Ιερός Ναός Αγίας Βαρβάρας Θεσσαλονίκης

Το διά κολλύβων θαύμα του αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος

Κατά το Α’ Σάββατο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία μας εορτάζει ένα γεγονός που έλαβε χώρα γύρω στα μέσα του 4ου αιώνος, τον καιρό της βασιλείας του Ιουλιανού, ανιψιού του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Ο Ιουλιανός, ο επιλεγόμενος και παραβάτης ή αποστάτης, αν και ήταν χειροθετημένος αναγνώστης, μόλις ανέβηκε στο θρόνο των Ρωμαίων, αρνήθηκε το άγιο βάπτισμα. Άρχισε διωγμό κατά της Εκκλησίας, κρυφό αλλά και φανερό και προσπάθησε να επαναφέρει σε ισχύ την ειδωλολατρική θρησκεία. Γνωρίζοντας ότι οι χριστιανοί άρχιζαν τη νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, θέλησε να τους μολύνει. Διέταξε λοιπόν, κρυφά, όλες οι τροφές στην αγορά να ραντισθούν με αίματα ειδωλολατρικών θυσιών.
Όμως με Θεία ενέργεια, φάνηκε στον ύπνο του τότε Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Ευδόξίου, ο μάρτυρας Θεόδωρος και φανέρωσε το πράγμα. Παρήγγειλε να ενημερωθούν όλοι οι χριστιανοί, να μην αγοράσουν καθόλου τρόφιμα από την αγορά και για να αναπληρώσουν την τροφή να βράσουν σιτάρι και να φάνε τα λεγόμενα κόλλυβα, όπως τα έλεγαν στα Ευχάϊτα, την πατρίδα του αγίου. Έτσι και έγινε και ματαιώθηκε ο σκοπός του ειδωλολάτρη αυτοκράτορα να εμπαίξει τους χριστιανούς και τις λατρευτικές τους συνήθειες. Και το Σάββατο τότε, ο ευσεβής λαός που διαφυλάχθηκε αμόλυντος στην καθαρά εβδομάδα, απέδωσε ευχαριστίες στον μάρτυρα. Από τότε, η Εκκλησία τελεί κάθε έτος την ανάμνηση αυτού του γεγονότος εις δόξαν Θεού και τιμή του μεγαλομάρτυρα αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος.

Τα κόλλυβα λοιπόν ή το βρασμένο στάρι, σήμερα διακοσμημένο και με άλλα υλικά, αποδίδεται μεν στην νουθεσία του αγίου Θεοδώρου και γι’ αυτό τιμητικά προσφέρουμε κόλλυβα και στην μνήμη του , αλλά και στη μνήμη άλλων αγίων. Είναι κόλλυβα τιμής αυτά και διαφέρουν από τα κόλλυβα τα προσφερόμενα εις μνημόσυνο των ευσεβώς κεκοιμημένων. Γιατί, όντως τα κόλλυβα και το σιτάρι συνδέονται με την κοίμηση των χριστιανών και την πίστη στην ανάσταση των νεκρών, την ίδια εκείνη πίστη που ομολογούμε στο Σύμβολο λέγοντας: “προσδοκώ ανάστασιν νεκρών”. Ο βρασμένος σίτος πού είναι κατά κάποιον τρόπο “νεκρός” μας φέρνει στο νου τα λόγια του Χριστού πρό της θυσίας και του ζωοποιού του θανατου: “αμην αμην λεγω υμιν εαν μη ο κοκκος του σιτου πεσων εις την γην αποθανη αυτος μονος μενει εαν δε αποθανη πολυν καρπον φερει”. Έτσι , λοιπόν και οι κεκοιμημένοι αδελφοί μας “σπείρονται” στην γη εν φθορά, αλλά πρόκειται να αναστηθούν εν δόξη και αφθαρσία. Σύμβολο της ανάστασης μας είναι τα κόλλυβα, της εσχατολογικής μας αφύπνισης από τον ύπνο του θανάτου.

Το όφελος των κολλύβων λοιπόν είναι το εξής: Τα μεν προσφερόμενα εις τιμήν και μνήμην αγίων μας δίδονται για αγιασμό και ευλογία και ανάμνηση ότι εκείνοι νίκησαν τον θάνατο της αμαρτίας και πρόκειται να αναστηθούν και να σταθούν στα δεξιά του Θεού εν ημέρα Κρίσεως. Τα κόλλυβα υπέρ των κεκοιμημένων έχουν διδακτικό σκοπό και ομολογιακό ύφος: πιστεύουμε και ομολογούμε με τα κόλλυβα του σίτου, την τελική ανάσταση των κεκοιμημένων και ευχόμαστε να αναστηθούν εν αφθαρσία.

Άξιζει να σημειωθεί, ότι το λειτουργικό βιβλίο της περιόδου αυτής, το γνωστό Τριώδιο, περιλαμβάνει μια ωραία ακολουθία για την ευλογία των κολλύβων προς τιμήν του αγ. Θεοδώρου. Η αντίληψη λοιπόν ότι «το Σάββατο των αγ. Θεοδώρων είναι το τρίτο ψυχοσάββατο», όπως αδαώς επικρατεί στις μέρες μας, είναι εντελώς αστήρικτη και εσφαλμένη. Ας αναλογιστούμε ότι το Σάββατο είναι ημέρα για τους κεκοιμημένους καθ’ όλο τον χρόνο, εκτός από το Σάββατο του Λαζάρου, το Μέγα Σάββατο, το Σάββατο της Διακαινησίμου (του Πάσχα), αλλά κι όταν συμπέσει Δεσποτική (του Χριστού) ή Θεομητορική (της Παναγίας) εορτή το Σάββατο. Μπορούμε, επομένως, να προσφέρουμε κόλλυβα για τους κεκοιμημένους κάθε Σάββατο, με τις εξαιρέσεις που αναφέραμε, πέρα από τα δύο επίσημα Ψυχοσάββατα – της Απόκρεω και της Πεντηκοστής. Ας αφιερώσουμε αυτό το Σάββατο της Α’ εβδομάδος της Τεσσαρακοστής, τιμώντας τον Άγιο Θεόδωρο – κι όχι τους νεκρούς μας – για να έχουμε τις πρεσβείες του στον Θεό και να στοιχιζόμαστε στην αγιοπαράδοτη ευσέβεια της Εκκλησίας μας, που θέλει «πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω».

Περισσότερα

Τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας

Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου, κ. Ἱεροθέου.

Τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἕνα κείμενο τό ὁποῖο περιλαμβάνεται στό Τριώδιο καί διαβάζεται τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, δηλαδή τῆν Α΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν.

Εἶναι γνωστόν ὅτι διά μέσου τῶν αἰώνων παρουσιάσθηκαν διάφορες αἱρέσεις, οἱ ὁποῖες ἀρνοῦνταν τήν ἀποκαλυπτική ἐμπειρία καί, στήν πραγματικότητα, χρησιμοποιώντας τήν φιλοσοφία καί τόν στοχασμό, ἀμφισβητοῦσαν τήν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας ἐπάνω σέ διάφορα δογματικά θέματα. Οἱ Πατέρες πού συγκρότησαν τίς Συνόδους ἀντιμετώπισαν αὐτές τίς πλάνες. Οἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων πάνω σέ δογματικά θέματα καλοῦνται ὅροι. Γενικότερα, κάθε ἀπόφαση τῶν Συνόδων καλεῖται Συνοδικόν. Ἔτσι, ἔχουμε τόν συνοδικό τόμο καί τόν συνοδικό ὅρο καί, ὁπωσδήποτε, κάθε Σύνοδος ἔχει τό δικό της Συνοδικό.

Τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι οἱ ἀποφάσεις τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού ἀναφέρονται στήν προσκύνηση τῶν ἱερῶν Εἰκόνων. Ἡ ἀνάγνωσή τους τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας ἔδωσε τόν τίτλο Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας. Βέβαια, πρέπει νά λεχθῆ ὅτι ἀργότερα στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας προστέθηκε καί ὁ ὅρος πίστεως τῶν ἡσυχαστικῶν Συνόδων τοῦ 14ου αἰῶνος. Ἔτσι, τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας περιλαμβάνει τίς ἀποφάσεις τόσο τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅσο καί τῶν Συνόδων τοῦ 14ου αἰῶνος, οἱ ὁποῖες, ὅπως θά λεχθῆ πιό κάτω, ἔχουν ὅλα τά στοιχεῖα γιά νά χαρακτηρίζωνται καί νά θεωροῦνται ὡς Θ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος.

Μερικά χαρακτηριστικά σημεῖα
Δέν εἶναι δυνατόν, βέβαια, νά ἀναλυθῆ καί νά ἑρμηνευθῆ ὅλο τό περίφημο καί μεγάλης σημασίας Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ ἀναγνώστης πρέπει νά τό διαβάση προσεκτικά καί θά διαπιστώση τήν σπουδαιότητά του. Θά δοῦμε ὃμως μερικά χαρακτηριστικά σημεῖα, τά ὁποῖα, νομίζω, εἶναι ἡ βάση ὅλων ὅσων λέγονται στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά καί ἡ βάση τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, καί εἶναι αὐτά πού δείχνουν κατά πόσον διακατεχόμαστε ἀπό τό γνήσιο ἐκκλησιαστικό φρόνημα.

α) Ἡ καταδίκη τῆς φιλοσοφίας

Σέ ὅλο τό κείμενο τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας φαίνεται καθαρά ὅτι καταδικάζεται ἡ φιλοσοφία. Καταδικάζεται τόσο ὁ τρόπος πού χρησιμοποιεῖ ἡ φιλοσοφία γιά νά μιλήση καί νά παρουσιάση τόν Θεό, ὅσο καί τά συμπεράσματα στά ὁποῖα καταλήγει. Καί, φυσικά, ὁμιλώντας γιά φιλοσοφία, ἐννοοῦμε τήν μεταφυσική, ὅπως ἀναπτύχθηκε ἀπό τόν Πλάτωνα καί τόν Ἀριστοτέλη καί ἀπό ἄλλους μεταγενεστέρους φιλοσόφους. Θά δοῦμε ποιές αἱρετικές διδασκαλίες ἀφορίζονται καί ἀποβάλλονται.

Ἀφορίζονται ὅσοι δέχονται τά δυσσεβῆ δόγματα τῶν Ἑλλήνων, δηλαδή τῶν εἰδωλολατρῶν, πού ἀναφέρονται στήν δημιουργία τοῦ κόσμου καί στίς ἀνθρώπινες ψυχές, καί τά ἀναμειγνύουν μέ τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Λέγεται χαρακτηριστικά: «Τοῖς εὐσεβεῖν μέν ἐπαγγελομένοις, τά τῶν Ἑλλήνων δέ δυσσεβῆ δόγματα τῇ Ὀρθοδόξῳ καί Καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ, περί τε ψυχῶν ἀνθρωπίνων, καί οὐρανοῦ, καί γῆς, καί τῶν ἄλλων κτισμάτων, ἀναιδῶς, ἤ μᾶλλον ἀσεβῶς ἐπεισάγουσιν, ἀνάθεμα».

Τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἕνα ὑπέροχο καί πολύ συνοπτικό κείμενο, πού εἶναι περίληψη ὅλης τῆς ὀρθόδοξης διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας μας. Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία τό ἐνέταξε μέσα στήν λατρεία της, τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, καί διαβάζεται σέ στάση προσοχῆς καί προσευχῆς. Εἶναι κείμενο ἱερό.

Πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ἀναθεματίζονται ὅσοι δέχονται μέν τά δόγματα τῶν Ἑλλήνων, ἀλλά παρουσιάζονται ὡς εὐσεβεῖς. Φαίνεται ὅτι καί τήν ἐποχή ἐκείνη ὑπῆρχαν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι κατά τά ἄλλα προσποιοῦνταν τόν εὐσεβῆ, εἶχαν καλούς τρόπους συμπεριφορᾶς, ὅμως δέν παραδέχονταν τήν δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.

Βέβαια, δέν ἀφορίζονται αὐτά καθ’ ἑαυτά τά ἔργα τῶν φιλοσόφων, ἀλλά ἡ προτίμηση τῶν φιλοσοφικῶν διδασκαλιῶν σέ βάρος τῆς πίστεως, καί ἡ χρησιμοποίηση τῆς φιλοσοφίας γιά τήν ἀλλοίωση τῆς ἀλήθειας τῆς Ἐκκλησίας. Δέν ἀπαγορεύεται ἡ μελέτη τῶν ἔργων τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, δηλαδή τῶν εἰδωλολατρῶν, ἀλλά κατηγοροῦνται οἱ Χριστιανοί πού ἀκολουθοῦν καί παραδέχονται τίς μάταιες θεωρίες τους. Λέγεται: ἀνάθεμα «τοῖς τά Ἑλληνικά δεξιοῦσι μαθήματα, καί μή διά παίδευσιν μόνον ταῦτα παιδευομένοις, ἀλλά καί ταῖς δόξαις αὐτῶν ταῖς ματαίαις ἑπομένοις». Κατηγοροῦνται καί ἀναθεματίζονται ὅσοι προτιμοῦν «τήν μωράν τῶν ἔξωθεν φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν» ἀπό τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία.

Τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας δέν παραμένει σέ θεωρητικό ἐπίπεδο, ἀλλά προχωρεῖ καί σέ συγκεκριμένα θέματα τά ὁποῖα καταδικάζει. Καί, ὅπως θά διαπιστωθῆ, ἀναφέρεται σέ βασικές διδασκαλίες τῆς φιλοσοφίας, τῆς λεγομένης μεταφυσικῆς. Μεταξύ αὐτῶν εἶναι καί ἡ διδασκαλία τοῦ Πλάτωνος περί ἰδεῶν. Σύμφωνα μέ αὐτήν τήν ἀντίληψη, ὑπάρχουν οἱ ἰδέες καί ὅλος ὁ κόσμος εἶναι ἤ ἀντιγραφή αὐτῶν τῶν ἰδεῶν ἤ πτώση ἀπό τίς ἰδέες αὐτές. Κατά τόν Πλάτωνα, ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἔγκειται στό νά ἐπιστρέψη ἡ ψυχή στόν κόσμο τῶν ἰδεῶν. Οἱ ἅγιοι Πατέρες στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας καταδικάζουν αὐτήν τήν ἄποψη καί τούς δεχομένους «τάς Πλατωνικάς ἰδέας, ὡς ἀληθεῖς».

Οἱ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι πίστευαν ὅτι ἡ ὕλη εἶναι ἄναρχη καί ὅλα τά κτίσματα εἶναι ἀΐδια καί ἄναρχα καί, βεβαίως, ἡ ὕλη εἶναι συνάναρχος μέ τόν Δημιουργό τοῦ κόσμου. Οἱ δεχόμενοι αὐτά καταδικάζονται: «Τοῖς τήν ὕλην ἄναρχον, καί τάς ἰδέας, ἤ συνάναρχον τῷ Δημιουργῷ πάντων καί Θεῷ δογματίζουσι, καί ὅτι περ οὐρανός καί γῆ, καί τά λοιπά τῶν κτισμάτων ἀΐδιά τέ εἰσι καί ἄναρχα, καί διαμένουσι ἀναλλοίωτα… ἀνάθεμα». Ἡ ὕλη καί ὁ κόσμος δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό καί δέν παραμένουν ἀναλλοίωτα.

Μέ ὅσα λέγονται στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας δέν προτρεπόμαστε νά σταματήσουμε νά μελετᾶμε τά συγγράμματα τῶν φιλοσόφων καί τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ἀλλά νά μή χρησιμοποιοῦμε τήν μέθοδό τους, πού συνίσταται στόν στοχασμό καί τήν λογικοκρατία καί νά μήν δεχόμαστε τίς δοξασίες τους, γιατί ἀλλοιώνουν τήν ὀρθόδοξη πίστη.

Ἀλλά καί στό θέμα τῆς δημιουργίας ὑπάρχει διαφοροποίηση τῆς φιλοσοφίας ἀπό τήν θεολογία. Βασική διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι ὁ κόσμος δημιουργήθηκε «ἐκ τοῦ μή ὄντος», ἐκ «μή ὑπαρχούσης ὕλης». Αὐτή ἡ διδασκαλία κλονίζει ὅλα τά θεμέλια τῆς φιλοσοφίας. Ἡ φιλοσοφία πίστευε, ὅπως ἀναφέραμε, ὅτι ἡ ὕλη εἶναι ἀΐδια. Ἔτσι, καταδικάζονται ἀπό τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας ὅσοι δέχονται ὅτι «οὐκ ἐκ τοῦ μή ὄντος τά πάντα ἐγένετο».

Καί στό θέμα τῆς ψυχῆς ὑπάρχει διαφοροποίηση τῆς φιλοσοφίας καί, ἑπομένως, καταδικάζονται ὅσοι δέχονται τίς ἀπόψεις της. Οἱ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι πίστευαν στήν προΰπαρξη τῆς ψυχῆς, στίς μετεμψυχώσεις καί στό ὅτι ὑπάρχει τέλος τῆς ψυχῆς, ὅτι, δηλαδή, κάποτε θά πεθάνη ἡ ψυχή. Τέτοιες διδασκαλίες εἰσχώρησαν καί σέ μερικούς θεολόγους τῆς Ἐκκλησίας, γι’ αὐτό καί καταδικάζονται. Ἀναθεματίζονται ὅσοι δέχονται «ὅτι προΰπαρξίς ἐστι τῶν ψυχῶν» καί ὅσοι δέχονται ἀκόμη «τάς μετεμψυχώσεις τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν, ἤ καί ὁμοίως τοῖς ἀλόγοις ζῴοις ταύτας ἀπόλλυσθαι, καί εἰς τό μηδέν χωρεῖν δεχομένοις», καί γι’ αὐτόν τόν λόγο ἀθετοῦν «ἀνάστασιν, κρίσιν, καί τήν τελευταίαν τῶν βεβιωμένων ἀνταπόδοσιν». Ἐπίσης, καταδικάζονται καί ὅσοι ὑποστηρίζουν ὅτι οἱ ἄνθρωποι μέ ἄλλα σώματα θά ἀναστηθοῦν καί θά κριθοῦν «καί οὐχί μεθ᾽ ὧν κατά τόν παρόντα βίον ἐπολιτεύσαντο».

Παράλληλα μέ αὐτά καταδικάζονται καί ὅσοι δέχονται τήν δοξασία τῶν φιλοσόφων ὅτι θά ὑπάρξη ἀποκατάσταση τῶν πάντων, δηλαδή, «ὅτι τέλος ἐστί τῆς κολάσεως ἤ ἀποκατάστασις αὖθις τῆς κτίσεως, καί τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων». Ὅπως ὑπάρχουν καί σήμερα ἔτσι ὑπῆρχαν καί τήν ἐποχή ἐκείνη ἄνθρωποι πού ὑπερτιμοῦσαν τούς φιλοσόφους ἔναντι τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τούς θεωροῦσαν ἀνώτερους καί γι’ αὐτό δέχονταν τίς διδασκαλίες τους. Ὅσοι, λοιπόν, διδάσκουν ὅτι οἱ φιλόσοφοι οἱ ὁποῖοι καταδικάστηκαν ἀπό ὅλες τίς Οἰκουμενικές Συνόδους «κρείττονες εἰσί κατά πολύ, καί ἐνταῦθα, καί ἐν τῇ μελλούσῃ κρίσει» τῶν ἁγίων Πατέρων, καί ὅσοι ἀποβάλλουν τίς διδασκαλίες τῶν ἁγίων Πατέρων καί τά Πρακτικά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καθώς ἐπίσης καί ὅσοι δέν ἐκλαμβάνουν ὀρθά τίς διδασκαλίες τῶν ἁγίων Πατέρων καί προσπαθοῦν «παρερμηνεύειν τε καί περιστρέφειν» αὐτές, ἀναθεματίζονται. Γιατί οἱ ἅγιοι Πατέρες εἶναι φορεῖς τῆς Παραδόσεως, ἐμπνέονται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Ἀναφέραμε προηγουμένως ὅτι ὅλοι οἱ φιλόσοφοι εἶχαν μιά ἰδιαίτερη μέθοδο πού διακρινόταν ἀπό τήν μεθοδολογία τῶν ἁγίων Πατέρων. Οἱ φιλόσοφοι χρησιμοποιοῦσαν τήν λογική καί τήν φαντασία γιά νά ἑρμηνεύσουν αὐτά τά θέματα, ἐνῶ οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔφθασαν στόν φωτισμό τοῦ νοῦ καί τήν θέωση καί μέ αὐτόν τόν τρόπο παρέλαβαν τήν ἀποκάλυψη. Ἡ ἐσφαλμένη μέθοδος τῶν φιλοσόφων, καθώς ἐπίσης καί ἐκεῖνοι πού τήν χρησιμοποιοῦν, καταδικάζονται ἀπό τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀντίθετα, ἐπαινεῖται ἡ καθαρή πίστη καί ἡ ἁπλή καί ὁλόψυχος καρδία. Γράφεται: «Τοῖς μή πίστει καθαρᾷ, καί ἁπλῇ καί ὁλοψύχῳ καρδίᾳ τά τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν καί Θεοῦ, καί τῆς ἀχράντως αὐτόν τεκούσης Δεσποίνης, ἡμῶν Θεοτόκου, καί τῶν λοιπῶν Ἁγίων ἐξαίσια θαύματα δεχομένοις, ἀλλά πειρωμένοις, ἀποδείξεσι καί λόγοις σοφιστικοῖς, ὡς ἀδύνατα διαβάλλειν, ἤ κατά τό δοκοῦν αὐτοῖς παρερμηνεύειν, καί κατά τήν ἰδίαν γνώμην συνιστᾶν, ἀνάθεμα». Ὅταν στηρίζεται κανείς μόνον στήν λογική καί στήν φαντασία, τότε βρίσκεται σέ λανθασμένη πορεία. Καί, ἄν παρατηρήσουμε προσεκτικά, θά διαπιστώσουμε ὅτι ὅλοι οἱ αἱρετικοί ἀκολούθησαν αὐτόν τόν δρόμο. Προσπάθησαν μέ τήν λογική καί τήν φαντασία καί μέ τήν χρησιμοποίηση τῆς φιλοσοφίας νά ἀναλύσουν καί νά κατανοήσουν ὅλα τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀντίθετα, οἱ ἅγιοι Πατέρες χρησιμοποίησαν ἄλλη μέθοδο, πού εἶναι ὁ λεγόμενος ἡσυχασμός, ὁ ὁποῖος συνίσταται στήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, στόν φωτισμό τοῦ νοῦ καί τήν θέωση.

Μέ τήν ἐπίδραση τῆς σχολαστικῆς θεολογίας, ἡ πράξη, πού στήν πατερική θεολογία εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ἑρμηνεύεται ὡς ἱεραποστολή, καί ἡ θεωρία, ἡ ὁποία στήν θεολογία τῶν ἁγίων Πατέρων εἶναι ἡ νοερά προσευχή καί ἡ θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ἑρμηνεύεται ὡς στοχασμός διανοητικός περί τοῦ Θεοῦ.

Λέγοντας ὅλα αὐτά πάλι πρέπει νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι οἱ φιλόσοφοι στήν ἐποχή τους ἔκαναν μεγάλη προσπάθεια γιά νά ἑρμηνεύσουν μερικά θέματα πού ζητοῦσαν λύση. Ὅμως παρατηροῦμε ὅτι χρησιμοποίησαν ἄλλη μέθοδο καί γι’ αὐτό ἀστόχησαν. Μέ ὅσα λέγονται στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας δέν προτρεπόμαστε νά σταματήσουμε νά μελετᾶμε τά συγγράμματα τῶν φιλοσόφων καί τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ἀλλά νά μή χρησιμοποιοῦμε τήν μέθοδό τους, πού συνίσταται στόν στοχασμό καί τήν λογικοκρατία καί νά μήν δεχόμαστε τίς δοξασίες τους, γιατί ἀλλοιώνουν τήν ὀρθόδοξη πίστη. Οἱ θεωρίες περί ἰδεῶν, περί ἀνάρχου καί ἀϊδίου ὕλης, περί αἰωνιότητος τοῦ κόσμου, περί προϋπάρξεως τῶν ψυχῶν, περί μετεμψυχώσεως ἤ μετενσαρκώσεως, περί δημιουργίας τοῦ κόσμου ἐξ ὑπαρχούσης ὕλης, περί ἀποκαταστάσεως τῶν πάντων κλπ. ὑπονομεύουν τίς διδασκαλίες τῆς Ἐκκλησίας καί ἀναιροῦν τήν ἀποκάλυψη.

