Τελευταία άρθρα,  Ψυχωφελή άρθρα

Η σημασία και η αξία των μνημοσύνων (π. Ιωάννη Ρωμανίδη)

Οι Χριστιανοί προσεύχονται για όλους τους κεκοιμημένους, αλλά προσεύχονται κατά διαφορετικό τρόπο για καθένα. Προσεύχονται στους Αγίους, για τους οποίους γνωρίζουν, από το λείψανό τους και τα θαύματα που επιτελούν, ότι είναι φίλοι του Θεού και γι’ αυτό ζητούν τις πρεσβείες τους. Και προσεύχονται στον Θεό για τους άλλους, να βρουν έλεος παρά Κυρίου.

«Η προσευχή είναι η προσευχή του Σώματος του Χριστού, είναι η προσευχή της Εκκλησίας. Και όταν γινόμαστε μέλη της Εκκλησίας προσευχόμαστε ως ένα μέλος της Εκκλησίας. Γι’ αυτόν τον λόγο, όταν είναι ο παπάς παρών, ο παπάς θα προσεύχεται. Δεν θα πούμε στην κυρα-Mαρίκα να πει την προσευχή, θα την πει ο παπα-Kώστας, θα την πει ο Δεσπότης, ο οποίος είναι παρών. Γιατί; Διότι προσευχόμαστε όλοι μαζί. Ως τι; Ως ένα σώμα, γιατί είμαστε ένα Σώμα του Χριστού κλπ. Γι’ αυτόν τον λόγο η προσευχή έχει κατ’ εξοχήν συλλογική σημασία.

Γι’ αυτόν τον λόγο κάθε Σάββατο αφιερώνεται στις ψυχές των κεκοιμημένων και η ακολουθία του Σαββάτου είναι για τους κεκοιμημένους. Τότε γινόντουσαν τα μνημόσυνα και γι’ αυτό έγινε και ολόκληρη διαμάχη αν πρέπει να γίνεται το μνημόσυνο την Κυριακή. Και, βέβαια, δεν πρέπει να γίνεται την Κυριακή, γιατί η μέρα των μνημοσύνων είναι το Σάββατο. Εφ’ όσον η Εκκλησία ως συλλογικό όργανο προσεύχεται για τους πεθαμένους, προσεύχεται για όλο το Σώμα του Χριστού, που είναι το σώμα των κεκοιμημένων. Σε αυτό το μέρος του Σώματος του Χριστού συμπεριλαμβάνονται και οι κεκοιμημένοι που λέγονται και Άγιοι της Εκκλησίας και ακόμα και η Παναγία.

Οπότε, για τον καθένα έχουμε και την ανάλογη προσευχή. Η προσευχή, βέβαια, είναι μια εκδήλωση αγάπης για όλα τα μέλη του σώματος, επειδή η Εκκλησία δεν διακρίνει μεταξύ της Εκκλησίας μετά τον θάνατο και της Εκκλησίας προ του θανάτου, και όλα αυτά μαζί -και οι πέραν του τάφου και οι εντεύθεν του τάφου- είναι μία Εκκλησία. Δεν υπάρχουν δύο Εκκλησίες. Δεν είναι μία αόρατη Εκκλησία και μία ορατή Εκκλησία· είναι μία Εκκλησία, ένα Σώμα του Χριστού είναι αυτό το πράγμα.

Επομένως, εφ’ όσον η προσευχή είναι συλλογική και προσευχόμαστε δι’ αλλήλους, προσευχόμαστε ο καθένας για τον άλλο, γι’ αυτόν τον λόγο πιστεύουμε ότι και οι πέραν του τάφου προσεύχονται για μας και εμείς προσευχόμαστε για τους πέραν του τάφου, ανάλογα με τις ανάγκες του καθενός και ανάλογα με την κατάσταση την πνευματική στην οποία βρίσκεται ο καθένας. Και έτσι είναι ταξινομημένες όλες οι ακολουθίες της Εκκλησίας.

