Οι Καταβασίες της Εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ερμηνευμένες από τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη

 

                 Ωδή α’. Ήχος α’. Ο Ειρμός.

             Πεποικιλμένη τη θεία δόξη, η ιερά και ευκλεής Παρθένε μνήμη σου,  πάντας συνηγάγετο, προς ευφροσύνην τους πιστούς, εξαρχούσης Μαριάμ, μετά χορών και τυμπάνων, τω σω, άδοντας Μονογενεί, ενδόξως ότι δεδόξασται.

                Ερμηνεία.

            Ευθύς αποτείνει τον λόγον ο Μελωδός Κοσμάς, προς την Κυρίαν Θεοτόκον, και προσφωνεί εις αυτήν τον ειρμόν τούτον λέγων˙ Ώ Αειπάρθενε Θεοτόκε, η ιερά και ένδοξος μνήμη της Κοιμήσεώς Σου είναι εστολισμένη και λάμπουσα με δόξαν Θεού, και πρεπόντως˙ επειδή γαρ η Θεοτόκος είναι οίκος Θεού, τον οποίον είδεν ο Ιεζεκιήλ γεμάτον από δόξαν Θεού, «Και είδον, και ιδού πλήρης δόξης ο οίκος Κυρίου» (Ιεζ. μγ’ 5), δια τούτο και η μνήμη της Θεοτόκου έπρεπε να είναι στολισμένη με δόξαν Θεού˙ όθεν τοιαύτη ούσα, εσυνάθροισεν όλους τους πιστούς Χριστιανούς δια να ευφρανθώσι κατά την ψυχήν˙ αν γαρ, όταν οι απλώς δίκαιοι εγκωμιάζωνται εν ταις μνήμαις αυτών, ευφραίνωνται οι λαοί, καθώς λέγει ο Σολομών, «Εγκωμιαζομένων δικαίων, ευφρανθήσονται λαοί» (Παρ. κθ’ 2)˙  πόσω μάλλον πρέπει να ευφραίνωνται οι λαοί, όταν αυτή η πάντων των απ’ αιώνος διακαίων αγιωτέρα Θεοτόκος εις την μνήμην της Κοιμήσεώς της εγκωμιάζεται;

             Καθώς δε οι Υιοί Ισραήλ, όταν εκβήκαν άβροχοι από την Ερυθράν θάλασσαν, εμοιράσθησαν εις δύο χορούς ανδρών τε και γυναικών, και των μεν ανδρών ήτον έξαρχος ο Μωϋσής, των δε γυναικών ήτον εξάρχουσα η Μαριάμ˙ «Έλαβε, φησί, Μαριάμ η Προφήτις η αδελφή Ααρών το τύμπανον εν τη χειρί αυτής, και εξήλθον πάσαι αι γυναίκες οπίσω αυτής μετά τυμπάνων και χορών, εξήρχε δε αυταίς Μαριάμ λέγουσα˙ «Άσωμεν τω Κυρίω˙ ενδόξως γαρ δεδόξασται» (Έξ. ιε’ 20)˙ ούτω και οι Χριστιανοί οι συναχθέντες σήμερον εν τη μνήμη Σου, Θεοτόκε, άδουσι τον επινίκιον ύμνον εις τον Μονογενή Σου Υιόν με χορούς  πνευματικούς και με τύμπανα (ήτοι νενεκρωμένα έχοντες τα μέλη τα επί της γης δια της εγκρατείας˙ ζώου γαρ νεκρού δέρμα εστί το τύμπανον, κατά την ερμηνείαν του Βασιλείου)˙ εξάρχει δε της Ωδής αυτών η Μυριάμ.

            Ανέφερε δε ο Μελωδός, όχι τον Μωϋσήν τον εξάρχοντα των ανδρών, αλλά την Μαριάμ την εξάρχουσαν των γυναικών, ένα μεν, δια να δείξη ότι η παρ’ ημών εγκωμιαζομένη σήμερον είναι γυνή˙ και άλλο, το οποίον και κυριώτερον, διότι και η τότε εξάρχουσα της Ω  δής ωνομάζετο Μαριάμ, και η τώρα εξάρχουσα της πανηγύρεως ονομάζεται Μαριάμ, όπερ ερμηνεύεται Κυρία˙ τύπος γαρ ήτον η αδελφή του Μωϋσέως Μαριάμ κατά την παρθενίαν της Μητρός του Θεού Μαριάμ, ως λέγει ο Νύσσης Γρηγόριος, καθότι και εκείνη Παρθένος διέμεινε, και δια τούτο και εκείνη Μαριάμ, και αύτη Μαριάμ ωνομάζοντο. Συμφώνως δε τω Ιερώ Κοσμά λέγει και ο εκ Δαμασκού Ιωάννης, ούτω πανηγυρίζων˙ «Συν Μαριάμ τη Προφήτιδι, ώ νεάνιδες ψυχαί, μετά τυμπάνων χορεύσωμεν, νεκρούντες τα μέλη τα επί της γης˙ τούτο γαρ το μυστικόν τύμπανον» (Λόγος ου η αρχή «Έστι μεν ουδείς ανθρώπων»). Αλλά και ο Κρήτης Ανδρέας ούτω πανηγυρίζει˙ «Εξάρξατε μετ’ ωδής και κυμβάλων, αλαλάξατε, μεγαλύνατε, ψάλατε, άρον άρον Μαριάμ το τύμπανον, και των παρθένων προέξιθι». Λόγος ου η αρχή «Οι την εν Πνεύματι θεωρίαν».

                 Ωδή γ’. Ο Ειρμός.

             Η δημιουργική, και συνεκτική των απάντων, Θεού σοφία και δύναμις, ακλινή ακράδαντον, την Εκκλησίαν στήριξον Χριστέ˙ μόνος γαρ ει Άγιος, ο εν Αγίοις αναπαυόμενος.

               Ερμηνεία.

