶναι τό ἀληθεύειν ἐν ἀγάπῃ. Ἡ ἀγάπη αὐτή ὑπερβαίνει τά ὅρια τῆς ἁπλῆς ἀνθρωπιστικῆς δράσεως, καθ᾽ ὅτι ἡ πηγή καί τό πρότυπον αὐτῆς εἶναι ἡ ὑπερβαίνουσα τόν ἀνθρώπινον λόγον θεία φιλανθρωπία. «Ἐν τούτῳ ἐφανερώθη ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐν ἡμῖν, ὅτι τόν υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἀπέσταλκεν ὁ Θεός εἰς τόν κόσμον ἵνα ζήσωμεν δι᾽ αὐτοῦ. Ἐν τούτῳ ἐστίν ἡ ἀγάπη, οὐχ ὅτι ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τόν Θεόν, ἀλλ᾽ ὅτι αὐτός ἠγάπησεν ἡμᾶς … Ἀγαπητοί, εἰ οὕτως ὁ Θεός ἠγάπησεν ἡμᾶς, καί ἡμεῖς ὀφείλομεν ἀλλήλους ἀγαπᾶν»[7] . Ὅπου ὑπάρχει ἀγάπη, ἐκεῖ εἶναι παρών ὁ Θεός.

Αὐτή ἡ σωτηριώδης ἀλήθεια πρέπει νά ἐκφράζεται καί εἰς τόν τρόπον μέ τόν ὁποῖον ἑορτάζομεν τό σεπτόν Γενέθλιον τοῦ ἐπισκεψαμένου ἡμᾶς ἐξ ὕψους Σωτῆρος ἡμῶν. Ἡ ἑορτή εἶναι πάντοτε «πλήρωμα χρόνου», καιρός αὐτογνωσίας, εὐχαριστίας διά τό μέγεθος τῆς θείας φιλανθρώπου ἀγάπης, μαρτυρία τῆς ἀληθείας τῆς θεανθρωπότητος καί τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας. Ὁ χριστοτερπής ἑορτασμός τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι μία πρᾶξις ἀντιστάσεως εἰς τήν ἐκκοσμίκευσιν, εἰς τόν ἀποχρωματισμόν τῆς ἑορτῆς καί τήν μετατροπήν της εἰς «Χριστούγεννα χωρίς Χριστόν» καί εἰς πανήγυριν τοῦ Ἔχειν, τοῦ καταναλωτισμοῦ καί τῆς ματαιοδοξίας, καί δή εἰς ἕνα κόσμον πλήρη κοινωνικῶν ἐντάσεων, ἀξιολογικῶν ἀνατροπῶν καί συγχύ-σεως, βίας καί ἀδικίας, ὅπου τό «παιδίον Ἰησοῦς» εὑρίσκεται καί πάλιν ἀντιμέτωπον μέ ἄτεγκτα συμφέροντα ποικιλωνύμων ἐξουσιῶν.

Τιμιώτατοι ἀδελφοί καί πεφιλημένα τέκνα,

Γενεά παρέρχεται καί γενεά ἔρχεται, καί αἱ ἐπερχόμεναι ἐξελίξεις εἶναι κατ᾿ ἄνθρωπον δυσκόλως προβλέψιμοι. Ἡ γνησία πίστις, ὅμως, δέν ἔχει διλήμματα. Ὁ Λόγος ἐγένετο σάρξ, ἡ «ἀλήθεια ἦλθε» καί «παρέδραμεν ἡ σκιά», μετέχομεν ἤδη τῆς Βασιλείας ἐν τῇ πορείᾳ πρός τήν τελείωσιν τοῦ ἔργου τῆς ἐνσάρκου Θείας Οἰκονομίας. Ἔχομεν ἀκλόνητον τήν βεβαιότητα, ὅτι τό μέλλον ἀνήκει εἰς τόν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος εἶναι «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας»[8] , ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι καί θά παραμένῃ τόπος ἁγιασμοῦ καί ἐνθέου βιοτῆς, ἀνακαινίσεως τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου, πρόγευσις τῆς δόξης τῆς Βασιλείας, ὅτι θά συνεχίσῃ «νά δίδῃ τήν εὐαγγελικήν μαρτυρίαν» καί «νά διανέμῃ ἐν τῇ οἰκουμένῃ τά δῶρα τοῦ Θεοῦ: τήν ἀγάπην Του, τήν εἰρήνην, τήν δικαιοσύνην, τήν καταλλαγήν, τήν δύναμιν τῆς Ἀναστάσεως καί τήν προσδοκίαν τῆς αἰωνιότητος»[9]. Τό σύγχρονον ἰδεολόγημα περί «μεταχριστιανικῆς» ἐποχῆς εἶναι ἄτοπον. «Μετά Χριστόν», τά πάντα εἶναι, καί μένουν εἰς τόν αἰῶνα, «ἐν Χριστῷ».