Λοιπόν, εκείνο που προέχει, εκτός από αυτό, είναι το θέμα της τελειότητος, ότι η τελειότητα είναι μία ατελεύτητη κίνηση προς τα πάνω, είναι ατελεύτητη κίνηση και αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία».

Γι’ αυτόν τον λόγο τελούμε τα ιερά μνημόσυνα.

«Το μνημόσυνο είναι έκφραση αγάπης των ζώντων που προσεύχονται για τους κεκοιμημένους. Ναι, η Εκκλησία προσεύχεται για να σωθούν όλα τα μέλη της, Αυτό λέμε “ανάπαυσον εν χώρα ζώντων” κλπ. Με τις προσευχές προσευχόμαστε αυτός να φθάσει να γίνει άγιος, δηλαδή αυτό λέμε “Μετά των Αγίων ανάπαυσον”. Τι σημαίνει αυτό; να γίνει άγιος, αυτό προσευχόμαστε. Αλλά αυτό, αν γίνει αυτήν την στιγμή, αν γίνει έπειτα από πενήντα χρόνια ή σε έναν αιώνα, είναι άλλο θέμα αυτό».

Μνημόσυνα κάνουμε για όλους τους κεκοιμημένους, Αγίους και αμαρτωλούς και προσφέρουμε κόλλυβα για όλους. Όμως, διαφορετική είναι η προσευχή που κάνουμε για τον καθένα. Για τους Αγίους ζητάμε τις πρεσβείες τους και προσευχόμαστε να αποκτήσουν περισσότερη δόξα και για τους αμαρτωλούς να ολοκληρωθεί η μετάνοιά τους.

«Έχουμε κόλλυβα για όλον τον κόσμο· έχουμε κόλλυβα στα μνημόσυνα και για τους πεθαμένους: φίλους, συγγενείς, γνωστούς κ.ο.κ., αλλά υπάρχουν κόλλυβα και για τους Αγίους, υπάρχουν κόλλυβα και για την Παναγία· και σχετικές ευχές υπάρχουν. Τα κόλλυβα δεν είναι μόνον για τους μη Αγίους, είναι και για τους Αγίους.

Βέβαια, δεν λέμε την ίδια προσευχή. Γιατί δεν λέμε την ίδια προσευχή; Και σ’ αυτό θα πρέπει να πάρετε του Συμεών του Νέου Θεολόγου τα περί προσευχής, κάτι ωραίες ομιλίες που έχει και λέει το εξής: Δεν μπορεί κανείς στα κουτουρού να προσεύχεται. Όταν προσεύχεται κανείς, πρέπει να προσεύχεται με επιστημονική ακρίβεια· η προσευχή δεν είναι πεταμένες λέξεις τις οποίες πετάμε στο κενό, ελπίζοντας μήπως επιτύχουμε κάτι».

Η προσευχή για τους κεκοιμημένους είναι απαραίτητη, γιατί υπάρχει κάποια πρόοδος και προκοπή στην μέση κατάσταση των ψυχών, γι’ αυτούς που ήδη έχουν εισέλθει τουλάχιστον στο στάδιο της μετάνοιας.

«Μετά τον θάνατο δεν υπάρχει μετάνοια, αλλά μετά τον θάνατο όμως υπάρχει τελειοποίηση της μετάνοιας. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Εδώ αρχίζει η μετάνοια και τελειώνει εκεί. Και συνεχίζει μέχρι την θέωση. Έτσι είναι. Αυτά είναι εμπειρία τών Αγίων».

«Στους Πατέρες της Εκκλησίας, επειδή υπάρχει αυτή η διδασκαλία περί αιώνιας προόδου, θα βρείτε επίσης κατεσπαρμένες αναφορές στους Πατέρες ότι μετά τον θάνατον ο άνθρωπος προοδεύει, δεν σταματάει την πρόοδό του. Επομένως, άλλο είναι η μετάνοια και άλλο είναι η συνεχιζομένη πρόοδος· άλλο το ένα άλλο το άλλο.