            Σοφία και Δύναμις του Πατρός λέγεται ο Υιός καθώς μαρτυρεί ο Παύλος˙ «Χριστόν Θεού δύναμιν και Θεού σοφίαν» (α’ Κορ. α’ 24)˙ όχι ότι δεν έχει σοφίαν και δύναμιν ο Θεός και Πατήρ, αλλά λέγεται σοφία και δύναμις του Πατρός και Υιός, διότι έχει όλην την σοφίαν και δύναμιν αυτού, ως εικών του αρχετύπου˙ καθώς θεολογεί Μάρκος ο Εφέσου εν κεφ. λδ’ περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. Πρέπει δε να προστίθεται πάντοτε, ή να συνυπακούεται εις την περί του Υιού λεγομένην ταύτην σοφίαν και δύναμιν το, Ενυπόστατος, ή το, Ζώσα, δια να δείχνεται ότι η ενυπόστατος αύτη και ζώσα Σοφία και Δύναμις ο Υιός δεν είναι μία ενέργεια ανυπόστατος, και ένα προσόν του Θεού, αλλά υπόστασις τελεία, έχουσα και αυτή ενέργειαν, σοφίαν και δύναμιν˙ όθεν κατά το νόημα τούτο λαμβανομένης επί του Υιού σοφίας εστίν εκ σοφίας, και δύναμις εκ δυνάμεως του Πατρός˙ ώσπερ και Θεός εκ Θεού, και φως εκ φωτός»˙ και ούτως είναι σοφία και δύναμις του Πατρός˙ καθώς και αυτός ο Πατήρ είναι σοφία και δύναμις, ενυπόστατος δηλαδή, και όχι μόνον σοφός και δυνατός.

             Βεβαιοί τα ανωτέρω και ο Θεσσαλονίκης θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγων˙ «Ουχ ο του Θεού Μονογενής μόνον, αλλά και το Πνεύμα το Άγιον καλείται παρά των Αγίων ενέργειά τε και δύναμις˙ άλλ’ ως τας αυτάς απαραλλάκτως τω Πατρί δυνάμεις έχων και ενεργείας˙ επεί και δύναμις ο Θεός λέγεται, κατά τον μέγαν Διονύσιον, ως πάσαν δύναμιν εν εαυτώ προέχων και υπερέχων, διο και συνυπακουόμενον, ή και συνεκφωνούμενον έχει τούτων εκάτερον, όταν δύναμις, ή ενέργεια καλείται το ενυπόστατον˙ καθάπερ και ο τα πάντα μέγας Βασίλειος, Δύναμις, φησίν, αγιαστική ο Πνεύμα το Άγιον, ενούσιος, ενύπαρκτος, ενυπόστατος˙ τας δε εξ αυτού πάσας ενεργείας ουκ ενυποστάτους υπάρχειν καν τοις περί του Πνεύματος απεφήνατο˙ δι’ ου και των κτισμάτων αύθις δήλός εστί ταύτας διαστείλας˙ ενυπόστατα γαρ τα εκ του Πνεύματος ως κτίσματα˙ πεποιωμένας γαρ ουσίας ο Θεός εδημιούργησεν» (Κεφάλαιον ρκβ’ των φυσικών και θεολογικών). Και εν τοις κατ’ Ευνομίου λέγει ο Βασίλειος˙ «Το μεν εκ Θεού πηγάζον Πνεύμα ενυπόστατόν εστί˙ τα δε εξ αυτού (του Πνεύματος δηλ.) πηγάζονται ενέργειαι αυτού εισίν».

            Η του Θεού λοιπόν αύτη ενυπόστατος σοφία και δύναμις ο Υιός είναι δημιουργική και συνεκτική πάντων των Κτισμάτων˙ αύτη γαρ όχι μόνον εδημιούργησε πάντα τα αισθητά και νοητά εκ του μη όντος εις το είναι, αλλά και συνέχει αυτά και συγκρατεί δια της προνοίας κατά τους λόγους εκείνους, κατά τους οποίους τα εδημιούργησε˙ και τούτο δηλοί ο Δαβίδ λέγων˙ «Πάντα εν σοφία (ήτοι τω Υιώ) εποίησας» (Ψαλμ. ργ’ 24)˙ και πάλιν˙ «Ο ποιών τους Αγγέλους αυτού Πνεύματα», και «Ο  θεμελιών την γην επί την ασφάλειαν αυτής» (Ψαλμ. ργ’ 6)˙ το δε, Ποιών, και το, Θεμελιών, δηλούσι την συνοχήν και συντήρησιν των Αγγέλων και της γης, κατά τον θεολόγον Γρηγόριον λέγοντα˙ «Την ών πεποίηκεν οικονομίαν τε και συντήρησιν δηλοί το, Ποιείσθαι τους Αγγέλους αυτού πνεύματα, και θεμελιούσθαι την γην επί την ασφάλειαν αυτής, άπαξ ηδρασμένα τε και γεγενημένα˙ και στερούσθαι βροντήν, και κτίζεσθαι πνεύμα, ών άπαξ μεν ο λόγος υπέστη, συνεχής δε και νυν η ενέργεια» (Λόγος β’ περί Υιού). Συ λοιπόν, λέγει, Θεάνθρωπε Ιησού Χριστέ, η τα πάντα συνέχουσα Σοφία, στήριξον την Εκκλησίαν Σου ακλινή και άσειστον (τούτο γαρ δηλοί το, Ακράδαντον) εις την πίστιν εκείνην, εις την οποίαν αυτήν εθεμελίωσας, ίνα μη υπό των απίστων και ασεβών, ή υπό των κακοδόξων και αιρετικών ταράττηται. Επιφέρει δε ακολούθως ο Μελωδός το «Ότι Συ μόνος είσαι Άγιος», δια να δείξη ότι ο Ειρμός ούτος είναι της τρίτης Ωδής της Προφήτιδος Άννης˙ εκεί γαρ αυτή λέγει «Ούκ έστιν άγιος, ως ο Κύριος˙ και ούκ έστι δίκαιος ως ο Θεός ημών˙ και ούκ έστιν άγιος πλην Σου» (α’ Βασιλ. β’ 2)˙ το γαρ Πλήν σου, ταυτόν είναι με το, Μόνος.

               Αλλά και το, Στήριξον, όπου είπεν ανωτέρω, προς δήλωσιν ερέθη της τρίτης Ωδής, ής η αρχή εστίν «Εστερεώθη η καρδία μου εν Κυρίω». Το  δε «Εν αγίοις αναπαυόμενος» ερανίσθη από τον Προφήτην Ησαΐαν λέγοντα˙ «Τάδε λέγει ο Ύψιστος εν αγίοις αναπαυόμενος» (Ησ. νζ’ 15)˙ και πρεπόντως˙ ου γαρ εις τους ακαθάρτους και ανάγνους ο καθαρός και άγιος αναπαύεται, άπαγε! Επειδή παν το ανόμοιον, ακοινώνητον˙ τούτο και εις τον Θεόν αυτόν είναι αδύνατον, το να ενωθή με τους ακαθάρτους˙ όθεν θαυμαστόν είναι το απόφθεγμα όπου είπεν ο Θεσσαλονίκης θείος Γρηγόριος˙ «Ενωθήναι δε την ανωτάτην εκείνην και υπέρ νουν καθαρότητα μεμολυσμένη φύσει των αδυνάτων υπήρχεν˙ εν γαρ τούτο μόνον Θεώ αδύνατον, συνελθείν ακαθάρτω πριν καθαρθήναι προς ένωσιν» (Λόγος β’ εις τα Εισόδια, ου η αρχή «Εκ του καρπού το δένδρον γινώσκεται»). Ο άγιος εις τους αγίους αναπαύεται˙ όθεν και αυτός το Θεός είπεν˙ «Άγιοι γίνεσθε, ότι άγιός ειμί εγώ Κύριος» (Λευϊ. Ια’ 45). Άγιος δε θέλει να ειπή, κατά τον Κριτικόν Φώτιον, ο της γης υπέρτερος (εκ του Α στερητικού της Γης)˙ συνάδει δε τούτο με το ψαλμικόν εκείνο˙ «Του Θεού οι κραταιοί (οίτινες είναι οι άγιοι) της της σφόδρα επήρθησαν». (Ψαλμ. μστ’ 10). Κατ’ άλλους δε το, Άγιος, γίνεται εκ του Α στερητικού, και του, Άγος, ψιλουμένου, ό δηλοί το μίασμα˙ κράσιν δε λαμβανόντων των δύο ΑΑ εις εν Α μακρόν δασυνόμενον, γίνεται Άγιος, και δηλοί το «Εστερημένος άγους και μιάσματος»˙ εμοί δε δοκεί ότι αναλογώτερον και προχειρότερόν εστι το να παράγεται το, Άγιος εκ του, Άγος, δυσανομένου, ό δηλοί το τίμιον και άξιον σεβάσματος κατά τον Βαρίνον, ταυτόν ειπείν, το καθαρόν˙ όθεν είπεν ο Αρεοπαγίτης Διονύσιος˙ «Τους επί την παναγεστάτην (ήτοι παναγιωτάτην) ιόντας ιερουργίαν αποκαθάρθαι δει και τας εσχάτας της ψυχής φαντασίας» (Κεφάλαιον γ’ περί Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας)˙ και Ανδρέας της Κρήτης λόγω εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου˙ «Ημείς δε της παναγεστάτης του ζωαρχικού σώματος εντυμβεύσεως την ανάμνησιν, κτλ.» ο δε Μακάριος ο Αιγύπτιος Ομιλία ια’ λέγει˙ «Ούτος εστίν άγιος, ο καθαρθείς και αγιασθείς κατά τον έσω άνθρωπον».

               Ωδή δ’. Ο Ειρμός.

             Ρήσεις Προφητών και αινίγματα, την σάρκωσιν υπέφηναν, την εκ Παρθένου σου Χριστέ, φέγγος αστραπής σου, εις φως εθνών εξελεύσεσθαι˙ και φωνεί σοι άβυσσος, εν αγαλλιάσει˙ Τη δυνάμει σου δόξα φιλάνθρωπε.

               Ερμηνεία.

             Καθώς αι εν τω κύκλω γινόμεναι γραμμαί, όλαι εις ένα κέντρον συνάγονται˙ και καθώς όλαι αι εν τη διακαυστική υέλω ακτίνες του ηλίου εις μίαν εστίαν (ήτοι εις ένα κέντρον) συναθροίζονται˙ ούτω και όλα τα ρητά και αινίγματα των Προφητών εις ένα κέντρον συνάγονται, και εις ένα αντικείμενον αποβλέπουν, εις την σάρκωσιν δηλαδή του Υιού του Θεού˙ όθεν τούτο γινώσκων ο ιερός Μελωδός, επιστρέφει προς τον Δεσπότην Χριστόν δια του παρόντος Ειρμού, και λέγει˙ «Ώ Θεάνθρωπε Ιησού Χριστέ, όλα τα ρητά και αινίγματα των Προφητών τυπικώς εφανέρωναν την εκ Παρθένου σάρκωσίν Σου˙ όθεν είπεν ο θεοφόρος Μάξιμος˙ «Το της ενσωματώσεως του Λόγου μυστήριον πάντων έχει των τε κατά την Γραφήν αινιγμάτων και τύπων την δύναμιν, και των φαινομένων κτισμάτων την επιστήμην» (Κεφάλαιον ξστ’ της α’ εκατοντάδος των Θεολογικών). Επρόσθεσε δε ο Ασματογράφος το «Εκ Παρθένου», δια να φανερώση, ως νομίζω, ότι η εορτή αύτη είναι της Παρθένου και Θεομήτορος˙ μάλιστα δε και εξαιρέτως το ρητόν του Προφήτου˙ Αββακούμ του ποιητού της

 τετάρτης Ωδής, ο οποίος την σάρκωσιν του Λόγου εφανέρωνε με το λόγιον εκέινο˙ «Ο Θεός από Θαιμάν ήξει, και ο Άγιος εξ όρους κατασκίου δασέος» (Αβ. γ’ 3). Θαιμάν δε, θέλει να ειπή, Νότος κατά τον Κύριλλον και Θεοδώρητον˙ Όρος δε δασύ και κατάσκιον, είναι η Παρθένος. Δηλούται λοιπόν δια του ρητού τούτου, ότι ο Χριστός ήλθεν από Θαιμάν, ήγουν από την Βηθλεέμ, την ευρισκομένην κατά το Νότιον μέρος της Ιερουσαλήμ, και εγεννήθη από την Παρθένον.

              Αι ανωτέρω δε ρήσεις των Προφητών εφανέρωναν προς τούτοις και ότι το φέγγος της αστραπής Σου, Κύριε, ήγουν η θεία διδασκαλία και ο νόμος του Ευαγγελίου Σου, κατά τον Ευθύμιον, θέλει εκβή έξω εις το να φωτίση τα εσκοτισμένα Έθνη από την πλάνην φως μέγα. Το ρητόν δε τούτο είπεν ο Ίδιος Αββακούμ «Και φέγγος αυτού ως φως έσται» (αυτόθι γ’ 4). Επιφέρει δε ακολούθως ο Μελωδός «Και φωνεί Σοι άβυσσος»˙ ήγουν δια τούτο η άβυσσος φωνάζει εις Σε με αγαλλίασιν˙ «Δόξα τη δυνάμει Σου, Κύριε». Και ταύτα δε ερανίσθη από τον αυτόν Αββακούμ λέγοντα˙ «Έδωκεν η άβυσσος φωνήν αυτής, ύψος φαντασίας αυτής».