β) Ἡ θεολογία τοῦ ἀκτίστου Φωτός

Προηγουμένως ἀναφέραμε ὅτι οἱ Πατέρες πού συνέγραψαν τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας καταδίκασαν τήν φιλοσοφία καί τήν μέθοδό της, καθώς καί ἐκείνους πού ἀκολουθοῦν τούς ἀρχαίους φιλοσόφους καί δέχονται τά δόγματά τους. Ὅμως, παράλληλα ἐπευφημοῦν τούς ἁγίους Πατέρες, πού δέχθηκαν τήν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἐξέφρασαν στήν ἐποχή τους μέ τήν διδασκαλία καί τήν ὁμολογία τους μέσα στήν Σύνοδο. Δέν θά ἀναφερθῶ σέ ὅλα αὐτά τά θέματα, ἀλλά κυρίως, θά ὑπογραμμίσω τά σχετικά μέ τήν θεολογία τοῦ ἀκτίστου Φωτός καί τήν διάκριση μεταξύ οὐσίας καί ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, γιατί ἦταν ἕνα ἀπό τά πιό κεντρικά καί βασικά σημεῖα τῶν Συνόδων τοῦ 14ου αἰῶνος (1341, 1347, 1351) μ.Χ.

Ὁ Βαρλαάμ, ἕνας στήν πραγματικότητα σχολαστικός θεολόγος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, πού χρησιμοποιοῦσε τήν φιλοσοφία σέ βάρος τῆς θεοπτίας, καί ὡς κέντρο εἶχε τήν λογική του καί τόν στοχασμό, ὅπως φαίνεται ἀπό τόν τόμο τοῦ ἔτους 1341, ὑποστήριζε ὅτι ἡ φιλοσοφία εἶναι ἀνώτερη τῆς θεολογίας καί τῆς θεοπτίας. Ἔλεγε ὅτι τό Φῶς στό ὄρος Θαβώρ δέν ἦταν ἀπρόσιτο, οὔτε τό ἀληθινό φῶς τῆς θεότητος, οὔτε τῶν ἀγγέλων ἱερώτερον καί θειότερον, «ἀλλά καί χεῖρον καί κατώτερον καί αὐτῆς τῆς ἡμετέρας νοήσεως». Ἔλεγε ὅτι, ἐπειδή τό Φῶς ἐκεῖνο προσπίπτει διά τοῦ ἀέρος καί ὑποπίπτει στήν αἰσθητική δύναμη κλπ., ὅλα τά νοήματα καί τά νοούμενα «σεμνότερα ἐστί τοῦ φωτός ἐκείνου». Τό φῶς αὐτό γίνεται καί ἀπογίνεται, ἐπειδή εἶναι φανταστό, μεριστό καί πεπερασμένο. Κατά τόν Βαρλαάμ, «ἀναγόμεθα δέ ἀπό τοῦ τοιούτου φωτός (τήν λογική) ἐπί νοήματα καί θεωρήματα, ἅ κρείττω ἐστίν ἀσυγκρίτως τοῦ φωτός ἐκείνου». Γι’ αὐτό ἔλεγε ὅτι ὅσοι ὑποστηρίζουν ὅτι τό Φῶς τῆς Μεταμορφώσεως εἶναι ὑπέρ νοῦν καί ἀληθινό καί ἀπρόσιτο «πεπλανημένοι εἰσί καθάπαξ. .. ἀσεβεῖς τε διά τοῦτο καί ὀλεθριώτατα δόγματα εἰς τήν Ἐκκλησίαν» εἰσάγουν. Τά ἔλεγε αὐτά ὁ Βαρλαάμ γιατί εἶχε διαποτισθῆ ἀπό τήν σχολαστική θεολογία τῆς Δύσεως, ἀφοῦ μάλιστα ἀγνοοῦσε καί τήν θεολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Συγχρόνως ὁ Βαρλαάμ πολεμοῦσε τήν διάκριση οὐσίας καί ἐνεργείας στόν Θεό καί, κυρίως, πολεμοῦσε τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστη.

Στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας ἐκτίθεται ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία πάνω στό θέμα αὐτό. Γράφεται ὅτι στόν Θεό ὑπάρχει οὐσία καί ἐνέργεια καί αὐτή ἡ διάκριση δέν λυμαίνεται τήν θεία ἁπλότητα. Ὁμολογοῦμε καί πιστεύουμε «ἄκτιστον καί φυσικήν χάριν καί ἔλλαμψιν καί ἐνέργειαν, ἐξ αὐτῆς τῆς θείας οὐσίας ἀχωρίστως ἀεί προϊοῦσαν». Καί ἐπειδή, κατά τούς ἁγίους, κτιστή ἐνέργεια «κτιστήν δηλώσει καί φύσιν • ἄκτιστος δέ, ἄκτιστον χαρακτηρίσει οὐσίαν», γι’ αὐτό καί ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστη. Μάλιστα, τό τῆς θεότητος ὄνομα ὄχι μόνον στήν θεία οὐσία, ἀλλά «καί ἐπί τῆς θείας ἐνεργείας οὐχ ἧττον αὐτό» τίθεται. Αὐτό σημαίνει ὅτι, κατά τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, «ἄληπτον μέν εἶναι παντελῶς αὐτήν (τήν οὐσίαν) καί ἀμέθεκτον, μεθεκτήν δέ τήν θείαν χάριν τε καί ἐνέργειαν».

Ὁ ἀφορισμός ἔχει τήν ἔννοια τῆς ἐπισημοποιήσεως τοῦ ἀποχωρισμοῦ τοῦ αἱρετικοῦ ἀπό τήν Ἐκκλησία. Οἱ ἅγιοι Πατέρες μέ τήν πράξη τους αὐτή ἐπιβεβαιώνουν τήν ἤδη ὑπάρχουσα κατάσταση, καί ἐκτός αὐτοῦ, βοηθοῦν τούς Χριστιανούς νά προφυλάσσωνται ἀπό τήν αἵρεση – ἀσθένεια.

Ἐπίσης, στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας παρουσιάζεται ἡ ἀλήθεια ὅτι τό Φῶς τῆς Μεταμορφώσεως δέν εἶναι φάσμα καί κτίσμα, δέν εἶναι κάτι πού ἐμφανίζεται καί στήν συνέχεια ἐξαφανίζεται, ἀλλά εἶναι ἄκτιστο καί φυσική χάρη καί ἔλλαμψη καί ἐνέργεια. Εἶναι, δηλαδή, ἡ φυσική δόξα τῆς θεότητος. Καί αὐτό τό Φῶς, πού εἶναι ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία προΐεται ἀδιαιρέτως ἀπό τήν θεία οὐσία, ἐπιφαίνεται «διά φιλανθρωπίαν Θεοῦ τοῖς κεκαθαρμένοις τόν νοῦν». Αὐτό, λοιπόν, τό ἄκτιστο Φῶς εἶναι «φῶς ἀπρόσιτον…καί φῶς ἄπλετον, καί φύσιν ἀπερινόητον θείας αἴγλης, καί δόξαν ἀπόρρητον, καί Θεότητος, δόξαν ὑπερτελῆ, καί προτέλειον, καί ἄχρονον τοῦ Υἱοῦ δόξαν, καί βασιλείαν Θεοῦ, καί κάλλος ἀληθινόν, καί ἐράσμιον περί τήν θείαν καί μακαρίαν φύσιν, καί φυσικήν δόξαν Θεοῦ, Πατρός καί Πνεύματος ἐν Υἱῷ Μονογενεῖ ἀπαστράπτουσαν, καί Θεότητα. ..».

Ἐπευφημοῦνται οἱ ἅγιοι Πατέρες πού ὁμολογοῦν τό «προϊέναι μέν τήν θείαν ἐνέργειαν ἐκ τῆς θείας οὐσίας, προϊέναι δέ ἀδιαιρέτως, διά μέν τοῦ προΐέναι, τήν ἀπόρρητον διάκρισιν παριστώντων, διά δέ τοῦ ἀδιαιρέτως, ὑπερφυᾶ δεικνύντων τήν ἕνωσιν».

Τελικά, οἱ αἱρετικοί πού δέχονται τέτοιες πεπλανημένες ἀπόψεις, ἀντίθετες ἀπό τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων καί θεοφόρων Πατέρων, ἀναθεματίζονται. Ἀντίθετα, οἱ ἅγιοι Πατέρες πού ἐκφράζουν ἀλάνθαστα τήν διδασκαλία τῆς Καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπευφημοῦνται καί μακαρίζονται. Εἰδικά ἐπαινεῖται ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Ἐπαινεῖται γιά δύο λόγους. Ὁ ἕνας γιατί ἀντιμετώπισε ἐπιτυχῶς καί κατατρόπωσε τούς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι δίδασκαν πεπλανημένες ἰδέες γύρω ἀπό τά κρίσιμα αὐτά θεολογικά θέματα καί οἱ ὁποῖοι προσπάθησαν νά εἰσαγάγουν στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ «τάς Πλατωνικάς ἰδέας καί τούς Ἑλληνικούς μύθους ἐκείνους». Ὁ ἄλλος λόγος, γιατί ἐξέθεσε τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία πάνω στά θέματα αὐτά, ἔχοντας ἐξηγητές ὅλους τούς ἁγίους Πατέρες ἀπό τόν Μέγα Ἀθανάσιο μέχρι τήν ἐποχή του. Ἔτσι, ἐδῶ παρουσιάζεται ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς διάδοχος τῶν ἁγίων Πατέρων καί ὑπέρμαχος τῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, γιά αὐτό καί γίνεται εἰδική καί ἰδιαίτερη μνεία τοῦ ὀνόματός του στό Συνοδικόν.

Τό βασικό εἶναι νά μπορέση κανείς μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τόν δικό του ἀγώνα νά συγκεντρώση τόν νοῦ στήν καρδιά. Αὐτός εἶναι ὁ λεγόμενος ἡσυχασμός καί ἡ λεγομένη ἡσυχαστική κίνηση. Εἶναι ἡ λεγομένη νοερά ἡσυχία, γιά τήν ὁποία ἔγραψαν τόσα πολλά οἱ ἅγιοι Πατέρες.

Ὁ τόμος δέ τῆς Συνόδου τοῦ ἔτους 1347 μ.Χ. γράφει κάτι πολύ σημαντικό γιά τήν ἀξία καί τό κύρος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί ὅλων ἐκείνων τῶν μοναχῶν πού ἀκολουθοῦν τήν διδασκαλία του. Τόν χαρακτηρίζει “τιμιώτατον”. Καί ἀφοῦ ἀναθεματίζει ὅσους δέν δέχονται τήν διδασκαλία του καί τόν πολεμοῦν, συγχρόνως λέγει ὅτι, ἄν κάποιος ἄλλος «τά αὐτά ποτε φωραθείη ἤ φρονῶν ἤ λέγων ἤ συγγραφόμενος κατά τοῦ εἰρημένου τιμιωτάτου ἱερομονάχου κυροῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τῶν σύν αὐτῷ μοναχῶν, μᾶλλον δέ κατά τῶν ἱερῶν θεολόγων καί τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς, τά αὐτά καί κατ’ αὐτοῦ ψηφιζόμεθα καί τῇ αὐτῇ καταδίκῃ καθυποβάλλομεν, εἴτε τῶν ἱερωμένων εἴη τις, εἴτε τῶν λαϊκῶν». Ὅποιος, δηλαδή, λέγει ἐναντίον τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τῆς διδασκαλίας του, δέχεται τόν ἀφορισμό τῆς Συνόδου. Καί, μάλιστα, γράφει γιά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ καί τούς αὐτῷ συνάδοντες μοναχούς: «οὐκ ἀνωτέρους μόνον παντάπασι τῶν κατ’ αὐτῶν, μᾶλλον δέ τῶν κατά τῆς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας ἐρεσχελιῶν. .. ἔχομεν, ἀλλά καί ἀσφαλεστάτους τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς εὐσεβείας προμάχους καί προαγωνιστάς καί βοηθούς ταύτης ἀποφαινόμεθα».

Ἐπειδή ὑπάρχουν καί σήμερα μερικοί «θεολόγοι» πού ἀμφισβητοῦν τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τήν θεωροῦν ὡς νεοπλατωνική, ἄς ἀκούσουν τόν ἀφορισμό καί τόν ἀναθεματισμό τῆς Συνόδου πού μνημονεύσαμε, καί γενικά τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας.

γ) Ὁ ἡσυχασμός

Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας πού ἐκφράσθηκε τόν 14ο αἰώνα διά τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, καί διατυπώθηκε ἀπό Μεγάλες Συνόδους, περί τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀκτίστου Φωτός συνδέεται στενώτατα μέ τήν λεγόμενη ἡσυχαστική κίνηση. Ἄλλωστε, τό νά φθάση ὁ ἄνθρωπος στήν ἐμπειρία αὐτή, στήν θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ἡ ὁποία ταυτίζεται μέ τήν θέωση, δέν εἶναι ὑπόθεση ἀναπτύξεως τῆς λογικῆς καί φορτίσεως τοῦ μυαλοῦ ἀπό γνώσεις, ἀλλά καρπός τῆς καθάρσεως τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ νοῦ μέσα στήν καρδιά, καί τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοῦ.

Ἀπό τά Πρακτικά τοῦ Συνοδικοῦ τόμου τοῦ ἔτους 1341 μ.Χ. φαίνεται πώς ὁ Βαρλαάμ ἀμφισβητοῦσε τόν τρόπο βιώσεως τοῦ ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ, τόν λεγόμενο ἡσυχαστικό τρόπο ζωῆς. Βέβαια, αὐτό φαίνεται καί ἀπό ὅλη τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, κυρίως ἀπό τήν ἀντίκρουση τῶν ἀπόψεων τοῦ Βαρλαάμ, τήν ὁποία ἔκανε ὁ ἅγιος Γρηγόριος στό γνωστό ἔργο του Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων. Ὅμως, θά μνημονεύσω ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τά Πρακτικά τῆς Συνόδου τοῦ ἔτους 1341. Ἔλεγε μεταξύ τῶν ἄλλων ὁ Βαρλαάμ: «Ἐγώ πολλῶν ὄντων, ἅ τις ἄν ἔχοι δικαίως ἐγκαλεῖν τῷ τῆς τοιαύτης διδασκαλίας ὑφηγητῇ, οὐδενός ἔλαττον ἡγοῦμαι καί τοῦτο, ὅτι τά χριστιανῶν ἐπιχειρῶν διά τῶν εἰσπνοῶν ἀνατρέπειν μυστήρια, συκοφαντεῖ καί τούς Πατέρας ὡς ἅπερ νῦν αὐτός ἐκδιδάσκει, ταῦτα κἀκείνους φρονήσαντας πρότερον».

Οἱ θεωρίες περί ἰδεῶν, περί ἀνάρχου καί ἀϊδίου ὕλης, περί αἰωνιότητος τοῦ κόσμου, περί προϋπάρξεως τῶν ψυχῶν, περί μετεμψυχώσεως ἤ μετενσαρκώσεως, περί δημιουργίας τοῦ κόσμου ἐξ ὑπαρχούσης ὕλης, περί ἀποκαταστάσεως τῶν πάντων κλπ. ὑπονομεύουν τίς διδασκαλίες τῆς Ἐκκλησίας καί ἀναιροῦν τήν ἀποκάλυψη.

Στά συγγράμματα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ βλέπουμε μιά συνεχῆ ἀναίρεση τῆς κακοδόξου αὐτῆς διδασκαλίας τοῦ Βαρλαάμ, πού προσπαθοῦσε νά κλονίση τά θεμέλια τοῦ παραδοσιακοῦ μοναχισμοῦ. Ὁ Βαρλαάμ εἶχε ὑπ’ ὄψη του τόν μοναχισμό τῆς Δύσεως, πού εἶχε ἐγκαταλείψει τήν ἡσυχαστική παράδοση καί καταγινόταν μέ μιά κοινωνική ἐργασία. Στόν Μεσαίωνα, μέ τήν ἐπίδραση τῆς σχολαστικῆς θεολογίας, ἡ πράξη, πού στήν πατερική θεολογία εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ἑρμηνεύεται ὡς ἱεραποστολή, καί ἡ θεωρία, ἡ ὁποία στήν θεολογία τῶν ἁγίων Πατέρων εἶναι ἡ νοερά προσευχή καί ἡ θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ἑρμηνεύεται ὡς στοχασμός διανοητικός περί τοῦ Θεοῦ.

Βέβαια, ἡ εἰσπνοή καί ἐκπνοή, ὅπως καί ἄλλοι τρόποι, εἶναι ψυχοτεχνικές μέθοδοι διά τῶν ὁποίων ἐπιχειρεῖται νά ἀποδεσμευθῆ ὁ νοῦς ἀπό τήν ὑποδούλωσή του στό περιβάλλον καί στήν λογική καί νά εἰσέλθη στήν καρδιά, ὅπου εἶναι ὁ πραγματικός τόπος, ἡ φυσική του κατάσταση, καί ἀπό ἐκεῖ νά ἀνέλθη στήν θεωρία τοῦ Θεοῦ. Τό βασικό εἶναι νά μπορέση κανείς μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τόν δικό του ἀγώνα νά συγκεντρώση τόν νοῦ στήν καρδιά. Αὐτός εἶναι ὁ λεγόμενος ἡσυχασμός καί ἡ λεγομένη ἡσυχαστική κίνηση. Εἶναι ἡ λεγομένη νοερά ἡσυχία, γιά τήν ὁποία ἔγραψαν τόσα πολλά οἱ ἅγιοι Πατέρες. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ὁ νοῦς ἀποδεσμεύεται ἀπό τήν λογική καί ἀποκτᾶ τήν κατά φύση καί ὑπέρ φύση πορεία του. Τότε βρίσκεται στήν φυσική του κατάσταση.

Ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀκολούθησαν τήν ἴδια μέθοδο, γι’ αὐτό καί κατέληξαν στά ἴδια συμπεράσματα. Ὁ ἡσυχασμός εἶναι ἡ μόνη μέθοδος θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου. Ὁπότε, ἀπό τήν μιά πλευρά ὑπάρχουν οἱ διά μέσου τῶν αἰώνων ἡσυχαστές, πού εἶναι οἱ ἀκραιφνεῖς θεολόγοι, καί ἀπό τήν ἄλλη οἱ ἀντιησυχαστές, πού θεολογοῦν μέ τήν φαντασία, γι’ αὐτό καί καταλήγουν σέ αἱρέσεις.

Στόν Συνοδικό τόμο τοῦ 1341 μ.Χ. ὑπάρχει μιά πολύ σημαντική και χαρακτηριστική παράγραφος. Ὁ Βαρλαάμ καταδικάζεται, γιατί κατηγοροῦσε τούς μοναχούς «περί τῆς μελετωμένης αὐτοῖς καί προφερομένης συχνῶς ἱερᾶς εὐχῆς». Οἱ μοναχοί ἀσκοῦνταν στήν εὐχή καί τήν νοερά ἡσυχία γιατί, ὅπως καί ὅλη ἡ παράδοση βεβαιώνει, εἶναι ἡ κατάλληλη μέθοδος γιά τήν συγκέντρωση τοῦ νοῦ στήν καρδιά. Ἡ Σύνοδος δέχεται αὐτήν τήν μέθοδο πού φαίνεται ὅτι εἶναι ἀποδεκτή ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

Στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας παρουσιάζεται ἡ ἀλήθεια ὅτι τό Φῶς τῆς Μεταμορφώσεως δέν εἶναι φάσμα καί κτίσμα, δέν εἶναι κάτι πού ἐμφανίζεται καί στήν συνέχεια ἐξαφανίζεται, ἀλλά εἶναι ἄκτιστο καί φυσική χάρη καί ἔλλαμψη καί ἐνέργεια. Εἶναι, δηλαδή, ἡ φυσική δόξα τῆς θεότητος.

Συγχρόνως ὅμως, ἡ Σύνοδος καταδικάζει καί ὅλους ἐκείνους πού δέχονται τίς ἴδιες μέ τόν Βαρλαάμ ἀπόψεις καί κατηγοροῦν τούς μοναχούς οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νά διάγουν ἡσυχαστικά, γιατί οἱ μοναχοί δέν κάνουν τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά ἐφαρμόζουν τήν μέθοδο τήν ὁποία ἔχει ἡ Ἐκκλησία. Γράφεται: 
«Ἀλλά καί εἴ τις ἕτερός τι τῶν ὑπ’ ἐκείνου βλασφήμως καί κακοδόξως κατά τῶν μοναχῶν, μᾶλλον δέ τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς, λαληθέντων ἤ συγγραφέντων φανείη πάλιν τῶν μοναχῶν κατηγορῶν ἤ ὅλως τούτων ἐν τοῖς τοιούτοις καθαπτόμενος, τῇ αὐτῇ καταδίκῃ παρά τῆς ἡμῶν μετριότητος καθυποβαλλόμενος, ἀποκήρυκτος ἔσται καί αὐτός καί ἀποτετμημένος τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ ὀρθοδόξου τῶν χριστιανῶν συστήματος».

Θεωρῶ πολύ σημαντικό αὐτό τό κείμενο καί ἀπάντηση σέ ἐκείνους πού ὄχι μόνον κατηγοροῦν τόν σύγχρονο ἡσυχαστικό μοναχισμό, ἀλλά τόν θεωροῦν αἱρετικό καί ἐπιδιώκουν μέ κάθε τρόπο νά τόν ἀποδεσμεύσουν ἀπό ὅλη τήν ἡσυχαστική παράδοση καί νά τόν ἐντάξουν μέσα στίς ἀνθρωποκεντρικές κοινωνίες ἤ καί γενικές θρησκευτικές συνθῆκες ζωῆς. Ὁ λόγος ὅτι εἶναι ἀποτετμημένοι ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι φοβερός.

δ) Οἱ θεόπνευστες θεολογίες τῶν ἁγίων καί τό εὐσεβές φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας

Ὅποιος μελετήσει τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅταν φθάση στά κεφάλαια πού ἀναφέρονται στήν αἵρεση τοῦ Βαρλαάμ καί τοῦ Ἀκινδύνου θά παρατηρήση ἀσφαλῶς ὅτι ἕξι φορές ὑπάρχει ἡ φράση: «κατά τάς τῶν Ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα». Καί μάλιστα θά παρατηρήση ὅτι, ἀντικρούοντας ἡ Σύνοδος ὅλες τίς αἱρετικές θέσεις τοῦ Βαρλαάμ καί τοῦ Ἀκινδύνου καί ἀναφέροντας τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας πάνω στό συγκεκριμένο αὐτό θέμα, χρησιμοποιεῖ τήν ἴδια φράση. Καταδικάζονται οἱ αἱρετικοί, ἐπειδή δέν πιστεύουν καί δέν ὁμολογοῦν «κατά τάς τῶν Ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα».

Πρέπει νά παρατηρήσουμε ὅτι οἱ ὁμολογίες τῶν ἁγίων χαρακτηρίζονται θεόπνευστες. Καί, βέβαια, ἡ θεοπνευστία συνδέεται μέ τήν ἀποκάλυψη. Οἱ ἅγιοι βίωσαν τόν Θεό, ἀπέκτησαν ἐμπειρία τῆς θείας Χάριτος, γνώρισαν προσωπικά τόν Θεό, ἔφθασαν στήν Πεντηκοστή, παρέλαβαν τήν ἀποκάλυψη καί γι’ αὐτό χαρακτηρίζονται θεόπνευστοι καί ἀπλανεῖς διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας.