Κατά τους Πατέρες, για τους αμετανόητους, αφ’ ότου δεν μετανοήσουν στην ζωή αυτή, δεν υπάρχει μετάνοια μετά τον θάνατο. Επομένως, εδώ είναι η μετάνοια, αλλά αφού εδώ μετανοήσει ο άνθρωπος, δεν σημαίνει ότι από την μετάνοια πηδάει κατ’ ευθείαν στην τελειότητα· δεν κάνει πήδημα, δεν πηδάει στην τελειότητα, αλλά υπάρχει προκοπή».

«Πάντως, προέκυψε στην Ορθόδοξη δογματική μια μέση κατάσταση των ψυχών. Η μέση κατάσταση είναι: περιμένουν την κρίση και εκείνος που είναι κολασμένος ξέρει ότι θα καταδικασθεί και εκείνος που θα σωθεί, έχει την παρηγοριά. Υπάρχει αυτή η μέση κατάσταση.

Τώρα, έπρεπε να γίνει μια έρευνα για να δούμε από πού προέρχεται αυτή η μέση κατάσταση σε ορισμένους Πατέρες της Εκκλησίας κλπ., και υπάρχει και στην εμπειρία της Εκκλησίας. Έχουμε και τον θάνατο των νηπίων και μερικές φορές οι άνθρωποι βλέπουν στα όνειρά τους τα παιδιά αυτά να μαθητεύουν, ας πούμε, σε ένα μέρος και να ετοιμάζονται, ας πούμε, για τον Παράδεισο κλπ. Υπάρχει σχολείο, δηλαδή, γι’ αυτούς που έχουν ανάγκη από σχολείο.

Πάντως, εκείνο που φαίνεται είναι ότι μετά τον θάνατο υπάρχει κάποια προκοπή. Βέβαια, μεταξύ των Αγίων, πηγαίνουν συνέχεια από δόξης εις δόξαν και αιωνίως υπάρχει προκοπή. Σε αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία, διότι η τελειότητα είναι ατελεύτητη· ατελευτήτως υπάρχει τελειότητα.

Ακόμα και στον Διονύσιο Αρεοπαγίτη, αν τον διαβάσουμε προσεκτικά, θα δούμε εκεί ότι και οι άγγελοι τελειοποιούνται συνεχώς. Και εκεί, Θρόνοι, Κυριότητες, οι άγγελοι, Χερουβείμ, Σεραφείμ. Πάντως, οι άγγελοι τελειοποιούνται. Και υπάρχει, βέβαια, δυνατή παράδοση ότι η Θεοτόκος ακόμα τελειοποιείται, οπότε οι θεούμενοι τελειοποιούνται.

Αυτοί που δεν έχουν φθάσει στην θέωση τι γίνονται, εκτός από τους κολασμένους για τους όποιους ουκ εστί μετάνοια μετά θάνατον; Φαίνεται ότι για τους μεν πεπωρωμένους δεν υπάρχει μετάνοια μετά τον θάνατον, διότι είναι πεπωρωμένοι. Για τους άλλους, όμως, φαίνεται επειδή βρίσκονταν σε κατάσταση μετάνοιας όταν πέθαναν, θα καταταχθούν και αυτοί, όχι αμέσως όπως προσευχόμαστε, διότι εδώ προσευχόμαστε να γίνει αμέσως. Ας πούμε, λέμε “κατάταξον”, δηλαδή, δεν λέμε “εν καιρώ κατάταξον”, “στην Δευτέρα Παρουσία κατάταξον” κλπ. Εμείς λέμε τώρα “κατάταξον”. Λοιπόν, από ’κει φαίνεται η διδασκαλία, σαφώς, που είπαμε στην αρχή από όλη την ακολουθία της κηδείας. Και, πάντως, υπάρχει η άποψη ότι υπάρχει προκοπή μετά τον θάνατο».