Κλίνοντες εὐσεβοφρόνως τά γόνατα ἐνώπιον τοῦ Θείου Βρέφους τῆς Βηθλεέμ καί τῆς βρεφοκρατούσης Παναγίας Μητρός Αὐτοῦ, καί προσκυνοῦντες τόν ἐνανθρωπήσαντα «παντέλειον Θεόν», ἀπονέμομεν, ἐκ τοῦ ἀκοιμήτου Φαναρίου, τοῖς ἀνά τήν οἰκουμένην τέκνοις τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας τήν Πατριαρχικήν ἡμῶν εὐλογίαν ἐπί τῷ Ἁγίῳ Δωδεκαημέρῳ, εὐχόμενοι ὑγιεινόν, ἀγλαόκαρπον καί εὐφρόσυνον τόν νέον ἐνιαυτόν τῆς χρηστότητος τοῦ Κυρίου.   
                                                                                                      Χριστούγεννα ‚βιη’
                                                                                              † Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

———————————————-
Ἀναγνωσθήτω ἐπ᾿ ἐκκλησίας κατά τήν Θείαν Λειτουργίαν τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστου-γέννων, μετά τό Ἱερόν Εὐαγγέλιον.

———————–
1. Α’ Θεσσ. ε’, 5.
2. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ Κεφάλαια διάφορα θεολογικά τε καί οἰκονομικά, PG 90, 1181.
3. πρβλ. Ματθ. α’, 23
4. Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ΣΤ’, PG 150, 660.
5. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία πρό τῆς ἐξορίας, PG 52, 429.
6. Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, Στ´, PG 150, 680.
7. Α´ Ἰωάν. δ´, 9-11.
8. Ἑβρ. ιγ’, 8.
9. Ἐγκύκλιος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Κρήτη 2016), Προοίμιον.

Περισσότερα

Τα θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνα – Λιτανείες του Αγίου στην Κέρκυρα

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

Το 1630 με θαυματουργική επέμβαση του Αγίου Σπυρίδωνος σώθηκε η Κέρκυρα από πανώλη, δηλ. από φοβερή θανατηφόρα λοιμική νόσο. Η αρρώστια ξεκίνησε στην Κέρκυρα τον Οκτώβριο του 1629. Μεταδόθηκε από ένα πλοίο που έφτασε στην Κέρκυρα από την Ιταλία. Η ασθένεια έπληττε την Ιταλία και όλα τα Ιόνια Νησιά. Τα Χριστούγεννα του 1629 εντοπίστηκαν τέσσερα κρούσματα στην Κέρκυρα και όσο ο καιρός περνούσε τόσο αυτά πολλαπλασιάζονταν. Παρά τα αυστηρά μέτρα που έλαβαν οι υγειονομικές αρχές, το κακό δεν υποχωρούσε. Οι άνθρωποι κατέφυγαν στις πρεσβείες του Αγίου Σπυρίδωνος. Την μεγαλύτερη και ύστατη ελπίδα. Πράγματι, ο Άγιος δεν έμεινε ασυγκίνητος από τις παρακλήσεις και τις προσευχές των ανθρώπων. Λίγο καιρό πριν τις ημέρες του Πάσχα πολλοί ασθενείς τον έβλεπαν στον ύπνο τους να τους ευλογεί και να τους χαρίζει την υγεία. Επίσης, οι νυκτερινοί σκοποί του Παλαιού Φρουρίου έβλεπαν τη νύχτα ένα φως υπερκόσμιο να αιωρείται, πάνω από το ναό του Αγίου. Σιγά, σιγά, μέρα με τη μέρα, τα κρούσματα ελαττώθηκαν μέχρι που έπαυσαν οριστικά την ημέρα των Βαΐων του 1630. Οι Κερκυραίοι απέδωσαν τη διάσωσή τους σε θαύμα του Αγίου και καθιέρωσαν από τότε την ημέρα αυτή λιτάνευση του ιερού λειψάνου. Η λιτανεία της ημέρας αυτής έχει τη μεγαλύτερη διάρκεια από όλες τις άλλες και η πορεία της καλύπτει την περίμετρο της μεταβυζαντινής πόλης της Κέρκυρας.

 
 

Η ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ

Αρχαιότερη όλων των λιτανειών του Αγίου Σπυρίδωνος στο νησί μας είναι η λιτανεία του Μ. Σαββάτου. Καθιερώθηκε λόγω της σωτηρίας του νησιού από φοβερή πείνα (σιτοδεία – λιμό) που το έπληξε λίγο καιρό πριν το Πάσχα του έτους 1553. Αν και δεν μας είναι γνωστή η ακριβής ημερομηνία της τελέσεως του θαύματος, τη χρονολογία αυτή συμπεραίνουμε από τη μαρτυρία ότι τότε αποφασίστηκε η ανοικοδόμηση δημόσιας σιταποθήκης (Λ.Σ. Βροκίνη, Έργα, τόμ. Β΄. Κέρκυρα 1973, σ. 291). Να σημειωθεί ότι τη λιτανεία αυτή επικύρωσε με διάταγμά του, ο Γενικός Προβλεπτής Αντώνιος Λορεδάνος στις 24-04-1753.

Ακολούθως ενέκρινε αυτό η Ενετική Γερουσία την 01-06-1753. Κατά την λιτανεία αυτή τελείται και η περιφορά του Επιταφίου του ναού του Αγίου και όχι το βράδυ της Μ. Παρασκευής, όπως ορίζει το Τυπικό της Εκκλησίας μας. Το βράδυ περιφέρεται ο Επιτάφιος εντός του ναού με τη συμμετοχή της Παλαιάς Φιλαρμονικής «Ο Άγιος Σπυρίδων». Κατά τη λιτανεία του Μ. Σαββάτου προηγείται το λείψανο του Αγίου και ακολουθεί ο Επιτάφιος. Ο Άγιος την ημέρα αυτή δεν καλύπτεται, όπως γίνεται σε κάθε άλλη λιτανεία, από την Ουρανία – μπαρλακί (από το ιταλικό Baldacchino), η οποία καλύπτει τον Επιτάφιο.

Αυτό ερμηνεύεται ως εξής: Κατά την διάρκεια της Βενετικής κυριαρχίας της Κέρκυρας (1386-1797) η Ορθόδοξη Εκκλησία πέρασε πολλές καταπιέσεις. Μεταξύ αυτών ήταν, μετά από απόφαση της Βενετικής Γερουσίας (1574), η απαγόρευση των λιτανειών των Ορθοδόξων κατά τις ημέρες που τελούσαν λιτανείες οι Λατίνοι.Επέβαλαν δε στον Ορθόδοξο Κλήρο να παίρνει επίσημα μέρος σ’ όλες αυτές τις τελετές. Με αφορμή αυτή την απόφαση οι Ορθόδοξοι Κερκυραίοι για να μην καταργήσουν τελείως το έθιμο της περιφοράς του Επιταφίου τους τη Μ. Παρασκευή, μετέφεραν την περιφορά το Μ. Σάββατο το πρωί.

Το έθιμο αυτό διατηρήθηκε όλη την περίοδο της Βενετοκρατίας. Στη συνέχεια όταν η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κέρκυρας το 1799 επανέκτησε τα δικαιώματά της, παρέμεινε μόνο η περιφορά του Επιταφίου του ιερού ναού του Αγίου Σπυρίδωνος κατά το Μ. Σαββάτο μαζί με τη λιτανεία του Αγίου (βλ. Σ.Κ. Παπαγεωργίου, Ιστορία της Εκκλησίας της Κέρκυρας, Κέρκυρα 1920, σ. 59. Αθαν. Χ. Τσίτσα Πρωτ., Ο Ιερός Σπυρίδων, Κέρκυρα 1967, σ. 54).