Ἰδιαιτέρως, πρέπει νά ὑπογραμμίσουμε τήν μέθοδο τήν ὁποία χρησιμοποίησαν καί τόν τρόπο τόν ὁποῖο βίωσαν γιά νά γίνουν κατά Χάρη θεόπνευστοι. Αὐτός ὁ τρόπος εἶναι ὁ ἡσυχασμός, ὁ ὁποῖος συγκεκριμενοποιεῖται στά τρία στάδια τῆς πνευματικῆς τελειώσεως, πού εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ καί ἡ θέωση. Αὐτοί οἱ θεούμενοι καί θεόπνευστοι ἅγιοι εἶναι οἱ Προφῆτες στήν Παλαιά Διαθήκη, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ ἅγιοι Πατέρες. Γι᾽ αὐτό τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας γράφει: «Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφρόνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλλαμψεν». Ὑπάρχει, ἑπομένως, ταυτότητα ἐμπειριῶν μέ ὅλους τούς ἁγίους, ἀκριβῶς γιατί ἀκολούθησαν τόν ἴδιο τρόπο, βίωσαν τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ φυγή μας ἀπό τήν ἁμαρτία, ἡ φυγή τῆς ἁμαρτίας ἀπό μέσα μας καί ἡ ἄνοδος στήν θεωρία τοῦ Θεοῦ.

Ἀκόμη, ἡ θεόπνευστη διδασκαλία τῶν ἁγίων συνδέεται στενά μέ τό εὐσεβές φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία γεννᾶ τούς ἁγίους καί οἱ ἅγιοι ἐκφράζουν τό εὐσεβές φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας. Δέν νοοῦνται ἅγιοι ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία καί δέν νοοῦνται ἅγιοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν αἱρετικές καί λανθασμένες ἀπόψεις πάνω σέ σοβαρά θεολογικά ζητήματα.

Μέσα στήν Ἐκκλησία, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὑπάρχουν «οἱ πείρᾳ μεμυημένοι» καί αὐτοί πού ἀκολουθοῦν καί σέβονται αὐτούς τούς πεπειραμένους. Ἔτσι, ἄν δέν ἔχουμε δική μας πείρα στά θέματα αὐτά, πρέπει, ὁπωσδήποτε, νά ἀκολουθοῦμε τήν διδασκαλία τῶν θεοπτῶν, θεουμένων καί πεπειραμένων ἁγίων. Μόνον ἔτσι ἔχουμε ἐκκλησιαστικό φρόνημα καί ἐκκλησιαστική συνείδηση. Διαφορετικά ἀνοίγουμε τόν δρόμο γιά τήν αὐτοκαταστροφή. Πρέπει συνεχῶς νά πιστεύουμε καί νά ὁμολογοῦμε «κατά τάς τῶν Ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα».

Ὑπάρχει, ἑπομένως, ταυτότητα ἐμπειριῶν μέ ὅλους τούς ἁγίους, ἀκριβῶς γιατί ἀκολούθησαν τόν ἴδιο τρόπο, βίωσαν τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ φυγή μας ἀπό τήν ἁμαρτία, ἡ φυγή τῆς ἁμαρτίας ἀπό μέσα μας καί ἡ ἄνοδος στήν θεωρία τοῦ Θεοῦ.

Τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἕνα ὑπέροχο καί πολύ συνοπτικό κείμενο, πού εἶναι περίληψη ὅλης τῆς ὀρθόδοξης διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας μας. Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία τό ἐνέταξε μέσα στήν λατρεία της, τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας καί διαβάζεται σέ στάση προσοχῆς καί προσευχῆς. Εἶναι κείμενο ἱερό. Καί πρέπει νά προσαρμόζουμε ὅλη μας τήν σκέψη καί πρό παντός τήν ζωή μας σέ αὐτό.

Χρειάζεται νά τό μελετᾶμε ἐπισταμένως γιά νά γνωρίζουμε σέ τί συνίσταται ἡ ὀρθόδοξη πίστη καί ἡ ὀρθόδοξη ζωή. Καί πραγματικά ἡ ὀρθόδοξη βιοτή εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπό σχολαστικισμούς καί ἠθικισμούς. Εἶναι ἡσυχαστική καί θεολογική.

Ἡ θετική ἤ ἀρνητική στάση στό κείμενο αὐτό δείχνει κατά πόσο διαπνεόμαστε ἀπό τό ὀρθόδοξο-ἐκκλησιαστικό φρόνημα ἤ κατά πόσο διακατεχόμαστε ἀπό τόν σχολαστικισμό. Εἴμαστε ἐκκλησιαστικοί ὅσο εἴμαστε ἁγιοπατερικοί.

Θεωρῶ εὐλογία ἀπό τόν Θεό πού τό βιβλίο αὐτό τελείωσε μέ τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας καί μέ τήν ἐξαιρετική φράση “κατά τάς τῶν Ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα”. Σέ αὐτό φαίνεται καθαρά τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία καί ποιά εἶναι τά μέλη της, τί εἶναι Σύνοδοι καί πῶς διακρίνονται ἀπό τίς ψευδοσυνόδους, τί εἶναι οἱ ἃγιοι καί πῶς γίνονται ἃγιοι, τί εἶναι ἐκκλησιαστικό φρόνημα καί πῶς σώζεται κανείς. Ἡ γνώση αὐτῶν τῶν θεμάτων εἶναι ζητήματα ζωῆς ἤ θανάτου.

Ἀναθεματισμοί – Ἐπευφημίες

Ὅποιος διαβάσει τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας, θά διαπιστώση ἀμέσως ὅτι ἀφ’ ἑνός μέν ἀναθεματίζονται οἱ αἱρετικοί, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἐπευφημοῦνται οἱ ἅγιοι Πατέρες καί οἱ Ὁμολογητές. Γιά τούς πρώτους ἀπό τόν παριστάμενο λαό ἀναφωνεῖται τό «ἀνάθεμα» τρεῖς φορές, γιά τούς δεύτερους ἀναφωνεῖται τό «αἰωνία ἡ μνήμη» τρεῖς φορές σέ κάθε πρόταση.

Μερικοί σκανδαλίζονται ὅταν βλέπουν καί ἀκοῦν μιά τέτοια ἐνέργεια, κυρίως, ὅταν ἀκοῦν τό «ἀνάθεμα». Τό θεωροῦν πολύ σκληρό καί λέγουν ὅτι ἐκφράζεται μέ αὐτόν τόν τρόπο τό μισαλλόδοξο πνεῦμα πού ἔχει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Ὅμως, τά πράγματα δέν ἑρμηνεύονται κατ’ αὐτόν τόν τρόπο. Οἱ ἀναθεματισμοί δέν μποροῦν νά θεωρηθοῦν ὡς φιλοσοφικές ἔννοιες καί ὡς μισαλλόδοξες καταστάσεις, ἀλλά ὡς ἰατρικές ἐνέργειες. Πρῶτα- πρῶτα οἱ αἱρετικοί μέ τήν ἐπιλογή πού ἔκαναν κατέληξαν στήν αἵρεση καί στήν διαφοροποίηση ἀπό τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Χρησιμοποιώντας τήν φιλοσοφία ἀντιτάχθηκαν στήν θεολογία καί τήν ἀποκάλυψη. Μέ αὐτόν τόν τρόπο δείχνουν ὅτι ἀρρώστησαν καί στήν πραγματικότητα ἀποκόπηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ἔπειτα, ὁ ἀφορισμός ἔχει τήν ἔννοια τῆς ἐπισημοποιήσεως τοῦ ἀποχωρισμοῦ τοῦ αἱρετικοῦ ἀπό τήν Ἐκκλησία. Οἱ ἅγιοι Πατέρες μέ τήν πράξη τους αὐτή ἐπιβεβαιώνουν τήν ἤδη ὑπάρχουσα κατάσταση, καί ἐκτός αὐτοῦ, βοηθοῦν τούς Χριστιανούς νά προφυλάσσωνται ἀπό τήν αἵρεση – ἀσθένεια.

Εἶναι χαρακτηριστικό ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τά Πρακτικά τῆς δ΄ Συνεδρίας τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἐκεῖ λέγεται ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες ἐκπληρώνουν τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ, νά θέτουν, δηλαδή, τόν λύχνο τῆς θείας γνώσεως «ἐπί τήν λυχνίαν» γιά νά λάμπη σέ ὅλους πού βρίσκονται στήν οἰκία καί νά μήν τόν κρύπτουν «ὑπό τόν μόδιον». Μέ αὐτόν τόν τρόπο βοηθοῦνται ὅσοι ὁμολογοῦν εὐσεβῶς τόν Κύριο, νά βαδίζουν ἀπροσκόπτως τόν δρόμο τῆς σωτηρίας. Οἱ ἅγιοι Πατέρες «πᾶσαν πλάνην αἱρετικῶν ἐξωθοῦσι, καί τό σεσηπός μέλος, εἴπως ἀνίατα νοσεῖ, ἐκκόπτουσι • καί τό πτύον κατέχοντες, τήν ἅλωνα καθαίρουσι • καί τόν σῖτον, ἤτοι τόν τρόφιμον λόγον, τόν στηρίζοντα καρδίαν ἀνθρώπου, ἀποκλείουσιν ἐν τῇ ἀποθήκῃ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τό δέ ἄχυρον τῆς αἱρετικῆς κακοδοξίας ἔξω ῥίψαντες κατακαίουσι πυρί ἀσβέστῳ».

Στόν Θεό ὑπάρχει οὐσία καί ἐνέργεια καί αὐτή ἡ διάκριση δέν λυμαίνεται τήν θεία ἁπλότητα. Ὁμολογοῦμε καί πιστεύουμε «ἄκτιστον καί φυσικήν χάριν καί ἔλλαμψιν καί ἐνέργειαν, ἐξ αὐτῆς τῆς θείας οὐσίας ἀχωρίστως ἀεί προϊοῦσαν».

Ἔτσι, οἱ αἱρετικοί εἶναι σεσηπότα μέλη τῆς Ἐκκλησίας, τά ὁποῖα εἶναι ἀνίατα καί γι’ αὐτό ἐκκόπτονται ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Μέ αὐτό τό πρίσμα πρέπει νά ἐξετάζωνται οἱ αἱρετικοί. Ὁπότε, μπορεῖ κανείς νά δῆ τήν φιλανθρωπία τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί, ὅπως ἔχουμε τονίσει καί ἀλλοῦ, ὅταν κανείς διαθέτη λανθασμένη ἰατρική διδασκαλία, τότε δέν ὑπάρχουν θεραπευτικά ἀποτελέσματα, ὁπότε δέν θεραπεύεται, δέν μπορεῖ ποτέ νά φθάση στήν θεραπεία. Τό ἴδιο γίνεται μέ τά δόγματα ἤ τήν πλανεμένη διδασκαλία. Μιά λανθασμένη διδασκαλία, ἡ ὁποία στηρίζεται σέ σφαλερή μεθοδολογία, δέν μπορεῖ ποτέ νά ὁδηγήση τόν ἄνθρωπο στήν θέωση.

Μέσα σέ αὐτά τά πλαίσια πρέπει νά ἐξετάζεται τό γεγονός ὅτι τόσο οἱ ἀναθεματισμοί ὅσο καί οἱ ἐπευφημίες ἀναφέρονται σέ συγκεκριμένους ἀνθρώπους, γιατί αὐτοί πλάθουν αὐτές τίς διδασκαλίες καί στήν συνέχεια ἀποκτοῦν ὀπαδούς. Καί, μάλιστα, εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι γιά τούς αἱρετικούς χρησιμοποιοῦνται φοβερά ἐπίθετα. Πρέπει νά ὑπογραμμισθῆ ὅτι τά φρικτά ἐπίθετα πού χρησιμοποιοῦνται δέν πρέπει νά ἐξετάζωνται ἀπό ἠθική ἔννοια, ἄλλωστε πολλοί αἱρεσιάρχες ἦταν «ἠθικοί» ἄνθρωποι, ἀλλά ἀπό θεολογική. Θά καταγράψω μερικά τέτοια ἐπίθετα καί μερικούς χαρακτηρισμούς πολύ ἐνδεικτικούς.

Τούς εἰκονομάχους πού καταφέρονταν ἐναντίον τῶν ἱερῶν εἰκόνων τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας τούς ὀνομάζει «φαυλιστάς» τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, «τολμητάς κατά τῆς εἰκόνος καί θρασεῖς, δειλούς καί πεφευγότας». Αὐτούς πού ἄρχισαν τήν αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας, στήν ἐποχή τῶν Ἰσαύρων τούς ὀνομάζει «ἀνιέρους καί ὁδηγούς ἀπωλείας». Ὁ Γερόντιος ἀναθεματίζεται γιά «τόν ἰόν τῆς μυσαρᾶς αὐτοῦ αἱρέσεως. .. σύν τοῖς διεστραμμένοις αὐτοῦ δόγμασι». Ἡ αἵρεση εἶναι ἀσθένεια καί ἡ αἱρετική δογματική δοξασία εἶναι διεστραμμένη, γιατί διαστρέφει τήν ἀποκαλυπτική ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας. Δίδεται ἀναθεματισμός «τῷ φρυαξαμένῳ συνεδρίῳ κατά τῶν σεπτῶν Εἰκόνων».

Ὅπως ἐλέχθη, στό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας μνημονεύονται ὅλοι οἱ αἱρετικοί. Μέ αὐτό φαίνεται ἀφ’ ἑνός μέν ὅτι ὅλοι οἱ αἱρετικοί χρησιμοποίησαν τήν ἴδια μέθοδο καί στήν οὐσία συμπίπτουν μεταξύ τους, ἀφ’ ἑτέρου δέ ὅτι τόσο ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ὅσο καί ἡ Θ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος θεωροῦν τόν ἑαυτό τους ὡς ἐκφραστές τῆς Ἐκκλησίας καί ὡς συνέχεια τῶν προγενεστέρων Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ὁ Ἄρειος ἀποκαλεῖται «θεομάχος» καί ἀρχηγός τῶν αἱρέσεων, ὁ Πέτρος ὁ Κναφεύς «παράφρων». Ὁ ἴδιος χαρακτηρισμός «παράφρων» χρησιμοποιεῖται γιά πολλούς αἱρετικούς. Φυσικά, λέγονται παράφρονες ὄχι μέ βιολογική ἔννοια, ἀλλά κυρίως καί πρό παντός μέ θεολογική. Τόν Βαρλαάμ καί τόν Ἀκίνδυνο, ἀρχηγούς τῶν ἀντιησυχαστικῶν διδασκαλιῶν καί ὅλους τούς ὀπαδούς τους τούς ὀνομάζει «πονηρά συμμορία». Ἀντίθετα, διά τούς ὑπερμάχους τῶν ὀρθοδόξων διδασκαλιῶν χρησιμοποιοῦνται ἐπίθετα, ὅπως «εὐσεβής», «ἁγιώτατος», καί «ἀοίδιμος».

Καί πάλι πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ἡ αἵρεση ἀνατρέπει τόν ἀληθινό τρόπο θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου γιά νά φθάση στήν θέωση. Ἄν σκεφθοῦμε ὅτι θεραπεία εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά πορευθῆ στήν θέωση, τότε καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ αἵρεση ἀνατρέπει αὐτόν τόν τρόπο καί ἀφήνει τόν ἄνθρωπο αἰωνίως ἀθεράπευτο, χωρίς ἐλπίδα θεραπείας καί σωτηρίας.

Περισσότερα

Ὁμιλία εἰς τὴν Κυριακὴν τῆς Ὀρθοδοξίας. (Ἁγίου Λουκᾶ Συμφερουπόλεως)


Τὴν πρώτη Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία πανηγυρίζει τὸ θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς ὀρθῆς πίστεως, ἡ ὁποία καταπάτησε ὅλες της αἱρέσεις καὶ στερεώθηκε γιὰ πάντα. Γι’ αὐτὸ ἡ Κυριακὴ αὐτὴ καλεῖται Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Οἱ αἱρέσεις φάνηκαν ἤδη ἀπαρχῆς τοῦ χριστιανισμοῦ. Οἱ ἴδιοι οἲ Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ προειδοποιοῦσαν τοὺς συγχρόνους τους, καὶ μαζί τους καὶ ἐμᾶς, γιὰ τὸν κίνδυνο ἀπὸ τοὺς ψευδοδιδασκάλους.
Ο Ἅγιος Ἀπόστολος Πέτρος στὴ Β’ Καθολικὴ ἐπιστολὴ γράφει τὸ ἑξῆς: «Ἐγένοντο δὲ καὶ ψευδοπροφῆται ἐν τῷ λαῷ, ὡς καὶ ἐν ὑμὶν ἔσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οἵτινες παρεισάξουσιν αἱρέσεις ἀπωλείας, καὶ τὸν ἀγοράσαντα αὐτοὺς δεσπότην ἀρνούμενοι, ἐπάγοντες ἐαυτοὶς ταχινὴν ἀπώλειαν, καὶ πολλοὶ ἐξακολουθήσουσιν αὐτῶν ταὶς ἀσελγείαις, δι’ οὖς ἡ ὁδὸς τῆς ἀληθείας βλασφημηθήσεται» (Β’ Πέτ. 2, 1-2).
Ὁ Ἅγιος Παῦλος, ἐπιστρέφοντας στὴν Παλαιστίνη ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἔκανε στάση στὴν Ἔφεσο. Ἐκεῖ στοὺς χριστιανοὺς κατοίκους τῆς πόλεως ἔλεγε: «Ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαροὶς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου, καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητᾶς ὀπίσω αὐτῶν» (Πράξ. 20, 29-30).
Πολλοὶ τέτοιοι ψευδοδιδάσκαλοι καὶ σχισματικοὶ ὑπῆρχαν στοὺς πρώτους αἰῶνες τοῦ χριστιανισμοῦ. Μερικὲς αἱρέσεις τάραζαν τὴν Ἐκκλησία ὁλόκληρους αἰῶνες, ὅπως γιὰ παράδειγμα οἱ αἱρέσεις τοῦ Ἀρείου, τοῦ Μακεδονίου, τοῦ Εὐτηχούς, τοῦ Διοσκόρου, τοῦ Νεστορίου καὶ ἐπίσης ἡ αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας. Οἱ αἱρέσεις αὐτὲς προκάλεσαν πολλὲς διαταραχὲς στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν βασάνισαν πολύ. Ὑπῆρχαν πολλοὶ ὁμολογητὲς καὶ μάρτυρες ποὺ ἔχυσαν τὸ αἷμα τοὺς ὑπερασπιζόμενοι τὴν ἀληθινὴ πίστη στὸν ἀγῶνα κατὰ τῶν ψευδοδιδασκάλων καὶ τῶν αἱρετικῶν.
Ὑπῆρχαν ἐπίσης καὶ πολλοὶ καὶ μεγάλοι ἱεράρχες οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτοὶ ὑπέφεραν πολλοὺς διωγμοὺς καὶ πολλὲς φορὲς ἐξορίστηκαν. Ὁ Ἅγιος Φλαβιανός, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, γιὰ παράδειγμα, σὲ μία σύνοδο ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Διοσκόρου, ἡ ὁποία καλεῖται «λειστρική», χτυπήθηκε τόσο ἄγρια ποὺ μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες πέθανε.
Ἡ τελευταία στὴ σειρὰ τῶν αἱρέσεων, ἡ αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας, ἦταν αὐτὴ ποὺ ἐπέφερε τὰ περισσότερα βάσανα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Ἡ αἵρεση αὐτὴ ἐμφανίστηκε γιὰ πρώτη φορᾶ στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου, ὁ ὁποῖος ἀνέβηκε στὸ θρόνο τὸ 717. Ἀνέβηκε στὸ θρόνο μὲ τὴ βοήθεια τοῦ στρατοῦ ὅπου ὑπῆρχαν πολλοὶ ἀντίπαλοί της προσκυνήσεως τῶν ἁγίων εἰκόνων. Ἐπειδὴ ἤθελε νὰ εὐαρεστήσει τὸ στρατὸ ἄρχισε σκληρὸ διωγμὸ κατὰ τῶν εἰκονοφίλων.
Ὁ διωγμὸς αὐτὸς συνεχίστηκε καὶ στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου τοῦ Κοπρωνύμου, ὁ ὁποῖος διαδέχτηκε στὸ θρόνο τὸν Λέοντα. Ἡ κόπρος σημαίνει τὰ κόπρανα. Ὀνομάστηκε Κοπρώνυμος διότι κατὰ τὴν βάπτισή του μόλυνε τὴν κολυμβήθρα. Οἱ δυὸ αὐτοὶ αὐτοκράτορες γιὰ πολλὰ χρόνια εἶχαν τὴν ἐξουσία στὰ χέρια τους καὶ προκάλεσαν πολλὰ δεινὰ στὴν Ἐκκλησία. Μετὰ ἀπὸ αὐτοὺς ὑπῆρχαν καὶ ἄλλοι αὐτοκράτορες εἰκονομάχοι, οἱ ὁποῖοι συνέχισαν τὸ ἔργο τῶν προκατόχων τους καὶ βασάνισαν τὴν Ἐκκλησία ἐπὶ ὁλόκληρα χρόνια.
Δὲν μποροῦμε νὰ περιγράψουμε τὰ βάσανα ποὺ ὑπέφερε ἡ Ἐκκλησία στὰ χρόνια της εἰκονομαχίας καὶ ἰδιαίτερα οἱ μοναχοὶ οἱ ὁποῖοι βρίσκονταν στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ ἀγῶνα τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Οἱ αὐτοκράτορες εἰκονομάχοι ἔκλεισαν πολλὰ μοναστήρια, πολλὲς ἐκκλησίες ὅπου ὑπῆρχαν εἰκόνες τὶς ἔκαναν ἀποθῆκες. Τοὺς μοναχούς τους βασάνιζαν ἄγρια: τοὺς ἔβγαζαν μάτια, τοὺς ἔκοβαν μύτες, ἔσπαζαν εἰκόνες πάνω στὸ κεφάλι τους. Τοὺς ἁγιογράφους μὲ τὰ πυρακτωμένα σίδερα τοὺς ἔκαιγαν τὰ δάκτυλα.
Μόνο, τότε, ὅταν στὸ θρόνο τοῦ Βυζαντίου ἀνέβηκε ἡ αὐτοκράτειρα Εἰρήνη, σταμάτησε ὁ διωγμὸς ἀλλὰ ὄχι ὁριστικά. Τὸ 787 ἡ Εἰρήνη συγκάλεσε τὴν Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία διατύπωσε τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία περὶ τῆς τιμητικῆς προσκύνησης τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴ σύνοδο ὑπῆρχαν αὐτοκράτορες εἰκονομάχοι, ὅπως, γιὰ παράδειγμα, ὁ Μιχαὴλ καὶ ἄλλοι. Ἡ αἵρεση αὐτὴ συντρίφτηκε ὁριστικὰ μόνο ἐπὶ τῆς θεοσεβέστατης Αὐγούστας Θεοδώρας, ὅταν τὸ 842 συγκλήθηκε ἡ τοπικὴ σύνοδος στὴν Κωνσταντινούπολη ἡ ὁποία ἐπικύρωσε τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία. Ἡ σύνοδος αὐτὴ ἀναθεμάτισε ὅλους αὐτοὺς ποὺ τολμοῦν νὰ λένε ὅτι ἡ προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων εἶναι εἰδωλολατρία καὶ οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ εἶναι εἰδωλολάτρες.

Περισσότερα

Ὁμιλία εἰς τὴν Κυριακὴν τῆς Ὀρθοδοξίας

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,

Η αναστήλωση των Εικόνων, 17ος αιώνας Ὁ ἄνθρωπος, λογικὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, πλασμένο «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσή» Του, ἔχει ἔμφυτο τὸν πόθο νὰ γνωρίσει βαθειά, προσωπικὰ τὸν Θεὸ καὶ πλάστη του, ἔστω καὶ ἂν ἡ ἁμαρτία τῶν Πρωτοπλάστων καὶ οἱ προσωπικές του ἁμαρτίες ἀλλοίωσαν μέσα του τὴ θεϊκὴ εἰκόνα. Μόνο κοντὰ στὸν Θεὸ ὁ ἄνθρωπος βρίσκει ἀνάπαυση, γαληνεύει, εἰρηνεύει, φωτίζεται. Καί, ὅπως ὡραιότατα τὸ ἐκφράζει ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος, «Ὦ, Κύριε, ἡ ψυχή μας εἶναι ἀνήσυχη, μέχρις ὅτου νὰ εὕρει ἀνάπαυση σ’ ἐσένα».

Ὁ πόθος τοῦτος συγκλόνιζε φαίνεται καὶ τὴν καρδιὰ τοῦ ἁγνοῦ ἐκείνου νεαροῦ Ἰουδαίου Φιλίππου, τοῦ μετέπειτα ἀποστόλου, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ τὸ σημερινὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα. Ἀναζητοῦσε τὸν Θεό, ἀνέμενε τὸν Μεσσία, μελετοῦσε τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο καὶ τοὺς Προφῆτες. Καὶ ἀξιώθηκε τὴν ἡμέρα ἐκείνη νὰ τὸν γνωρίσει, νὰ τὸν συναντήσει προσωπικά. Ἀξιώθηκε νὰ συναντηθεῖ μὲ τὸν σαρκωμένο Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐκεῖ σὲ κάποια ἀκρογιαλιὰ τῆς λίμνης τῆς Τιβεριάδας. Καί, τόση χάρη καὶ χαρὰ ἔλαβε, ποὺ ἔτρεξε νὰ τὴ γνωστοποιήσει, νὰ τὴ μοιραστεῖ μὲ τὸν ἀγαπητό του φίλο Ναθαναήλ.

Ἀσφαλῶς κι ἐμεῖς, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, κι ἂν ἔχουμε βαπτισθεῖ, καὶ φέρουμε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστιανοῦ, θέλουμε νὰ γνωρίσουμε βαθύτερα τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Ἀλλὰ τοῦτο ἀπαιτεῖ ἀγῶνα ἐφ’ ὅρου ζωῆς. Πῶς ὅμως μποροῦμε νὰ ἀποκτήσουμε αὐτὴ τὴ βαθύτερη, τὴν προσωπικὴ γνωριμία καὶ γνώση τοῦ Χριστοῦ; Ζῶντας ἀληθινὰ καὶ οὐσιαστικὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία, ποὺ ὁρίζεται καὶ εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, παρατεινόμενο στοὺς αἰῶνες. Ἐκτὸς Ἐκκλησίας δὲν ὑπάρχει γνώση ἀληθινὴ τοῦ Θεοῦ, οὔτε σωτηρία. Στὴν Ἐκκλησία ἐντασσόμαστε βεβαίως μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα καὶ λαμβάνουμε τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὸ ἅγιο Μύρο. Ἀλλὰ χρειάζεται στὴ συνέχεια, γιὰ νὰ παραμείνουμε ζωντανὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ἔχουμε Ὀρθοδοξία καὶ ὀρθοπραξία. Ὀρθοδοξία σημαίνει νὰ ἔχουμε, νὰ κρατοῦμε ὀρθὴ τὴ δόξα, δηλαδὴ ὀρθὴ πίστη στὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ τὸν σαρκωθέντα Χριστὸ καὶ σ’ ὅλα τὰ δόγματα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Καὶ ὀρθοπραξία: Νὰ ἔχουμε ἔργα ὀρθά, σύμφωνα μὲ τὸν Νόμο, τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νὰ προσευχόμαστε ὅπως θέλει ἡ Ἐκκλησία, νὰ λατρεύουμε τὸν Θεὸ μὲ τὴν ὀρθόδοξη λατρεία, νὰ μετέχουμε ἐνσυνείδητα στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας. Χριστιανὸς ἀλειτούργητος, ἀνεξομολόγητος καὶ ἀκοινώνητος εἶναι στὴν οὐσία ἀποκομμένος ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Εἶναι πνευματικὰ νεκρός! Ἀκόμη, τὸν Θεὸ γνωρίζουμε μελετῶντας τὸν ἀθάνατο λόγο Του, τὴν Ἁγία Γραφή, τὸ βιβλίο, μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει τὸ πρόσωπό Του. Τὸ βιβλίο, ποὺ μᾶς φανερώνει καὶ ἐξιστορεῖ τὴν ἀλήθεια γιὰ τὸν Θεό, τὴ δημιουργία, καὶ ὅ,τι ἔκανε ὁ Θεὸς γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀγνοοῦμε πολλοὶ τὸν Χριστό, γιατὶ δὲν μελετοῦμε τὸν λόγο Του. Ἁμαρτάνουμε ἀπὸ ἄγνοια τοῦ θελήματός Του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τονίζει κάπου: «Μεγάλη ἀσφάλεια γιὰ νὰ μὴ ἁμαρτάνουμε ἡ ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν∙ἀντίθετα, μέγας κρημνὸς καὶ βαθὺ βάραθρο ἡ ἄγνοια τῶν Γραφῶν.»

Ἀλλὰ τὸν Χριστό μας τὸν γνωρίζουμε, συνομιλοῦμε μαζί Του καὶ λαμβάνουμε τὴ Χάρη Του προσκυνῶντας καὶ τὴν ἁγία Του εἰκόνα, ὅπως λαμβάνουμε εὐλογία καὶ Χάρη προσκυνῶντας τὶς ἱερὲς εἰκόνες τῆς Παναγίας μας καὶ τῶν ἄλλων ἁγίων. Καὶ τοῦτο, ἐπειδή, προσκυνῶντας τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας ἢ τῶν ἁγίων, ἡ προσκύνηση, ἡ τιμὴ μεταβαίνει πρὸς τὸ πρωτότυπον, δηλαδὴ στὸ ἴδιο τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τῶν ἁγίων μας, ὅπως θεόσοφα κηρύσσει ὁ Μέγας Βασίλειος. Οἱ ἱερὲς εἰκόνες μᾶς μεταδίδουν ζωντανή, ὅπως καὶ ὁ γραπτὸς λόγος τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀλήθεια τῆς Πίστης μας, τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀποτελοῦν τὴ χρωματουργικὴ ἀπεικόνιση τοῦ Εὐαγγελίου. ἀποτελοῦν παράθυρο πρὸς τὴν αἰωνιότητα. Καὶ ὁ Θεός μας, σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς βλάσφημες αἱρέσεις τῶν Χιλιαστῶν καὶ παλαιότερα τῶν εἰκονομάχων, μπορεῖ νὰ ἀπεικονιστεῖ, γιατὶ σαρκώθηκε, ἔγινε ἄνθρωπος, τέλειος ἄνθρωπος σὰν κι ἐμᾶς, προσέλαβε ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύση ἐκτὸς τῆς ἁμαρτίας.

Αὐτὰ τὰ εἴπαμε, γιατὶ σήμερα εἶναι, ὅπως ξέρουμε, ἡ Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Γιατί ὅμως ὀνομάστηκε ἔτσι αὐτὴ ἡ πρώτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν; Θὰ πρέπει πρῶτα νὰ ποῦμε τὴν προϊστορία τῶν γεγονότων. Ἡ τέχνη τῆς ἁγιογραφίας ἦταν γνωστὴ ἀπὸ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες καὶ μάλιστα, κατὰ τὴν παράδοση, ὁ πρῶτος ἁγιογράφος ὑπῆρξε ὁ ἅγιος ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ποὺ πρῶτος ζωγράφισε εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία, βλέπουσα ἡ Θεοτόκος εἶπε: «Ἡ Χάρις τοῦ ἐξ ἐμοῦ τεχθέντος εἴη μετ’ αὐτῆς». Κι αὐτὴ ἡ ὀρθοδοξότατη παράδοση τῆς ἁγιογράφησης καὶ τιμῆς τῶν εἰκόνων συνεχίστηκε μέχρις τὶς ἀρχὲς τοῦ ὀγδόου αἰώνα χωρὶς κάποιο πρόβλημα. Τότε ὅμως, ξεσπᾶ ἡ φοβερὴ αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας, μὲ πρωτοστάτη τὸν βυζαντινὸ αὐτοκράτορα Λέοντα Γ´ τὸν Ἴσαυρο, κατὰ τὸ ἔτος 726, ὁπόταν ἄρχισε ἡ πρώτη φάση αὐτῆς τῆς μεγάλης ἔριδας, ποὺ ἔληξε τὸ 787, μὲ τὴ σύγκληση τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὴν Νίκαια τῆς Βιθυνίας, ποὺ ἀποκατέστησε τὴν προσκύνηση τῶν εἰκόνων. Τὸ 815 ὁ αὐτοκράτορας Λέων Ε΄ ὁ Ἀρμένιος ἀνανέωσε τοὺς διωγμοὺς κατὰ τῶν εἰκόνων καὶ τῶν προσκυνητῶν τους καὶ οἱ διωγμοὶ συνεχίσθηκαν μέχρι τὸ ἔτος 843, ὁπόταν, μὲ τὸν θάνατο τοῦ τελευταίου εἰκονομάχου αὐτοκράτορα Θεοφίλου, ἀνῆλθε στὸν θρόνο ἡ σύζυγός του, ἡ ἁγία αὐγούστα Θεοδώρα καὶ ὁ υἱός της Μιχαήλ, ποὺ ἀποκατέστησαν τὴν τιμὴ τῶν εἰκόνων μὲ τοπικὴ Σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ διενήργησαν τὴν ἀναστύλωσή τους. Λέμε «ἀναστύλωση» τῶν εἰκόνων, διότι παλαιότερα, τὴν ἐποχὴ τοῦ βυζαντίου, οἱ εἰκόνες οἱ φορητὲς δὲν ἔμπαιναν στὸ τέμπλο, ἀλλὰ στηρίζονταν πάνω σὲ ξύλινα κοντάρια, σὰν σὲ στύλους. Καὶ ἐπειδὴ ἡ νίκη τούτη τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τῆς αἱρέσεως τῆς εἰκονομαχίας, μὲ τὴν ἀποκατάσταση τῆς τιμῆς τῶν εἰκόνων, ποὺ εἶναι ἁγία παράδοση, ὅπως εἴδαμε τῆς Ὀρθοδοξίας, ἑορτάστηκε τότε, τὸ 843, κατὰ τὴν πρώτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, ἐπεκράτησε νὰ ὀνομάζεται ἡ Κυριακὴ αὐτή, Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀφοῦ οἱ ἱερὲς εἰκόνες ἐκφράζουν τὸ Ὀρθόδοξο δόγμα. Γι’ αὐτὸ κι ἐμεῖς σήμερα λιτανεύουμε τὶς εἰκόνες πέριξ τοῦ ναοῦ, γιὰ νὰ δείξουμε, νὰ δηλώσουμε ἔμπρακτα τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη μας καὶ τὴν τιμή μας στὶς ἅγιες εἰκόνες.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τὸ ποιὸν τῆς Πίστης μας, τὸ πόσο θερμὰ καὶ ζωντανὰ πιστεύουμε, φαίνεται στὶς ποικίλες δοκιμασίες καὶ θλίψεις, ποὺ παραχωρεῖ νὰ διέλθουμε σὲ τούτη τὴν κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος ὁ Προνοητὴς τῶν ὅλων Θεός. Καί, γιὰ νὰ ἔλθουμε στὴ σύγχρονη πραγματικότητα, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐπέστρεψε νὰ διερχόμαστε δύσκολες ἡμέρες, πάντως γιὰ τὸ καλό μας, τὴ σωτηρία μας. Καί, ἀσφαλῶς, «οὐδὲν ἀπρονόητον»! Διότι ὅλοι μας, μικροὶ καὶ μεγάλοι, παλαιότεροι καὶ νεώτεροι, «ἡμάρτομεν, ἠνομήσαμεν, ἠδικήσαμεν», καὶ ὁ Θεὸς θέλει νὰ μᾶς ὁδηγήσει μ’ αὐτὸ τὸν ἐπώδυνο τρόπο, ἀφοῦ διαφορετικὰ δὲν βάζουμε μυαλό, σὲ μετάνοια. Ἰδού, λοιπόν, καιρὸς εὐπρόσδεκτος! Βρισκόμαστε σὲ κατεξοχὴν περίοδο μετανοίας, τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ἂς ἀγωνισθοῦμε τὸ κατὰ δύναμιν ὁ καθένας, νὰ μετανοήσουμε, νὰ διορθώσουμε τὴ ζωή μας, τὸ φρόνημά μας. Νὰ τηρήσουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νὰ βροῦμε τὸν Θεὸ μὲ ταπείνωση, ἐξομολόγηση, πένθος. Νὰ δείξουμε ἀγάπη, ὄχι μόνο στὶς ἱερὲς εἰκόνες, ποὺ σήμερα ἑορτάζουμε τὴν ἀναστύλωσή τους, ἀλλὰ καὶ στὶς ἔμψυχες εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, τοὺς ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας. Καὶ γνωρίζουμε πόσος πόνος καὶ στέρηση ἐπικρατεῖ καὶ στὸν τόπο μας, καὶ συχνὰ ὄχι μακρυά μας.

Κι ἂν ὅλοι δείξουμε ἔμπρακτη μετάνοια καὶ διόρθωση, ἂν ἐφαρμόσουμε ἔργα ἀγάπης καὶ συμπόνοιας τοῦ πλησίον μας, θὰ ἔλθει ἀναμφίβολα καὶ σ’ ἐμᾶς τὸ μέγα ἔλεος τοῦ Θεοῦ, καὶ θὰ παρέλθουν οἱ ὅποιες κρίσεις. Καὶ θὰ ἀξιωθοῦμε καὶ τούτη τὴν πρόσκαιρη ζωὴ νὰ διέλθουμε εἰρηνικά, καὶ νὰ εἰσέλθουμε σ’ ἐκείνη τὴν αἰώνια καὶ ἀτελεύτητη, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας μας καὶ ὅλων τῶν ἁγίων. Ἀμήν!

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

«Ὅν ἔγραψε Μωυσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται,
εὑρήκαμεν Ἰησοῦν… τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ»

 

Πηγή: http://www.immorfou.org.cy/logoi/787-omilia-kiriaki-orthodoxias.html

Περισσότερα

Επτά Λόγοι στους Χαιρετισμούς – Ορθοδοξία και Eλληνισμός

Αρχιμ. Δαμιανού Ζαφείρη, 
Επτά Λόγοι στους Χαιρετισμούς

εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα, 1998, σελ. 47-54.

 

Δυο δώρα προσφέρουμε κάθε Παρασκευή των Χαιρετισμών στην Παναγία. Δυό υπέροχα δώρα που είναι αντάξια της Μητέρας του Θεού, της Θεοτόκου, της τιμιωτέρας των Χερουβείμ και ενδοξοτέρας των Σεραφείμ. Τα θεσπέσια αυτά δώρα είναι ο Ακάθιστος Ύμνος με τους 24 Οίκους και ο Κανόνας με τις εννέα ωδές. Και τα δυό είναι αριστουργήματα της Βυζαντινής υμνολογίας που εξαίρουν το έργο και το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο υμνογράφος στον κανόνα χρησιμοποιεί για την Παναγία τις φράσεις: «ρόδον τό ἀμάραντον , μύρον πολύτιμον , στάχυνἡ βλαστήσασα τόν θεῖον, εἴσοδος τῶν σωζόμενων, κλίμαξ , γέφυρα, ἱερόν καταφύγιον ἰσχύς καί ὄχυρωμα τῶν ἀνθρώπων, λιμήν, ἄνθος τό ἀμάραντον, τεῖχος καί ὄχυρωμα, ἄστρον ἄδυτον, τῶν ἀθλητῶν στεφάνωμα».

Ό λα αυτά χαρακτηρίζουν την ξεχωριστή θέση που έχει η Παναγία στον κόσμο της αγιότητος της Εκκλησίας. Ως Μητέρα του Θεού είναι ο μοναδικός θησαυρός του πιστού, διότι προσφέρεται για την σωτηρία του κόσμου και γι’ αυτό αποκαλείται «κόσμου διάσωσμα ». Η Παναγία είναι το καταφύγιο και το λιμάνι των πιστών, διότι σ’ αυτήν βλέπουν ασφάλεια και προστασία. Και στον Ακάθιστο Ύμνο αποκαλείται « ἀστήρ , ὁδηγός σωφροσύνης, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων, γῆ τῆς ἐπαγγελίας , τό ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας , τό στέφος τῆς ἐγκράτειας , ὄχημα πανάγιον , οἴκημα πανάριστον , ἐλπίς ἀγαθῶν αἰωνίων, σκηνή τοῦ Θεοῦ καί λόγου, ἁγία ἅγιων με ῖζον , ἀσάλευτος πύργος, τό ἀπόρθητον τεῖχος». Όλα αυτά τονίζουν το μέγιστο έργο της Παναγίας για την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Η τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξότερα των Σεραφείμ συνεχίζει το θείο έργο με τα πολυάριθμα θαύματα προς όσους προστρέχουν με πίστη και αγάπη στον Θεό.

Ιδιαίτερα ο Ακάθιστος Ύμνος είναι ευχαριστήριος Ύμνος και εγκώμιο στο πρόσωπο της Παναγίας για το μεγάλο θαύμα που έκανε το έτος 626 στην Κωνσταντινούπολη, νικώντας δυο μεγάλες στρατιές αλλοθρήσκων, τους Πέρσες και τους Αβάρους. Ο Ακάθιστος Ύμνος παρουσιάζει την βαθιά πίστη των προγόνων μας στο Θεό και στην πατρίδα. Αυτά τα δυό ήταν ενωμένα στην ψυχή του λαού του Βυζαντίου και εκφράζονται έντονα στον Ακάθιστο Ύμνο με το « Χα ῖ ρε νύμφη ἀ νύμφευτε » και « τῇ ὑπερμάχω στρατηγῷ τά νικητήρια». Μέ τό « χα ῖ ρε νύμφη ἀ νύμφευτε » παρουσιάζεται το κοσμοσωτήριο έργο της Παναγίας και με το « τῇ ὑπερμάχω στρατηγῷ » τονίζονται τα θαυμαστά γεγονότα της ιστορίας του Βυζαντίου. Τα θρησκευτικά και τα εθνικά ιδεώδη συνυπάρχουν στο λαό του Βυζαντίου. Η έννοια της θρησκείας και της πατρίδος λαμβάνουν ιδιαίτερο χώρο στη συνείδηση του λαού αυτού.

Η εθνική και η θρησκευτική συνείδηση

Ὁ Ακάθιστος ύμνος μας καλεί να μαθητεύσουμε στην ιστορία των προγόνων μας, για να ωφεληθούμε από τα διδάγματά της για τους κοινούς θρησκευτικούς και εθνικούς αγώνες τους. Οι έννοιες της πίστεως και της πατρίδος συνυπήρχαν στην συνείδηση του λαού του Βυζαντίου. Η πίστη και η ελευθερία ήταν τα μοναδικά ιδανικά των και γι’ αυτά πολεμούσαν μέχρι θυσίας.

Η έννοια της πατρίδας ήταν συνυφασμένη με την έννοια της θρησκείας, διότι σ’ αυτήν υπήρχαν τα ιερά και όσια της πίστεώς των. Ακόμη και οι αρχαίοι πρόγονοί μας έδιναν μία ιερότητα στην έννοια της πατρίδος και αυτό το τονίζει ο σοφός Σωκράτης: «Μητρός τέ καί πατρός καί τῶν ἄλλων προγόνων ἁ πάντων τιμιώτερον ἐστιν ἡ πατρίς καί σεμνότερον καί ἁγιώτερον…» (=Και από την μητέρα και από τον πατέρα κι όλους γενικά τους άλλους προγόνους πιο πολύτιμο αγαθό είναι η πατρίδα και πιο σεβαστό και πιο ιερό…). Ο δε στρατηγός Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του έγραφε: « Γλυκύτερον πρᾶγμα δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τήν πατρίδα καί τήν θρησκεία». Και ο Κωστής Παλαμάς γράφει με τόλμη: « Δέν ζεῖ χωρίς πατρίδα ἡ ἀνθρώπινη ψυχή».

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι στην πατρίδα εμπιστευόμαστε τη ζωή μας, τη ζωή των παιδιών μας, την τιμή μας, τα ιερά και τα όσιά μας. Γι’ αυτό είναι ανάγκη να αγαπάμε την πατρίδα μας και να έχουμε εθνική συνείδηση. Διότι η εθνική συνείδηση δηλώνει κοινούς αγώνες, κοινή γλώσσα και θρησκεία και κοινές παραδόσεις.

Η εθνική και η θρησκευτική συνείδηση πρέπει να πορεύονται μαζί, όπως η ενότητα ενός έθνους και η πίστη στο Θεό, η αρετή και το θείο. Και οι δυο μαζί οδηγούν στην ομόνοια ενός έθνους. Το παρελθόν της Ελλάδος είναι λαμπρό με τις ηρωικές μορφές της που την διέκριναν από όλα τα έθνη του κόσμου. Οι ιερές παραδόσεις εξυψώνουν την εθνική συνείδηση για νέους αγώνες και θυσίες.

Η πίστη στα υψηλά ιδανικά εμπνέει το πνεύμα της άμιλλας, της ενότητας και συνεργασίας που ξυπνά τον Έλληνα από τον λήθαργο της αδιαφορίας και της ατομικής ευμάρειας. Ας ξεχάσουμε τους φανατισμούς μας, τις μισαλλοδοξίες, τις αδικίες και τα μίση που διασπούν την ενότητά μας, διότι η ελληνική ιστορία μας έχει διδάξει ότι τίποτε καλό δεν έχουμε επιτύχει με τις διχόνοιες. Όπως προέτρεπε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης τους Έλληνες, «να’ στε μονιασμένοι».

Ορθοδοξία και Ελληνισμός

Πάντοτε η Ορθοδοξία ήταν παράγοντας ενότητας, ειρήνης και συμφιλιώσεως των Ελλήνων, διότι κηρύττει την ελευθερία και την αγάπη μεταξύ των ανθρώπων. Βλέπει το ανθρώπινο πρόσωπο ως εικόνα του Θεού και το σέβεται προσφέροντάς του τα υψηλά ιδανικά και τις θεανθρώπινες αξίες του Χριστιανισμού. Η Ορθοδοξία στοχεύει να δημιουργήσει ώριμους και υπεύθυνους ανθρώπους με υψηλούς σκοπούς, ώστε να συμβάλλουν για μια καλύτερη κοινωνία, η οποία να εμφορείται από τις αξίες της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της αγάπης.

Ως ορθόδοξοι χριστιανοί έχουμε την προσωπική ευθύνη για ορθόδοξο και ελληνικό ήθος. Και τα δυο μαζί να συμπορεύονται και να κατευθύνουν την ψυχή του Έλληνα σε νέους αγώνες και θυσίες. Είναι αλήθεια ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν αναπτύξει σε μεγάλο βαθμό τη μεγάλη αξία της θρησκείας και της πατρίδος.

Μπορεί να αισθανόμαστε αδύναμοι μπροστά στις δυνάμεις των μεγάλων εθνών, στις υπεράριθμες στρατιές άλλων χωρών, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι 12.000 στρατιώτες που είχαν μείνει στα τείχη της Κωνσταντινούπολης με τον πατριάρχη Σέργιο και τον φρούραρχο Βώνο πολέμησαν τις μυριάδες των Περσών και των Αβάρων , που κτυπούσαν αλύπητα τα φρούρια της Κωνσταντινούπολης από ξηρά και θάλασσα. Η νίκη των βαρβάρων ήταν σίγουρη, αλλά δεν είχαν υπολογίσει την πίστη των ολιγάριθμων χριστιανών. Η Παναγία έκανε πάλι το θαύμα της και ως Στρατηγός διηύθυνε το στράτευμα, προσθέτοντας την δύναμη του Θεού και κατατροπώνοντας τις εχθρικές δυνάμεις των Περσών και των Αβάρων. Η δύναμή μας είναι η πίστη μας στο Θεό και την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία ως Υπέρμαχος Στρατηγός θα οδηγήσει την Ορθοδοξία και τη μικρή Ελλάδα και σε άλλα θαύματα, αρκεί εμείς να είμαστε σταθεροί στην πίστη και στα ιδανικά μας.

Η Ορθοδοξία και ο Ελληνισμός πορευόμενοι μαζί δίνουν μήνυμα και πρόσκληση στον σύγχρονο κόσμο, προσφέροντας τις παραδόσεις και την πνευματική κληρονομιά της. Πάντοτε η Ορθοδοξία και ο Ελληνισμός υπήρξαν ενωμένοι και αυτό δηλώνεται με την σφραγίδα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού. Είναι οι δυό όψεις του αυτού νομίσματος.

Η κρίση των αξιών

Σήμερα ζούμε σ’ έναν κόσμο που η ελληνική κοινωνία απειλείται από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς και συγχρόνως διέρχεται κρίσεις, από τις οποίες κινδυνεύει να χάσει την ταυτότητά της. Ξεκινά από τη κρίση των αξιών και των ιδεολογιών και φθάνει μέχρι την κρίση του ανθρωπισμού, της ηθικής, της οικογένειας και της παιδείας. Αυτό που κυριαρχεί περισσότερο είναι η κρίση των ηθικών αξιών, από την έλλειψη της αγάπης και της προσφοράς. Ακόμη ένας αφανής κίνδυνος είναι η κρίση των συνειδήσεων των ανθρώπων, που νεκρώνονται εξαιτίας του ατομισμού και της μοναξιάς.

Σήμερα η Ορθοδοξία και ο Ελληνισμός δίνουν την δική τους μαρτυρία σε όλο τον κόσμο, προβάλλοντας τις πνευματικές τους αξίες στο δυτικό τρόπο ζωής, ο οποίος αποχαυνώνει το ανθρώπινο πρόσωπο και προξενεί μία νέα απαξία, του μηδενισμού και της στείρας λογικής. Η μεν Ορθοδοξία εκτός από μία μυστηριακή εκκλησιολογική ενότητα, δημιουργεί ένα συγκροτημένο άνθρωπο με ορθόδοξο ήθος. Ο δε Ελληνισμός με τον πολιτισμό του προσφέρει ένα κοινωνικό γίγνεσθαι στο σημερινό άνθρωπο, για να ξεφύγει από το λαβύρινθο των αδιεξόδων που μαστίζουν την κοινωνία. Η Ορθοδοξία προβάλλει τον εσταυρωμένο Ιησού Χριστό, ο Ελληνισμός την ακρόπολη των αξιών, την Δημοκρατία με όλα τα υγιή στοιχεία της. Η Ορθοδοξία με την λατρεία της ενώνει τον πιστό με τον Θεό, για να νικήσει τις δυνάμεις της αμαρτίας και να τον οδηγήσει πλέον στη θεία ζωή του καινού κόσμου του Θεού. Ο Ελληνισμός προβάλλει την αρετή του Σωκράτη, την ηθική του Πλάτωνα, την ανδρεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τα υψηλά ιδανικά σοφών ανδρών. Και σήμερα υπάρχουν πολλοί που επιβουλεύονται την ακεραιότητα της Ελλάδος, προσβάλλοντας την εθνική συνείδησή μας με το να αλλοιώνουν την ελληνική Ιστορία (όπως με την ονομασία της Μακεδονίας των Σκοπίων). Επίσης εσωτερικοί εχθροί που προσβάλλουν το ορθόδοξο φρόνημα του Ελληνικού λαού, προβάλλοντας ξενόφερτα πρότυπα ζωής, ιδέες και δοξασίες άλλων χωρών. Προσπαθούν με όλα αυτά να μειώσουν την δύναμη της Ελλάδος και να δεσμεύσουν την ελευθερία της πίστεως του λαού. Στην Ελλάδα γεννήθηκαν ο λόγος και η ελευθερία και η Ελλάδα μεγαλούργησε γιατί πίστευε σε υψηλά ιδανικά και αξίες που την διέκριναν από τις άλλες χώρες του κόσμου. Και σήμερα, αν αγαπάμε την πατρίδα και την Ορθοδοξία μας, είναι ανάγκη να υψώσουμε την φωνή μας τόσο σε ξένους επιβουλείς όσο και σ’ εκείνους που ζητούν να σκλαβώσουν την θρησκευτική πίστη μας είτε σε μια ταυτότητα ή σε ξενόφερτες παραθρησκείες και αιρέσεις που αλλοιώνουν την ορθόδοξη ελληνική παράδοση. Και πάλι η Παναγία θα κάνει το θαύμα της για να μας προστατέψει από εχθρούς, όπως την εποχή εκείνη, αρκεί η πίστη στον Θεό να είναι δυνατή και σταθερή.

 

Πηγή: http://www.apostoliki-diakonia.gr/gr_main/catehism/theologia_zoi/themata.asp?cat=leit&main=katixisi&file=Dialogoi/page7.htm

Περισσότερα

Το Ευαγγέλιον της Κυριακής Α΄ Νηστειών (Ορθοδοξίας)

Ευαγγελική περικοπή για την Κυριακή της Ορθοδοξίας (Α’ Νηστειών), 17/03/2019  Ιωάν. α’ 44-52

Συνάντηση Ναθαναήλ με το Χριστό

44 Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν· καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι. 45 ἦν δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως ᾿Ανδρέου καὶ Πέτρου. 46 εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, ᾿Ιησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ ᾿Ιωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ. 47 καὶ εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; λέγει αὐτῷ Φίλιππος· ἔρχου καὶ ἴδε. 48 εἶδεν ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν Ναθαναὴλ ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· ἴδε ἀληθῶς ᾿Ισραηλίτης, ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι. 49 λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ· πόθεν με γινώσκεις; ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε. 50 ἀπεκρίθη Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ραββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ ᾿Ισραήλ. 51 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψει. 52 καὶ λέγει αὐτῷ· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ’ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου.

Απόδοση στην Νέα Ελληνική

44 Την άλλη μέρα ο Ιησούς αποφάσισε να πάει στη Γαλιλαία. Βρίσκει τότε το Φίλιππο και του λέει: «΄Έλα μαζί μου». 45 Ο Φίλιππος καταγόταν από τη Βηθσαϊδά, την πατρίδα του Ανδρέα και του Πέτρου. 46 Βρίσκει ο Φίλιππος το Ναθαναήλ και του λέει: «Αυτόν που προανήγγειλε ο Μωυσής στο νόμο και οι προφήτες, τον βρήκαμε- είναι ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσήφ από τη Ναζαρέτ». 47 «Μπορεί από τη Ναζαρέτ να βγει τίποτα καλό;» τον ρώτησε ο Ναθαναήλ. «Έλα και δες μόνος σου», του λέει ο Φίλιππος. 48 Ο Ιησούς είδε το Ναθαναήλ να πλησιάζει και λέει γι’ αυτόν: «Να ένας πραγματικά Ισραηλίτης, χωρίς δόλο μέσα του». 49 «Από πού με ξέρεις;» τον ρωτάει ο Ναθαναήλ. Κι ο Ιησούς του απάντησε: «Προτού σου πει ο Φίλιππος να ’ρθείς, σε είδα που καθόσουν κάτω απ’ τη συκιά». 50 Τότε ο Ναθαναήλ του είπε: «Διδάσκαλε, εσύ είσαι ο Υιός του Θεού, εσύ είσαι ο βασιλιάς του Ισραήλ». 51 Κι ο Ιησούς του αποκρίθηκε: «Επειδή σου είπα πως σε είδα κάτω από τη συκιά, γι΄ αυτό πιστεύεις σε μένα; Θα δεις μεγαλύτερα πράγματα απ’ αυτά». 52 Και πρόσθεσε: «Σας λέγω την αλήθεια, από τώρα και στο εξής θα βλέπετε τον ουρανό να ανοίγει και τους αγγέλους του Θεού να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν γύρω από τον Υιό του Ανθρώπου».

Περισσότερα

H ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ τῶν Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων. Ἰωάννη Φουντούλη

   Μποροῦμε νά ὀνομάσουμε χωρίς ὑπερβολή τή Λειτουργία αὐτή, μαζί μέ τά λειτουργικά χειρόγραφα, «Λειτουργία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς», γιατί πραγματικά ἀποτελεῖ τήν πιό χαρακτηριστική ἀκολουθία τῆς ἱερᾶς αὐτῆς περιόδου. Εἶναι δυστυχῶς ἀλήθεια ὅτι πολλοί ἀπό τούς χριστιανούς ἀγνοοῦν τελείως τήν ὕπαρξί της, ἤ τήν ξεύρουν μόνο ἀπό τό ὄνομα, ἤ καί ἐλάχιστες φορές τήν ἔχουν παρακολουθήσει. Δέν πρόκειται νά τούς μεμφθοῦμε γι᾿ αὐτό.

   Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων τελεῖται σήμερα στούς ναούς μας τό πρωί τῶν καθημερινῶν τῆς Τεσσαρακοστῆς, ἡμερῶν δηλαδή ἐργασίμων, καί γι᾿ αὐτό λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι πού δέν δεσμεύονται κατά τίς ὧρες αὐτές ἀπό τά ἐπαγγέλματα ἤ τήν ὑπηρεσία των. Τά τελευταῖα χρόνια γίνεται μιά πολύ ἐπαινετή προσπάθεια ἀξιοποιήσεώς της. Σέ πολλούς ναούς τελεῖται κάθε Τετάρτη ἀπόγευμα, σέ ὧρες πού πολλοί, ἄν ὄχι ὅλοι οἱ πιστοί, ἔχουν τή δυνατότητα νά παρευρεθοῦν στήν τέλεσί της.

    Τό ὄνομά της ἡ Λειτουργία αὐτή τό πῆρε ἀπό τήν ἴδια τή φύση της. Εἶναι στήν κυριολεξία Λειτουργία «προηγιασμένων δώρων». Δέν εἶναι δηλαδή λειτουργία ὅπως οἱ ἄλλες γνωστές λειτουργίες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, στίς ὁποῖες ἔχομε προσφορά καί καθαγιασμό Τιμίων Δώρων. Τά Δῶρα εἶναι καθαγιασμένα, προηγιασμένα, ἀπό ἄλλη Λειτουργία, πού ἐτελέσθη σέ ἄλλη ἡμέρα. Τά προηγιασμένα δῶρα προτίθενται κατά τήν λειτουργία τῶν Προηγιασμένων γιά νά κοινωνήσουν ἀπ᾿ αὐτά καί νά ἁγιασθοῦν οἱ πιστοί. Μέ ἄλλα λόγια ἡ λειτουργία τῶν προηγιασμένων εἶναι μετάληψις, κοινωνία.

    Γιά νά κατανοήσουμε τήν γενεσιουργό αἰτία τῆς Λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων πρέπει νά ἀνατρέξωμε στήν ἱστορία της. Οἱ ρίζες της βρίσκονται στήν ἀρχαιοτάτη πράξη τῆς ‘Εκκλησίας μας. Σήμερα ἔχομε τή συνήθεια νά κοινωνοῦμε κατά ἀραιά χρονικά διαστήματα. Στούς πρώτους ὅμως αἰῶνες τῆς ζωῆς τῆς ‘Εκκλησίας οἱ πιστοί κοινωνοῦσαν σέ κάθε Λειτουργία, καί μόνον ἐκεῖνοι πού εἶχαν ὑποπέσει σέ διάφορα σοβαρά ἁμαρτήματα ἀπεκλείοντο γιά ἕνα ὡρισμένο χρονικό διάστημα ἀπό τήν μετάληψη τῶν ἁγίων Μυστηρίων. Κοινωνοῦσαν δηλαδή οἱ πιστοί ἀπαραιτήτως κάθε Κυριακή καί κάθε Σάββατο καί ἐνδιαμέσως τῆς ἑβδομάδος ὅσες φορές ἐτελεῖτο ἡ θεία λειτουργία, τακτικῶς ἤ ἐκτάκτως στίς ἑορτές πού ἐτύχαινε νά συμπέσουν ἐντός τῆς ἑβδομάδος. Ὁ Μέγας Βασίλειος μαρτυρεῖ ὅτι οἱ χριστιανοί τῆς ἐποχῆς του κοινωνοῦσαν τακτικῶς τέσσερες φορές τήν ἑβδομάδα, δηλαδή τήν Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο καί Κυριακή (ἐπιστολή 93). Ἄν πάλι δέν ἦτο δυνατόν νά τελεσθῇ ἐνδιαμέσως τῆς ἑβδομάδος ἡ Θεία Λειτουργία, τότε οἰ πιστοί κρατοῦσαν μερίδες ἀπό τήν θεία κοινωνία τῆς Κυριακῆς καί κοινωνοῦσαν μόνοι τους ἐνδιαμέσως τῆς ἑβδομάδος. Τό ἔθιμο αὐτό τό ἐπιδοκιμάζει καί ὁ Μέγας Βασίλειος.

    Στά Μοναστήρια καί ἰδιαίτερα στά ἐρημικά μέρη, ὅπου οἱ μοναχοί δέν εἶχαν τήν δυνατότητα νά παρευρεθοῦν σέ ἄλλες λειτουργίες ἐκτός τῆς Κυριακῆς, ἔκαμαν ὅ,τι καί οἱ κοσμικοί. Κρατοῦσαν δηλαδή ἁγιασμένες μερίδες ἀπό τήν Κυριακή ἤ τό Σάββατο καί κοινωνοῦσαν κατ᾿ ἰδίαν. Οἱ μοναχοί ὅμως ἀποτελοῦσαν μικρές ἤ μεγάλες ὁμάδες καί ὅλοι ἔπρεπε νά προσέλθουν καί νά κοινωνήσουν κατά τίς ἰδιωτικές αὐτές κοινωνίες. Ἔτσι ἀρχίζει νά διαμορφώνεται μία μικρά ἀκολουθία. Ὅλοι μαζί προσηύχοντο πρό τῆς κοινωνίας καί ὅλοι μαζί εὐχαριστοῦσαν τόν Θεό, πού τούς ἀξίωσε νά κοινωνήσουν. Ἄν ὑπῆρχε καί ἱερεύς, αὐτός τούς προσέφερε τήν θεία κοινωνία. Αὐτό ἐγίνετο μετά τήν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ ἤ τῆς Θ’ ὥρας (3 μ.μ.), γιατί οἱ μοναχοί ἔτρωγαν συνήθως μιά φορά τήν ἡμέρα, μετά τόν ἑσπερινό. Σιγά -σιγά θέλησαν νά ἐντάξουν τήν κοινωνία τους αὐτή στά πλαίσια μιᾶς ἀκολουθίας, πού νά ὑπενθυμίζει τήν θεία λειτουργία.

   Κατά τόν τρόπο αὐτόν διεμορφώθη ἡ ἀκολουθία τῶν Τυπικῶν (δηλαδή κατά τόν τύπον τῆς Θείας Λειτουργίας), πρός τό τέλος τῆς ὁποίας κοινωνοῦσαν. Αὐτή εἶναι ἡ μητρική μορφή τῆς Προηγιασμένης.

  Ἄς ἔλθωμε τώρα στήν Τεσσαρακοστή. Ἡ Θεία Λειτουργία κατά τήν περίοδο αὐτή ἐτελεῖτο μόνον κατά τά Σάββατα καί τίς Κυριακές. Παλαιό ἔθιμο ἐπικυρωμένο ἀπό ἐκκλησιαστικούς κανόνες ἀπηγόρευε τήν τέλεσι τῆς θείας λειτουργίας κατά τίς ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος, γιατί αὐτές ἦσαν ἡμέρες νηστείας καί πένθους. Ἡ τέλεσις τῆς Θείας Λειτουργίας ἦταν κάτι τό ἀσυμβίβαστο πρός τόν χαρακτῆρα τῶν ἡμερῶν αὐτῶν. Ἡ Λειτουργία εἶναι πασχάλιο μυστήριο, πού ἔχει ἔντονο τόν πανηγυρικό, τόν χαρμόσυνο, τόν ἐπινίκο χαρακτῆρα. Αὐτό ὅμως γεννοῦσε ἕνα πρόβλημα. Οἱ χριστιανοί ἔπρεπε νά κοινωνήσουν δύο φορές τοὐλάχιστον ἀκόμη κατά τήν ἑβδομάδα, τό ὀλιγώτερο δηλαδή κατά τίς ἐνδιάμεσες ἡμέρες, τήν Τετάρτη καί τήν Παρασκευή, πού μνημονεύει καί ὁ Μέγας Βασίλειος. Ἡ λύσις ἤδη ὑπῆρχε: Οἱ πιστοί θά κοινωνοῦσαν ἀπό Προηγιασμένα Ἅγια. Οἱ ἡμέρες αὐτές ἦσαν ἡμέρες νηστείας. Νηστεία τήν ἐποχή ἐκείνη ἐσήμαινε πλήρη ἀποχή τροφῆς μέχρι τήν δύσι τοῦ ἡλίου. Ἡ κοινωνία λοιπόν θά ἔπρεπε νά κατακλείσῃ τήν νηστεία, νά γίνῃ δηλαδή μετά τήν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ.

Στό σημεῖο αὐτό συνδέεται ἡ ἱστορία μέ τήν σημερινή πρᾶξι. Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων εἶναι σήμερα ἀκολουθία ἑσπερινοῦ, στήν ὁποία προστίθεται ἡ παράθεσις τῶν δώρων, οἱ προπαρασκευαστικές εὐχές, ἡ θεία κοινωνία καί ἡ εὐχαριστία ὕστερα ἀπό αὐτήν. Ἡ διαμόρφωσίς της μέσα στό ὅλο πλαίσιο τῆς Τεσσαρακοστῆς τῆς ἔδωσε ἕνα ἔντονο «πενθηρό»,, κατά τόν Θεόδωρο Στουδίτη, χαρακτῆρα (Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων). Μέ τόν ἑσπερινό συμπλέκονται τροπάρια κατανυκτικά, οἱ ἱερεῖς φέρουν πένθιμα ἄμφια, ἡ ἁγία τράπεζα καί τά τίμια δῶρα εἶναι σκεπασμένα μέ μαῦρα καλύμματα, οἱ εὐχές εἶναι γεμᾶτες ταπείνωσι καί συντριβή. «Μυστικώτερα εἰς πᾶν ἡ τελετή γίνεται», κατά τόν ἴδιο Πατέρα.

   Καιρός νά ρίξουμε μιά ματιά σ᾿ αὐτήν τήν ἴδια τήν Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, στή μορφή πού ὕστερα ἀπό μακρά ἐξέλιξη ἀποκρυσταλώθηκε καί κατά τήν ὁποία τελεῖται σήμερα στούς ναούς μας. Ἤδη ἐπισημάναμε τά δύο λειτουργικά στοιχεῖα πού τήν συνθέτουν: τήν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ καί τήν Θεία Κοινωνία. Τό πρῶτο μέρος της ἀποτελεῖ ὁ συνήθης ἑσπερινός τῆς Τεσσαρακοστῆς μέ μικρές μόνο τροποποιήσεις.

   Ὁ ἱερεύς κατά τήν ψαλμωδία τῆς Θ’ ὥρας ἐνδύεται τήν ἱερατική του στολή καί θυμιᾷ. Ἡ ἔναρξις γίνεται μέ τό «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…» κατά τόν τύπο τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἀναγινώσκεται ὁ προοιμιακός, ὁ 103ος δηλαδή ψαλμός, πού περιγράφει τό δημιουργικό ἔργο τοῦ Θεοῦ· «Eὐλόγει, ἡ ψυχή μου τόν Κύριον Κύριε ὁ Θεός μου ἐμεγαλύνθης σφόδρα…». Εἶναι τό προοίμιο τοῦ ἑσπερινοῦ, ἀλλά καί ὅλης τῆς ἀκολουθίας τοῦ νυχθημέρου, πού ἀρχίζει, ὡς γνωστό, κατά τόν ἑβραϊκό τρόπο, ἀπό τήν ἑσπέρα· πρῶτο μέρος τοῦ εἰκοσιτετραώρου θεωρεῖται ἡ νύκτα. Ὕστερα ὁ διάκονος, ἤ ἐν ἀπουσίᾳ του ὁ ἱερεύς, θέτει στό στόμα τῶν πιστῶν τά αἰτήματα τῆς προσευχῆς· «Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν»,, τά εἰρηνικά. Ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ΙΗ’ καθίσματος τοῦ Ψαλτηρίου· «Πρός Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα καί εἰσήκουσέ μου…» (Ψαλμοί 119-133). Εἶναι τό τμῆμα τοῦ Ψαλτηρίου πού ἔχει καθορισθῇ νά ἀναγινώσκεται κατά τούς ἑσπερινούς τῆς Τεσσαρακοστῆς.

   Ὁ ἱερεύς ἐν τῷ μεταξύ ἑτοιμάζει στήν Πρόθεσι τά Προηγιασμένα -ἀπό τήν Λειτουργία τοῦ προηγουμένου Σαββάτου ἤ τῆς Κυριακῆς- Τίμια Δῶρα. Ἀποθέτει τόν Ἅγιο Ἄρτο στό Δισκάριο, κάμνει τήν ἕνωσι τοῦ οἴνου καί τοῦ ὕδατος στό Ἅγιο Ποτήριο καί τά καλύπτει. Ὁ ἑσπερινός συνεχίζεται μέ τήν ψαλμῳδία τῶν ψαλμῶν τοῦ λυχνικοῦ καί τῶν κατανυκτικῶν τροπαρίων τῶν ἑκάστοτε ἡμερῶν, πού περιλαμβάνονται στούς τελευταίους στίχους τῶν ψαλμῶν αὐτῶν καί γίνεται ἡ εἴσοδος. Διαβάζονται δύο ἀναγνώσματα ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, ἕνα ἀπό τήν Γένεσι καί ἕνα ἀπό τό βιβλίο τῶν Παροιμιῶν. Θά σταθοῦμε γιά λίγο στήν κατανυκτική ψαλμῳδία τοῦ «Κατευθυνθήτω», τοῦ δευτέρου στίχου τοῦ 140οῦ ψαλμοῦ. Ψάλλεται μετά ἀπό τά ἀναγνώσματα ἕξ φορές, ἀπό τόν ἱερέα καί τούς χορούς, ἐνῶ ὁ ἱερεύς θυμιᾷ τήν Ἁγία Τράπεζα.

«Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου·

ἔπαρσις τῶν χειρῶν μου θυσία ἑσπερινή»..

   Κατόπιν γίνεται ἡ ἐκτενής δέησις ὑπέρ τῶν τάξεων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Κατηχουμένων, τῶν ἑτοιμαζομένων διά τό ἅγιον Βάπτισμα, «τῶν πρός τό φώτισμα εὐτρεπιζομένων»,, καί τῶν πιστῶν. Καί μετά τήν ἀπόλυσι τῶν Κατηχουμένων ἔρχεται τό δεύτερο μέρος, ἡ κοινωνία τῶν μυστηρίων.

   Τήν μεταφορά τῶν Προηγιασμένων Δώρων ἀπό τήν Πρόθεσι στό Θυσιαστήριο, πού γίνεται μέ ἄκρα κατάνυξι, ἐνῷ οἱ πιστοί προσπίπτουν «μέχρις ἐδάφους» συνοδεύει ἡ ψαλμῳδία τοῦ ἀρχαίου ὕμνου «Νῦν αἱ δυνάμεις»:

«Νῦν αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν

σύν ἡμῖν ἀοράτως λατρεύουσιν·

ἰδού γάρ εἰσπορεύεται ὁ βασιλεύς τῆς δόξης.

Ἰδού θυσία μυστική τετελειωμένη δορυφορεῖται.

Πίστει καί πόθῳ προσέλθωμεν,

ἵνα μέτοχοι ζωῆς αἰωνίου γενόμεθα.

Ἀλληλούϊα».

   Ἡ προπαρασκευή γιά τήν Θεία Κοινωνία περιλαμβάνει κυρίως τήν Κυριακή προσευχή (Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς… τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον…», ἀκολουθεῖ ἡ Κοινωνία καί μετ᾿ αὐτήν ἡ εὐχαριστία. Καί ἡ Λειτουργία κλείνει μέ τήν κατανυκτική ὀπισθάμβωνο εὐχή. Εἶναι δέησις πού συνδέει τήν τέλεσι τῆς κατανυκτικῆς αὐτῆς Λειτουργίας πρός τήν περίοδο τῶν Νηστειῶν. Ὁ πνευματικός ἀγών τῆς Τεσσαρακοστῆς εἶναι σκληρός, ἀλλά καί ἡ νίκη κατἀ τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν εἶναι βεβαία γιά τούς ἀγωνιζομένους τόν καλόν ἀγῶνα. Ἡ Ἀνάστασις δέν εἶναι μακράν. Ἄς τήν διαβάσωμε προσεκτικά. Εἶναι ἀπό τά ὡραιότερα ἐκκλησιαστικά κείμενα:

   «Δέσποτα παντοκράτορ, ὁ πᾶσαν τήν κτίσιν ἐν σοφίᾳ δημιουργήσας, ὁ διά τήν ἄφατόν σου πρόνοιαν καί πολλήν ἀγαθότητα ἀγαγών ἡμᾶς εἰς τά πανσέπτους ἡμέρας ταύτας, πρός καθαρισμόν ψυχῶν καί σωμάτων, πρός ἐγκράτειαν παθῶν, πρός ἐλπίδα ἀναστάσεως· ὁ διά τεσσαράκοντα ἡμερῶν πλάκας χειρίσας τά θεοχάρακτα γράμματα τῷ θεράποντί σου Μωσεῖ, παράσχου καί ἡμῖν, ἀγαθέ, τόν ἀγῶνα τόν καλόν ἀγωνίσασθαι, τόν δρόμον τῆς νηστείας ἐκτελέσαι, τήν πίστιν ἀδιαίρετον τηρῆσαι, τάς κεφαλάς τῶν ἀοράτων δρακόντων συνθλάσαι, νικητάς τε τῆς ἁμαρτίας ἀναφανῆναι καί ἀκατακρίτως φθάσαι προσκυνῆσαι καί τήν ἁγίαν ἀνάστασιν».

   Ἡ Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων εἶναι μία ἀπό τίς ὡραιότερες καί κατανυκτικότερες ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀλλά συγχρόνως καί μία διαρκής πρόσκλησις γιά τήν συχνή κοινωνία τῶν θείων μυστηρίων. Μιά φωνή ἀπό τά βάθη τῶν αἰώνων, ἀπό τήν ἀρχαία ζωντανή παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας. Φωνή πού λέγει ὅτι ὁ πιστός δέν μπορεῖ νά ζῇ τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ ἄν δέν ἀνανεώνῃ διαρκῶς τήν ἕνωσί του μέ τήν πηγή τῆς ζωῆς, τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου. Διότι ὁ Χριστός εἶναι «ἡ ζωή ἡμῶν» (Κολοσ. 3, 4).

Ἀπό τό βιβλίο,

ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ, ἐκδ. Ἀ. Δ.

Περισσότερα

Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Λόγος εἰς τὴν Κυριακὴ τῆς Τυροφάγου.


Ματθ. στ΄. 14-21

Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Εὐαγγελιστὴν Ματθαῖον, ὁμιλία Κ΄

Ἁρμοζει νὰ στενάξωμε ἐδῶ πολὺ καὶ νὰ θρηνήσωμε πικρά. Ὄχι μόνο μιμούμαστε τοὺς ὑποκριτές ἀλλὰ καὶ τοὺς ἔχομε ξεπεράσει. Γνωρίζω, γνωρίζω πολλοὺς ποὺ ὄχι μόνο νηστεύουν καὶ κάνουν ἐπίδειξη ἀλλὰ καὶ πολλοὺς ἄλλους ποὺ δέ νηστεύουν κι ὡστόσο παίρνουν τὸ ὕφος ἀνθρώπων ποὺ νηστεύουν καὶ κάνουν ἔτσι ἀπολογία χειρότερη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Γιὰ νὰ μὴ σκανδαλίσωμε –λένε- τοὺς πολλούς, τὸ κάνωμε αὐτό.

Εἶναι ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ που τὰ ὁρίζει αὐτὰ καὶ ὁμιλεῖ γιὰ σκάνδαλο; Καὶ νομίζεις ὅτι σκανδαλίζεις, ὅταν τὸν τηρῆς κι ὅταν τὸν παραβαίνης ὅτι ἀποσοβῆς τὸ σκάνδαλο; Δὲν μπορεῖ νὰ γίνη χειρότερη ἀνοησία; Δὲ θὰ σταματήσης νὰ γίνεσαι κι ἀπὸ τοὺς ὑποκριτὲς χειρότερος, καὶ νὰ διπλασιάζης τὴν ὑποκρισία; Καὶ κατανοῶντας τὴ μεγάλη ὑπερβολὴ τῆς κακίας αὐτῆς, δὲ θὰ ντραπῆς τὴν ἔμφαση τῆς διατυπώσεως; Δὲν εἶπε μόνον ὅτι ὑποκρίνονται ἀλλὰ θέλοντας νὰ τοὺς θίξη περισσότερο λέει· Ἀφανίζουν τὰ πρόσωπά τους, τὰ χαλοῦνε δηλαδὴ καὶ τὰ καταστρέφουν. Κι ἄν τοῦτο λέγεται ἀφανισμὸς τοῦ προσώπου, τὸ νὰ φαίνεται ὠχρὸ γιὰ λόγους κενοδοξίας τί θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε γιὰ κεῖνες ποὺ παραμορφώνουν μὲ σκόνες καὶ βαφὲς τὰ πρόσωπα τῶν γυναικῶν, γιὰ νὰ καταστρέφωνται ἀκόλαστοι νέοι; Κι ἐκεῖνοι τὸν ἑαυτό τους μόνο βλάπτουν. Ἐνῶ αὐτὲς καὶ τὸν ἑαυτὸ τους κι ὅποιους τὶς βλέπουν. Πρέπει καὶ τὴ μιὰ καὶ τὴν ἄλλη βλάβη νὰ ἀποφεύγωμε μ’ ὅλη μας τὴ δύναμη. Μᾶς ἔδωσε ἐντολὴ ὄχι μόνο νὰ μὴν ἐπιδεικνυώμαστε ἀλλὰ καὶ νὰ προσπαθοῦμε νὰ περνοῦμε ἀπαρατήρητοι. Ὅπως ἔκαμε καὶ πιὸ μπροστά. Καὶ στὴν περίπτωση τῆς ἐλεημοσύνης δὲν τὸ ζήτησε ἁπλὰ ἀλλὰ ὅταν εἶπε· Προσέχετε νὰ μὴν τὴν πράττετε μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, πρόσθεσε, γιὰ νὰ σᾶς δοῦνε. Στὴν περίπτωση τῆς νηστείας καὶ τῆς προσευχῆς τίποτα τέτοιο δὲν ὥρισε. Ἐπειδὴ ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι ἀδύνατο νὰ κρυφτῆ ὁλότελα, εἶναι ὅμως δυνατὸ νὰ κρυφτῆ ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία. Ὅπως ὅταν εἶπε, νὰ μὴ γνωρίζει τὸ ἀριστερὸ χέρι τί πράττει τὸ δεξιό, δὲν ἐννοοῦσε τὰ χέρια ἀλλὰ ὅτι πρέπει μὲ προσοχὴ νὰ περνᾶς ἀπαρατήρητος ἀπ’ ὅλους. Κι ὅταν συμβούλεψε νὰ ἀποσυρώμαστε στὴν ἀποθήκη μας, οὔτε πάντοτε, οὔτε προηγούμενα ὥρισε ἐκεῖ μόνο νὰ προσευχώμαστε· ἀλλὰ ἐννοοῦσε τὸ ἴδιο πρᾶγμα· ἔτσι κι ἐδῶ· ἡ συμβουλή του ν’ ἀλειφώμαστε δέν ἀποτελεῖ νομοθεσία του ν’ ἀλειφώμαστε πάντα. Γιατὶ τότε θὰ βρεθοῦμε ὅλοι ὅτι παραβαίνομε τοῦτο τὸ νόμο, πιὸ πολὺ αὐτοὶ ποὺ ἐπιδόθηκαν σοβαρὰ τὴ φύλαξή του, οἱ κοινότητες τῶν μοναχῶν καὶ ὅσοι κατοίκησαν στὰ βουνά. Δὲν ὥρισε λοιπὸν τοῦτο. Ἀλλὰ ἐπειδὴ οἱ πιὸ παλιοὶ εἶχαν τὴ συνήθεια ν’ ἀλείφωνται κάθε φορὰ ποὺ τοὺς τύχαινε ἕνα εὐχάριστο καὶ χαρούμενο γεγονός- κι αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸ διαπιστώση κανεὶς καὶ στὴν ἐποχὴ ἀκόμα τοῦ Δαυΐδ καὶ τοὺ Δανιὴλ-συμβούλεψε ν’ ἀλειφώμαστε κι ἐμεῖς, ὄχι γιὰ νὰ τὸ κάνωμε αὐτὸ ὁπωσδήποτε, ἀλλὰ νὰ φροντίζουμε, μὲ πολλὴ προσοχὴ νὰ κρύβωμε τὴν πράξη μας αὐτή. Καὶ γιὰ νὰ ἀντιληφθῆς ὅτι ἔτσι εἶναι, ὅταν ἐκεῖνος ἐφάρμοσε στὴν πράξη αὐτὸ ποὺ ὥρισε μὲ τὸ λόγο, ὅταν ἐνήστεψε σαράντα μέρες, κι ἀφοῦ ἐνήστεψε ἀπαρατήρητα, μήτε ἀλείφτηκε, μήτε ἐνίφτηκε. Ὡστόσο καὶ χωρὶς νὰ τὰ κάμη αὐτὰ ἔφερε στὸ τέλος τὴν ἄσκησή του πιὸ ἀκενόξοδα ἀπὸ κάθε ἄλλον. Αὐτὸ ὁρίζει καὶ σ’ ἐμᾶς καὶ παρουσιάζοντάς μας τοὺς ὑποκριτὰς κι ἀποτρέποντας μὲ διπλῆ παραγγελία ὅσους ἀκοῦνε. Καὶ κάτι ἄλλο μᾶς ἀφίνει νὰ ἐννοήσωμε μὲ τὴν ὀνομασία ὑποκριτές. Θέλει νὰ μᾶς ἀπομακρύνη ἀπὸ τὴν πονηρὴ ἐπιθυμία, ὄχι μόνο μὲ τὸ ὅτι εἶναι τὸ πρᾶγμα καταγέλαστο, οὔτε καὶ μὲ τὸ ὅτι προξενεῖ τὴ μεγαλύτερη ζημία ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ ὅτι ἡ τέτοιου εἴδους ἀπάτη εἶναι ἐφήμερη. Ὁ ὑποκριτὴς δηλαδὴ ὡς τότε φαίνεται λαμπρός, ὥσπου παρακολουθοῦν οἱ θεαταί· καὶ τότε ἀκόμα δὲ φαίνεται σ’ ὅλους. Γιατὶ οἱ περισσότεροι γνωρίζουν ποιός εἶναι καὶ ποιόν ὑποκρίνεται. Ἀλλὰ ὅταν τελειώση ἡ παράσταση φανερώνεται σ’ ὅλους πιὸ καθαρά. Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἀντιμετωπίσουν κι ὅλοι οἱ κενόδοξοι. Κι αὐτοὶ δείχνουν στοὺς πιὸ πολλοὺς ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ φαίνονται, ἀλλὰ φορᾶνε μόνο προσωπεῖο· πολὺ περισσότερο ὅμως θὰ φανερωθοῦν ἀργότερα, ὅταν ὅλα φαίνωνται ξεσκέπαστα καὶ γυμνά. Καὶ μὲ ἄλλο τρόπο πάλι τοὺς ἀπομακρύνει ἀπὸ τοὺς ὑποκριτὰς μὲ τὴν ὑπόδειξη ὅτι ἡ ἐντολὴ εἶναι ἐλαφρά. Δὲν κάνει αὐστηρότερη τὴ νηστεία οὔτε ὁρίζει νὰ τὴν παρουσιάζωμε μεγαλύτερη ἀλλὰ θέλει νὰ μὴ χάσωμε τὸ στέφανο ποὺ αὐτὴ δίνει. Ὥστε αὐτὸ ποὺ φαίνεται βαρύ, εἶναι κοινὸ σ’ ἐμᾶς καὶ τοὺς ὑποκριτὰς· γιατὶ νηστεύουν κι αὐτοί. Κι ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ἀνεπαίσθητο, νὰ μὴ χαθῆ ἀπὸ τὴν κούραση ὁ μισθός, αὐτό εἶναι λέει ποὺ ὁρίζω· δὲ μᾶς ἐπιβαρύνει μὲ περισσότερο κόπο, ἀσφαλίζει ὅμως τὸ μισθό μας μὲ κάθε μέσο καὶ δὲν μᾶς ἀφίνει νὰ φύγωμε ἀστεφάνωτοι, ὅπως ἐκεῖνοι. Καὶ μήτε θέλουν νὰ μιμηθοῦν αὐτοὺς ποὺ ἀγωνίζονται στοὺς ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνες, ποὺ μόλο ποὺ παρακολουθεῖ τόσος κόσμος καὶ τόσοι ἄρχοντες, ἕναν μονάχα ἐπιδιώκουν νὰ ἱκανοποιήσουν, αὐτὸν ποὺ θὰ βραβεύση τὴ νίκη τους. Κι ἄς εἶναι πολὺ κατώτερος. Καὶ σὺ ποὺ ἔχεις διπλῆ αἰτία νὰ παρουσίασης σ’ ἐκεῖνον τὴ νίκη σου, γιατὶ ὁ ἴδιος εἶναι καὶ ὁ ἐπιβραβευτὴς καὶ μὲ ὑπεροχὴ ἀσύγκριτη ὑπερέχει ἀπὸ ὅλους ὅσοι κάθονται στὸ θέατρο, δείχνεις σὲ ὅλους τὴν ἀρετή σου, ποὺ ὄχι μόνο δὲ σ’ ὠφελοῦν ἀλλὰ καὶ σοῦ προξενοῦν μεγίστη ζημία.

Ἀλλά μήτε σ’ αὐτό δὲ σ’ ἐμποδίζω, λέει. Ἄν θέλης καὶ στοὺς ἀνθρώπους νὰ ἐπιδειχθῆς, περίμενε, κι ἐγὼ θὰ σοῦ παραχωρήσω κι αὐτὸ μὲ περισσότερη ἀφθονία καὶ πολὺ κέρδος. Σὲ ἀποσπᾶ τοῦτο τώρα ἀπὸ τὴ δοξολογία μου, ὅπως σὲ συνδέει ἡ περιφόρνησή τούτων. Τότε θὰ τὰ ἀπολαύσης ὅλα μὲ κάθε ἐλευθερία. Ἀλλὰ πρὶν ἀπ’ αὐτὰ δὲ θὰ εἶναι μικρὴ ἡ ὠφέλειά σου ἐδῶ μὲ τὸ νὰ καταπατήσης ὅλη τὴν ἀνθρωπίνη δόξα καὶ νὰ ἐλευθερωθῆς ἀπὸ τὴ βαρειὰ ἀνθρώπινη δουλεία καὶ νὰ γίνης ἐργάτης γνήσιος τῆς ἀρετῆς. Γιατὶ μὲ τέτοια γνώμη ἄν βρεθῆς στὴν ἐρημιά, θά γίνης ἔρημος ἀπὸ κάθε ἀρετη, ἀφοῦ δὲ θὰ ἔχης θεατές. Αὐτὸ ὅμως δείχνει ὑβριστὴ τῆς ἀρετῆς, ἄν εἶναι νὰ τὴν ἐπιδιώκης ὄχι γι’ αὐτὴν τὴν ἴδια ἀλλὰ γιὰ τὸ σχοινᾶ καὶ τὸ χαλκιὰ καὶ τὸ πλῆθος τῆς ἀγορᾶς, γιὰ νὰ σὲ θαυμάσουν ἀκόμα κι οἱ κακοὶ κι αὐτοὶ ποὺ ζοῦνε μακριά της. Καὶ καλεῖς τοὺς ἐχθρούς της νὰ τὴ δείξης καὶ νὰ τὴ θαυμάσουν. Εἶναι τὸ ἴδιο νὰ διαλέξη κανένας τὴ σώφρονη ἀλλὰ γιὰ νὰ τῆς κάνη ἐπίδειξη σ’ αὐτοὺς ποὺ ζοῦνε μὲ ἑταῖρες. Καὶ σὺ ἄν σκέφτεσαι ἔτσι, δὲ διαλέγεις τὴν ἀρετὴ παρὰ γιὰ τοὺς ἐχθρούς της. Πρέπει κι ἀπὸ τοῦτο νὰ τὴ θαυμάσωμε, ποὺ τὴν ἐπαινοῦν κι οἱ ἐχθροί της. Καὶ νὰ τὴ θαυμάσωμε ὅπως πρέπει ὄχι γι’ ἄλλους ἀλλὰ γιὰ λογαριασμό της. Γιατὶ κι ἐμεῖς θεωροῦμε προσβολὴ νὰ μὴ μᾶς ἀγαποῦν γιὰ τὸν ἑαυτό μας ἀλλὰ γιὰ χάρη ἄλλων. Τὸ ἴδιο νὰ στοχαστῆς καὶ γιὰ τὴν ἀρετή. Μὴν τὴν ἐπιδιώκης γιὰ χάρη ἄλλων οὔτε νὰ κάνης ὑπακοὴ στὸ Θεὸ γιὰ χάρη τῶν ἀνθρώπων ἀλλὰ στοὺς ἀνθρώπους γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ. Στὴν ἀντίθετη περίπτωση κι ἄν νομίζης ὅτι ἐπιδιώκεις τὴν ἀρετή, ἐξοργίζεις τὸ Θεὸ ὅμοια μ’ αὐτὸν ποὺ δὲν τὴν ἐπιδιώκει. Ὅπως παρακούει ἐκεῖνος ποὺ δὲν τὴν ἐπιδίωξε ἔτσι καὶ σὺ μὲ τὴν παράνομη ἐπιδίωξη. «Μὴ θησαυρίζετε γιὰ τὸν ἑαυτὸ σας θησαυροὺς πάνω στὴ γῆ». Ἀφοῦ ἔβγαλε ἀπὸ τὴν ψυχή μας τὸ νόσημα τῆς κενοδοξίας, ἀρχίζει σὲ κατάλληλη ὥρα καὶ τὸ λόγο γιὰ ἀκτημοσύνη. Τίποτα δὲν προετοιμάζει τόσο τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀγάπη τῶν χρημάτων ὅσο ἡ ἐπιθυμία τῆς δόξας. Γιὰ τὴν δόξα οἱ ἄνθρωποι ἐφευρίσκουν τὰ κοπάδια τῶν δούλων, τὸ σμάρι τῶν εὐνούχων, τὰ χρυσοστόλιστα ἄλογα, τ’ ἀσημένια τραπέζια καὶ τὰ ἄλλα τὰ πιὸ γελοῖα. Δὲ θέλουν νὰ ἱκανοποιήσουν μιὰ ἀνάγκη, οὔτε ν’ ἀπολαύσουν ἡδονὴ ἀλλὰ νὰ κάνουν ἐπίδειξη στοὺς πολλούς. Πιὸ πάνω περιοριζόταν νὰ ὁρίση ὅτι πρέπει νὰ ἐλεοῦμε· ἐδῶ δείχνει καὶ πόσο πρέπει νὰ ἐλεοῦμε λέγοντας· Μὴ θησαυρίζετε. ἐπειδὴ δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ παρουσιάση ἀπὸ τὴν ἀρχὴ στὴ πληρότητά του τὸ λόγο γιὰ τὴν περιφρόνηση τῶν χρημάτων ἐξ αἰτίας τῆς τυραννικῆς κυριαρχίας τοῦ πάθους, ἀφοῦ τὸν χώρισε σὲ μέρη καὶ τὸν ἐλευθέρωσε ἀπ’ αὐτήν, τὸν σταλάζει μέσα στὴν ψυχὴ τῶν ἀκροατῶν του, ὥστε νὰ γίνη εὔκολα παραδεκτός. Γι’ αὐτὸ ἔλεγε πρῶτα· Καλότυχοι ὅσοι ἐλεοῦν· κι ἔπειτ’ ἀπ’ αὐτό· Νὰ ἔχης συμπάθεια γιὰ τὸν ἀντίδικό σου. Κι ἀκόμα πιὸ ὕστερα· Ἄν θέλη κάποιος νὰ πᾶτε στὸ δικαστήριο καὶ νὰ σοῦ πάρη τὸ χιτῶνα δώστου καὶ τὸ ἱμάτιο. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερο ἀπ’ ὅλα. Ἐκεῖ εἶπε· Ἄν δῆς νὰ πλησιάζη δικαστικὸς ἀγῶνας κάνε τοῦτο· ἀντὶ νὰ φιλονικῆς γιὰ τὴν κατοχὴ ἑνὸς πράγματος, καλύτερα ν’ ἀποφύγης τὴ φιλονεικία κι ἄς μὴν τὸ κρατήσης. Ἀλλὰ ἐδῶ οὔτε ἀντίδικο παρουσιάζει οὔτε κατηγορούμενο, οὔτε κανέαν ἄλλο μνημονεύει, παρὰ μᾶς συμβουλεύει καθ’ ἑαυτὴ τὴν περιφρόνηση τῶν χρημάτων, δείχοντας ὅτι θέτει αὐτὸν τὸ νόμο ὄχι τόσο γι’ αὐτοὺς ποὺ εὐεργετοῦνται, ὅσο γι’ αὐτὸν ποὺ εὐεργετεῖ. Ἔτσι κι ἄν κανένας δὲν ἀδικῆ καὶ δὲ μᾶς σύρη στὸν δικαστήριο, νὰ περιφρονοῦμε ὡστόστο τὴν περιουσία μας, δίνοντάς τη σ’ αὐτοὺς ποὺ τὴ χρειάζονται. Κι ἐδῶ ὅμως δὲ θέτει τὸ σύνολο ἀλλὰ τμηματικὰ, μολονότι παρουσίασε στὴν ἔρημο τοὺς σχετικοὺς ἀγῶνες μὲ πολλὴν ὑπερβολή. Δὲν τὸ θέτει ὅμως, οὔτε τὸ φέρνει στὸν κέντρο· δὲν ἦταν ἀκόμα καιρὸς νὰ τὸ φανερώση. Σκέψεις ἐξετάζει ὡς τώρα καὶ στὸ λόγο γι’ αὐτὰ παίρνει τὴ θέση συμβούλου πιὸ πολὺ παρὰ νομοθέτη. Γιατὶ ὅταν εἶπε· Μὴ θησαυρίζετε στὴ γῆ, πρόσθετε· Ὅπου τὸ σαράκι καὶ τὸ σκουλήκι ἀφανίζουν κι ὅπου οἱ κλέφτες ξεθαύουν καὶ κλέβουν. Τώρα δείχνει τοῦ οὐράνιου θησαυροῦ τὴν ὠφέλεια καὶ τοῦ γήϊνου τὴ βλάβη κι ἐξ αἰτίας τοῦ τόπου καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῶν ποὺ τὸν κυνηγοῦν. Δὲ σταματᾶ ὡς ἐδῶ ἀλλὰ προσθέτει κι ἄλλη σκέψη καὶ πρῶτα μετατρέπει τὸ φόβο τους σ’ ἐνθάρρυνση. Φοβᾶσαι, λέει, μὴν ξοδευτοῦν τὰ χρήματά σου, ὅταν κάμης ἐλημοσύνη; Δῶσε ἐλεημοσύνη καὶ τότε δὲ θὰ ξοδευτοῦν. Καὶ τὸ πιὸ μεγάλο, ὅτι ὄχι μόνο δὲ θὰ ξοδευτοῦν ἀλλὰ καὶ προσθήκη μεγαλύτερη θὰ λάβης, γιατὶ βέβαια προσθέτονται τὰ οὐράνια. Δὲν τὸ λέει ὅμως αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἀρχή, τὸ προσθέτει ἔπειτα