Είναι δυνατόν ακόμη και ο μη Χριστιανός να γνωρίσει τον Χριστό μετά θάνατον.

«Και ένας ο οποίος είναι εκτός της παραδόσεως, εάν είναι ισχυρή η θετική του ανταπόκριση προς την ενέργεια του Θεού, είναι δυνατόν να ξεπεράσει και την κατάσταση της αρετής και να φθάσει σε κάτι υψηλότερο. Ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί μετά τον θάνατο να διδαχθή τον Χριστιανισμό, εφ’ όσον βλέπει πλέον την άκτιστη ενέργεια του Θεού, και εφ’ όσον είναι επιδεκτικός. Αντί να μείνει πεπωρωμένος στην καρδιά του, να είναι επιδεκτικός προόδου και να γίνει οπαδός του Χριστού μετά τον θάνατο, όπως έγινε στην εις Άδου Κάθοδον του Χριστού και πίστευσαν όσοι ήσαν προετοιμασμένοι και τώρα συγκαταλέγονται μεταξύ των Αγίων».

Αυτήν την πατερική διδασκαλία περί τελειώσεως της μετάνοιας μετά θάνατον, με την προσευχή της Εκκλησίας, οι Δυτικοί, χωρίς να την ερμηνεύσουν σωστά, την έκαναν αιρετική διδασκαλία περί καθαρτηρίου πυρός, ότι δηλαδή οι αμαρτωλοί πρέπει να τιμωρηθούν με το κτιστόν πυρ και έπειτα να σωθούν. Για τους Αγίους Πατέρες μας, η κάθαρση τελειούται με την άκτιστη Χάρη του Θεού, η οποία καθαρίζει τον άνθρωπο με την προσευχή της Εκκλησίας.

«Παίρνουν, τώρα, οι Φράγκοι τα πατερικά κείμενα και διαβάζουν εκεί περί προόδου μετά τον θάνατο και αυτήν την μετά τον θάνατο πρόοδο την εκλαμβάνουν ως καθαρτήριον πυρ. Γιατί; Διότι οι Πατέρες λένε ότι ο άνθρωπος συνεχίζει την κάθαρση και τον φωτισμό, για να φθάσει στην θέωση και μετά τον θάνατο.

Οπότε, εκεί που ο Θεός είναι Φως, είναι και φωτιά· ως φωτιά καθαρίζει τον άνθρωπο, όπως καθαρίζει η φωτιά τον χρυσό και τον λιώνει τον χρυσό, για να καθαρισθεί από τις ακαθαρσίες και να λάμπει και να είναι ωραίος και καθαρός κλπ. Λοιπόν, υπάρχουν κάτι παρομοιώσεις τέτοιες μεταξύ χρυσού, μεταξύ διαφόρων υλικών κλπ., και με την κάθαρση που επιτελείται στον άνθρωπο και μετά τον θάνατο. Οπότε, αφού εδώ μετανοεί ο άνθρωπος, δεν σημαίνει ότι ως μετανοημένος έχει περάσει το στάδιο της καθάρσεως, διότι, για να το περάσει το στάδιο της καθάρσεως, πρέπει να είναι κάθαρση του νοός».

«Οι Φράγκοι πήραν τα πατερικά κείμενα και δεν μπόρεσαν να διακρίνουν σωστά τα πράγματα και το άκτιστο πυρ το έκαναν κτιστό και την προκοπή την μετέφρασαν ότι είναι τιμωρία από τον Θεό. Για να πληρώσουν τα αμαρτήματα τους. Ήσαν επιχειρηματίες Χριστιανοί και κατάλαβαν τον Χριστιανισμό σαν μια επιχείρηση, δηλαδή, και κάθε τι που κάνεις, παίρνεις και ένα βραβείο».

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *