Ιερός Ναός Αγίας Βαρβάρας

O άγιος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος

 

Ἀνδρέας ὁ Ἀπόστολος,
ὁ καὶ ἱδρυτής τῆς Ἐκκλησίας
Κωνσταντινουπόλεως

 

 

Ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας κατήγετο ἐκ πόλεως Βηθσαϊδᾶ, καὶ ἦτο υἱὸς Ἰωνᾶ τινος Ἑβραίου, καὶ ἀδελφὸς τοῦ Πέτρου τοῦ Ἀποστόλου, καὶ κορυφαίου τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ. Οὗτος ἐχρημάτισεν πρῶτον μαθητὴς τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ. Ὁ Ἰωάννης ὅμως ὁ Πρόδρομος ὑπέδειξε τὸν Ἰησοῦν λέγοντας τὸ· Ἴδε ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ὁ Ἀνδρέας ἄφησε τὸν Ἰωάννη καὶ ἠκολούθησε τῷ Χριστῷ. Εἶπε δὲ καὶ τῷ Πέτρῳ το· Εὑρήκαμεν Ἰησοῦν τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ, καὶ οὕτως ἠκολούθησε καὶ ο Πέτρος τὸν Χριστό. Ὑπάρχουν καὶ ἕτερα πολλὰ κείμενα ἐν τῇ θεοπνεύστῳ Γραφῇ ποὺ ἀναφέρονται εἰς αὐτόν. Πάντως οὗτος ἔτσι τῷ Χριστῷ ἠκολούθησε, διὸ καὶ ἐκλήθη Πρωτόκλητος. Μετὰ δὲ τὴν Ἄναληψι τοῦ Χριστοῦ, σὲ κάθε Ἀπόστολο ἔλαχε ἄλλη χώρα· ὁ δὲ Πρωτόκλητος Ἀνδρέας ἐκύρηξε εἰς τὴν χώρα τῶν Βιθυνῶν, εἰς τὸν Εὔξεινο Πόντο, τὴν Προποντίδα, εἰς τὴν Χαλκηδόνα, τὸ Βυζάντιο, τὴν Θράκη, τὴν Μακεδονία καὶ τὰ μέρη μέχρι το Ἴστρο, εἰς τὴν Θεσσαλία καὶ τὴν Στερεὰ Ἑλλὰδα καὶ τὴν Πελοπόννησο· ἐπίσης εἰς τὴν Ἀμινσὸ καὶ τὴν Τραπεζοῦντα καὶ τὴν Ἡράκλεια καὶ τὴν Αμαστρίδα. Εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς χώρας δὲν ἐπέρασε ἀπλῶς, ὅπως περνᾷ ὁ λόγος, ἀλλὰ ἔμεινε καὶ ἐδίδαξε καὶ ὑπέστη πολλὰς θλίψεις καὶ δυσχερείας. Φθάνοντας εἰς τὴν πόλη τῶν Σινωπέων, τοὺς διδάσκει τὸν λόγον τοῦ εὐαγγελίου, καὶ καθυποβάλλεται πολλαῖς θλίψεσι· κατὰ γῆς γὰρ αὐτὸν ἐῤῥίπτουν, καὶ χειρῶν καὶ ποδῶν λαβόμενοι εἷλκον, καὶ τοῖς ὀδοῦσιν ἐσπάραττον, καὶ ξύλοις ἔπαιον καὶ λίθοις ἔβαλλον καὶ μακρὰν τῆς πόλεως ἀπερρίπτουν, ὅτε καὶ τὸν δάκτυλον ὀδοῦσιν ἔκοψαν. Ἀλλ᾽ αὐτὸς ἀμέσως ἀπεκατεστάθη ἀρτιος καὶ ὑγιὴς ἀπὸ τῶν πληγῶν του ὑπὸ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ. Φεύγοντας ἀπ᾽ ἐκεῖ περιώδευσε πλείστας πόλεις καὶ χώρας, τήν Νεοκαισάρεια, τὰ Σαμόσατα, τοὺς Ἀλανούς, Άβασγούς, Ζήκχους, Βοσπορίνους καὶ Χερσωνίτας. Εἶτα κατέπλευσε εἰς τὸ Βυζάντιον, ὅπου ἐχειρονόνησε τὸν Ἀπόστολο Στάχυν ὡς πρῶτον Ἐπίσκοπο Βυζαντίου. Ὕστερα συνέχισε τὴν περιοδεία του περνῶντας από διάφορας χώρας, καὶ ἔφθασε εἰς τὴν Πελοπόννησον. Ἐφιλοξενήθη ἀπὸ τὸν Σωσίο, ὁ ὁποῖος ἦτο πολὺ ἀῤῥωστος. Καθὼς ὄμως ὁ Ἀπόστολος τὸν ἰάτρευσε ἀπὸ τὴν ἀσθένειά του, πᾶσα ἡ πόλις ἐκείνη τῶν Πατρῶν προσῆλθε τῷ Χριστῷ· τότε μάλιστα καὶ ἡ Μαξιμίλλα ἡ γυνὴ τοῦ ἀνθυπάτου, ἐλευθερώθη ἀπὸ τῶν χαλεπῶν δεσμῶν τῆς νόσου της καὶ ἔτυχε ταχείας τυχοῦσα θεραπείας, καὶ ἐπίστευσε εἰς τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν. Καὶ ὁ Στρατοκλῆς ὁ σοφώτατος, ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀνθυπάτου Αἰγεάτου, καὶ ἕτεροι πολλοί, ἔχοντες ποικίλας νόσους, ὑγιώθησαν διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τοῦ Ἀποστόλου. Δι᾽ αὐτὸν τὸν λόγο, ὁ Αἰγεάτης περιέπεσε εἰς μανίαν καὶ σταυρῷ προσηλώσας τὸν Ἀπόστολον, τῆς παρούσης ζωῆς ἐξιστᾷ. Ὁ δὲ ἀνθύπατος ἔπεσε ἀπὸ τινος μετεώρου κρημνοῦ εἰς γῆν καὶ συνετρίβη. Τὸ λείψανο τοῦ Ἀποστόλου μετὰ πολὺν χρόνον, μετετέθη ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐπὶ τῆς βασιλείας Κωνσταντίου, τῇ τούτου κελεύσει, παρὰ Ἀρτεμίου τοῦ Μάρτυρος· καὶ κατετέθη μετὰ Λουκᾶ καὶ Τιμοθέου ἐν τῷ ναῷ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων.