Τώρα φέρνει στὸ κέντρο, ὅ,τι μποροῦσε ν’ ἀποκαλέση τὴ μεγαλύτερη προτροπή, ὅτι παραμένει ἀσύλητος ὁ θησαυρὸς τους καὶ τοὺς σέρνει κοντά του ἀπὸ δύο μέρη. Γιατὶ οὔτε εἶπε ὅτι μόνο ἄν δώσης ἐλεημοσύνη διατηρεῖται, ἀλλὰ ἐφοβέρισε καὶ τὸ ἀντίθετο, ὅτι καὶ ἄν δὲν δώσῃς χάνεται. Πρόσεξε τὴν ἄπειρη σοφία. Δὲν εἶπε ὅτι τὰ ἀφήνεις σὲ ἄλλους, γιατὶ καὶ τοῦτο δὲν τὸ ἐπιτυγχάνουν. Ἀλλὰ μὲ ἄλλο τρόπο τοὺς φοβερίζει δείχνοντάς τους οὔτε μήτε τοῦτο δέν τό ἐπιτυγχάνουν. Ἀκόμα κι ἄν δὲν μᾶς ἀδικήσουν ἄνθρωποι, ὑπάρχουν αὐτοὶ ποὺ θὰ ἀδικήσουν, τὸ σαράκι καὶ τὸ σκουλήκι. Γιατὶ κι ἄν φαίνωνται πὼς εἶναι πολὺ εὐκολοσύντριφτοι αὐτοὶ οἱ ἀφανισταί, ὅμως πραγματικά εἶναι ἀκαταμάχητοι καὶ ἀσυγκράτητοι. Κι ὅ,τι δήποτε μηχανευθῆς, δὲ θὰ μπορέσῃς νὰ συγκρατήσης τὴν καταστροφὴ ποὺ προξενοῦν. Λοιπὸν τὸ σαράκι τρώει τὸ χρυσάφι; Ἄν ὄχι τὸ σαράκι οἱ κλέφτες. Κι ἔγιναν ὅλοι θύματα κλοπῆς; Ἄν ὄχι ὅλοι οἱ περισσότεροι. Γι’ αὐτὸ φέρνει κι ἄλλη σκέψη, ὅπως εἶπα πιὸ πρίν· Ὅπου βρίσκεται ὁ θησαυρὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκεῖ εἶναι ἡ σκέψη του. Κι ἄν δὲν πραγματοποιηθῆ κανένα ἀπ’ αὐτά, λέει, δὲν εἶναι μικρὴ ζημία νὰ εἶσαι καρφωμένος στὰ γήϊνα, νὰ γίνης δοῦλος ἀπὸ ἐλεύθερος, νὰ ξεπέσης ἀπὸ τὸν οὐρανό, τίποτα ἀπὸ τὰ ὑψηλὰ νὰ μὴν μπορῆς νὰ ἑννοήσης ἀλλὰ νὰ τὰ θεωρῆς ὅλα σὰν χρήματα καὶ τόκους καὶ δανείσματα καὶ κέρδη κι ἀνελεύθερες συναλλαγές. Ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀθλιότητα; Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι χειρότερος ἀπὸ κάθε ἀχρεῖο, δοῦλος στὴ χειρότερη τυραννία. Κι ἔχει προδώσει τὸ βασικώτερο ἀπ’ ὅλα, τὴν ἀνθρώπινη εὐγένεια καὶ ἐλευθερία. Ὅσα κι ἄν σοῦ λέη κανένας, ὅταν ὁ νοῦς σου εἶναι προσηλωμένος στὰ χρήματα τίποτα δὲ θὰ μπορέσης ν’ ἀκούσης ἀπ’ ὅσα ἁρμόζουν σὲ σένα. Ἀλλὰ σὰν σὲ σκυλὶ ποὺ εἶναι δεμένο σὲ τάφο μὲ τὴ βαρύτερη ἀπ’ ὅλες ἁλυσίδα τῆς χρηματικῆς τυραννίας κι ἀλυχτᾶ ὅλους ποὺ πλησιάζουν, ἕνα ἔργο ἀσταμάτητο ἔχεις καὶ σύ, νὰ ὑπερασπίζεσαι ἀπὸ ὅλους τὸ θησαυρό σου. Ὑπάρχει ἀθλιότητα μεγαλύτερη; Αὐτὸ ὅμως ἦταν ἀνώτερο ἀπὸ τὸ διανοητικὸ ἐπίπεδο τῶν ἀκροατῶν του, κι οὔτε ἦταν εὔκολο νὰ δοῦν σὲ μιὰ ματιὰ τὴ βλάβη, οὔτε τὸ κέρδος ἦταν φανερό, ἀλλὰ χρειαζόταν κάπως πιὸ ἀσκημένη σκέψη νὰ διακρίνουν καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο, γι’ αὐτὸ ἀναφέρει τοῦτο ὕστερ’ ἀπ’ αὐτὰ τὰ φανερὰ λέγοντας· Ὅπου ὁ θησαυρὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἐκεῖ βρίσκεται κι ἡ σκέψη του. Καὶ τὸ ἀποσαφηνίζει αὐτὸ πάλι, ὁδηγῶντας τὸ λόγο ἀπὸ τὰ νοητὰ στὰ αἰσθητὰ καὶ λέγοντας· Ὁ λύχνος τοῦ σώματος εἶναι τὸ μάτι. Ὁ λόγος του ἔχει τοῦτο τὸ νόημα. Μὴν κρύψης χρυσάφι στὴ γῆ, μήτε τίποτα παρόμοιο, γιατὶ τὰ μαζεύεις γιὰ τὸ σαράκι καὶ τὸ σκουλήκι καὶ τοὺς κλέπτες. Κι ἄν ἀκόμη τ’ ἀποφύγης αὐτά, δὲ θὰ ξεφύγης τὴν ὑποδούλωση τῆς καρδιᾶς καὶ τὴν προσήλωση σ’ ὅλα τὰ χαμηλά. Ὅπου εἶναι ὁ θησαυρὸς σου ἐκεῖ κι ἡ σκέψη σου. Ὅπως λοιπὸν ὅταν θησαυρίσης στὸν οὐρανό, δὲν καρπώνεσαι τοῦτο μονάχα, τὴν ἐπιτυχία τῶν σχετικῶν βραβείων ἀλλὰ ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ τώρα παίρνεις τὸ μισθό σου σὲ ἄλλο ἀράζοντας λιμάνι, κι ἔχοντας φρόνημα τ’ οὐρανοῦ καὶ γιὰ τὰ ἐκεῖ φροντίζοντας –γιατὶ ὅπου ἔκρυψες τὸ θησαυρό σου εἶναι φανερὸ ὅτι ἄφησες καὶ τὴν ψυχή σου-ἔτσι ἄν θησαυρίσης στὴ γῆ, θὰ πάθης τὰ ἀντίθετα. Κι ἄν εἶναι γιὰ σένα ὁ λόγος σκοτεινὸς ἄκουσε τὰ ἑξῆς. Ὁ λύχνος τοῦ σώματος εἶναι τὸ μάτι. Ἄν τὸ μάτι σου εἶναι καθαρό, εἶναι φωτεινὸ ὅλο τὸ σῶμα σου. Ἄν τὸ μάτι σου εἶναι πονηρό, θὰ εἶναι ὅλο τὸ σῶμα σου σκοτεινό. Κι ἄν τὸ φῶς τὸ δικό σου εἶναι σκοτάδι, τὸ σκοτάδι πόσο θά εἶναι; Στρέφει τὸ λόγο στὰ αἰσθητά. Ἐπειδὴ ἀνέφερε τὴν ψυχή, ὅτι καταδουλώνεται κι αἰχμαλωτίζεται καὶ αὐτὸ δὲν μποροῦν πολλοὶ νὰ τὸ δοῦνε σὲ μιὰ ματιά, μεταθέτει τὴ διδασκαλία του στὰ ἐξωτερικὰ κι αὐτὰ ποὺ βλέπουν τὰ μάτια, γιὰ νὰ λάβουν ἰδέα καὶ γιὰ κεῖνα ἔχοντας ὑπ’ ὄψη αὐτά. Ἄν δὲ γνωρίζης, τί σημαίνει βλάβη τοῦ νοῦ, κατανόησέ το ἀπὸ τὴ σωματικὴ βλάβη. Ὅ,τι ἀντιπροσωπεύει γιὰ τὸ σῶμα τὸ μάτι, αὐτὸ εἶναι κι ὁ νοῦς γιὰ τὴν ψυχή. Ἀσφαλῶς λοιπὸν δὲ θὰ προτιμοῦσες νὰ φορῆς χρυσᾶ καὶ νὰ εἶσαι ντυμένος μὲ ροῦχα μεταξωτά, νὰ εἶναι ὅμως τὰ μάτια σου χαλασμένα. Ἀλλὰ τὴν ὑγεία τῶν ματιῶν σου θεωρεῖς πιὸ ἀκριβῆ ἀπ’ ὅλα αὐτά. Καὶ ἄν τὴν καταστρέψης καὶ τὴ χαλάσης, δὲ σ’ ὠφελεῖ πιὰ νὰ ζῆς, γιατὶ ὅπως μὲ τὴν τύφλωση τῶν ματιῶν χάνεται τὸ μεγαλύτερο ποσοστὸ τῆς ἐνεργητικότητας τῶν ἄλλων μελῶν, ὅταν σβήση γι’ αὐτὰ τὸ φῶς, ἔτσι ὅταν καταστραφῆ καὶ ὁ νοῦς σου , ἀπὸ μύρια ἡ ζωή σου θὰ γεμίση κακά. Ὅπως λοιπὸν στὴν φροντίδα τοῦ σώματος βάζομε αὐτὸ τὸ σκοπό, νὰ ἔχωμε τὰ μάτια μας γερά, τὸ ἴδιο κάνομε καὶ γιὰ τὸ νοῦ στὴν ἐπιμέλεια τῆς ψυχῆς. Ἄν ἀχρηστέψωμε αὐτὸν, ποὺ ὀφείλει καὶ στὰ ἄλλα νὰ παρέχη τὸ φῶς, πῶς θὰ μπορέσωμε νὰ δοῦμε; Ὅπως ξηραίνει τὸν ποταμὸ ὅποιος φράξη τὴν πηγή, ἔτσι κι αὐτὸς ποὺ ἀφανίζει τὸ νοῦ του, θολώνει ὅλη τὴ δραστηριότητά του στὴ ζωὴ αὐτή. Γι’ αὐτὸ λεέι Ἄν τὸ δικὸ σου φῶς εἶναι σκοτάδι, τὸ σκοτάδι πόσο εἶναι; Ὅταν βουλιάξη ὁ κυβερνήτης καὶ σβήση τὸ λυχνάρι καὶ ὁ ἀρχηγὸς αἰχμαλωτιστῆ, ποιά ἐλπίδα ἀπομένει στοὺς ὑπηκόους;

Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἄφησε νὰ πῆ τώρα τὶς ἐπιβουλὲς ποὺ προκαλεῖ ὁ πλοῦτος, τὶς φιλονεικίες, τὶς δίκες. Ἔκανε γι’ αὐτὰ ὑπαινιγμὸ πιὸ πάνω ὅταν εἶπε· Θὰ σὲ παραδώση ὁ ἀντίδικος στὸν κριτὴ καὶ ὁ κριτὴς στὸν ὑπηρέτη. Ἀφοῦ ὅπως νἄναι ἀνέφερε τὰ βαρύτερα περιστατικά, ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν πονηρὴ ἐπιθυμία. Εἶναι πολὺ φοβερώτερο νὰ δουλωθῆ ὁ νοῦς σου σ’ αὐτὸ τὸ πάθος παρὰ νὰ κλειστῆς στὴ φυλακή. Καὶ τὸ τελευταῖο δὲ συμβαίνει συχνά, τὸ πρῶτο ὅμως ἔχει συνδεθῆ μὲ τὴν ἐπιθυμία τῶν χρημάτων. Γι’ αὐτὸ βάζει τὴν ὑποδούλωση τοῦ νοῦ, σὰν πιὸ φοβερὴ κι ἀναπόφευκτη, μετὰ τὴ φυλάκιση. Ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε νοῦ, λέει, γιὰ νὰ διαλύσωμε τὴν ἄγνοια μας καὶ νὰ σχηματίσωμε ὀρθὴ κρίση γιὰ τὰ πράγματα καὶ νὰ μείνωμε ἀσφαλισμένοι ἔναντι ὅσων μᾶς λυποῦν καὶ μᾶς βλάπτουν, χρησιμοποιῶντας αὐτὸν σὰν κάποιο ὅπλο καὶ φῶς. Ἐμεῖς προδίνομε τὸ χάρισμα σὲ περιττὰ καὶ ἀνώφελα. Τί ὠφελοῦν οἱ χρυσοντυμένοι στρατιῶτες, ὅταν ὁ στρατηγος σέρνεται στὴν αἰχμαλωσία; Ποιὸ κέρδος τοῦ ἀρματωμένου πλοίου, ὅταν ὁ κυβερνήτης βουλιάξη; Καὶ τὶ ἀξία ἔχει τὸ ἀθλητικὸ σῶμα, ὅταν ἀπὸ τὰ μάτια ἔχει ἀποκοπῆ ἡ ὅραση; Ὅπως λοιπὸν ἄν κάποιος τὸ γιατρό, ποὺ πρέπει νὰ εἶναι ὑγιὴς γιὰ νὰ θεραπεύη τὶς ἀσθένειες, τὸν κάμη ν’ ἀσθενήση καὶ ὁρίση ἔπειτα νὰ ξαπλωθῆ σὲ ἀσημένιο κρεβάτι καὶ χρυσὸ θάλαμο, δὲν ὠφελεῖ σὲ τίποτα τοὺς ἀρρώστους, ἔτσι ἀφοῦ καταστρέψης τὸ νοῦ ποὺ ἔχει τὴ δύναμη νὰ θεραπεύη τὰ πάθη, ἄν καθίσης δίπλα στὸ θησαυρό σου, ὄχι μόνο δὲν προκάλεσες καμμιὰ ὠφέλεια ἀλλὰ ἀντίθετα τὴν μεγαλύτερη ζημία καί ἔβλαψες ὅλη σου τήν ψυχή. Εἶδες πὼς μὲ τὰ ἴδια, γιὰ τὰ ὁποῖα οἱ ἄνθρωποι ἐπιθυμοῦν τὴν κακία, μ’ αὐτὰ καὶ τοὺς ξαναφέρει στὴν ἀρετή; Γιὰ ποιό λόγο ἐπιθυμεῖς τὰ χρήματα; ρωτᾶ. Ὄχι γιὰ νὰ δοκιμάσης εὐχαρίστηση κι ἡδονή; Αὐτὸ ἀκριβῶς δὲ θὰ τὸ δοκιμάσης ἀπὸ τοῦτο ἀλλὰ τὸ ὁλότελα ἀντίθετο. Γιατὶ ἄν μὲ τὴν στέρηση τῶν ματιῶν δὲν αἰσθανώμαστε κανένα ἀπὸ τὰ εὐχάριστα ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς συμφορᾶς μας, παθαίνομαι τὸ ἴδιο σὲ μεγαλύτερο βαθμὸ ἐξ αἰτίας τῆς διαστροφῆς κι ἀναπηρίας τοῦ νοῦ. Γιὰ ποιό λόγο τὰ κρύβεις στὴ γῆ; Γιὰ νὰ φυλάγωνται μὲ ἀσφάλεια; Κι ἐδῶ τὸ ἀντίθετο συμβαίνει, λέει. Γιὰ ποιὸ λόγο προσεύχεσαι καὶ ἐλεεῖς; Ἐπιθυμεῖς τὴ δόξα τῶν ἀνθρώπων; Μὴν προσεύχεσαι λοιπὸν γι’ αὐτὴν καὶ θὰ τὴν ἔχης κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως. Ὅπως λοιπὸν ἐκεῖνον ποὺ νηστεύει καὶ ἐλεεῖ καὶ προσεύχεται γιὰ λόγους κενοδοξίας τὸν ὁδηγεῖ στὴν ἔλλειψη κενοδοξίας χρησιμοποιῶντας τὴν ἴδια τὴν ἐπιθυμία του, ὅμοια καὶ τὸ φιλάργυρο τὸν ἀποσπᾶ μὲ τὰ ἴδια ποὺ τράβηξαν τὴν προθυμία του. Τί θέλεις; τοῦ λέει. Νὰ φυλάγωνται τὰ χρήματά σου καὶ νὰ ἀπολαύσης τὴν ἡδονή; Μὲ μεγάλη ἀφθονία θὰ σοῦ δώσω καὶ τὰ δύο, ἐὰν καταθέσης τὸ χρυσάφι σου, ὅπου σοῦ ὁρίζω. Πιὸ καθαρὰ ἔδειξε στὰ κατοπινὰ τὴ βλάβη τοῦ νοῦ, ποὺ προέρχεται ἀπ’ αὐτὰ, ὅταν ἐμνημόνεψε τὰ ἀγκάθια. Τώρα κι ἐδῶ κάνει ὄχι τυχαῖο ὑπαινιγμό, ἀφοῦ ἔδειξε ὅτι εἶναι σκοτισμένος ὅποιος ἔχει αὐτὴ τὴ μανία. Κι ὅπως ὅσοι βαδίζουν στὰ σκοτεινὰ δὲ βλέπουν τίποτα μὲ σαφήνεια ἀλλὰ τὸ σχοινὶ τὸ νομίζουν φίδι κι ἄν δοῦν βουνὰ καὶ φαράγγια πεθαίνον ἀπὸ τὸ φόβο, ἔτσι κι αὐτοὶ ὑποψιάζονται αὐτὰ ποὺ δὲν εἶναι φοβερὰ γιὰ ὅσους βλέπουν. Τρέμουν τὴ φτώχεια κι ὄχι τὴ φτώχεια μονάχα ἀλλὰ ὁποιαδήποτε ζημία. Κι ἄν στερηθοῦν κάτι ἀσήμαντο, θρηνοῦν καὶ ὑποφέρουν περισσότερο ἀπὸ ὅσους στεροῦνται τὴν ἀπαραίτητη τροφή. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς πλούσιους ἔφθασαν στὴν ἀγχόνη, ἐπειδὴ δὲ βάσταξαν τὶς δύσκολες αὐτὲς ἡμέρες. Καὶ τὴν προσβολὴ καὶ τὴν κακομεταχείριση τόσο ἀνυπόφορα τὰ θεωροῦν, ὥστε πολλοὶ καὶ γι’ αὐτὴ τὴν αἰτία ν’ ἀποσπαστοῦν ἀπὸ τὴ ζωή. Σ’ ὅλα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ διακονία του, τοὺς ἔκαμε ὁ πλοῦτος μαλακούς. Γιατὶ ὅταν τοὺς προστάζη νὰ τὸν ὑπηρετοῦν, δὲ δειλιάζουν οὔτε μπροστὰ στὸ φόνο, οὔτε στὸ μαστίγιο, οὔτε στὴν κατηγρία, οὔτε σὲ κάθε ἐξευτελισμό. Αὐτὸ μαρτυρεῖ ἔσχατη ἀθλιότητα, νὰ δειλιάζης περισσότερο ἀπ’ ὅλους ὅπου πρέπει νὰ δείχνης γενναιότητα. Κι ἐκεῖ ποὺ πρέπει νὰ εἶσαι προσεκτικός, νὰ γίνεσαι πιὸ ἀναιδὴς καὶ πιὸ θρασύς. Αὐτοὶ ἐδῶ παθαίνουν, ὅ,τι καὶ αὐτὸς ποὺ σπαταλᾶ τὴν περιουσία του ἐκεῖ ποὺ δὲν πρέπει. Τοῦτος ὅταν φθάση ὁ καιρὸς γιὰ τὴν δαπάνη ποὺ πρέπει νὰ γίνη, ἐπειδὴ δὲν ἔχει τὶ νὰ δώση, ὑποφέρει τὰ ἀθεράπευτα δεινά, ἀφοῦ ἔχει ξοδέψει κακῶς πρὶν τῆς ὥρας τᾶ δικά του.