            Άβυσσον δε ονομάζει τα Έθνη τα υπό του Ευαγγελίου του Χριστού φωτισθέντα, τόσον δια το πλήθος, όσον και δια την άλμην και πικρίαν της ασεβείας και αμαρτίας, κατά τον Κύριλλον, Θεοδώρητον, και Θεοφύλακτον. Έδωκαν δε τα Έθνη ταύτα την φωνήν αυτών: ήτοι την ομολογίαν της πίστεως. Ύψος δε φαντασίας ονομάζει τους εν τοις Έθνεσιν υψηλούς και αξιωματικούς ανθρώπους, οι οποίοι και αυτοί έδωκαν την προειρημένην φωνήν και ομολογίαν της πίστεως. Ο δε Μελωδός εναλλάξας, είπεν ότι η άβυσσος των Εθνών εν αγαλλιάσει φωνάζει εις Σε το «Δόξα τη δυνάμει Σου, Κύριε», ως ανωτέρω είπομεν. Όθεν συμφώνως είπε και ο Αλεξανδρείας Κύριλλος˙ «Ουκούν η άβυσσος, τουτέστιν η αμέτρητός τε και ακατάληπτος των πεπιστευκότων πληθύς, έδωκε φωνήν αυτής˙ δοξολογείται γαρ ο Χριστός παρά παντός ανθρώπων έθνους˙ και τούτο δρώντας προθύμως κατίδοι τις αν μικρούς και μεγάλους, λαμπρούς και ασήμους» (Τόμος Γ’ ερμηνεία εις τον Αββακούμ).

             Ωδή ε’. Ο Ειρμός.

             Το θείον και άρρητον κάλλος, των αρετών σου Χριστέ διηγήσομαι˙ εξ αϊδίου γαρ δόξης συναΐδιον και ενυπόστατον λάμψας απαύγασμα, παρθενικής από γαστρός, τοις εν σκότει και σκιά, σωματωθείς ανέτειλας Ήλιος.

               Ερμηνεία.

             Επειδή ο Ποιητής της πέμπτης Ωδής είναι ο Προφήτης Ησαΐας, δια τούτο ο Ιερός Μελωδός ερανίζεται τον Ειρμόν αυτής από τον ίδιον Ησαΐαν λέγοντα˙ «Ο λαός ο πορευόμενος εν σκότει είδετε φώς μέγα˙ και οι κατοικούντες εν χώρα και σκιά θανάτου, φως λάμψει εφ’ υμάς» (Ησ. θ’ 2). Επιστρέφων λοιπόν ο Ασματογράφος προς τον Χριστόν λέγει ούτως˙ Ώ Χριστέ Υιέ του Θεού και Υιέ της Παρθένου, εγώ θέλω διηγηθή το άρρητον κάλλος των αρετών Σου. Και αν, ώ θεσπέσιε Μελωδέ (ήθελεν ειπή τινάς προς αυτόν) το κάλλος είναι άρρητον, πώς δύνασθαι να το διηγηθής; Εναντία γαρ είναι ταύτα μεταξύ των, και συμβιβασθήναι ου δύνανται. Άλλ’ αποκρίνεται ο Ασματογράφος˙ Ναι αυτό αληθώς είναι καθ’ αυτό άρρητον και ανεκδιήγητον, και υπερβαίνει κάθε γλώσσαν, και αυτήν την Αγγελικήν˙ θέλω διηγηθή τούτο όμως εγώ, όχι καθώς είναι, αδύνατον γαρ, αλλά καθ’ όσον δύναμαι, και καθώς η εμή γλώσσα έχει ισχύν. Αρετάς δε του Χριστού ονομάζει ο Μελοποιός όλας τας φυσικάς αυτού ενεργείας και θεοπρεπείς τελειότητας, και τα κοινώς καλούμενα θεία

 προσόντα: ήτο την απειρίαν, την παντοδυναμίαν, την αϊδιότητα, την αγαθότητα, την σοφίαν, και απλώς, όλα τα ουσιώδη του Θεού αυχήματα, τα οποία πλήρωμα της Θεότητος ο μέγας καλεί Αθανάσιος˙ ο δε Αρεοπαγίτης Διονύσιος Μυριόλεκτα  ονομάζει˙ λέγει δε και ο μέγας Βασίλειος περί αυτών, ότι αι του Θεού ενέργειαι και δυνάμεις άρρητοι μεν εισί, δια το μέγεθος, ανεξαρίθμητοι δε, δια το πλήθος˙ όθεν ο Ησαΐας περί τούτων των αρετών του Θεού λέγει˙ «Ουδέ τας αρετάς μου τοις γλυπτοίς δώσω» (Ησ. μβ’ 8)˙ και ο Αββακούμ˙ «Εκάλυψεν ουρανούς η αρετή αυτού» (Αβ. γ’ 3).

            Κυρίως δε και εξαιρέτως αρετάς Χριστού ονομάζει εδώ ο Ιερός Κοσμάς τα δύο πρώτιστα μυστήρια, το της Θεολογίας, και το της ενσάρκου Οικονομίας, καθώς τούτο επεξηγεί με τα ακόλουθα λόγια˙ διότι λέγει, Συ, Κύριε, προ των αιώνων έλαμψας δια γεννήσεως από την αΐδιον δόξαν (ήτοι από τον Πατέρα, το αφηρημένον αντί του συγκεκριμένου) ως έν απαύγασμα, ουχί ανυπόστατον και ανούσιον, καθώς είναι το του ηλίου απαύγασμα, άπαγε! Αλλά συναΐδιον ον με τον Πατέρα και ενυπόστατον: ήτοι ζών, και ουσίαν και υπόστασιν έχον τελείαν, καθώς έχει και ο Πατήρ 6 ˙ ύστερον δε, επ’ εσχάτων των χρόνων, γενόμενος άνθρωπος από την άχραντον κοιλίαν της Παρθένου, ανέτειλας εις όλους τους ανθρώπους, οι οποίοι ευρίσκοντο εις το σκότος και την σκιάν της ασεβείας και αμαρτίας, ως Ήλιος της δικαιοσύνης, όστις φωτίζεις μεν αυτών τον νουν θεωρητικώς εις την επίγνωσιν της Θεότητός Σου˙ οδηγείς δε αυτούς πρακτικώς εις την οδόν των προσταγμάτων Σου˙ καθώς επροφήτευσεν ο Μαλαχίας˙ «Και ανατελείς ημίν τοις φοβουμένοις το όνομά σου ήλιος δικαιοσύνης» (Μαλ. δ’ 2).

                 Ωδή στ’. Ο Ειρμός.

             Άλιον ποντογενές, κητώον εντόσθιον πυρ, της τριημέρου ταφής σου ήν προεικόνισμα, ου Ιωνάς υποφήτης αναδέδεικται˙ σεσωσμένος γαρ ως και προϋπέπωτο, ασινής εβόα˙ Θύσω σοι μετά φωνής αινέσεως Κύριε.

             Ερμηνεία.

                Ο Ειρμός ούτος διαλαμβάνων την Ιστορίαν του Προφήτου Ιωνά, κυρίως μεν λέγεται δια την τριήμερον ταφήν και ανάστασιν του Δεσπότου Χριστού, ως αυτός ο ίδιος έφερεν αυτόν εις παράδειγμα˙ «Ώσπερ ήν Ιωνάς εν τη κοιλία του κήτους τρεις ημέρας και τρεις νύκτας, ούτως έσται και ο Υιός του ανθρώπου εν τη καρδία της γης, τρεις ημέρας και τρεις  νύκτας» (Ματθ. ιβ’ 40)˙ προσαρμόζεται δε κάλλιστα και εις την Αειπάρθενον Μαριάμ την Μητέρα του Χριστού˙ καθώς γαρ ο Υιός της τρις ημέρας ποιήσας εν τω τάφω ανέστη απ’ αυτόν˙ ούτω και η Μήτηρ τρεις ημέρας εν τω τάφω ποιήσασα, ανέστη 7 ˙ όθεν είπεν ο θείος Μάρκος ο Εφέσου˙ «Νέκρωσιν η της ζωής Μήτηρ δέχεται, και τάφω τεθείσα, μετά τριτήν ημέραν ευκλεώς εξανίσταται, τω Υιώ συμβασιλεύουσα, και αιτούσα την των πταισμάτων ημών άφεσιν» (εν τη στ’ Ωδή του Πλ. δ’ Ήχου). Όθεν ώσπερ ο Ιωνάς δεν έπαθε καμμίαν βλάβην από το κήτος ούτω μηδέ το σώμα της Παρθένου δεν έπαθε καμμίαν βλάβην και διαφθοράν από τον τάφον. Όθεν και ο Χρυσορρήμων ως θαύμα παριστά την υπό του κήτους κατάποσιν του Ιωνά, και την αδιάφθορον τούτου εξέλευσιν˙ φησί γαρ˙ «Ειπέ μοι, πώς το θηρίον τον Ιωνάν είχεν εν τη γαστρί, και ούκ απώλλυτο; Ουχί άλογόν εστιν; Ουχί απλώς κινείται; Πώς εφείσατο του δικαίου; Πώς αυτόν ούκ απέπνιξεν η θέρμη; Πώς ούκ έσηψεν, ει γαρ το εν βυθώ είναι μόνον, άπορον, το και εν σπλάγχνοις και τη θέρμη εκείνη, πολλώ μάλλον απορώτερον˙ πώς γαρ τον εκείθεν αέρα ανέπνει; Πώς ήρκει δύο ζώοις η αναπνοή; Πώς δε αυτόν και ήμεσεν ασινή; Πώς δε και εφθέγγετο; Πώς δε και εν εαυτώ ήν και προσηύχετο; Άρα ταύτα ούκ άπιστα; Αν λογισμώ εξετάζωμεν, άπιστα˙ αν δε πίστει, σφόδρα πιστά» (Λόγω Ε’ εις την προς Κολασσαείς).

            Επιστρέφων λοιπόν ο Μελωδός προς τον Κύριον λέγει˙ Το πύρ εκείνο το εντόσθιον και κητώον και θαλασσινόν και εις το πέλαγος γεννημένον (όλα δε τα επίθετα ταύτα είναι περίφασις, και δηλούσι το κήτος˙ περίφασις δε είναι, όταν τινάς με πολλάς λέξεις ονομάζει ένα πράγμα, όπου ηδύνατο να το ονομάση με ολίγας, ή και με μίαν μόνην)˙ και το Κήτος όπου κατέπιε τον Ιωνάν, ήτον ένας τύπος και ένα τι προεικόνισμα της τριημέρου ταφής Σου, Κύριε 8˙ του τύπου δε τούτου υποφήτης ήτον ο Ιωνάς, τουτέστιν αυτός δι’ εαυτού τούτον υπέφηνε παθών˙ ή το, Υποφήτης, λαμβάνεται και αντί του, Προφήτης˙ τον τύπον γαρ αυτόν δι’ εαυτού ο Ιωνάς επροφήτευσε. Σημείωσαι δε, ότι εδώ πρέπει να προστίθεται αναγκαίως και το, Τριημέρου Σου αναστάσεως˙ καθώς βεβαιοί και ο Θεολόγος Γρηγόριος λέγων περί του Ιωνά˙ «Και την κατασκευήν της χαράς αφείς (τούτο γαρ η Ιόππη δύναται), το παλαιόν ύψος, λέγω, και το αξίωμα, εις το της λύπης εαυτόν έρριψε πέλαγος, και δια τούτο χειμάζεται, και καθεύδει, και ναυαγεί και εξυπνίζεται, και κληρούται, και ομολογεί την φυγήν, και καταποντίζεται, και υπό του Κήτους καταπίνεται μεν, ου καταναλίσκεται δε˙ και το θαύμα Χριστώ τριημέρω συναδίδοται» (εν τω Απολογητικώ). Δια της προσθήκης δε ταύτης της, Αναστάσεως, η έννοια συνάπτεται με τα κατωτέρω λόγια του Μελωδού˙ άλλως γαρ ασυνάρτητος είναι και ανακόλουθος. Τί δε φησίν ακολούθως; Ότι ο Ιωνάς, με το να διεσώθη από το κήτος αβλαβής (τούτο γαρ δηλοί το, Ασινής, από το, Σίνος το, Βλάβος και το στερητικόν Α), καθώς ήτον αβλαβής και προ του να καταποθή˙ δια τούτο ευχαρίστως εφώναζεν˙ Εγώ, Κύριε, επειδή ελυτρώθηκα από την θανατηφόρον συμφοράν την εκ του Κήτους, θέλω προσφέρει εις Σε θυσίας ομού με φωνάς ευχαριστηρίους.

            Επειδή δε τώρα έπαυσαν αι θυσίαι των ζώων, δια τούτο ημείς οι Χριστιανοί έχομεν άλλας θυσίας, με τας οποίας πρέπει να ευχαριστώμεν τον Θεόν˙ ήγουν έχομεν θυσίαν δικαιοσύνης, της καθολικής αρετής, εις την οποίαν ευδοκεί και αρέσκεται ο Θεός˙ «Τότε, φησίν, ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης» (Ψαλμ. ν’ 21)˙ έχομεν θυσίαν, το συντετριμμένον πνεύμα, περί ου ο αυτός γράφει Δαβίδ˙ «Θυσία τω Θεώ, πνεύμα συντετριμμένον» (Αυτόθι 19)˙ έχομεν θυσίαν αινέσεως, ήτις δοξάζει τον Θεόν, καθώς αυτός λέγει˙ «Θυσία αινέσεως δοξάσει με» (Ψαλμ. μθ’ 23)˙ έχομεν δε προ πάντων να προσφέρωμεν θυσίαν εις τον Θεόν αυτά τα ίδια σώματά μας, νενεκρωμένα από κάθε φρόνημα και επιθυμίαν σαρκικήν, η οποία αύτη θυσία είναι ευάρεστος εις τον Θεόν˙ καθώς μας παραγγέλλει ο Παύλος λέγων˙ «Παρακαλώ υμάς, θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον τω Θεώ, την λογικήν λατρείαν υμών» (Ρωμ. ιβ’ 1).

                Ωδή ζ’. Ο Ειρμός.

              Ιταμώ θυμώ τε και πυρί, θείος έρως αντιταττόμενος, το μεν πυρ εδρόσιζε˙ τω θυμώ δε εγέλα, θεοπνεύστω λογική τη των Οσίων τριφθόγγω λύρα αντιφθεγγόμενος, μουσικοίς οργάνοις εν μέσω φλογός˙ Ο δεδοξασμένος, των Πατέρων και ημών, Θεός ευλογητός ει.

            Ερμηνεία.

              Κανένα πράγμα δεν είναι δυνατώτερον από τον του Θεού πρηστήριον έρωτα, ουδέ της θείας αγάπης ευρίσκεται ισχυρώτερόν τε και δραστικώτερον, καν θλίψεις είναι, καν πείνα, καν διωγμός, καν μάχαιρα, καν θάνατος το πάντων έσχατον των δεινών, όλα νικώνται από την θείαν αγάπην, και κανένα εκ τούτων νικήσαι την αγάπην ου δύναται˙ και μαρτυρεί Παύλος λέγων˙ «Τίς ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; θλίψις, ή στενοχωρία, ή διωγμός, ή λοιμός, ή γυμνότης, ή μάχαιρα; Πέπεισμαι γαρ, ότι ούτε ζωή, ούτε Άγγελοι, ούτε Αρχαί, ούτε Δυνάμεις, ούτε ενεστώτα, ούτε μέλλοντα, ούτε ύψωμα, ούτε βάθος, ούτε τις κτίσις δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών» (Ρωμ. η’ 35). Ταύτα λοιπόν ηξεύρων ο Ιερός ούτος Μελωδός, λέγει˙ Ο ένθεος έρως, όπου άναπτε μέσα εις την καρδίαν των τριών εκείνων Παίδων,  αυτός εναντιείτο εις τρία πράγματα, εις τον ορμητικώτατον και σκληρόν και ωμόν θυμόν του Βασιλέως Ναβουχοδονόσορ (τούτο γαρ δηλοί το, Ιταμώ, παρά του Ίεσθαι, ό δηλοί το, Ορμάν), εις το πυρ της καμίνου, και εις τα μουσικά όργανα τα παακινούντα τους λαούς να προσκυνήσουν την εικόνα του Ναβουχοδονόσορ. Όθεν υπερνικήσας και τα τρία ταύτα ο θείος έρως, το μεν πυρ το επταπλάσιον της καμίνου εδρόσισε˙ περισσότερον γαρ ανάπτων αυτός έσω εν τη καρδία των τριών Παίδων, ενίκα το έξωθεν ανάπτον της καμίνου πυρ˙ τον δε θυμόν του Βασιλέως κατεγέλα και επερίπαιζεν. Αυτός ακόμη με την τρίχορδον και θεόπνευστον και λογικήν λύραν των τριών Παίδων αντελάλει και αντέλεγεν εις τα μουσικά όργανα του Βασιλέως εν τω μέσω της καμίνου˙ υμνούντες γαρ αυτοί τον Θεόν εν τη καμίνω, και λέγοντες «Ευλογητός ει, Κύριε ο Θεός των Πατέρων ημών, καιλ υπερύμνητος, και υπερυψούμενος εις τους αιώνας», δια την υμνωδίας ταύτης αντεφθέγγετο εις τα έξω βασιλικά όργανα, και τρόπον τινά έλεγον ότι η εικών του Ναβουχοδονόσορ δεν πρέπει να προσκυνήται, διότι δεν είναι Θεός, αλλά ο λυτρώσας ημάς εκ της καμίνου, αυτός πρέπει να προσκυνήται και να δοξολογήται, διότι είναι Θεός αληθέστατος.

              Ωδή η’. Ο Ειρμός.

               Φλόγα δροσίζουσαν Οσίους, δυσσεβείς δε καταφλέγουσαν, Άγγελος Θεού ο πανσθενής, έδειξε Παισί˙ ζωαρχικήν δε πηγήν ειργάσατο την Θεοτόκον, φθοράν θανάτου, και ζωήν βλυστάνουσαν τοις μέλπουσι˙ Τον Δημιουργόν˙ μόνον υμνούμεν, οι λελυτρωμένοι, και υπερυψούμεν εις πάντας τους αιώνας.

Ερμηνεία.

             Πάλιν και εις το Τροπάριον τούτο αναφέρει την ιστορίαν των τριών Παίδων ο Μελωδός, καθότι και η ογδόη Ωδή αυτών είναι πόνημα˙ προσαρμόζει δε ταύτην ευφυώς και εις την εορτήν της Θεοτόκου λέγων ούτως˙ Ο Άγγελος Κυρίου ο πανσθενής (ο παντοδύναμος). Με την λέξιν δε ταύτην φανερώνει, ότι ο Άγγελος, όπου κατέβη εις την κάμινον του πυρός, δεν ήτον απλούς Άγγελος, ου γαρ αυτός εστί πανσθενής, αλλά ήτον ο Μονογενής Υιός του Θεού, ο κατά τον Ησαΐαν ονομαζόμενος «Άγγελος της μεγάλης βουλής του Πατρός», δια τούτο ο Ναβουχοδονόσορ, βλέπων αυτόν εν τη καμίνω, όμοιον Υιώ Θεού ωνόμασε, λέγων˙ «Και η όρασις του τετάρτου ομοία Υιώ Θεού» (Δαν. γ’ 25). Ο παντοδύναμος, λέγω, της μεγάλης βουλής Άγγελος, συγκαταβάς τοις περί Ανανίαν εις την Κάμινον, ως γέγραπται, δια της παντουργού αυτού δυνάμεως, έδειξε την αυτήν φλόγα του πυρός δροσίζουσαν μεν τους οσίους τρεις Παίδας, κατακαίουσαν δε τους ασεβείς Χαλδαίους˙ «Διεχείτο, φησίν, η φλόξ επάνω της καμίνου επί πήχεις τεσσαράκοντα εννέα, και διόδευσε και ανεπύρισεν, ους εύρε περί την κάμινον των Χαλδαίων» (Αίνος 24).12

          Ούτως ο αυτός παντοδύναμος της Πατρικής βουλής Άγγελος κατεσκεύασε δια της αυτού απειροδυνάμου ισχύος την σήμερον εορταζομένην Παρθένον, την αληθεστάτην και αγιωτάτην Μητέρα του, πηγήν ζωαρχικήν (ήτοι αρχήν ούσαν ζωής και σωτηρίας), η οποία αναβλύζει φθοράν μεν και αφανισμόν και κατάργησιν εις τον θάνατον, ζωήν δε και σωτηρίαν εις όλους τους πιστούς Χριστιανούς, όπου ψάλλουν τον ύμνον εκείνον των τριών Παίδων, και λέγουν˙ Ημείς, όπου ελυτρώθημεν από την πλάνην των ειδώλων, και από την τυραννίαν του Διαβόλου, υμνούμεν τον Χριστόν, όστις είναι μόνος Δημιουργός όλων των όντων, και υπερυψούμεν αυτόν εις τους αιώνας.

                Ωδή θ’. Ο Ειρμός.

             Νενίκηνται της φύσεως οι όροι, εν σοι, Παρθένε άχραντε˙ παρθενεύει γαρ τόκος, και ζωήν προμνηστεύεται θάνατος˙ Η μετά τόκον Παρθένος, και μετά θάνατον ζώσα, σώζοις αεί, Θεοτόκε την κληρονομίαν Σου.

            Ερμηνεία.

             Στοχαζόμενος ο Ιερός Μελωδός, ότι εις το υποκείμενον της Παρθένου Μαρίας πολλοί νόμοι της φύσεως ενικήθησαν, και τρόπον τινά ιλιγγιάσας, και περαιτέρω μη δυνάμενος να εννοήση, θαυμαστικώς ανεβόησεν˙ Ώ Παρθένε καθαρωτάτη και άσπιλε! Εις Σε ενικήθησαν οι νόμοι της φύσεως˙ φύσεως δε νόμος είναι, οποία γυνή γεννήση, να μη μένη πλέον παρθένος˙ Συ δε Παρθένος ούσα συνέλαβες ασπόρως, και Παρθένος ούσα, εγέννησας αφθόρως (τούτο γαρ δηλοί το, Παρθενεύει τόκος)˙ όθεν είπεν ο Θεοφόρος Μάξιμος˙ Ον (Θεόν λόγον) Παρθένος υπερφυώς τεκούσα παρέλυσεν ουδέν της παρθενίας τεκμήριον˙ ως γαρ αυτός άνθρωπος γέγονεν, ουκ αλλοιώσας την φύσιν, ουδ’ αμείψας την δύναμιν˙ ούτω την τεκούσαν και Μητέρα ποιεί, και Παρθένον διατηρεί˙ θαύματι θαύμα κατά ταυτόν διερμηνεύων άμα, και θατέρω κρύπτων το έτερον˙ τοσούτον Μητέρα την Παρθένον ποιούμενος, όσον δια της κυήσεως άλυτα τα της παρθενίας δεσμά απεργάσασθαι» (Κεφάλαιον θ’ της γ’ εκατοντάδος των γνωστικών).

             Νόμος φύσεως είναι, όταν δια του θανάτου χωρισθή η ψυχή από το σώμα, το σώμα να τίθεται εν τάφω και να διαλύεται εις τα εξ ών συνετέθη˙ εις το ιδικόν Σου όμως σώμα, Θεοτόκε, ο θάνατος δεν επροξένησε διαφθοράν και διάλυσιν, αλλά ζωήν και αφθαρσίαν˙ καθότι μετά τρεις ημέρας, ενωθείσα πάλιν η άχραντος ψυχή Σου με το θεοδόχον σώμά Σου, ανέστη από τον τάφον, και ανελήφθη εις τους Ουρανούς. Ούτοι μεν είναι οι φανεροί νόμοι της φύσεως, οίτινες ενικήθησαν εις την Θεοτόκον˙ εάν θέλης τινάς να βαθύνη περισσότερον, ευρίσκει και άλλους νόμους της φύσεως νικηθέντας˙ οίον, νόμος της φύσεως είναι να διαπλάττεται και να εξεικονίζεται το βρέφος εν τη κοιλία από ολίγον ολίγον˙ εις Σε όμως, Παρθένε, ενικήθη και ο νόμος ούτος, διότι το θεοϋπόστατον βρέφος Σου ευθύς εξ αυτής της συλλήψεως όλον εξεικονίσθη, και όχι κατ’ ολίγον ολίγον˙ καθώς λέγει ο μέγας Βασίλειος (και όρα την ερμηνείαν του Τροπαρίου του Ευαγγελισμού του λέγοντος˙ Ζητείς παρ’ εμού γνώναι, Παρθένε)˙ νόμος της φύσεως είναι, το εν τη κοιλία βρέφος να

 προξενή βάρος εις την μητέρα του˙ άλλ’ ο Δεσπότης Χριστός βρέφος, ών εν τη κοιλία Σου της Μητρός του, ουδένα τοιούτον βάρος εις Σε επροξένησε˙ διο και παρά Σου εβαστάζετο ακόπως εις όλους τους εννέα μήνας της κυοφορίας του˙ καθώς πάρα πολλοίς Θεολόγοις ομολογείται. Και άλλοι δε πολλοί νόμοι της φύσεως λεπτότεροι ενικήθησαν εν Σοι τη Παρθένω, τους οποίους αφίνομεν, διότι υπερβαίνουσι κάθε λόγον ομού και διάνοιαν˙ περί ών ο μεν Θεολόγος Γρηγόριος είπε˙ «Νόμοι φύσεως καταλύονται» (Λόγος εις την Χριστού Γέννησιν)˙ ο δε μέγας Μάξιμος είπε˙ (Σκοπήσωμεν πιστώς το μυστήριον της θείας ενανθρωπήσεως, και μόνον δοξάσωμεν απεριέργως τον τούτο γενέσθαι δι’ ημάς ευδοκήσαντα˙ τίς γαρ δυνάμει θαρρών λογικής αποδείξεως, εξειπείν δύναται, πώς Θεού Λόγου γίνεται σύλληψις; Πώς γέννησις σαρκός άνευ σποράς; Πώς γέννησις άνευ φθοράς; Πώς Μήτηρ, η μετά τόκον διαμείνασα Παρθένος; Πώς ο υπερτελής καθ’ ηλικίαν προέκοπτε; Και ίνα το πρώτον και τελευταίον είπω, πώς Θεός άνθρωπος γίνεται; Και το δη πλέον μυστηριωδέστατον; Πώς ουσιωδώς εν

 σαρκί καθ’ υπόστασιν ο Λόγος, ο κατ’ ουσίαν υποστατικώς όλος υπάρχων εν τω Πατρί; Πώς ο αυτός και όλος εστί Θεός κατά φύσιν, και όλος γέγονε κατά φύσιν άνθρωπος, μηδεμίαν φύσιν ηρνημένος παντάπασι, μήτε την θείαν, καθ’ ήν υπάρχει Θεός, μήτε την ημετέραν, καθ’ ήν γέγονεν άνθρωπος; Ταύτα πίστις μόνη χωρεί τα μυστήρια» (Κεφάλαιον ιγ’ της γ’ εκατοντάδος των Γνωστικών).13

              Προσφέρει δε ακολούθως ο Μελωδός μίαν ικεσίαν προς την Θεοτόκον, και  λέγει˙ Συ, όπου έμεινας Παρθένος μετά τον τόκον, καθώς ήσουν και προ τόκου, Συ, όπου είσαι ζωντανή και μετά τον θάνατον, Συ, Αειπάρθενε, άμποτε να σώζης πάντοτε από κάθε βλάβην των ορατών και αοράτων εχθρών την κληρονομίαν Σου, ημάς τους Χριστιανούς, τους οποίους έλαβεν ο Υιός Σου κληρονομίαν παρά του Πατρός, κατά το ψαλτικόν, «Δώσω σοι έθνη την κληρονομίαν σου» (Ψαλμ. β’ 8)˙ πρόδηλον γαρ, ότι η κληρονομία του Υιού είναι κληρονομία κοινή και της Μητρός.

             Αλλά και ημείς οι ψάλλοντες και αναγινώσκοντες και ακούοντες τον παρόντα ασματικόν Κανόνα, ας ευφημήσωμεν την φυσικήν μεν του Θεού Μητέρα, ημών δε των Χριστιανών κατά χάριν Μητέρα, με θεία και ιερά άσματα˙ ας τιμήσωμεν με καθαρότητα ψυχής και του σώματος την όντως καθαράν και υπέραγνον˙ φυσικόν γαρ ιδίωμα έχουσι τα όμοια να χαίρουν και να αγάλλωνται εις τα όμοια˙ «Πέφυκε γαρ πως τοις ομοίοις τα όμοια επαγάλλεσθαι», λέγει ο εκ Δαμασκού Ιωάννης˙ αυτήν την κατά χάριν Μητέρα ημών ας θεραπεύσωμεν με ελεημοσύνην των πτωχών, και με συμπάθειαν των δεομένων˙ διότι, αν με καμμίαν άλλην αρετήν δεν θεραπεύεται ο Θεός, ως με την ελεημοσύνην˙ «Ουδενί ούτω των πάντων ως ελέω Θεός θεραπεύεται» (Γρηγορίου λόγος περί Φιλοπτωχείας)˙ τις αμφιβάλλει ότι και η του Θεού Μήτηρ χαίρει και αγάλλεται εις την των πτωχών ελεημοσύνην;

                 Ας κατασκευάσωμεν την ενθύμησιν και καρδίαν μας ταμείον και κατοικίαν των αρετών της Θεοτόκου. Πώς τούτο εμπορούμεν να κάμωμεν; Παρθένος είναι η Θεοτόκος και φιλοπάρθενος και αγνή και φίλαγνος; Βέβαια και ημείς, αν έχωμεν όχι μόνον αγνόν το σώμα από κάθρ σαρκικήν αμαρτίαν, αλλά και την ενθύμησίν μας καθαράν από αισχρούς και ρυπαρούς λογισμούς, θέλομεν αποκτήσει τις τον εαυτόν μας την χάριν της υπεράγνου Παρθένου˙ φεύγει αυτή κάθε αισχρόν πάθος; Τους ρυπαρούς λογισμούς αποστρέφεται; Συγχαίνεται την γαστριμαργίαν; Πολεμεί την πορνείαν; Μισεί του θυμού τα κινήματα; Δεν δέχεται τον φθόνον και τας φιλονεικίας; Δια τούτο και ημείς πρέπει να μισώμεν όλα τα ανωτέρω πάθη, εάν θέλωμεν να είμεθα μιμηταί και φίλοι της Παρθένου.

             Πάλιν εκ του εναντίου, η Παρθένος χαίρει εις την νηστείαν και την εγκράτειαν˙ ευφραίνεται εις την παρθενίαν και σωφροσύνην˙ αγαπά την ειρήνην και την πραότητα˙ εναγκαλίζεται την αγάπην και την ταπείνωσιν˙ δια τούτο και ημείς πρέπει να αγαπώμεν τας αρετάς ταύτας, εάν θέλωμεν να είμεθα ακόλουθοι και μιμηταί της Παρθένου. Και δια να ειπώ με συντομίαν, καθώς η Παρθένος μισεί μεν κάθε κακίαν, αγαπά δε κάθε αρετήν˙ ούτω πρέπει να κάμνωμεν και ημείς, ίνα η Παρθένος, βλέπουσα ημάς εστολισμένους με τας τοιαύτας αρετάς, επιθυμήση του κάλλους των ψυχών μας, και έλθη νοερώς εις ημάς, φέρουσα μαζί της κάθε σειράν πνευματικών χαρίτων και αγαθών˙ τί λέγω; Ου μόνον αυτή θέλει έλθη εις ημάς, δια να μας πλουτίση με κάθε ουράνιον καλόν, αλλά δια των πρεσβειών της θέλει καταπείση και τον Μονογενή της Υιόν να γένη ένοικος εις τας καρδίας μας συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι (καθώς όλον τούτον τον Ηθικόν επίλογον γράφει ο εκ Δαμασκού φωστήρ Ιωάννης εν τω εις την Κοίμησιν λόγω αυτού, ου η αρχή˙ «Έστι μεν ανθρώπων ουδείς»)˙ ίνα ένοικον φέροντες εν τη ψυχή μας κατά χάριν την Αγίαν και Αδιαίρετον Τριάδα, δοξάζωμεν αυτήν εν τη παρούση ζωή και εν τη μελλούση εις αιώνας αιώνων. Αμήν.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*