Περισσότερα

Περί της νηστείας των Χριστουγέννων

Πότε, γιατί καί πῶς;
     (τοῦ Σεβ. Μητρ. Νέας Σμύρνης κ. Συμεών)

Δεύτερη μακρά περίοδος νηστείας μετά τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι ἡ νηστεία τῶν Χριστουγέννων, γνωστή στή γλώσσα τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ μας καί ὡς σαραντά(η)μερο. Περιλαμβάνει καί αὐτή σαράντα ἡμέρες, ὅμως δέν ἔχει τήν αὐστηρότητα τῆς νηστείας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἀρχίζει τήν 15η Νοεμβρίου καί λήγει τήν 24η Δεκεμβρίου.
Ἡ ἑορτή τῆς κατά σάρκα Γεννήσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τή δεύτερη μεγάλη Δεσποτική ἑορτή τοῦ χριστιανικοῦ ἑορτολογίου. Μέχρι τά μέσα τοῦ Δ΄ αἰώνα ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς συνεόρταζε τή γέννηση καί τή βάπτιση τοῦ Χριστοῦ ὑπό τό ὄνομα τά Ἐπιφάνεια τήν ἴδια ἡμέρα, στίς 6 Ἰανουαρίου. Τά Χριστούγεννα ὡς ξεχωριστή ἑορτή, ἑορταζομένη στίς 25 Δεκεμβρίου εἰσήχθη στήν Ἀνατολή ἀπό τή Δύση περί τά τέλη τοῦ Δ΄ αἰώνα.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, πού πρῶτος ὁμιλεῖ γιά τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων, τήν ὀνομάζει «μητρόπολιν πασῶν τῶν ἑορτῶν» (PG 48, 752) καί μᾶς πληροφορεῖ περί τό 386 ὅτι «οὔπω δέκατόν ἐστιν ἔτος, ἐξ οὗ δήλη καί γνώριμος ἡμῖν αὕτη ἡ ἡμέρα (τῆς ἑορτῆς) γεγένηται» (PG 49, 351).
Μέ τή διαίρεση τῆς ἄλλοτε ἑνιαίας ἑορτῆς καί τήν καθιέρωση τῶν τριῶν ξεχωριστῶν ἑορτῶν, τῆς Γεννήσεως τήν 25η Δεκεμβρίου, τῆς Περιτομῆς τήν 1η καί τῆς Βαπτίσεως τήν 6η Ἰανουαρίου, διαμορφώθηκε καί τό λεγόμενο Δωδεκαήμερον, δηλαδή τό ἑόρτιο χρονικό διάστημα ἀπό τίς 25 Δεκεμβρίου ὥς τίς 6 Ἰανουαρίου. Ἔτσι διασώθηκε κατά κάποιο τρόπο ἡ ἀρχαία ἑνότητα τῶν δύο μεγάλων ἑορτῶν τῆς Γεννήσεως καί τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου.
Ἡ μεγάλη σημασία πού ἀπέκτησε μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ἡ νέα ἑορτή τῶν Χριστουγέννων καί ἡ εὐλάβεια τῶν πιστῶν καί ἰδιαίτερα τῶν μοναχῶν, ἀποτέλεσαν τίς προϋποθέσεις γιά τήν καθιέρωση καί τῆς πρό τῶν Χριστουγέννων νηστείας. Σ’ αὐτό ἀσφαλῶς ἐπέδρασε καί ἡ διαμορφωμένη ἤδη τεσσαρακονθήμερη νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς πού προηγεῖτο τοῦ Πάσχα.
Ὅπως ἡ ἑορτή ἔτσι καί ἡ νηστεία, ὡς προετοιμασία γιά τήν ὑποδοχή τῶν γενεθλίων τοῦ Σωτῆρος, ἐμφανίστηκε ἀρχικά στή Δύση, ὅπου ἡ νηστεία αὐτή ὀνομαζόταν Τεσσαρακοστή τοῦ ἁγίου Μαρτίνου ἐπειδή ἄρχιζε ἀπό τήν ἑορτή τοῦ ἁγίου τούτου τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας. Τό ἴδιο ἐπανελήφθη καί σ΄ ἐμᾶς, ὅπου πολλοί τή νηστεία τῶν Χριστουγέννων ὀνομάζουν τοῦ ἁγίου Φιλίππου ἐπειδή προφανῶς ἀρχίζει τήν ἑπομένη τῆς μνήμης τοῦ Ἀποστόλου.
Οἱ πρῶτες ἱστορικές μαρτυρίες, πού ἔχουμε γιά τή νηστεία πρό τῶν Χριστουγέννων, ἀνάγονται γιά τή Δύση στόν Ε’ καί γιά τήν Ἀνατολή στόν ΣΤ΄ αἰώνα. Ἀπό τούς ἀνατολικούς συγγραφεῖς σ΄αὐτήν ἀναφέρονται ὁ Ἀναστάσιος Σιναΐτης, ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικηφόρος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, καθώς ἐπίσης καί ὁ πατριάρχης Ἀντιοχείας Θεόδωρος Βαλσαμών.
Ἡ νηστεία στήν ἀρχή, καθώς φαίνεται, ἦταν μικρῆς διάρκειας. Ὁ Θεόδωρος Βαλσαμών, πού γράφει περί τόν ΙΒ΄ αἰώνα –καί κατά συνέπεια μᾶς πληροφορεῖ γιά τά ὅσα ἴσχυαν στήν ἐποχή του–, σαφῶς τήν ὀνομάζει «ἑπταήμερον». Ὅμως ὑπό τήν ἐπίδραση τῆς νηστείας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἐπεξετάθη καί αὐτή σέ σαράντα ἡμέρες, χωρίς ἐν τούτοις νά προσλάβει τήν αὐστηρότητα τῆς πρώτης.
Πῶς θά πρέπει νά τή νηστεύουμε; Καθ’ ὅλη τή διάρκεια τοῦ σαρανταημέρου δέν καταλύουμε κρέας, γαλακτερά καί αὐγά. Ἀντίθετα, ἐπιτρέπεται νά καταλύουμε ψάρι ὅλες τίς ἥμερες –πλήν, φυσικά, τῆς Τετάρτης καί τῆς Παρασκευῆς– ἀπό τήν ἀρχή μέχρι καί τήν 17η Δεκεμβρίου. Ψάρι καταλύουμε ἐπίσης καί κατά τήν ἑορτή τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, ὁποιαδήποτε ἡμέρα κι ἄν πέσει.
Ἀπό τήν 18η μέχρι καί τήν 24η Δεκεμβρίου, παραμονή τῆς ἑορτῆς, ἐπιτρέπεται ἡ κατάλυση οἴνου καί ἐλαίου μόνο –ἐκτός, βέβαια, τῶν ἡμερῶν Τετάρτης καί Παρασκευῆς πού θά παρεμβληθοῦν καί κατά τίς ὁποῖες τηροῦμε ἀνέλαιη νηστεία. Ἐπίσης μέ ξηροφαγία θά πρέπει νά νηστεύουμε τήν πρώτη ἡμέρα τῆς νηστείας, 15η Νοεμβρίου, καθώς καί τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς, ἐκτός βέβαια κι ἄν πέσουν Σάββατο ἤ Κυριακή.
ΝΗΣΤΕΙΑ: ΑΠΟΧΗ ΑΠΟ ΠΑΣΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ
«Ἐπίσης ὀφείλουμε νά μήν τηροῦμε μόνο τήν τάξη τῆς νηστείας πού ἀφορᾶ τίς τροφές, ἀλλά νά ἀπέχουμε καί ἀπό κάθε ἁμαρτία, ἔτσι ὥστε, ὅπως νηστεύουμε ὡς πρός τήν κοιλιά, νά νηστεύουμε καί ὡς πρός τή γλώσσα, ἀποφεύγοντας τήν καταλαλιά, τό ψέμα, τήν ἀργολογία, τή λοιδορία, τήν ὀργή καί γενικά κάθε ἁμαρτία πού διαπράττουμε μέσῳ τῆς γλώσσας.
Ἐπίσης χρειάζεται νά νηστεύουμε ὡς πρός τά μάτια. Νά μή βλέπουμε μάταια πράγματα. Νά μήν ἀποκτοῦμε παρρησία διά μέσου τῶν ματιῶν. Νά μήν περιεργαζόμαστε κάποιον μέ ἀναίδεια. Ἀκόμη θά πρέπει νά ἐμποδίζουμε τά χέρια καί τά πόδια ἀπό κάθε πονηρό πράγμα.
Μέ αὐτό τόν τρόπο νηστεύοντας μιά νηστεία εὐπρόσδεκτη στόν Θεό καί ἀποφεύγοντας κάθε εἴδους κακία πού ἐνεργεῖται διά μέσου τῆς καθεμιᾶς ἀπό τίς αἰσθήσεις μας, θά πλησιάζουμε, ὅπως εἴπαμε, τήν ἁγία ἡμέρα τῆς Χριστουγέννων ἀναγεννημένοι, καθαροί καί ἄξιοι τῆς μεταλήψεως τῶν Ἁγίων Μυστηρίων».
                                                                                                                             ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ

Περισσότερα