Καὶ ὅπως αὐτοὶ ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὶς πονηρὲς ἐκεῖνες τέχνες πάνω στὴ σκηνή, ὑπομένουν ἕνα σωρὸ ἐπικίνδυνες καὶ περιέργες ἀσκήσεις, ἐνῶ σὲ ἐργασίες χρήσιμες κι ἀπαραίτητες εἶναι ἀπὸ ὅλους πιὸ καταγέλαστοι, ἔτσι καὶ τοῦτοι. Γιατὶ αὐτοὶ ποὺ βαδίζουν πάνω στὸ τεντωμένο σχοινὶ δείχνοντας τόσο θάρρος, ἄν κάτι ἀπὸ τὰ ὑποχρεωτικὰ τῆς ζωῆς ἀπαιτήση τόλμη καὶ θάρρος, οὔτε νὰ τὸ ἐννοήσουν κάτι τέτοιο μποροῦν οὔτε νὰ τὸ ἀνεχθοῦν. Ἔτσι κι ὅσοι πλουτοῦν, ἐνῶ τολμοῦν τὰ πάντα γιὰ τὰ χρήματα, γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή οὔτε μικρὸ οὔτε μεγάλο δὲ θέλουν νὰ ὑπομείνουν. Καὶ καθὼς ἐκεῖνοι ἀσκοῦν κάτι ἐπικίνδυνο καὶ ἀνώφελο, ἔτσι καὶ τοῦτοι ὑπομένουν πολλοὺς πολλοὺς κινδύνους καὶ κακοτοπιὲς, δὲν καταλήγουν ὅμως σὲ τέλος καλὸ καὶ ὑποφέρουν διπλὸ σκότος, καὶ ἀπὸ τὴ διαστροφὴ τοῦ νοῦ τους τυφλωμένοι καὶ σκεπασμένοι μὲ πολλὴν ἀχλὺ ἀπὸ τὴν ἀπάτη τῶν φροντίδων. Γι’ αὐτὸ μήτε νὰ δοῦνε δὲν μποροῦν εὔκολα. Ὅποιος βρίσκεται στὰ σκοτεινὰ, γλυτώνει ἀπὸ τὸ σκότος, ὅταν φανῆ ὁ ἥλιος. Μὰ ὅποιος ἔχει κατεστραμμένα μάτια, δὲ βλέπει οὔτε ὅταν φανῆ ὁ ἥλιος. Αὐτὸ ἔχουν πάθει καὶ τοῦτοι. Δὲ νιώθουν μήτε τὸν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης ποὺ ἔλαμψε καὶ τοὺς προτρέπει, ἐπειδὴ ὁ πλοῦτος τοὺς ἔκλεισε τὰ μάτια. Γι’ αὐτὸ καὶ ὑπομένουν διπλὸ σκοτάδι· τὸ ἕνα ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους, τὸ ἄλλο γιατὶ δὲν προσέχουν στὸ δάσκαλο. Ἄς τὸν παρακολουθοῦμε λοιπὸν μὲ προσοχὴ γιὰ νὰ ξαναβροῦμε τέλος κάποτε τὸ φῶς μας. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ ξαναδῆς; Ἄν μάθης πῶς τυφλώθηκες. Καὶ τυφλώθηκες ἀπὸ τὴν πονηρή ἐπιθυμία. Γιατὶ ὅπως σὲ καθαρὸ μάτι, ἔρχεται σὰν ἐρεθιστικὸ ὑγρὸ ἡ ἐπιθυμία τῶν χρημάτων καὶ δημιουργεῖ πυκνό σύννερο. Ἀλλὰ εἶναι εὔκολο νὰ σπάση καὶ νὰ διαλυθῆ τὸ σύννεφο τοῦτττο, ἄν δεχθοῦμε τὴν ἀκτῖνα ἀπὸ τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Ἄν τὸν ἀκούσωμε νὰ μᾶς συμβουλεύη καὶ νὰ μᾶς λέη, Μὴ θησαυρίζετε θησαυροὺς ἐπάνω στὴ γῆ. Καὶ τὶ θὰ κερδίσω, ἐρωτᾶς ἀπὸ τὴν ἀκρόαση, ὅταν μὲ κατέχη ἡ ἐπιθυμία; Μὰ ἀκριβῶς ἡ ἀξακολουθητικὴ ἀκρόαση μπορεῖ καὶ τὴν ἐπιθυμία νὰ ἐξαλείψη. Κι ἄν ἐπιμένεις νὰ βρίσκεσαι στὴν κατοχή της, κατανόησε ὅτι τὸ πρᾶγμα δέν εἶναι ἐπιθυμία. Τὶ λογῆς ἐπιθυμία εἶναι νὰ βρίσκεσαι σὲ δεινὴ δουλεία, νὰ εἶσαι κάτω ἀπὸ τὸ ζυγὸ τυραννίδας, φυλακισμένος ἀπὸ παντοῦ, νὰ ζῆς σκοτεινά, νὰ εἶσαι γεμᾶτος ἀπὸ ταραχή, νὰ ὑπομένης ἀνώφελους κόπους νὰ φυλάξης γιὰ ἄλλους τὰ χρήματα καὶ πολλὲς φορὲς γιὰ ἐχθρούς; Σὲ τὶ λογῆς ἐπιθυμία ταιριάζουν αὐτά; Μᾶλλον συμπίπτουν μὲ ἀποφυγὴ καὶ ἄρνηση. Τί ἐπιθυμία εἶναι νὰ ἀφήνης τὸ θησαυρό σου ἀνάμεσα στοὺς κλέφτες; Ἄν ἐπιθυμῆς ὁλοκληρωτικὰ τὰ χρήματα, τοποθέτησέ τα ὅπου μποροῦν νὰ μείνουν ἀσφαλισμένα καὶ ἀνεπιβούλευτα, Γιατὶ αὐτὰ ποὺ κάμεις τώρας δὲν δείχνουν ἄνθρωπο ποὺ ἐπιθυμεῖ χρήματα ἀλλὰ μαρτυροῦν δουλεία, ἐπιβουλή, ζημία, ἀγωνία ἀδιάκοπη. Σὺ ὅμως, ἄν κάποιος σοῦ δείξη ἕνα μέρος ἀνυποψίαστο πάνω στὴ γῆ, κι ἄν σὲ φέρη στὴν ἴδια τὴν ἔρημο, μὲ τὴν ὑπόσχεση τῆς ἀσφαλείας στὴ φύλαξη τῶν χρημάτων σου οὔτε διστάζεις, οὔτε ὑποχωρεῖς ἀλλὰ δείχνεις ἐμπιστοσύνη καὶ μεταφέρεις ἐκεῖ τὰ χρήματά σου. Ὅταν σοῦ ὑπόσχεται τὸ ἴδιο ὁ Θεὸς στὴ θέση κάποιου ἀνθρώπου, καὶ σοῦ προτείνη ὄχι τὴν ἔρημο ἀλλὰ τὸν οὐρανό, πράττεις τὰ ἀντίθετα. Κι ὅμως ἄν χίλιες φορὲς εἶναι ἀσφαλισμένα κάτω, ποτὲ δὲ θὰ μπορέσης νὰ ἐλευθερωθῆς ἀπὸ τὴ φροντίδα. Κι ἄν ἀκόμα δὲν τὰ χάσης δὲ θὰ ἐλευθερωθῆς ποτὲ ἀπὸ τὴν ἀγωνία μήπως τὰ χάσης. Ἐκεῖ ὅμως τιποτα ἀπ’ αὐτὰ δὲ θὰ ὑποφέρης. Καὶ θὰ ὠφεληθῆς παραπάνω, γιατὶ δὲν κρύβεις μόνο τὸ χρυσάφι σου ἀλλὰ καὶ τὸ φυτεύεις. Τὸ ἴδιο γίνεται θησαυρὸς καὶ σπόρος. Καὶ κάτι περισσότερο κι ἀπὸ τὰ δύο. Γιατὶ ὁ σπόρος δὲν κρατάει γιὰ πάντα, ἐνῶ τοῦτο μένει παντοτινά. Κι ὁ θησαυρὸς πάλι δὲ βλαστάνει, ἐνῶ αὐτὸ σοῦ δίνει ἀθάνατους καρπούς. Κι ἄν μοῦ προβάλλης τὸ χρόνο καὶ τὴν ἀναβολὴ τῆς ἀνταποδόσεως, μπορῶ κι ἐγῶ νὰ σοῦ δείξω καὶ νὰ σοῦ πῶ πόσα κι ἐδῶ κερδίζεις. Χώρια ὅμως ἀπ’ αὐτὰ θὰ προσπαθήσω νὰ σοῦ ἀποδείξω κι ἀπὸ τὶς ἴδιες τὶς βιοτικὲς φροντίδες ὅτι αὐτὰ ἀποτελοῦν μάταιες προφάσεις.

Πολλὰ στὴν ζωὴ αὐτὴ δημιουργεῖς ποὺ δὲν εἶναι νὰ τὰ χαρῆς ὁ ἴδιος. Κι ἄν σὲ κατηγορήση κάποιος, προβάλλεις τὰ παιδιὰ σου καὶ τὰ παιδιὰ τους καὶ νομίζεις πὼς βρῆκες ἱκανοποιητικὴ δικαιολογία γιὰ τοὺς περίσσιους κόπους. Ὅταν στὰ ἔσχατα γηρατειὰ σου χτίζης σπίτια μεγαλόπρεπα, ποὺ πρὶν τελειώσουν, ἐσὺ πολλὲς φορὲς θὰ ἔχης ἀναχωρήσει, κι ὅταν φυτεύης δέντρα ποὺ ὕστερ’ ἀπὸ πολλὰ χρόνια θὰ σοῦ δώσουν καρπὸ κι ὅταν ἀγοράζης περιουσίες καὶ χωράφια, ποὺ θ’ ἀποχτήσης τὴν κυριότητά τους ὕστερ’ ἀπὸ πολλὰ χρόνια καὶ ἄλλα πολλὰ τέτοια μὲ κόπους δημιουργεῖς, ποὺ δὲ θὰ δοκιμάσης ἐσὺ τὴ χαρά τους, γιὰ τὸν ἑαυτὸ σου τάχα ἤ γιὰ τοὺ κατοπινοὺς τὰ ἑτοιμάζεις; Δὲν εἶναι λοιπὸν ἔσχατη ἀνοησία νὰ μὴ στενοχωρῆσαι καθόλου ἐδῶ γιὰ τὴν ἀργοπορία τοῦ χρόνου, τὴ στιγμὴ μάλιστα ποὺ ἀπὸ τὴν ἀργοπορία αὐτὴ θὰ χάσης ὅλη τὴν ἀμοιβή σου, γιὰ τὴν ἐκεῖ ὅμως καθυστέρηση ν’ ἀδρανῆς, τὴ στιγμὴ ποὺ αὐτὴ σοῦ δίνει μεγαλύτερο κέρδος καὶ δὲν προορίζει γιὰ ἄλλους τὰ ἀγαθὰ ἀλλὰ φέρνει σὲ σένα τὶς ἀπολαβές; Χώρια ἀπ’ αὐτὰ καὶ ἡ ἀναβολὴ δὲν εἶναι μεγάλη. Τὰ πράγματα πλησίασαν πολὺ καὶ δὲ γνωρίζομε μήπως καὶ στὴ δικὴ μας γενιὰ πάρη τέλος αὐτὴ ἡ ζωὴ καὶ φτάση ἡ φοβερὴ ἐκείνη μέρα, ποὺ θὰ μᾶς παρουσιάση τὸ φρικτὸ κι ἀδέκαστο δικαστήριο. Ἔχουν πραγματοποιηθῆ τὰ περισσότερα σημεῖα· καὶ τὸ εὐαγγέλιο ἔχει κηρυχθῆ σ’ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου καὶ οἱ πόλεμοι κι οἱ σεισμοὶ κι οἱ λιμοὶ ἔχουν γίνει καὶ δὲν ὑπάρχει πολλὴ ἀπόσταση. Δὲ βλέπεις τὰ σημεῖα; Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερο σημεῖο. Οὔτε καὶ στὴν ἐποχὴ τοῦ Νῶε δὲν εἶχαν διακρίνει τὰ προμηνύματα τῆς καταστροφῆς ἐκείνης ἀλλὰ ἐνῶ ἔπαιζαν κι ἔτρωγαν καὶ παντρεύονταν κι ἔπρατταν τὰ συνηθισμένα τῆς ζωῆς, τοὺς βρῆκε ἡ φοβερὴ ἐκείνη τιμωρία. Καὶ στὰ Σόδομα ἴδια. Ἐνῶ διασκέδαζαν καὶ δὲν ὑποψιάζονταν τίποτα, κεραυνοβολήθησαν ἀπὸ τοὺς κεραυνοὺς ποὺ ἔπεσαν. Ἔχοντας στὸ νοῦ μας αὐτὰ ἄς κατευθύνωμε τὸν ἑαυτὸ μας στὴ προετοιμασία τῆς ἀποδημίας μας ἀπὸ δῶ. Γιατὶ κι ἄν ἀκόμα ποτὲ δὲ φτάση ἡ κοινὴ μέρα τῆς συντελείας, τὸ τέλος καθενός μας εἶναι κοντά, εἴτε γέρος εἶναι εἴτε νέος. Καὶ δὲν μποροῦμε ὅταν φύγωμε ἀπὸ δῶ, οὔτε λάδι πιὰ ν’ ἀγοράσωμε οὔτε νὰ παρακαλέσωμε καὶ νὰ λάβωμε συγνώμη. Εἴτε ὁ Ἀβραὰμ μεσολαβήση, εἴτε ὁ Νῶε, ὁ Ἰὼβ ἤ ὁ Δανιήλ. Ὡσότου λοιπὸν ἔχομε καιρὸ, ἄς ἑτοιμάσωμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας πολὺ θάρρος, λάδι ἄφθονο ἄς συγκεντρώσωμε, ἄς τοποθετήσωμε τὰ πάντα στὸν οὐρανό, γιὰ νὰ τ’ ἀπολαύσωμε τὴν κατάλληλη ὥρα καὶ ὅταν τὰ χρειαζώμαστε μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δύναμη καὶ ἡ δόξα τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.

——–

Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου
Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον,Τόμος Δεύτερος, Ἀθῆναι 1969, σελ.154-167

Περισσότερα

Οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Λόγος εις την Κυριακήν της Τυρινής.

Οι θειότατοι και Αγιοι Πατέρες εθέσπισαν να κάνωμεν σήμερον, ήτοι πρό της Αγίας Τεσσαρακοστής, την ανάμνησιν της εξορίας των πρωτοπλάστων από την τρυφήν του Παραδείσου, δείχνοντες εμπράκτως πόσον καλόν και ωφέλιμον πράγμα είναι η νηστεία εις την ανθρωπίνην φύσιν, και πάλιν εκ του εναντίου, πόσον κακόν και αισχρόν είναι η αδηφαγία.

Παρατρέξαντες λοιπόν οι Πατέρες τα κατά μέρος πάντα, οπού εις όλον τον κόσμον γίνονται, άπειρα σχεδόν όντα, τον πρωτόπλαστον Αδάμ προβάλλουν εις όλους παράδειγμα, πόσον κακόν έπαθε, με το να μην ενήστευσε προς ολίγον, και εις την εδικήν μας φύσιν μετέδωκε, σαφώς δεικνύοντες, και ότι πρώτον παράγγελμα του Θεού προς τους ανθρώπους εδόθη το της νηστείας καλόν, το οποίον με το να μην εφύλαξεν εκείνος, αλλά εις την γαστέρα υπήκουσε, το δέ αληθέστερον εις τον πλάνον όφιν από την παρακύνησιν της Εύας, όχι μόνον Θεός δέν έγινεν, αλλά και εις τον θάνατον κατεκρίθη, και εις όλον το γένος μετέδωκε του κακού.

Λοιπόν, δια την τρυφήν του πρωτοπλάστου Αδάμ ο Κύριος ενήστευσεν ημέρας τεσσαράκοντα, και υπήκοος έγινεν. δια τούτο και η παρούσα Αγία Τεσσαρακοστή επαραδόθη από τους Αγίους Αποστόλους, δια να απολαύσωμεν ημείς δια της νηστείας την αφθαρσίαν, με το να φυλάξωμεν ημείς εκείνο, το οποίον με το να μην εφύλαξεν εκείνος, απώλεσε την αφθαρσίαν. και κατά άλλον τρόπον, ο σκοπός των Αγίων ούτος έστι, καθώς και προείπομεν, να περιλάβουν δια βραχέων, τα απ’ αρχής μέχρι τέλους γενόμενα έργα παρά του Θεού. και επειδή όλων των καθ’ ημάς αίτιον εστάθη η παράβασις και η έκπτωσις του Αδάμ από τον Παράδεισον, δια τούτο ταύτην ενταύθα πρωτίστην έταξαν, δια να φύγωμεν την παρακοήν, και να μή μιμηθώμεν κατ’ ουδέν την ακρασίαν αυτού.

Εις την έκτην ημέραν λοιπόν επλάσθη ο Αδάμ από την χείρα του Θεού, τον οποίον και με την ιδίαν του εικόνα ετίμησε, με το εμφύσημα οπού έκαμεν εις αυτόν, δίδοντας του εν ταυτώ και την εντολήν, ποίους καρπούς να τρωγη και ποίους να μή τρωγη. Εστάθη δέ μέσα εις τον Παράδεισον, κατά την γνώμην τινών διδασκάλων, έως εξ ώρας’ είτα εξώσθη εκείθεν, με το να παραβή την εντολήν. ο δέ Φίλων ο Εβραίος λέγει ότι εκατόν χρόνους έκαμεν εις τον Παράδεισον, άλλοι δέ λέγουν επτά ημέρας η χρόνους, και τούτο λέγουν δια την τιμήν του επταδικού αριθμού, οπού κοντά εις τους Εβραίους κατ’ εξαίρετον ήτον τίμιος. Οτι δέ εις την έκτην ώραν τας χείρας ήπλωσε και τον καρπόν ετρύγησεν, εφανέρωσε τούτο και ο νέος Αδάμ, ο Χριστός, όστις θεραπεύοντας του πρωτοπλάστου το τόλμημα, εις την έκτην ώραν και ημέραν τας παλάμας ήπλωσεν εν τω Σταυρώ.

Μέσον δέ φθοράς και αφθαρσίας επλάσθη ο Αδάμ, με σκοπόν εκείνο να αποκτήση, εις οποίον από τα δύο ήθελε κλίνει με την εδικήν του προαίρεσιν, ωσάν οπού εκατασκευάσθη αυτεξούσιος ότι δυνατόν ήτον εις τον Θεόν και αναμάρτητον να τον κάμη, αλλά δια να γένη και της εδικής του προαιρέσεως το κατόρθωμα, δια τούτο του έδωσε τον νόμον, όστις τον επρόσταζεν άπό όλα μέν τα φυτά να παίρνη καρπούς και να τρώγη, και άπό ένα μόνον να απέχη. Εκείνος δέ τη γυναικί πεισθείς, ή να ειπώ καλλίτερα τη ψυχοφθόρω συμβουλή του αρχεκάκου όφεως, αφίνοντας όλα τα άλλα, εις το θεόθεν εμποδισμένον ήπλωσε το παράνομον χέρι του. Τί δέ λογής φυτά ήσαν εκείνα τα συγχωρημένα, και τί λογής φυτόν ήτον εκείνο το εμποδισμένον, πολλοί πολλά λέγουν, τα οποία με το να είναι νοήματα υψηλά και θεωρίαι μεγάλαι, δεν καταλαμβάνονται από τους αγραμμάτους και απλουστέρους. το δε ξύλον, οπού εμπόδισεν ο Θεός, ξύλον του γινώσκειν καλόν και πονηρόν το ωνόμασαν από της εκβάσεως, ήγουν άπό το ιδίωμα οπού έχει η αμαρτία, ευθύς οπού εμβη εις πράξιν, δηλαδή ευθύς πού τελεσθή η αμαρτία, εγείρεται έξυπνα η συνείδησις, ο πικρός και αδυσώπητος κατήγορος, λέγουσα μέσα εις την ψυχήν προς τον αμαρτήσαντα’ κακά έπραξας, άξιος είσαι κολάσεως, και βλέπε ζωντανόν το παράδειγμα εις τους πρωτοπλάστους, οι οποίοι πρό της παρακοής ήσαν γυμνοί, και όμως ουκ ησχύνοντο’ έπειτα, όταν παρέβησαν την εντολήν, τότε εκατάλαβον ότι ήταν γυμνοί. Οθεν εκατάλαβαν πόσον καλόν είναι η υπακοή, και εκ του εναντίου πόσον κακόν η παρακοή. δια τούτο και ευθύς εφρόντισαν να σκεπάσουν την γύμνωσίν τους, και ακούσαντες τον προς αυτούς ερχομόν του Θεού εφοβήθησαν, και εκρύβησαν.

Μερικοί δέ είπον ότι το ξύλον εκείνο της παρακοής ήτον συκή, ότι με τα φύλλα εκείνης εσκεπάσθησαν, ευθύς οπού εκατάλαβαν την γύμνωσίν τους’ και τάχα δια τούτο και ο Χριστός, ώς αιτίαν γενομένην της παραβάσεως, την εκαταράσθη και εξηράνθη. Διότι και κάποιαν ομοιότητα έχει με την αμαρτίαν” πρώτον μέν το γλυκύ, έπειτα το άπό των φύλλων τραχύ και το κολλώδες του γάλακτος. Λοιπόν, αφού παρέβη την εντολήν και την θνητήν σάρκα εφόρεσε, και την κατάραν έλαβε της πολυωδύνου ζωής, εδιώχθη από τον Παράδεισον και φλογίνη ρομφαία εδιωρίσθη παρά Θεού να φυλάττη την πύλην του Παραδείσου, και αυτός εκάθισεν απ’ αντικρύ του Παραδείσου, κλαίων και ωδυρόμενος, δια τα τόσα αγαθά που εστερήθη, με το να μην ηθέλησε να φυλάττη την εντολήν του Δεσπότου, και να νηστεύση μικράν νηστείαν. και ούτως όλον το σύμπαν γένος, υπέκειτο είς την εκείνου αράν και αθλιότη¬τα, έως οπού πάλιν ο πλάσας ημάς Θεός ηλέησε την ημετέραν φύσιν, και εις το αρχαίον απεκατέστησεν αξίωμα, νικήσας τεχνηέντως τον ημάς απατήσαντα, τουτέστι δια νηστείας και ταπεινώσεως, τύπος γενόμενος εις ημάς τί λογής να νικώμεν και ημείς τον αντίπαλον.

Όλα λοιπόν αυτά θέλοντες να παραστήσουν οι θεοφόροι Πατέρες δι’ όλου του Τριωδίου, πρώτα βάνουν τα της Παλαιάς Διαθήκης, από τα οποία, πρώτη είναι η Δημιουργία και η του Αδάμ από τον Παράδεισον έξωσις, της οποίας την ανάμνησιν κάμνομεν σήμερον. Είτα και τα λοιπά προβάλλουν, τα της Γενέσεως του Μωϋσέως και των λοιπών, τα προφητικά, και περισσότερον τους δαβιτικούς λόγους” και τέλος επιφέρουν και τινά των της χάριτος, ήτοι της Νέας Διαθήκης. Από τα οποία πρώτος είναι ο Ευαγγελισμός, ο οποίος κατά άρρητον Θεού οικονομίαν, σχεδόν πάντοτε, μέσα εις την Αγίαν Τεσσαρακοστήν ευρίσκεται. Προχωρεί δέ το Τριώδιον, έτι δια του Λαζάρου και των Βαϊων και της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος και αυτών των Αγίων και σωτηριωδών Παθών του Χριστού, όπου τα Ιερά Ευαγγέλια αναγινώσκονται, και κατά λεπτόν τα Θεία Πάθη υμνολογούνται. Είτα και δια της Αναστάσεως και των λοιπών εορτών, μέχρι της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος, και τέλος δια των Ιερών Πράξεων των Αποστόλων, αι οποίαι τρανώς διηγοΰνται τί λογής το κήρυγμα έγινε, και ότι οι Θείοι Απόστολοι τους Αγίους πάντας συνήγαγον’ ότι αι Πράξεις των Αποστόλων βεβαιούν την Ανάστασιν δια των θαυμάτων, οπού έπραττον οι Απόστολοι εν τω ονόματι του σταυρωθέντος Ιησού. Επειδή λοιπόν, με το να μην ενήστευσε μίαν φοράν ο Αδάμ, επάθαμεν τα τόσα κακά, δια τούτο πρό της Αγίας Τεσσαρακοστής ετάχθη ύπό των Πατέρων η ανάμνησις αυτού, δια να συλλογιζώμεθα πόσον κακόν έφερεν εις τον κόσμον, με το να μην ενήστευσεν ο Αδάμ, και να σπουδάσωμεν μετά χαράς, να δεχθώμεν ημείς την νηστείαν, και καλώς να την φυλάττωμεν, δια να επιτύχωμεν ημείς εκείνο όπου έχασεν εκείνος, δηλαδή την θέωσιν, πενθούντες και νηστεύοντες και ταπεινούμενοι, έως να μας επισκεφθή ο Κύριος, διατί κατά άλλον τρόπον σχεδόν αδύνατον είναι να λάβωμεν εκείνο όπου εχάσαμεν.

Πρέπει δέ να ηξεύρωμεν ότι η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή του όλου χρόνου, είναι ωσάν ένας αποδεκατισμός’ διότι από την αμέλειάν μας δέν προαιρούμεθα, ούτε πάντοτε να νηστεύωμεν ούτε να απέχωμεν από κακάς πράξεις, δια τούτο οι θείοι Απόστολοι και ύστερα από αυτούς και οι Αγιοι Πατέρες παρέδωκαν εις ημάς αυτήν την Αγίαν Τεσσαρακοστήν ωσάν ένα θέρος ψυχών, δια να εξαλείψωμεν, δια μετανοίας και συντριβής, όσα κακά επράξαμεν όλον τον χρόνον, και δια τούτο, επειδή με τέτοιον σκοπόν και τέλος μας την επαράδωκαν οι θείοι Απόστολοι, πρέπει και να την φυλάττωμεν ακριβέστερον από κάθε άλλην νηστείαν. Επειδή και τας άλλας τρεις, ήγουν την των Αγίων Αποστόλων, την της Θεοτόκου, και του Σαρανταημέρου, η Εκκλησία μας τας παραδίδει, και χρέος έχομεν να τας φυλάττωμεν. Ομως αυτή είναι πολύ τιμιωτέρα και θειοτέρα, πρώτον, διατί ο Χριστός, ο αρχηγός της ημετέρας σωτηρίας, υπέρ ημών ενήστευσεν αυτήν, και τον πειράζοντα νικήσας εδοξάσθη’ δεύτερον, και δια τα Αγια Πάθη, τα οποία εις το τέλος λαμπρώς και θεοπρεπώς εορτάζομεν. Αλλά και ο Μωϋσής τεσσαράκοντα ημερονύκτια νηστεύσας, τον νόμον έλαβε” και ο προφήτης Ηλίας άλλας τόσας νηστεύσας, εν τω όρει τω Χωρήβ, ιδείν ηξιώθη τον Θεόν, ως ανθρώπω δυνατόν’ και ο Δανιήλ ωσαύτως και άλλοι πάμπολλοι, όσοι παρά τω Θεώ εφάνησαν δόκιμοι, δια νηστείας αυτώ ευηρέστησαν. δια ταύτην λοιπόν την αιτίαν, εβάλθη ενταύθα ύπό των Πατέρων, η Εξορία του Αδάμ, διδάσκουσα όλους ημάς να φυλάττωμεν τον όρον της νηστείας, όσον δυνάμεθα.

Τη αφάτω Σου ευσπλαγχνία, Χριστέ ο Θεός ημών, της τρυφής του Παραδείσου ημάς καταξίωσον, και ελέησόν ως μόνος φιλάνθρωπος. Αμήν.

Περισσότερα
1 2