Μετά την ολοκλήρωση της λιτανείας (αρχίζει κατά στις 9.00 και τελειώνει κατά τις 10.30 π.μ.) το ιερό λείψανο του Αγίου εκτίθεται όρθιο μπροστά στην είσοδο της κρύπτης του σε τετραήμερο προσκύνημα. Την Τρίτη του Πάσχα το απόγευμα τοποθετείται ξανά εντός της λάρνακας (μπάσματα) στις 6.00 μ.μ.


 

Η ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΥΡΙΑΚΟΥ

Την πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου (το επονομαζόμενο «Πρωτοκύριακο») λιτανεύεται το ιερό Λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνος, εις ανάμνηση ευγνωμοσύνης της θαυματουργικής διασώσεως της Κέρκυρας από τη φοβερή επιδημία της πανώλης που για δεύτερη φορά είχε απειλήσει το νησί το έτος 1673.

Οι συναξαριστές δε μας λένε πότε ακριβώς άρχισε και πόσο κράτησε το κακό. Αναφέρουν όμως ότι η φοβερή επιδημία σταμάτησε απότομα τις τελευταίες ημέρες του Οκτωβρίου του 1673. Τότε, κατά μαρτυρίες της εποχής, επί τρεις νύκτες στην κορυφή του καμπαναριού της εκκλησιάς του Αγίου, ένα υπερκόσμιο σταθερό φως έκανε να διακρίνεται ο θαυματουργός Άγιος αιωρούμενος, κρατώντας το σταυρό στο χέρι και καταδιώκοντας το θανατικό που έμοιαζε με κατάμαυρο φάντασμα, το οποίο προσπαθούσε να αποφύγει τον Άγιο για να σωθεί.

Όπως είναι γνωστό, η λιτανεία καθιερώθηκε με απόφαση της Βενετικής Διοικήσεως τις 29 Οκτωβρίου 1673 «δια την απαλλαγήν της νήσου, τη αντιλήψει του θαυματουργού και προστάτου Αγίου Σπυρίδωνος, από την φοβεράν επιδημίαν της πανώλους (πανούκλας)». Η σωτηρία της Κέρκυρας αποδόθηκε από τις αρχές τον κλήρο και το λαό στην θαυματουργική παρέμβαση του Αγίου.

 

Η ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΤΗΣ 11ης ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Η διάσωση της Κέρκυρας από την Τουρκική απειλή κατά τον Ιούλιο – Αύγουστο του 1716, αποδεικνύει την αποτελεσματικότητα της θερμής πίστεως των Χριστιανών του νησιού, μα και την διαρκή παρουσία του προστάτου της Κέρκυρας, Οσίου Πατρός ημών Σπυρίδωνος, επισκόπου Τριμυθούντος, του θαυματουργού.
Οι βλέψεις των επίδοξων κατακτητών του νησιού.
Προς τα τέλη του 14ου αιώνα, η Βυζαντινή αυτοκρατορία και το Δεσποτάτο της Ηπείρου βρισκόταν σε μεγάλη παρακμή. Ενώ λοιπόν στην Κέρκυρα οι κυριαρχία των Ανδηγαβών ήταν υποτυπώδης, αυτοί αδυνατούσαν να παρέμβουν αποτελεσματικά για την προστασία της Κέρκυρας.
Μια άλλη όμως δύναμη, αυτή των Βενετών, προσπάθησε με ειρηνικό και διπλωματικό τρόπο στην αρχή (1314 και εξής Μ. Χ.), να προσαρτήσει την Κέρκυρα. Επειδή όμως απέτυχε, χρησιμοποίησε την βία των όπλων και επιτέθηκε στην Ακρόπολη, υψώνοντας τελικά την Βενετσιάνικη σημαία στις 20 Μαρτίου 1386 στο Κερκυραϊκό φρούριο.

Ο αρχιμ. π. Αντώνιος Πακαλίδης, ιερατικώς προϊστάμενος του Ιερού Ναού Αγίου Σπυρίδωνος Τριανδρίας, κρατών την δεξιά χείρα του Αγίου Σπυρίδωνος, κατά την Ιερά Λιτάνευση του Αγίου στους δρόμους της Κέρκυρας.
 

ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΟΥ 1716

Η πρόθεση επίσης των Τούρκων να επεκταθούν προς τη Δύση και συγκεκριμένα οι βλέψεις τους για τα Ιόνια Νησιά δεν σταμάτησαν ποτέ. Η Βενετία λοιπόν που κατείχε μεταξύ των άλλων και την Κέρκυρα κατά τις αρχές του 18ου αιώνος, αντιλαμβανόμενη την κατάσταση αυτή, στέλνει το στρατάρχη Ιωάννη Ματθία Σούλεμπουργκ να ηγηθεί της άμυνας του νησιού. Τούτο δεν ήταν αδικαιολόγητο, εφόσον οι Τούρκοι είχαν θέσει στο στόχαστρό τους το νησί ήδη από το 1431, και επιχειρούσαν με συχνές επιδρομές να το καταλάβουν.

Μια νέα αποβίβαση των Τούρκων στο νησί, γίνεται λοιπόν στις 8 Ιουλίου του 1716, οπότε και κατορθώνουν να κυριεύσουν πρώτα τα οχυρά του Μαντουκιού και της Γαρίτσας, και στη συνέχεια τα Φρούρια Αβράμη και Σωτήρος. Ενώ από το Νέο Φρούριο κατέλαβαν έναν από τους κυριότερους προμαχώνες του. Οι επιθέσεις των Τούρκων συνεχίζονται επί έναν ολόκληρο μήνα, μέχρι τις 8 Αυγούστου.

Τις ημέρες εκείνες, ο πιστός λαός του Θεού τελούσε συνεχείς παρακλήσεις και προσευχές προς τον Ύψιστο, δεόμενος και προς τον θαυματουργό Άγιο Σπυρίδωνα να παρέμβει με τις πρεσβείες του, σώζοντας το νησί του.

Πράγματι. Στις 9 Αυγούστου του 1716 ξεσπά στο νησί μια καταστρεπτική καταιγίδα. Τότε δημιουργήθηκε πανικό στο στρατόπεδο των Τούρκων, στο οποίο μάλιστα κυκλοφορεί και η είδηση ότι πολλοί στρατιώτες είδαν τον Άγιο Σπυρίδωνα με τη μορφή καλογήρου να βγαίνει από τον Ιερό Ναό όπου και το Θαυματουργό του Λείψανο, απειλώντας τους επιτιθέμενους Μουσουλμάνους με αναμμένο πυρσό, πράγμα που μεγαλώνει ακόμη περισσότερο τον πανικό τους.

ΈτσιΙ, Η ραγδαία νεροοντή, ο φόβος από τον ΑΚΑΤΑΜΆΧΗΤΟ Καλόγερο που τους φοβέριζε και τους καταδίωκε, αναγκάζει τους επιτιθέμενους να λύσουν την πολιορκία και να αναχωρήσουν πανικόβλητοι. Εξάλλου, οι γενικότερες στρατιωτικές υποχρεώσεις της Τουρκίας, επέβαλλαν την έκτακτη ανάκληση της στρατιάς που πολιορκούσε την Κέρκυρα.

Η αναχώρηση λοιπόν των Τούρκων, στις 11 Αυγούστου, ήταν άτακτη φυγή, και δικαίως αποδόθηκε στην θαυματουργό επέμβαση του Αγίου Σπυρίδωνος. Είναι αξιοσημείωτο δε πως αυτή η πολιορκία, για πρώτη φορά, δεν στοίχισε την ζωή σε κανέναν από τον άμαχο πληθυσμό.

Η Βενετία τίμησε τον στρατηγό Σούλεμπουργκ, τους Κερκυραίους και την Κέρκυρα για την υπεράσπιση του νησιού, ενώ παράλληλα, σε ανάμνηση του θαυμαστού γεγονότος της παρεμβάσεως του Αγίου, θεσπίζει με νόμο την καθιέρωση της ετήσιας λιτανείας του σκηνώματος του Αγίου Σπυρίδωνος στις 11 Αυγούστου.

Η φιλαρμονική ΄΄Μάντζαρος΄΄ κατά την Ιερά Λιτάνευση του Αγίου Σπυρίδωνος, στην πλατεία Σπιανάδα της Κέρκυρας.
Περισσότερα